Εμμονή
του Curry Barker. Με τους Michael Johnston, Inde Navarrette, Cooper Tomlinson, Megan Lawless, Andy Richter.
Be careful who you wish for...
γράφει ο Θόδωρος Γιαχουστίδης(@PAOK1969) 
Ευχή και κατάρα!
O Curry Barker γεννήθηκε στην πόλη Mobile της Αλαμπάμα, στις 22 Σεπτεμβρίου του 1999, οπότε σε τρεις μήνες περίπου θα γιορτάσει τα μόλις 27α του γενέθλια! Θέλοντας να γίνει ηθοποιός έφυγε από το σπίτι του στα 18 του χρόνια για να σπουδάσει Υποκριτική στο New York Film Academy και συγκεκριμένα στο τμήμα του που βρίσκεται στο Λος Άντζελες. Μετά από μια βδομάδα σπουδών γνώρισε τον συμφοιτητή του, Cooper Tomlinson, και μαζί αποφάσισαν να παρατήσουν τις σπουδές τους και να επικεντρωθούν στη δημιουργία ενός καναλιού στο Youtube με τίτλο «That's a Bad Idea», όπου ανέβαζαν κωμικά σκετσάκια κοινωνικής κριτικής, τα οποία έφτιαχναν οι ίδιοι. Παράλληλα, ο Barker έπαιρνε μικρούς ρόλους σε διάφορες τηλεοπτικές σειρές. Αγαπώντας τις ταινίες τρόμου από τότε που είδε σε ηλικία μόλις 11 ετών το κλασικό «The Texas Chainsaw Massacre», γύρισε το 2023 την πρώτη του μικρού μήκους ταινία τρόμου με τίτλο «The Chair», την ανέβασε στο κανάλι του στο Youtube, κι ως τώρα έχει προβληθεί 10 εκατομμύρια φορές!
Το 2024 γύρισε την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία με μπάτζετ μόλις 800 δολάρια!!! Τίτλος της: «Milk & Serial», είδος, ταινία τρόμου (του υποείδους found footage) κι ενώ προσπάθησε να τη διανείμει με τον κλασικό τρόπο, στις αίθουσες δηλαδή, τελικά αρκέστηκε στο Youtube, όπου είναι ελεύθερη να την παρακολουθήσει ο οποιοσδήποτε. Και την έχουν παρακολουθήσει ως τώρα πάνω από 3 εκατομμύρια θεατές, ενώ πρωταγωνιστούν τόσο ο Tomlinson (που έχει τον χαρακτηριστικό ρόλο του φίλου του βασικού ήρωα στην "Εμμονή") όσο και ο ίδιος ο Barker.
Η "Εμμονή" είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Barker. Την γύρισε σε 20 ημέρες, με άγνωστους ηθοποιούς και με ένα μπάτζετ που λέγεται πως έφτασε μόλις τις 750 χιλιάδες δολάρια! Ο Jason Blum της Blumhouse Productions πήρε την ταινία υπό την προστασία του. Η παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας έγινε στο περασμένο φεστιβάλ του Τορόντο, όπου μετά την προβολή της έγινε πανικός, δόθηκε αγώνας για την απόκτηση των δικαιωμάτων διανομής της, αγώνας στον οποίο νικητής αναδείχτηκε η Focus Features, που ξόδεψε 15 εκατομμύρια δολάρια! Εντέλει η ταινία άρχισε την καριέρα της εμπορικά στις αίθουσες των ΗΠΑ από τις 15 Μαΐου. Και μέσα σε έναν μόλις μήνα προβολών πλησιάζει τα 300 εκατομμύρια δολάρια εισπράξεις παγκοσμίως!!!
Έγινε η μεγαλύτερη επιτυχία της Focus Features, έγινε μια από τις σπάνιες ταινίες που κατάφεραν να αυξήσουν τις εισπράξεις τους στη δεύτερη εβδομάδα προβολής της σε σχέση με την πρώτη και – ακόμα πιο σπάνιο, από την εποχή του «Ε.Τ.» για να καταλάβετε – να αυξήσει τις εισπράξεις στην τρίτη βδομάδα προβολής της σε σχέση με εκείνες της δεύτερης! Μιλάμε πλέον για ταινία – φαινόμενο. Και ο Barker βρίσκεται ήδη στο post-production της επόμενης ταινίας του, με τίτλο «Anything But Ghosts» με πρωταγωνιστές τους Aaron Paul και Bryce Dallas Howard και στο pre-production ενός ακόμα reboot του «Texas Chainsaw Massacre», εντελώς σημαδιακά...
Η υπόθεση: Ο Μπέαρ είναι ερωτευμένος με τη Νίκι από παλιά. Από πολύ παλιά. Δεν βρίσκει τρόπο να της εξομολογηθεί τον έρωτά του με τίποτα, καθώς δεν θέλει να τη χάσει από φίλη. Όσο περνάει ο καιρός, όμως, κινδυνεύει (με το νου του) να καταδικαστεί αιωνίως στο αδιέξοδο friend zone. Μια μέρα μπαίνει σε ένα μαγαζί που πουλάει new age παπαρίτσες για να της πάρει ένα δώρο και βρίσκει ένα γκατζετάκι, που βρωμάει παλιακίλα κι ονομάζεται One Wish Willow. Το αγοράζει γιατί η μπλαζέ πωλήτρια του πουλάει παραμύθα πως αν το χρησιμοποιήσει μπορεί να του πραγματοποιήσει μιαν ευχή.
Ο Μπέαρ ψήνεται γιατί θεωρεί πως θα είναι πολύ προχώ κι έξυπνο δωράκι για τη γυναίκα της ζωής του. Πριν της το δώσει όμως και πάλι αγκομαχά για να της πει πόσο πολύ την αγαπά. Αποτυγχάνει. Και πάνω στα νεύρα του ανοίγει το κουτί του δώρου, βλέπει πως έχει μορφή παράξενη, σαν κλαδί ιτιάς, το σπάει και σχεδόν κραυγάζει «I wish Nikki Freeman loved me more than anyone in the fucking world». Και ενάντια σε κάθε λογική η ευχή του πραγματοποιείται άμεσα!!! Κι εδώ αρχίζει το σενάριο του «Be careful what you wish for»...
Η άποψή μας: Όσος πανικός γίνεται με το «Backrooms» του Kane Parsons, άλλος τόσος και ίσως και περισσότερος γίνεται και για τούτη την ταινία – ακόμα μια ταινία τρόμου – που απ' ότι φαίνεται μίλησε – και συνεχίζει να μιλάει – κατευθείαν στην καρδιά και στο συλλογικό momentum της Gen Z. Κοινά χαρακτηριστικά των δύο ταινιών: οι δημιουργοί τους προέρχονται από το Youtube όπου πειραματίστηκαν αρκετά πάνω στην Εικόνα, στο Storytelling, στο Μέσο, ενώ και οι δύο είναι ηλικίας κάτω των 30 ετών! Κατά μία έννοια πάντως, το επίτευγμα του Curry Barker είναι πιο σημαντικό από εκείνο του Kane Parsons. Κι αυτό επειδή η «Εμμονή» ούτε σταρ διαθέτει ή έστω κάποιον γνωστό πρωταγωνιστή, κόστισε φθηνότερα για να παραχθεί κι απέφερε πολλά πολλά περισσότερα – και συνεχίζει να αποφέρει.
Πρέπει να σημειώσω πως γενικά οι ταινίες τρόμου δεν είναι my cup of tea, και πως ξαναείχαμε ταινίες – φαινόμενα, όπως την αλήστου μνήμης μαλακία, το «Blair Witch Project», εντούτοις τούτη ολοφάνερα ξεχωρίζει από τον σωρό. Και η επιτυχία της αποτελεί μια ένδειξη πως το κοινό ζητά από το Χόλιγουντ να αλλάξει και να πάψει να βασίζεται σε σίκουελ και αναμασήματα εκ του ασφαλούς, που πλέον δεν αφορούν κανέναν. Αρχικά, το πρώτο πράγμα που ξεχωρίζεις κατασκευαστικά είναι η μη κατάχρηση σε ότι αφορά το μοντάζ και οι μεγάλες σε διάρκεια σκηνές χωρίς cut. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την απουσία... ναυτίας λόγω χρήσης κάμερας στο χέρι και insert shorts δημιουργούν μια υποβλητική ατμόσφαιρα, εντείνουν την κλειστοφοβία, περιορίζουν στο ελάχιστο τα jump scares κι όταν τελικά έρχονται οι σκηνές που τρομάζεις, τα... κάνεις επάνω σου τα τσισάκια.
Γιατί πλέον οι σκηνές αυτές λειτουργούν ως σοκ! Ούτε ηχητικά εφέ ούτε κλισεδούρες ούτε προειδοποιητική μουσική ούτε φτηνιάρικα κόλπα. Αυτό όμως από μόνο του αρκεί για να εξηγήσει την τεράστια επιτυχία της ταινίας; Προφανώς και όχι. Νομίζω πως αυτό που ιντριγκάρει είναι το κεντρικό premise της ταινίας. Εδώ βρίσκεται όλο το ζουμί. Μια εγωιστική, ναρκισσιστική ευχή και η Νίκι χάνει την ελεύθερη βούλησή της. Ζει σε ένα λίμπο από το οποίο αδυνατεί να ξεφύγει. Γίνεται υποχείριο του Μπέαρ μετά την ευχή του. Ο γλυκός, συμπαθητικός, ευγενικός, καλοσυνάτος Μπέαρ ουσιαστικά αποδεικνύεται ένας ακόμα κακοποιητής. Νιώθει entitled να έχει κοπέλα τη Νίκι – κι ας βλέπει πως η Νίκι γίνεται δική του χωρίς ουσιαστικά να το θέλει, δέσμια της «ευχής».
Η κατάσταση γίνεται ολοένα και χειρότερη καθημερινά και ο Μπέαρ αδυνατεί να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων για να κάνει οτιδήποτε για να αλλάξει την κατάσταση. «Απολαμβάνει» τα θετικά (όποια θετικά τέλος πάντων μπορεί να βρει κανείς σε μια κατάσταση όπως αυτή) και είναι ανίκανος να αντιμετωπίσει τα αρνητικά. Η Νίκι βγαίνει εντελώς εκτός ελέγχου, οι αντιδράσεις της είναι απρόσμενες και απρόβλεπτες, η βία γίνεται ολοένα και πιο έντονη, γίνεται ένα bot με σάρκα και οστά που βγαίνει εκτός ελέγχου, γίνεται μια γυναίκα δαιμονισμένη (χε χε), γίνεται μια Stepford Wife, μοιάζει πολύ με την Άιρις της Sophie Thatcher από το «Companion», ε, τα υπόλοιπα μπορείτε να τα φανταστείτε – μπορεί και όχι...
Κοινωνικό σχόλιο πάνω στις σύγχρονες σχέσεις, την ιδιοτέλεια, την αρρωστημένη (αλληλο)εξάρτηση και την απομόνωση, ένα ευφυέστατο φιλμ τρόμου βασισμένο σε ένα απλοϊκότατο και ίσως ανόητο μεταφυσικό εύρημα, που δίνει στην ταινία μια αύρα από «Ζώνη του Λυκόφωτος» (εντάξει, «Tales from the Crypt», δεν θα μαλώσουμε κιόλας), και μια ερμηνεία από την Inde Navarrette στο ρόλο της Νίκι, που θα την κάνει σίγουρα σταρ, συμπυκνώνουν τα πάντα όλα για αυτήν την ταινία. Ίσως και πολλά περισσότερα, που περνάνε από το μυαλό των θεατών (πολύ) νεαρότερης ηλικίας από τη δική μου και μου διαφεύγουν.
Θα κλείσω το κείμενο με ένα χαρακτηριστικό συμβάν που έλαβε χώρα μετά το πέρας της προβολής της ταινίας στο πολυσινεμά που την είδα εδώ στο Σέφιλντ: μαντηλοφόρα κοπελιά στα 20 της κρύφτηκε στην έξοδο της κινηματογραφικής αίθουσας του σινεμά για να κάνει «μπου» και να τρομάξει τις επίσης μαντηλοφόρες φίλες της, με τις οποίες είδαν μαζί την ταινία. Αντί για αυτές όμως, έκανε «μπου» σε μένα, που έτυχε να βγαίνω την ίδια στιγμή με το παρεάκι της. Εννοείται πως σκάσαμε στα γέλια. Είναι ωραίο το σινεμά όπως και να το δει κανείς!

Στις δικές μας αίθουσες? Στις 18 Ιουνίου 2026 από την Tanweer!














































