Ενκάντο: Ένας κόσμος μαγικός (Encanto) Poster ΠόστερΕνκάντο: Ένας κόσμος μαγικός
των Jared Bush, Byron Howard. Με τις φωνές των Stephanie Beatriz, María Cecilia Botero, John Leguizamo, Diane Guerrero, Jessica Darrow, Angie Cepeda, Wilmer Valderrama.

It's A Kind Of Magic
του zerVo (@moviesltd)

Κινούμενο σκίτσο υπ αριθμόν εξήντα για την πιο ονομαστή φίρμα του χώρου. Κι έχεις την αίσθηση πως πέρα από την ασίγαστη τεχνολογική εξέλιξη, που βοηθά υπέρ το δέον το κινηματογραφικό είδος να προβάλλει τις εικόνες του, πως τα πάντα ακολουθούν πιστά εκείνη την μοναδική, πολύχρωμη, τίγκα στις ευχάριστες νότες κληρονομιά, που το γεννημένο από τον μπάρμπα Walt στούντιο, ακολουθεί και θα ακολουθεί εις τους μακρινούς αιώνες των αιώνων. Με τέτοια πιασάρικη μαγιά, που συνδυάζει με μέθοδο αγαστή σκίτσο και συγκίνηση, το μαγνήτισμα των ματιών της πλατείας από την οθόνη, σε μια ακόμη περίπτωση σαν του Encanto, αποξαρχής μοιάζει δεδομένο.

Ενκάντο: Ένας κόσμος μαγικός (Encanto) Quad Poster
Δεν πρέπει να υπάρχει πιο ευτυχισμένη φαμίλια σε ολόκληρη την ορεινή επαρχία της Κολομβίας, από εκείνη των Μαδριγάλ, καθώς τα περισσότερα από μια ντουζίνα μέλη που την απαρτίζουν, απολαμβάνουν την οικογενειακή τους κάθε μέρα, διαθέτοντας το καθένα και από μια απίστευτη, μαγική ικανότητα. Που προέρχεται από τα βάθη της προϊστορίας του σπιτικού τους, που κτίστηκε με χίλια μύρια βάσανα την εποχή της εφόδου των κονκισταδόρων και συμβάλλει στην διατήρηση της συνοχής του ευτυχισμένου, στις λιγοστές του απαιτήσεις, μικρόκοσμου.

Μοναδική μελαγχολία στο ασίγαστο πανηγύρι των κολομπιάνων αγροτών, εκείνη που είναι καλά κρυμμένη μέσα στην ψυχή της νεαρής, καλοσυνάτης και χαριτωμένης Μίραμπελ, που είναι και η μοναδική από το σύνολο, η οποία δεν διαθέτει κάποια εξαιρετική ικανότητα. Παρόλα αυτά, έστω και νιώθοντας μονίμως μειονεκτικά, λατρεύει τους πάντες γύρω της και θα ότι περνά από τα αδύναμα χέρια της, για να προασπίσει την γαλήνη του πατρικού της σπιτικού. Όπως τώρα, καλή ώρα, που η ύπαρξη της κασίτας κινδυνεύει, ενόσω το κερί που κρατά ζωντανή την μαγεία πίσω από τους τοίχους της, τρεμοπαίζει...

Συνεπώς είναι εξαιρετικά πιθανό, το όλο οικοδόμημα που από τα θεμέλια του πηγάζουν οι ξεχωριστές δυνάμεις που έχει μοιράσει σε όποιο στέλεχος των Μαδριγάλ, να καταρρεύσει και μαζί του να εξαφανιστεί το κάθε προνόμιο διαθέτει καθένας. Μια πρώτης τάξης ευκαιρία για εκείνον που βιώνει την μειονεξία, θα σκεφτόταν το απλό μυαλό, να αφήσει την δυσμενή κατάσταση ως έχει και από αύριο άπαντες να είναι ίσοι σε ισχύ, άρα μισμάτς αντίο. Αυτό είναι κάτι που ούτε καν περνά από τον νου της προβληματισμένης, αν και όλοι γύρω της προσπαθούν να μην της θυμίζουν πως για εκείνη το πόμολο της πόρτας δεν ζωντάνεψε ποτέ, παιδούλας. Ποια σπουδαιότερη δύναμη, από εκείνη της αλληλεγγύης του περιορισμένου ενός, προς το προνομιούχο σύνολο, θα μπορούσε να σκεφτεί κάποιος για να αποδώσει στην βασική ηρωίδα αυτού του Disneyικού παραμυθιού.

Εν αντιθέσει με τις περισσότερες από τις προηγούμενες περιπέτειες της θρυλικής animation μπράντας, η Μίραμπελ, δεν καλείται να εγκαταλείψει την εστία, μην τυχόν και ταξιδέψει σε τόπο μακρινό για να τα βάλει με τον υπαρκτό, φοβιστικό εχθρό που είναι πιθανόν να προκαλέσει την κατάρρευση του σπιτικού. Για να ακριβολογούμε, η κάμερα, σε απειροελάχιστες στιγμές, απομακρύνεται από την παράξενης δομής και δαιδαλώδους σε δωμάτια κασίτας, που τα τούβλα, οι σκάλες, τα ντουβάρια της φαντάζουν ολοζώντανα, συνθέτοντας το φαντασμαγορικό Encanto της μαρκίζας.

Που από το κτίσιμο του δεν λείπει το στοιχείο του μιούζικαλ, καθώς το πιο μεγάλο μέρος της αφήγησης, λαμβάνει χώρα μέσα από τα πρωτότυπα τραγούδια, υπογραφής του δοκιμασμένου με επιτυχία στο είδος Lin-Manuel Miranda. Μέσα από το μιξάζ των πανέμορφων ζωγραφιστών και εντυπωσιακής σχεδιαστικής λεπτομέρειας εικόνων, με τις μελωδικές νότες των πληθώρας συναισθημάτων ασμάτων, κυλά το στόρι σαν νερό, αρκεί το βλέμμα του οποιασδήποτε ηλικίας σινεφίλ να αφεθεί ολοκληρωτικά στην μαγεία που ξετυλίγεται στο εκράν.

Με αυτήν την γνώριμη μας, μουσικοχορευτική μέθοδο, σαν σε παράσταση, μας γνωστοποιούνται τα προνόμια των μελών της φαμίλιας, μας ορίζεται η κρυφή στενοχώρια της πιτσιρίκας, μας παρουσιάζεται η τελετή μύησης του νεαρότερου μπόμπιρα στον it;s a kind of magic κόσμο, μας γνωστοποιείται η ύπαρξη του μαύρου προβάτου, του Μπρούνο, που χάρη στο δικό του ιδίωμα έχει απομακρυνθεί του σπιτιού και ουδείς επιθυμεί να μιλάει για εκείνον. Κλειδί, φυσικά της εξέλιξης αυτή η ανατροπή, που η αλήθεια είναι στην αποκάλυψη της, μπορεί και να τρομάξει τους μικρότερους θεατές του Ενκάντο, αλλά έρχεται να δέσει απόλυτα σε σώμα ένα με τα προηγούμενα δεδομένα.

Κυρίαρχη μορφή της συγκρατημένης στα στενά όρια του παλιοκαιρισμένου, πολυμορφικού τρίπατου, η Μίραμπελ, μια μικρούλα πνιγμένη στο παράπονο, που η μοίρα δεν της χάρισε κι εκείνης χάρισμα, όπως πιστεύει. Ζηλεύει η αλήθεια, μα δεν φθονεί, που οι γονείς της, οι αδελφές της, ο περίγυρος ολάκερος το έχει και ενίοτε μπορεί να την θαρρεί με περιφρόνηση. Καταπληκτική στην φωνητική απόδοση του ρόλου η Stephanie Beatriz, όπως άλλωστε και το σύνολο των μελών του εξαιρετικά επιλεγμένου καστ, από καλλιτέχνες όχι ιδιαίτερα γνωστούς στο ευρύτερο κοινό, μα ιδανικούς για να ερμηνεύσουν με πάθος τους χαρακτήρες. Εξαίρεση, ως ο διασημότερος, ορίζει ο πάντοτε ξεχωριστός ρολίστας John Leguizamo, που στην υπόδηση του "θαμμένου" Μπρούνο παίζει καταπληκτικά το παιχνίδι της αγωνίας, της δράσης και φυσικά του χιούμορ.

Συστατικών που συνθέτουν την βάση ενός ακόμη σπουδαίου fairytale της Disney, γεμάτου ρυθμό, εντάσεις και βέβαια μουσικές γέφυρες που τηρούν πιστά τις παραδοσιακές δημιουργικές προσταγές της, υπό την επίβλεψη του άξιου σκηνοθετικού ντουέτου των Howard και Bush. Μια ακόμη οπτικοακουστική απόλαυση, φουλ στις ανάμεικτα ζωηρές και υποφωτισμένες, ανά συνθήκη, αποχρώσεις, που και το ενδιαφέρον της κρατά ζωντανό μέχρι το βουρκωμένο φινάλε και προβάλλει, ως οφείλει, τις μοναδικές ηθικές αξίες, που θα στηρίξουν όρθια την κάθε φαμίλια στις δυσκολίες. Και παρόλες τις αναποδιές που ενδεχόμενα θα της τύχουν, ξανά ο λαμπερός ήλιος θα φωτίσει το αύριο για να στηθεί ένα ακόμη πανηγύρι, μια ακόμη φιέστα, σαν ετούτη την γεννημένη στην φτωχική, μα τόσο γεμάτη σε αισθήματα, λατινοαμερικάνικη κουλτούρα.

Ενκάντο: Ένας κόσμος μαγικός (Encanto) Rating
Στις δικές μας αίθουσες? Στις 25 Νοεμβρίου 2021 από την Feelgood Ent.!
Περισσότερα... »

Λούγκερ (Luger) Poster ΠόστερΛούγκερ
του Κώστα Χαραλάμπους. Με τους Τάσο Νούσια, Στεφανία Γουλιώτη, Γιωργή Τσουρή, Ερρίκο Λίτση, Νίκο Χίλιο, Έφη Γούση, Μάνο Ιωάννου, Κυριακή Γάσπαρη, Δημήτρη Μακαλιά, Ισίδωρο Σταμούλη, Χρήστο Ευθυμίου, Γιολάντα Μπαλαούρα, Κορίνα Αλεξανδρίδου, Αλέξανδρο Τρανουλίδη, Σοφία Μανωλάκου, Νίκη Λάμη, Μαρία Οικονόμου, Γιώργο Ζώη, Κυριακή Στούρου, Γιώργο Γαρνάβο.


"Στη ζωή όλα είναι απρόβλεπτα"
του Θόδωρου Γιαχουστίδη (@PAOK1969)

Ετούτο το λούγκερ εδώ που θέλεις ν’ αγοράσεις...

Αυτή είναι η τρίτη μεγάλου μήκους ταινία που σκηνοθετεί ο Κώστας Χαραλάμπους. Οι προηγούμενες δύο ήταν οι: «Αγάπη στα 16» (2004) και «Δεμένη κόκκινη κλωστή» (2012). Η ταινία βγαίνει στις αίθουσες μετά από δύο αναβολές, που προέκυψαν κυρίως λόγω της πανδημίας του κορωναϊού. Η πανελλήνια πρεμιέρα της ταινίας έγινε στο περασμένο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Λούγκερ (Luger) Poster Πόστερ Wallpaper
Μεγάλο μέρος των γυρισμάτων έγιναν στον Άγιο Νικόλαο της Κρήτης. Στα γυρίσματα συμμετείχαν 87 ηθοποιοί και πάνω από 600 κομπάρσοι. Στην ταινία κάνουν έκτακτη εμφάνιση μεταξύ των άλλων και οι ηθοποιοί: Μαίρη Σταυρακέλλη, Μαρία Φιλίππου, Σπύρος Μπιμπίλας, Οδυσσέας Σταμούλης, Χάρης Σώζος, Γιώργος Φραντζεσκάκης, Μίνα Χειμώνα, Αλεξάνδρα Παντελάκη, Νότα Παρούση.

Η υπόθεση: Ορεινή Κρήτη, 1958. Η οικογένεια Αγγελιδάκη, μια συνηθισμένη φτωχή εργατική οικογένεια της εποχής, προσπαθεί να ανέλθει κοινωνικά. Η ενασχόλησή της με το εμπόριο πετρελαίου θα αποτελέσει το εφαλτήριό της για την απόκτηση τεράστιου πλούτου και υπέρμετρης κοινωνικής ανόδου. Ο απότομος πλουτισμός όμως θα επηρεάσει καταλυτικά τα μέλη της οικογένειας. Ακολουθώντας την οικογένεια Αγγελιδάκη σε βάθος 25 χρόνων, θα ξετυλιχθεί ένα κουβάρι περίπλοκων σχέσεων και λεπτών ισορροπιών, με τη σταδιακή αποξένωσή τους να τους στιγματίζει βαθιά.

Η άποψή μας: Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ένα έπος ανάλογο του «Νονού». Δεν είναι κακό οι προθέσεις σου ως δημιουργού να είναι φιλόδοξες, μεγάλες, εντυπωσιακές. Όμως, άλλο Francis Ford Coppola κι άλλο Κώστας Χαραλάμπους. Άλλο Χόλιγουντ κι άλλο Ψωροκώσταινα. Άλλο Κορλεόνε κι άλλο... Αγγελιδάκης. Άλλο Brando κι άλλο Νούσιας. Το τελικό αποτέλεσμα είναι μια εντελώς αποτυχημένη ταινία που – όχι, δεν είναι παράδοξο – πιστεύω πως θα μπορούσε να είχε πολύ καλύτερη τύχη αν γυριζόταν για την τηλεόραση, ως σίριαλ με πολλά, πολλά επεισόδια. Έτσι κι αλλιώς, η σκηνοθετική γραφή είναι τηλεοπτική. 

Δυστυχώς για τον Χαραλάμπους, οι κατάτι περισσότερο από δύο ώρες που διαρκεί η ταινία δεν είναι αρκετές για να αφηγηθεί όλα όσα θέλει. Ο μαξιμαλισμός δεν βρίσκει την κατάλληλη αφηγηματική φόρμα για να «χωρέσει». Πάρα πολλά πρόσωπα, πάρα πολλά subplots, too much info clouding over my head που έλεγε και ο Χριστοφιλάκης. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, έρχεται και η σκηνοθετική απόφαση να γίνει η αφήγηση παράλληλα σε δύο διαφορετικές χρονικές περιόδους κι όχι γραμμικά, για να μπερδέψει ακόμα περισσότερο την κατάσταση, με τελικό αποτέλεσμα κυριολεκτικά να χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. 

Κάθε σκηνή αντιμετωπίζεται διαφορετικά, το ύφος αλλάζει διαρκώς, το ανακάτεμα των ειδών, που σε άλλες ταινίες είναι ευλογία, εδώ απλά δηλώνει αδυναμία, χαρακτήρες χάνονται χωρίς να μαθαίνουμε την τύχη τους, για όσους συμμετέχουν μέχρι το τέλος. Δεν μας πολυνοιάζει, η αντιστοιχία των παιδιών με τους ενήλικους εαυτούς τους δεν είναι πάντα εύκολη, δεν υπάρχει «βασικός» πρωταγωνιστής (είναι ο Τσουρής; είναι ο Νούσιας; είναι ο... Λίτσης;), χάος. Και σαν να μην έφταναν όλα τα παραπάνω, υπάρχουν και οι... δεσμεύσεις που δόθηκαν σε αυτόν που έβαλε τα χρήματα για να γυριστεί η ταινία, έτσι; 

Όπως έχει δηλώσει ο σκηνοθέτης, ο Κωνσταντίνος Μαμιδάκης (της γνωστής οικογενείας) – που είναι ο χρηματοδότης της ταινίας – του παρέδωσε ένα χειρόγραφο σχετικά με την ιστορία της οικογενείας του και του ζήτησε στην ταινία να υπάρχει ένας ήρωας με το όνομα Κώστας κι ένα από τα κεντρικά μοτίβα να είναι πως το χρήμα δεν φέρνει την ευτυχία. Οπότε, η μυθοπλαστική οικογένεια Αγγελιδάκη βασίζεται στην εντελώς πραγματική οικογένεια Μαμιδάκη οπότε όλα όσα παρακολουθούμε στην ταινία, έχουν ως βάση πραγματικά γεγονότα, που έχουν υποστεί μυθοπλαστική επεξεργασία. Ήδη πριν από τα γυρίσματα ακούγονταν ιστορίες για αντιδράσεις της ευρύτερης οικογένειας Μαμιδάκη, που δεν ήθελε να συνδεθεί το όνομά της με τα της ταινίας. Όλα αυτά, όμως, αποτελούν δευτερεύουσας σημασίας ντεσού. 

Η ουσία είναι πως τα (λίγα) αξιόλογα στοιχεία της ταινίας θάβονται μέσα στο μπουρδούκλωμα και στο... μοντάζ, που ως πέλεκυς έκοψε πράγματα. Πράγματα, που αν παρέμεναν στην ταινία θα έκαναν τα πάντα πιο κατανοητά, αλλά θα αύξαναν τη διάρκεια της ταινίας σε μη εμπορικά ύψη. Ας αναφέρουμε μερικά παραδείγματα. Το subplot με τον τύπο που δάνεισε χρήματα στην οικογένεια Αγγελιδάκη δεν καταλήγει πουθενά: τι απέγινε ο τύπος; Χμ. Και ο κομουνιστής, πολιτικός κρατούμενος, μετανιωμένος δηλωσίας; Αυτοκτόνησε και τέλος; Και ποια η σχέση του με την οικογένεια Αγγελιδάκη; Απλά, τα σπίτια τους συνόρευαν; Ήταν δηλαδή γείτονες; Γιατί όσο κι αν προσπάθησα (όχι πολύ, το ομολογώ, εγκατέλειψα), δεν μπόρεσα να βγάλω άκρη για τη σχέση τους. Τι να πω, άνθρωποι που θα προσηλωθούν περισσότερο στα δρώμενα ίσως να μην αντιμετωπίσουν την ταινία ως σταυρόλεξο για δυνατούς λύτες. 

Σαφώς κατώτερη τούτη η ταινία από το «Δεμένη κόκκινη κλωστή», που προσωπικά θεωρώ μία από τις πιο σημαντικές ελληνικές ταινίες των τελευταίων 20 χρόνων, με βάση αυτά που έλεγε, έτσι, να το ξεκαθαρίσουμε αυτό. Εκείνη η ταινία τεχνικά μπορεί να φαίνεται ερασιτεχνική σε σύγκριση με τούτη εδώ, αλλά αυτά που ήθελε να πει, τα είπε με τρόπο σαφή και εντέλει συγκλονιστικό. Το ακριβώς αντίθετο με εδώ, έτσι; Αν ο Χαραλάμπους ήθελε να κάνει μια ειρωνική κριτική της εγχώριας εκδοχής του καπιταλισμού, θα μπορούσε να ακολουθήσει τον Τζιμάκο Πανούση, και τη φράση του: «Τα λεφτά λοιπόν δεν φέρνουν την ευτυχία, καλό είναι όμως να υπάρχουν». Θα γλίτωνε από πολλές κακοτοπιές. Κρίμα.

Λούγκερ (Luger) Rating
Στις δικές μας αίθουσες? Στις 25 Νοεμβρίου 2021 από την Odeon!
Περισσότερα... »

Ο Οίκος Gucci (House Of Gucci) Poster ΠόστερΟ Οίκος Gucci
του Ridley Scott. Με τους Lady Gaga, Adam Driver, Jared Leto, Jeremy Irons, Salma Hayek, Al Pacino, Jack Huston, Reeve Carney, Camille Cottin.

Σίγουρα θα πάμε μια και φτάσαμε ως εκεί, εσύ στο χώμα...
του zerVo (@moviesltd)

Απίστευτη ιστορία. Που τάραξε συθέμελα την κοινή γνώμη της παράπλευρης μας χερσονήσου, εκεί που οι μαρκίζες των φιρμών μόδας, έχουν ίση δύναμη με των αλλού, βασιλικών οικογενειών. Και ήταν απόλυτα βέβαιο πως κάποια στιγμή, έχουν διαβεί άλλωστε και είκοσι έξι ολόκληρα χρόνια από το μοιραίο φονικό, θα όριζε το βασικό θέμα μιας κινηματογραφικής δημιουργίας. Η έρευνα πάνω στην υπόθεση της δολοφονίας ενός εκ των πλέον διασήμων προσώπων του Ιταλιάνικου τζετ σετ, δια χειρός της Sara Gay Forden, αποτέλεσε μια πρώτης τάξης μαγιά για την πλήρη παρουσίαση της στην μεγάλη οθόνη. Το ζόρι σε αυτές τις περιπτώσεις, είναι που οι σκηνοθέτες οι καλοί, δεν αρκούνται μόνο στην προβολή του χρονικού, μα επιδιώκουν να κοιτάξουν το πράγμα πιο σφαιρικά, ξεδιπλώνοντας και τις πιο αφανείς πτυχές του. Κι αυτό δεν είναι κατ ανάγκη, συνολικά, καλό...

Ο Οίκος Gucci (House Of Gucci) Quad Poster
Θυγατέρα εύπορου ιδιοκτήτη εταιρίας μεταφορών της Λομβαρδίας, η Πατρίτσια Ρετζάνι, από πολύ νεαρή ηλικία ονειρευόταν το πως θα καταφέρει να αποδράσει από τις νταλίκες και τις ρυμούλκες, για να απολαύσει την ντόλτσε βίτα. Την μεγάλη ευκαιρία θα βρει και θα αρπάξει από τα μαλλιά, γνωρίζοντας σε κοσμική δεξίωση τον γόνο του κορυφαίου οίκου μόδας Γκούτσι, Μαουρίτσιο, ρίχνοντας του τα ερωτικά της δίχτυα, γοητεύοντας τον και οδηγώντας τον, παρόλες τις αντιρρήσεις του πατέρα του, Ροντόλφο, στα σκαλιά της εκκλησίας.

Η αρχική απόσυρση του ερωτοκτυπημένου στελέχους και πιθανότατου διαδόχου στον θρόνο του εμπορικού κολοσσού, από οτιδήποτε έχει σχέση με την φαμίλια δεν θα διαρκέσει για πολύ. Καθώς το νεόνυμφο ζευγάρι, αποδεχόμενο την πρόσκληση του θείου και έχοντα το γενικό πρόσταγμα της μπράντας, Άλντο Γκούτσι, θα μεταβεί στην Αμερική, προκειμένου ο σπουδαγμένος Μαουρίτσιο να αναλάβει το πόστο που του αναλογεί. Η φιλοδοξία της Πατρίτσια όμως, τόσο να μεγαλώσει το όνομα της εταιρίας, με σκοπό τα ακόμη μεγαλύτερα οικονομικά οφέλη, όσο και να δει το στεφάνι της κάποια στιγμή στην κορυφή της ιεραρχίας, με εκείνη φυσικά να τον αγκαζάρει, θα προκαλέσει τριγμούς στην σχέση τους...

Η συνέχεια ή μάλλον το φινάλε του βουτηγμένου στο χρυσάφι, όσο όμως και στο αίμα, στόρι, είναι γνωστό τοις πάσι, σε τέτοιο βαθμό που η αφήγηση των όσων πρόκειται να παρακολουθήσουμε, να ξεκινά από εκείνο το μοιραίο πρωινό της 27ης Μαρτίου του 95, όταν ο 46χρονος επιχειρηματίας έπεφτε νεκρός στην στα σκαλιά του γραφείου του, από τις σφαίρες του πληρωμένου εκτελεστή. Με αφορμή το θανατηφόρο μπαμ που σόκαρε ολάκερη την αριστοκρατία του Μιλάνο, η κάμερα επιστρέφει στις ρίζες του ειδυλλίου, την αυγή της δεκαετίας του 70, όταν η προσφάτως ενηλικιωθείσα, μελαχρινή ζουμπουρλού, βάζει μπροστά το μεγαλεπήβολο πλάνο της, να μην αφήσει το παραμικρό στην τύχη, αλλά να βρει η ίδια τον γαμπρό που της αρμόζει.

Κι ενώ κανείς δεν θα πόνταρε πως μια μετριότατης εκπαίδευσης, σχεδόν αστοιχείωτη καλλιτεχνικά, χαμηλού κοινωνικού υπόβαθρου και χωρίς άκρες στο χάι σοσάιτι της μεγαλούπολης, θα εντόπιζε ποτέ της παραμυθένιο ιππότη για ταίρι, εκείνη σημάδεψε και κατάφερε να γαντζώσει τον καλύτερο, τον πιο σπουδαίο, τον πλέον περιζήτητο μπάτσελορ της Μόντε Ναπολεόνε. Αυτοπεποίθηση καλείται και άριστος χειρισμός των προσωπικών ικανοτήτων κάτι τέτοιο. Το θέμα είναι το αν και κατά πόσο αυτή η φιλοδοξία, μπορεί να δαμαστεί, ώστε να μην ξεπεραστούν τα όρια και το λαβ στόρι ναυαγήσει για πάντα. Και αν συμβεί κάτι τέτοιο, ποιος θα μπορέσει να συγκρατήσει τον χωρίς ίχνος ηθικού φραγμού δημιουργό του, από την έκρηξη που θα σαρώσει τα πάντα.

Θα νόμιζε κανείς πως το House Of Gucci, θα είχε στο επίκεντρο του, ενόσω το κουβάρι των συμβάντων ξετυλίγεται, τον γεννημένο να καθίσει στον θρόνο της φίρμας των πανάκριβων έως και απλησίαστων ρούχων και βιαίως εκλιπόντα, πλέιμπου. Δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Το φιλμ, σχεδόν σε αποκλειστικό βαθμό, παρακολουθεί την διαδρομή μιας προσωπικότητας που ζει και αναπνέει μόνο για να την προσωπική της επίδειξη, για τον πλούτο, για την όσο πιο ταχεία αναρρίχηση στα σκαλοπάτια της σοσιολογικής βαθμίδας, κυρίως όμως για την ολοκληρωτική απόκτηση του ελέγχου, της κυριαρχίας, της ισχύος. Κι αυτή φυσικά δεν είναι άλλη από την μαύρη χήρα του βασισμένου στα αληθινά περιστατικά θρίλερ. Που στο σαρωτικό της πέρασμα, δεν νοιάζεται καν, πάνω σε πόσα και ποια πτώματα θα πατήσει για να μεγαλώσει το άστρο της. Αυτή είναι η πρώτη και αυτή θα παραμείνει. Και η τελευταία κουβέντα θα είναι ολόδικη της!

Η αλήθεια είναι πως μετά από δυόμισι ώρες θέασης του φιλμ, η περσόνα της Σινιόρας Γκούτσι (και οποιανού δεν τ'αρέσει, όξος...) γίνεται και πιο συμπαθέστερη στον θεατή, μολονότι σε κανένα πλάνο δεν διακρίνει κανείς την παραμικρή θετικότητα στην δράση της. Φιδίσιο το τύλιγμα του αρούκατου βασιλόπαι (ο Adam Driver, σε διαρκή πάλη αντιγραφής των έμφυτων αδεξιοτήτων του Hugh Grant), καπάτσα η προσέγγιση του Πάδρε Παδρόνε (Al Pacino, τας κεφαλάς ημών τω κυρίω κλίνομεν), γυπαετίσιο το μάδημα του έτερου κληρονόμου (ένας αγνώριστα απίστευτος Jared Leto, ως σιχαμερής όψης, Φρέντο Κορλεόνε), σαν δαγκωνιά νυφίτσας, το ύστατο χαίρε στον υπεράνω της πεθερό (απoθέωση του στιλ και της αριστοκρατικής φινέτσας, ξανά, για τον Jeremy Irons).

Και ο λόγος είναι απλός, απλούστατος. Για όλους η πρόβλεψη της Κοντεσίνας έπεσε διάνα. Από νωρίς και μόνο εκείνη πρόβλεψε ποιοι θα αλλάξουν γνώμη για την υποβαθμισμένη πάρτη της, ποιοι θα πεθάνουν στην ψάθα, ποιοι θα περάσουν το κατώφλι της φυλακής, ποιοι σαν ερπετά βάζουν τρικλοποδιές στην οικογενειακή επιχείρηση, ποιος εντέλει θα φτύσει το αίμα της μάνας του, αν του περάσει από τον νου να την κάνει πέρα. Διόλου τυχαία, για να αντιπαραβάλλουμε τωρινή αλήθεια, άπαντες οι ενώπιον της Κύρηδες μετρούν αυτή την ώρα ραδίκια, ενόσω εκείνη βολτάρει στην Ντουόμο, αποφυλακισμένη και εννοείται ζάπλουτη! 

Κι εκεί μάλλον κάπου στέκει και η χαλαρότερη, παρότι μιλάμε για ένα εντέλει στυγερό έγκλημα, για μια δολοφονία, οπτική του Ridley Scott, στο δεύτερο πόνημα του μέσα στην σεζόν, κατόπιν του καλλιτεχνικότερου The Last Duel. Που εμμένει στο ύφος της άριστης σε καλλιτεχνική διεύθυνση τηλενουβέλας, προσεγγίζοντας με μέθοδο σατιρική σε μπόλικα σημεία, το θανατηφόρο άγγιγμα της αδίστακτης ατομικής φιλοδοξίας. Σαφώς και δεν ακολουθεί ο βετεράνος ντιρέκτορας φόρμες που δεν του κάνουν, χρειαζόταν όμως πιο μελετημένο ψαλίδι στο μοντάζ, για να αποφύγει τις όχι και τόσο συναφείς υποπλοκές που κατάτι αποπροσανατολίζουν. Ιλουστρασιόν στο έπακρο παραγωγή, αλόγιστη σπατάλη για να αριστεύσουν, όπως και το κάνουν, τα κοστούμια και τα ντεκόρ, ανόητες επιλογές γεμίσματος του σάουντρακ με τραγούδια ασύμμετρα με την εποχή (η Donna Summer δεν είχε βγάλει καν δίσκο το 1970, ενώ έστω και ποιητική αδεία, δεν επιλέγεις το Faith του George Michael για φόντο, αυτής, της παντρειάς), σε γενικές γραμμές παίζουν στο πανί αδεξιότητες τόσο ορατές, που θαρρείς πως κάποιος τις στήνει επίτηδες. Και που άπασες, όμως, τις λησμονείς μονομιάς, παρούσης της νούμερο ένα υπεραστέρος των ημερών μας.

Ούτε ένα εξήντα μπόι, με παχάκια που βγάζουν μάτι όταν ντύνεται τις στενές φόρμες του σκι και τα εφαρμοστά ταγιέρ, μυτόνγκα τρισδιάστατη και όχι τίποτα παραδεισένεια ομορφάδα. Κι όμως η ακαταμάχητης σαγήνης Λαίδη, με μόνο δύο ταινίες καταχωρημένες στην φιλμογραφία της, ντουμπλάρει ήδη τις οσκαρικές υποψηφιότητες πρώτου, παρακαλώ, ρόλου, στριφογυρνώντας στα χέρια το αγαλματάκι που τσίμπησε για το έτερο του πολύπλευρου τάλαντου της, του τραγουδιστικού. Τίποτα λιγότερο από καθηλωτική ως αφιονισμένη ξελογιάστρα ή ηθική αυτουργός του φόνου, υποδυόμενη την πανούργας προστυχιάς σινιορίνα Ρετζάνι ή την προσβεβλημένου εγωισμού αυτοκράτειρα Γκούτσι, κλέβει με άνεση την παράσταση από τον "πολύ" σερνικό της περίγυρο, στέκοντας σαν κυρίαρχος βίος παράλληλος της ηρωίδας της, σημαιοφόρα στον άμβωνα. Lady Gaga με λεν και θα με βάζετε πρώτη στην γραμμή του στάρινγκ. Κι αν σας γουστάρει, που οι ταινίες μου, καλές, κακές, μέτριες, θα σας μένουν αξέχαστες, μόνο γιατί πρωταγωνιστώ εγώ!

Ο Οίκος Gucci (House Of Gucci) Rating
Στις δικές μας αίθουσες? Στις 25 Νοεμβρίου 2021 από την Tulip Ent.!
Περισσότερα... »

Ένας ήσυχος άνθρωπος Poster ΠόστερΈνας ήσυχος άνθρωπος
του Τάσου Γερακίνη. Με τους Τάκη Σακελλαρίου, Κατερίνα Παπαναστασάτου, Χρήστο Στρέπκο, Γιώργο Σουξέ, Νικόλα Κασάπη.


Τα σιγανά ποτάμια να φοβάσαι (;)
του Θόδωρου Γιαχουστίδη (@PAOK1969)

Και το κρασί έτσι γρήγορα μας τέλειωσε

Ο Τάσος Γερακίνης γεννήθηκε στην ελληνική επαρχία. Στη διάρκεια των σπουδών του στο Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο, στην Αθήνα, παρακολούθησε σεμινάρια σκηνοθεσίας και κινηματογράφου. Πολύ σύντομα έκανε τα πρώτα του βήματα στον χώρο ως διευθυντής παραγωγής και βοηθός σκηνοθέτη σε μικρού μήκους ταινίες. Θεωρεί τον εαυτό του αυτοδίδακτο, καθότι δεν έχει φοιτήσει ποτέ σε κάποια Σχολή Κινηματογράφου. Έχει σκηνοθετήσει τρεις μικρού μήκους ταινίες. Το Ένας ήσυχος άνθρωπος είναι το μεγάλου μήκους ντεμπούτο του.

Ένας ήσυχος άνθρωπος Poster Πόστερ Wallpaper
Η ταινία συμμετείχε στο 66ο φεστιβάλ κινηματογράφου του Σαν Σεμπαστιάν ως film in progress κι έκανε ευρωπαϊκή πρεμιέρα στο επίσημο διαγωνιστικό τμήμα του 24ου φεστιβάλ κινηματογράφου της Σόφιας. Στην Ελλάδα η ταινία έκανε την πρεμιέρα της στο περσινό φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης, ενώ πριν λίγες μέρες έκανε αβάν πρεμιέρ στη Σκύρο, στο νησί όπου έγινε το μεγαλύτερο μέρος των γυρισμάτων της ταινίας.

Η υπόθεση: Ο Μάκης είναι ένας ήσυχος οινοποιός, που ζει σε ένα μικρό χωριό, σε ένα νησί της ελληνικής μεθορίου, κοντά στην Τουρκία. Είναι χήρος εδώ και πάρα πολλά χρόνια και ουσιαστικά έχει μεγαλώσει μόνος του την κόρη του, τη Σοφία. Η 30χρονη Σοφία είναι ένα από τα πολλά προβλήματα που καλείται να αντιμετωπίσει. Τελευταία ζει μαζί του, καθώς περιμένει το διαζύγιο από τον αποτυχημένο γάμο της με τον γιο του καφετζή του χωριού. Το χειρότερο για τον Μάκη είναι πως η δουλειά δεν πάει καλά: τα κρασιά δεν πουλιούνται και κινδυνεύει να χάσει όχι μόνο το οινοποιείο αλλά και το σπίτι του και το οικόπεδό του. Στο παρά πέντε, ο Μάκης θα κλείσει μια μεγάλη δουλειά μέσω της οποίας ελπίζει να ξεχρεώσει. 

Όμως, την ίδια στιγμή, ένας κακοποιός, φυγάς, που έχει σκοτώσει και δύο αστυνομικούς, θα βρει καταφύγιο στο σπίτι του και θα τον πιάσει όμηρο! Ο Μάκης θα προτείνει στον κακοποιό να υποδυθεί ότι δουλεύει για εκείνον για να τον βοηθήσει στην παραγγελία, προκειμένου από τη μια να μην καταλάβει τίποτα η κόρη του (και με αυτόν τον τρόπο, να την προστατέψει) και από την άλλη, ο φυγάς να κρυφτεί με επιτυχία. Όταν όμως μια ερωτική σχέση αναπτύσσεται ανάμεσα στον φυγά και τη Σοφία, η δυναμική αλλάζει. Και ο Μάκης θα πάρει την κατάσταση στα χέρια του…

Η άποψή μας: Ψυχολογικό θρίλερ made in Greece; Γιατί όχι; Και μάλιστα, θα μπορούσε να ήταν και μια πολύ αξιόλογη προσπάθεια στο συγκεκριμένο, παραμελημένο από τους Έλληνες κινηματογραφιστές, είδος. Θα μπορούσε. Αλλά δεν... Πάντως, τούτη η ταινία αν μη τι άλλο, εκτός από προβλήματα διαθέτει και μπόλικες αρετές. Καθόλου ευκαταφρόνητες. Αρχικά, να σημειώσουμε λοιπόν πως τούτη η ταινία έχει κάτι να πει. Δεν είναι απλά μια κενή περιεχομένου άσκηση ύφους. Το σενάριο είναι σχετικά καλογραμμένο, αποφεύγονται τα μεγάλα φάουλ και τα κενά, η φωτογραφία είναι πολύ λειτουργική και σε κάποιες σκηνές εξαιρετικά ενδιαφέρουσα (όπως εκείνη της ταφής), δεν υπάρχουν τεχνικά προβλήματα και η ίντριγκα μπορεί να σε κρατήσει. 

Μόνο που η ταινία εντέλει δεν διαθέτει το κάτι παραπάνω. Δεν έχει αυτό το κάτι που μπορεί να την κάνει να ξεχωρίσει. Και μάλιστα σε ορισμένες στιγμές θαρρείς και δουλεύει εναντίον του εαυτού της, αφού εκεί που πάει να πάρει τ' απάνω της και να κρατήσει την αδρεναλίνη στα κόκκινα, σαν να... βγαίνει από την πρίζα κινούμενη σε αβαθή. Το φινάλε βάζει τα πράγματα στη θέση τους, εντωμεταξύ, όμως, έχουν χαθεί πολύτιμα κινηματογραφικά λεπτά, έτσι, χωρίς λόγο. Γίνεται μια ενδιαφέρουσα ανάλυση του τι συμβαίνει στις μικρές, κλειστές κοινωνίες της ελληνικής περιφέρειας ενώ παράλληλα, χωρίς κραυγές, παρουσιάζεται ικανοποιητικά η χωρίς βοήθεια από πουθενά των μικρών βιοτεχνιών να επιβιώσουν. Καλά όλα αυτά αλλά δεν αρκούν. 

Από την άλλη, η έλλειψη μεγάλων, αναγνωρισμένων ονομάτων στη μαρκίζα καθώς επίσης και το γεγονός ότι οι ερμηνείες (ιδίως η γυναικεία) δεν είναι αυτό που λέμε top notch, έχουν τον αντίκτυπό τους στη συνολική αποτίμηση της ταινίας. Είναι από τις ταινίες εκεί που δεν σε χαλάνε, δεν σε φτιάχνουν όμως κιόλας. Μια χαρά αντίστιξη με τον τίτλο της λοιπόν και το φιλμ στο σύνολό του: «Μια ήσυχη ταινία».

Ένας ήσυχος άνθρωπος Rating
Στις δικές μας αίθουσες? Στις 25 Νοεμβρίου 2021!
Περισσότερα... »

Οι Άγιοι της Μαφίας (The Many Saints Of Newark) Poster ΠόστερΟι Άγιοι της Μαφίας
του Alan Taylor. Με τους Michael Gandolfini, Alessandro Nivola, Leslie Odom Jr, John Bernthal, Corey Stahl, Billy Magnusen, Michel De Rossi, John Magaro, Ray Liotta και Vera Farmiga.

Who made Tony Soprano? And who cares?
του zerVo (@moviesltd)

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς άριστος γνώστης των τηλεοπτικών δρώμενων, για να έχει έστω ακουστά περί της θρυλικής τηλεοπτικής σειράς των The Sopranos. Του γκακστερικού σίριαλ που εκκίνησε στις αρχές του αιώνα, φιλοξενούμενο από τον δίαυλο του HBO Για να τερματίσει την πορεία του έξι χρυσοφόρες σεζόν και ογδόντα έξι εντυπωσιακά επεισόδια κατοπινά, αναδεικνύοντας τόσο την περσόνα του κεντρικού ήρωα, Τόνι, ως μια από τις πλέον χαρακτηριστικές της μαφιόζικης φιλμογραφίας, μα το πιο σπουδαίο, χαρίζοντας την παγκόσμια αναγνώριση που δικαιούταν, σε έναν από τους σπουδαιότερους χολιγουντιανούς καρατερίστες, όπως ο James Gandolfini.

Οι Άγιοι της Μαφίας (The Many Saints Of Newark) Quad Poster
1967. Με την κατάσταση να μοιάζει εκρηκτική σε κάθε γωνία της Αμερικής, καθώς οι μαύρη κοινότητα έχει εξαπολύσει την αντεπίθεση της, επιδιώκοντας να αποσπάσει τα ίσα δικαιώματα που της αξίζουν, κανείς, ακόμη και από πόστα που ελέγχουν τις καταστάσεις δεν είναι σίγουρος για το τι ενδεχόμενα ξημερώνει. Ανησυχία που έχει σκεπάσει ολάκερη την φατρία των Ντι Μέο, της κυρίαρχης φαμίλιας του υποκόσμου στο Νιούαρκ, που κάθε βράδυ τυλίγεται στις φλόγες από τις μανιασμένες επιθέσεις των έγχρωμων στασιαστών. Φόβος που δεν μοιάζει να σκοτεινιάζει ιδιαίτερα, τον αρχιεκτελεστή Ντίκι Μολτισάντι, που περισσότερο νοιάζεται για την ανατροπή που θα φέρει στην καθημερινότητα του η άφιξη του φανφαρόνου πατέρα του από τα πάτρια εδάφη, αντάμα με την κατά πολύ νεότερη του, καινούργια σύζυγο, Ιταλιάνα Τζουζεπίνα.

Έχοντας συνάμα να φροντίσει και τον έφηβο γιο του εξάδελφου του, που βρίσκεται στην φυλακή για παρανομίες, Τζόνι Σοπράνο, Τόνι, τον οποίο έχει πάρει υπό την προστασία του, καθώς ο πιτσιρικάς τον έχει για είδωλο, σχεδόν τον θεωρεί ως τον πατέρα που τόσο του λείπει. Και ελπίζει πως κάποια στιγμή θα τον μυήσει στα μυστικά της Μαφίας, χρίζοντας τον ως τον ιδανικό διάδοχο του. Η μοίρα όμως και η ανατροπές της έχουν ορίσει εντελώς διαφορετικά σχέδια για ολόκληρη της ιεραρχία του οργανωμένου εγκλήματος στο Νιου Τζέρζι.

Με αφετηρία λοιπόν, εκείνο το φοβερό και τρομερό για τα ιστορικά δεδομένα της Αμέρικα, Summer Of Love, η ιστορία ξετυλίγει το κουβάρι της, τερματίζοντας περίπου μια πενταετία μετά, όταν και λαμβάνει χώρα το στιγμιαίο εκείνο κλικ, που ωθεί έναν ανήλικο ακόμη, όπως ο Τόνι, στο να πάρει την μεγάλη του απόφαση. Περίεργα πράγματα όμως σκαρφίστηκε ο εμπνευστής του σχεδίου Sopranos, David Chase, στήνοντας ένα πρίκουελ, όχι για την μικρή οθόνη, όπως θα ήταν φυσικό, αλλά για το μεγάλο εκράν, που δεν είναι και το φόρτε του.

Η αφήγηση κατά έναν μυστηριώδη τρόπο, γίνεται μέσα από την φωνή του Κρίστοφερ Μολτισάντι, ενός από τα πλέον κομβικά πρόσωπα της πλοκής του σίριαλ, γεγονός που αυτόματα θέτει εκτός παρακολούθησης, μπερδεύοντας τον, όποιον δεν έχει σχέση με την σειρά. Ας πούμε προσπερνώντας αυτόν τον ύφαλο, γινόμαστε θεατές ενός σεναρίου που έχει σκορπίσει τα θεματικά πλοκάμια του σε αμέτρητες υποπλοκές, κάτι που δημιουργεί ένα μικρό κομφούζιο, ειδικά από την στιγμή που το ψαλίδι του μοντάζ, δεν μοιάζει και το πλέον επιδέξιο.

Σε αντίθεση με το όσα προστάζει η βοηθητική μαρκίζα του φιλμ, ο βασικός χαρακτήρας των series δεν είναι αντίστοιχης βαρύτητας στο σκριπτ των Saints, αφού το κεντρικό πρόσωπο, που από τις κινήσεις του παίρνει φόρα η ανέμη, δεν είναι ο μικρός, εδώ, Τόνι, αλλά ο πεπειραμένος μπάρμπας του, Ντίκι. Ένας κυκλοθυμικός δηλαδή πιστολέρο, που ενώ την μια στιγμή δείχνει απόλυτα στοργικός προς το πρόσωπο του (όχι ακόμα) μαθητευόμενου του, μονομιάς μεταλλάσσεται σε έναν στυγερό δολοφόνο, που φαίνεται να μην έχει επίγνωση της έννοιας της ανθρώπινης υπόστασης. Κατ εικόνα και ομοίωση του φτιάχτηκε, λες, ο κατοπινά μέγας και τρανός Αντόνιο? Ναι, σύμφωνοι, αλλά ακόμη και οι δύο ώρες της παρούσας χρονικής διάρκειας, δεν φτάνουν για να στήσουν την ζητούμενη μελέτη χαρακτήρων.

Με την έννοια της οικονομίας που δεν κάνει ποτέ του στην μέθοδο εξιστόρησης που ακολουθεί, ο αξιόλογος σκηνοθετικά, Alan Taylor, που προφανώς οι ικανότητες του είναι προσαρμοσμένες καλύτερα για να σερβίρει επεισόδια στις 65 ίντσες, παρά στο θηριώδες πανί της αιθούσης. Με γνώση του προϊόντος από παλιά, καθώς η τζίφρα του παίζει σε μια ντουζίνα από εξαιρετικά TV τεύχη, χωρίς όμως να έχει δείξει και πολλά στην κινηματογραφική του διαδρομή (Thor: The Dark World, Reminator Genisys) ο ντιρέκτορας παρασύρεται από τις ορμές του, νομίζοντας πως το να πετάγεσαι από το ένα θέμα στο άλλο, είναι λογικό και στον σινεμά.

Έτσι, παρόλη την απλοϊκά σωστή αναπαράσταση της εποχής, καθώς τα εξωτερικά πλάνα είναι λιγοστά, πλην όμως και τα καλύτερα του, το Saints μοιάζει σαν να έχει βάλει φτερά στην κάμερα, μεταφέροντας την ακαριαία από την μια δράση στην επόμενη, λες και το τρέχει κάποιο ανεξήγητο κυνηγητό. Μπλέκοντας έτσι το crime story με τα κοινωνικά ζητήματα της περιόδου και το οικογενειακό δράμα με το αστυνομικό θρίλερ, χωρίς όμως να διαθέτει ούτε τα σωστά υλικά (έμπνευση, καλλιτεχνική διεύθυνση, ερμηνείες) ούτε το κατάλληλο μίξερ για να μοντάρει σε σώμα ένα τις ιδέες του.

Έτσι απλώς παρακολουθούμε μια ασύμμετρης χρονικής στάθμης, αντιπαραβολή των περσόνων του δάσκαλου (της ταινίας) και του μαθητή (της σειράς), που ενδεχόμενα θα ικανοποιήσει μεγάλη μερίδα των θαυμαστών των Sopranos, όχι όμως και όσους δεν σκαμπάζουν γρι τους και σαφώς θα χαθούν στην μετάφραση. Επιπόλαιες και σαν στημένες στο πόδι οι σεναριακές πτυχές, δεν δίνουν σε κανέναν να καταλάβει τι ακριβώς συμβαίνει με τον ψυχισμό του Θείου (Άγιος? Διάβολος? Άγγελος? Serial Killer?) που διεκπεραιωτικά τον αποδίδει ένας χαμηλότερου ραφιού αστέρας, σαν τον Nivola. Την ώρα που πολύ αξιόλογοι ερμηνευτές όπως ο Bernthal, ο Odom, η Farmiga, ακόμη και ο ηλικιωμένος πια Llota, καλούνται να παίξουν μορφές επίπεδες, δεύτερες, εντέλει εύκολα λησμονήσιμες. Η σκέψη, τέλος, της τοποθέτησης στον ρόλο του νεαρού Τόνι, του νεότερου Gandolfini, James (πιο πολύ για γιος του John Cusack μου έμοιασε, ειδικά φορώντας τα ντεμοντέ πανταλόνια) δεν έχει ανταπόκριση, καθώς ο μικρούλης ούτε ειδικό βάρος διαθέτει να σηκώσει στις πλάτες του τις απαιτήσεις, ούτε του δίνονται αβανταδόρικά πλάνα, μην τύχει και αρπάξει την ευκαιρία. Συνεπώς το Newark, από την μια προκαλεί έντονα ερωτηματικά για τους λόγους της ύπαρξης του, από την άλλη όμως, αν το δει κανείς σαν τύποις πιλότο, μιας ενδεχόμενης mini series, ενδέχεται και να μην νιώσει τόση απογοήτευση.

Οι Άγιοι της Μαφίας (The Many Saints Of Newark) Rating
Στις δικές μας αίθουσες? Στις 18 Νοεμβρίου 2021 από την Tanweer!
Περισσότερα... »

Μπενεντέτα (Benedetta) Poster ΠόστερΜπενεντέτα
του Paul Verhoeven. Με τους Virginie Efira, Lambert Wilson, Daphne Patakia, Olivier Rabourdin, Clotilde Courau, Charlotte Rampling, Hervé Pierre.

Το ισχυρό φύλο
του zerVo (@moviesltd)

Είναι όμως ο μπαγάσας και πρώτος προβοκάτορας. Δώστου την λεφτεριά να φιλμάρει με τον φακό του ότι εκείνος κρίνει σκόπιμο - κι ας πρόκειται για την πλέον ανώφελη σεκάνς, που δεν προσδίδει το παραμικρό στην υπόθεση - κι εκείνος θα φροντίσει να σου ανταποδώσει την χάρη, γυρνώντας σου πίσω το πλάνο που ποτέ σου δεν θα καρτερούσες. Έχει συμβεί με την 83χρονη  πλέον  πάρτη του, μυριάδες φορές στο παρελθόν, δεν θα τον πείραζε πόντο άλλη μια, ώστε να κάνει γης μαδιάμ ολάκερες τις Κάννες, με τις ενοχλητικές προς οποιαδήποτε κατεύθυνση φιλμικές του αντιλήψεις. Σε τελική ανάλυση μου έχει φανεί πως ο Ολλανδέζος την πλάκα του κάνει, το κέφι του και ας σείεται η πλατεία από τους φανατικούς δυσανασχετιστές. Θα μου πεις από την άλλη, Verhoeven είναι αυτός...

Μπενεντέτα (Benedetta) Quad Poster
15ος αιώνας. Από τα μικράτα της η Μπενεντέτα, διαβιώνει πίσω από τους βαριούς τοίχους του Μοναστηριού της Πέσια, ως μια ενάρετη και χαμηλών τόνων μοναχή. Τα ελαφριά οράματα της παιδικής της ηλικίας, εκεί που όπου συμπρωταγωνιστούσε μαζί με τον Ιησού, σε ιστορίες που δεν θεωρούσε σημαντικές, εσχάτως θα εξελιχθούν σε πολύ πιο άγρια και ολοζώντανα, αφήνοντας μάλιστα πάνω στο κορμί της στίγματα και σύμβολα άμεσα παραπέμποντα στην θυσία του Θεανθρώπου, σε τέτοιο βαθμό ώστε να ξεσηκώσουν το ενδιαφέρον της κεντρικής εκκλησίας.

Αλλά και να πείσουν την μικρή κοινωνία της κωμόπολης της Τοσκάνης, πως η χαμηλοβλεπούσα καλογριά είναι θεόσταλτη, ως επιλεγμένη από τον ύψιστο για μεταφέρει το μήνυμα του. Μια κατάσταση που θα οδηγηθεί στα άκρα, με την άφιξη στην Μονή της όμορφης αλλά και προκλητικής Μπαρτολομέα, μιας νεαρής γυναίκας που έχει υποστεί κακοποίηση από τον ίδιο της τον πατέρα, που θα ζητήσει την βοήθεια της Ηγουμένης. Από τις πρώτες κοινές τους στιγμές, οι δυο γυναίκες θα αναπτύξουν έναν ιδιαίτερο δεσμό, που σύντομα θα διαφύγει από εκείνον της στενής φιλίας. Και που τάχιστα θα ανατρέψει τόσο τους συσχετισμούς μεταξύ των μελών της μικρής κοινωνίας, όπως και την επαφή με την ανώτερη εκκλησιαστική Αρχή.

Είναι αλήθεια πως από μόνη της δημιουργεί μια τάση σκυψίματος προς την κλειδαρότρυπα, η απορία του τι τρέχει πίσω από τις σφαλιστές πόρτες ενός κελιού, όπου συνυπάρχουν δυο θήλεα στην ηλικία του ερωτικού τους φόρτε. Ο μαστρο Paul δεν κάνει τίποτα περισσότερο από το να ανοίξει ακόμη πιο διάπλατα την οπή για να ταξιδέψει το περίεργο μάτι στο πέτρινο και γεμάτο υγρασία δωμάτιο, επιχειρώντας, τουλάχιστον οπτικά, να μεταφέρει το στόρι της Αντέλ, πίσω στις εκπνοές του Μεσαίωνα, με πρωταγωνίστριες δυο γυναίκες που το αίμα τους βράζει. Και που με αγαστή συνεργασία, πέρα του θριάμβου της λίμπιντο, θα καταφέρουν με σταθερές και προσεχτικές κινήσεις, να πάρουν το πάνω χέρι παντού. Στο μοναστήρι, στην ιεραρχία, σε ολάκερη την κοινωνία. Σημαιοφόρα η Σάντα Μπενεντέτα! ή μήπως η Αγία Αθανασία του Αιγάλεω?

Το θρησκευτικό υπόβαθρο, ορίζει απλά την λαβή ανάπτυξης της υπόθεσης από τον Verhoeven και δεν μπορεί κανείς να το εκλάβει ούτε ως ύβρι, ούτε ως ασέβεια προς τα Θεία, ακόμη κι αν υπάρχουν υπερβολικά ακραίες επιλογές, όπως ο πρόχειρα σχηματισμένος δονητής, από το αγαλματίδιο της Παρθένου. Θα μου ήταν και παράξενο μάλιστα, αν ο Ολλανδός, με όλα αυτά τα μαζοχιστικά τρικ που μας έχει σερβίρει στο παρελθόν του, δεν έκανε πράξη στο εκράν, τις, στα ξεπερασμένο όρια του σοφτ πορνό, ιδέες του. Δεν με συντάραξε, ούτε με κλόνισε, ούτε φυσικά με σόκαρε, σε βαθμό να αντιδράσω σφόδρα, παρότι έκδηλα θρησκευόμενος. Διότι το ζουμί της πλοκής βρίσκεται κάπου αλλού, πολύ πίσω και μακριά από το προφανές, του plaque au moon των ρασοφόρων μοναχών...

Σε αυτό τον σφόδρα φαλλοκρατούμενο κόσμο, που τα πάντα δείχνουν να ακολουθούν τις προσταγές των αφεντικών σερνικών (οι βίαιοι ληστές, οι ανήλεοι πατεράδες, οι ματάκηδες καρδινάλιοι) σε βαθμό που να έχουν οδηγήσει την κοινωνία στον εκφυλισμό (υπέροχη η παρομοίωση της πανώλης, που μαστίζει την κεντρική Ιταλία) η ευφυία ενός θηλυκού είναι αρκετή για να υπερκεράσει, όλους όσους νομίζουν πως κατέχουν το πάνω χέρι. Με προφανείς αδυναμίες η Μπενεντέτα - μια και πάλι σπουδαία εμφάνιση της ραγδαία ανερχόμενης στην φραντσέζα φιλμική σκηνή, πανέμορφης Virginie Efira - ειδικά όταν αγγίζεται στο σημείο που καίγεται πολύ από την, δίχως μισό ηθικό φραγμό σύντροφο Daphne Patakia, που συνεχίζει την αξιοπρεπή διεθνή της πορεία. Αλλά και με αφάνταστες ικανότητες, που αποδεικνύουν έμπρακτα πως "πολλάς αν εύροις μηχανάς, γυνή γαρ εί"...

Ερωτικό, αμαρτωλό, βίαιο, παράλογο ενίοτε, ηδονοβλεπτικό, εννοείται διαστροφικό, σαδιστικό όσο μπορεί, ειρωνικό, σε όχι λίγα του σημεία σατιρικό και με δεδομένες τις φεμινιστικές του τάσεις, το πρόσφατο πόνημα του γερο Verhoeven, δύσκολα θα αφήσει κάποιον ασυγκίνητο, είτε ανοίγοντας του μονοπάτια σκέψης και προβληματισμού, είτε ρίχνοντας του συνεχή μπουνίδια στο μαλακό υπογάστριο, λίγο πιο κάτω από το "Άγιος Ισχυρός". Καμία βλαστήμια, κανένας ξεσηκωμός! Πλάκα κάνει, πάνω στην σοβαρή προσέγγιση μιας σοκαριστικής αλήθειας, ο Flying Dutchman κι όποιος τσιμπήσει έχει χάσει το παιχνίδι.

Μπενεντέτα (Benedetta) Rating
Στις δικές μας αίθουσες? Στις 18 Νοεμβρίου 2021 από την Cinobo!
Περισσότερα... »

Η Εξουσία του Σκύλου (The Power Of The Dog) PosterΗ Εξουσία του Σκύλου
της Jane Campion. Με τους Benedict Cumberbatch, Kirsten Dunst, Jesse Plemons, Kodi Smit-McPhee, Thomasin McKenzie, Genevieve Lemon, Keith Carradine, Frances Conroy.


Psalm 22:20: "Deliver my soul from the sword; my darling from the power of the dog."
του gaRis (@takisgaris)

Κοντεύουν 30 χρόνια όταν η (πλέον με κλεισμένα τα 67 έτη) Νεοζηλανδή Jane Campion συνετάραξε τα μισόγυνα χολυγουντιανά ήθη με το θρυλικό The Piano (1993). Το να προταθεί για όσκαρ σκηνοθεσίας (με συνολικά 8 υποψηφιότητες, η Jane “βολεύτηκε” με το βραβείο Πρωτότυπου Σεναρίου, χρονιά της Λίστας του Σίντλερ γαρ) τα χρόνια εκείνα ήταν, πέρα από ιστορικής αξίας κατόρθωμα, μια πρώτης τάξεως ανορθογραφία (απόδειξη ότι έπρεπε να φτάσουμε στο περσινό Nomadland για να δρέψει η Zhao τους καρπούς από τα σπόρια της Campion), καθότι τα Μαθήματα Πιάνου εισήγαγαν με τόλμη και αυθεντικότητα αυτό που ονομάζεται «γυναικεία ματιά» στα μεγάλα σαλόνια της μέηνστρημ κινηματογραφίας. Δεν κομίζω γλαύκα ες Αθήνας, απλά υπενθυμίζω στη νεότερη γενιά το τι έχει προηγηθεί ώστε να φτάσουμε κατουσίαν στη μεγάλη επιστροφή της δημιουργού στην επικαιρότητα μετά τα σχεδόν αφανή In the Cut (2003) και Bright Star (2009).

Η Εξουσία του Σκύλου (The Power Of The Dog) Quad Poster
O σινεμάς της Campion είναι στιλπνός, με ορθάνοιχτα μάτια, περιγραφικός της ανδρικής ροπής προς τη νοσηρότητα ως αποτέλεσμα επιβολής του καπιταλισμού σε μια διαχρονικά πατριαρχική κοινωνία. Μολαταύτα, ξεκάθαρα φεμινίστρια δε τη λες κιόλα. Όσο για τις ηρωίδες της, περιφέρονται μεταξύ θυμάτων βίας και πάλης με ψυχική ανισορροπία, αποκυήματα του υποβαθμισμένου τους ρόλου σε μια βαθιά ταξική όσο και έμφυλη διαπάλη. Τότενες, στα του Πιάνου χρόνια, θα σκεφτόσουν αυτόματα με αποστροφή πως η όλη κατάστα όζει κλισέ και πόζα, έλα όμως που πλέον το προτσές μας πάει τρενάκι στα #MeToo,στη γυναικοκτονία και στην ακραιφνή επίθεση ενάντια αυτού που τόσο αδόκιμα έχει προσδιοριστεί ως «τοξικό αρσενικό». 

Εδώ είμαστε λοιπόν. Η Campion διαλέγει να προσαρμόσει για τη μεγάλη οθόνη την επιτυχημένη νουβέλα του Thomas Savage, The Power of the Dog (1967), προσδιορισμένη χρονικά σε ένα ράντσο στη Μοντάνα του 1925 που ανήκει σε δυο εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους αδέρφια: Τον (Α’ Male ή Top...Dog αμερικανιστί) Phil (Benedict Cumberbatch) και τον George (Jesse Plemmons), τον πράο και συγκαταβατικό αδελφό, που φέρνει στο σπίτι τη χήρα Rose (Kirsten Dunst, η οποία στην αληθινή ζωή μοιράζεται δυο γιούς με τον Plemmons) με τον κανακάρη της Peter (Kodi Smit-McPhee), ένα ελαφρώς θηλυπρεπές αγόρι, που αμέσως ξεσηκώνει τα πειράγματα του Phil και των μάτσο καμπόηδων, συλλειτουργούντων στο οικογενειακό ράντσο. 

Ο χειροδύναμος βρωμίδης αλλά και ιδιαίτερα καλλιεργημένος Cumberbatch έχει μια πλευρά που επιμελώς φροντίζει να κρύβει, σε αντίθεση με την απέχθειά του προς τη Dunst, που από το στρες το (ξανα)ρίχνει στο ποτό, καθώς βλέπει τον αντίπαλό της να καραδοκεί, έτοιμο να προσεγγίσει τον Kodi με διαθέσεις πεινασμένου αρπαχτικού. Εάν η ταινία εξελισσόταν έως την κατάληξή της στον ίδιο ρυθμό όπως στο πρώτο ημιχρόνιο, θα μετρούσαμε κάποιες αναμφίβολες αρετές (έντονη η επιμονή της Campion να αποκαλύψει τα μύχια των χαρακτήρων της μέσα από σχεδόν αδιόρατες αλλά λίαν ουσιαστικές λεπτομέρειες, η ζωντανή, χρυσοποίκιλτη φωτογραφία του Ari Wegner (Lady Macbeth, 2016), το χαρακτηριστικά αδόκητο score του Radiohead Johnny Greenwood (There Will Be Blood), η λεπτοδουλεμένη καλλιτεχνική διεύθυνση, αλλά και μια στατικότητα που με μαθηματική ακρίβεια θα οδηγούσε σε άλλη μια ακόμη άποψη για το γουέστερν, όταν αφαιρείς τα πιστολίδια και το μπρουτάλ της εποχής. 

Η Campion όμως δεν κάνει γουέστερν. Κάνει μια ατόφια ομοερωτική ταινία σε αντίστιξη με το τοξικό άρρεν στοιχείο που κατά τρανή παράδοση φολιάζει στο genre. Το πάω και παραπέρα: Το The Power of the Dog είναι ο κόμβος που τέμνονται τα There Will Be Blood (έντονη η αίσθηση εκλεκτικής συγγένειας μεταξύ των Phil - Daniel Plainview στο παίξιμο - ερμηνεία καριέρας του Cumberbatch, όπως και στη μουσική του Greenwood) με το απαγορευμένο ειδύλλιο του Brokeback Mountain και το εγκληματικό μυστήριο στα α λα Agatha Christie πρότυπα. Η ταινία λειτουργεί υπόγεια ώρες - ημέρες μετά την πρώτη θέαση, για να εκτιμηθεί αρκούντως η μαστοριά της δημιουργού, που ειρήσθω κέρδισε επάξια τον Αργυρό Λέοντα (Σκηνοθεσία) στη φετινή Βενετιά και αποτελεί το βαρύ πυροβολικό της Netflix στην επικείμενη οσκαρική κούρσα, όπου προόρισται να πρωταγωνιστήσει. 

Αυτό είναι δευτερεύον όμως. Η ουσία παραμένει ότι η Jane Campion δείχνει ακόμη και στο λυκόφως της πορείας της, αλύγιστη και με το άσβεστο πάθος να καταδείξει με απαράμιλλη φυσικότητα μια ταμπού θεματολογία που δεν έχει να κάνει με καλούς και κακούς παρά κυρίαρχα με την εσωτερική πάλη που ελλοχεύει και ταλανίζει τον καθένα μας από εμάς ξεχωριστά.

Η Εξουσία του Σκύλου (The Power Of The Dog) Rating


Στις δικές μας αίθουσες? Στις 18 Νοεμβρίου 2021 από την Odeon!
Περισσότερα... »



Ελληνικό Box Office 11 - 14 Νοεμβρίου 2021 by OPTOMA


Φιλμ
Διανομή
Wks Αίθουσες
4ήμερο Ελλάδας
Σύνολο Ελλάδας
1
Καλάβρυτα 1943
Tanweer
1
112
24.410
24.410
2
Eternals
Feelgood Ent.
2
66
13.059
54.725
3
The Boss Baby: Family Business
Tulip Ent.
1
80
8.150
8.150
4
The Addams Family 2
Tulip Ent.
3
66
5.228
25.483
5
No Time To Die
Tulip Ent.
7
26
4.700
298.489
6
Dune
Tanweer
5
28
4.364
102.348
7
Madres Paralelas
Odeon
3
25
4.120
25.577
8
Venom: Let There Be Carnage
Feelgood Ent.
4
20
3.022
82.086
9
Antlers
Feelgood Ent.
1
44
2.975
2.975
10
Peter Rabbit 2: The Runaway
Feelgood Ent.
2
45
1.447
5.138


Προηγούμενο ΤΟΠ - Επόμενο ΤΟΠ
Περισσότερα... »