Μαθήματα Περσικών (Persian Lessons) Poster ΠόστερΜαθήματα Περσικών
του Vadim Perelman. Με τους Nahuel Pérez Biscayart, Lars Eidinger, Jonas Nay, Leonie Benesch , Alexander Beyer, Luisa-Céline Gaffron, David Schütter.


Μαθήματα επιβίωσης
του Θόδωρου Γιαχουστίδη (@PAOK1969)

Επινοώντας και μιλώντας μια γλώσσα... φαρσί

Αυτή είναι μόλις η τέταρτη μεγάλου μήκους ταινία που σκηνοθετεί ο γεννημένος στις 8 Σεπτεμβρίου του 1963 στο Κίεβο της Ουκρανίας, Vadim Perelman. Η μέχρι τώρα φιλμογραφία του έχει ως εξής: «Σπίτι από άμμο και ομίχλη» (House of Sand and Fog, 2003 – ταινία που μάζεψε τρεις υποψηφιότητες για Όσκαρ), «Μπροστά στα μάτια της» (The Life Before Her Eyes, 2007 – ταινία που βγήκε κατευθείαν σε dvd στην Ελλάδα) και «Kupi menya» (Buy Me – ταινία ρωσικής παραγωγής, που κυκλοφόρησε μόλις σε 7 χώρες σε όλο τον κόσμο μεταξύ των οποίων δεν ήταν η χώρα μας).

Μαθήματα Περσικών (Persian Lessons) Poster Πόστερ Wallpaper
Η παγκόσμια πρεμιέρα της τελευταίας του ταινίας έγινε τον Φεβρουάριο του 2020 στην Berlinale, όπου προβλήθηκε στο επίσημο πρόγραμμα, εκτός συναγωνισμού, στο πλαίσιο των ειδικών προβολών Berlinale Special Gala. Το σενάριό της βασίζεται μερικώς στο διήγημα «Erfindung einer Sprache» (Η ανακάλυψη μιας γλώσσας) του Wolfgang Kohlhaase και υποτίθεται πως μια αληθινή ιστορία αποτέλεσε την πηγή έμπνευσης του διηγήματος. Το φιλμ ήταν η επίσημη πρόταση της Λευκορωσίας (μίας από τις συμπαραγωγούς χώρες της ταινίας) για το ξενόγλωσσο Όσκαρ, η υποψηφιότητα, όμως, δεν έγινε αποδεκτή, καθώς στην ταινία ακούγονται κυρίως γερμανικά, λίγα γαλλικά και μπόλικα ψεύτικα φαρσί, ενώ και η πλειονότητα όσων εργάστηκαν για την ταινία δεν ήταν Λευκορώσοι.

Η υπόθεση: Ο Ζιλ είναι ένας νεαρός Εβραίος, γεννημένος στην Αμβέρσα, την πρωτεύουσα των διαμαντιών στο Βέλγιο, ο οποίος συλλαμβάνεται από τους Ναζί το 1942 καθώς προσπαθεί να διαφύγει προς την (ουδέτερη) Ελβετία. Μέσα στο φορτηγό όπου στριμώχνεται μαζί με άλλους, ανταλλάσσει το μοναδικό σάντουιτς που διαθέτει, με ένα βιβλίο περσικών μύθων, κατόπιν έντονης πίεσης από συγκρατούμενό του Εβραίο. Κι όταν διαπιστώνει πως οι Ναζί σταματούν σε ξέφωτο ενός δάσους για να τους εκτελέσουν, υποστηρίζει πως δεν είναι Εβραίος, πως κατά λάθος συνελήφθη και πως στην πραγματικότητα είναι Πέρσης κατά το ήμισυ, ονόματι Ρεζά. Για καλή του τύχη, ένας από τους Ναζί στρατιώτες του εκτελεστικού αποσπάσματος, τον ακούει. Και για ακόμα καλύτερη τύχη του Ζιλ – Ρεζά, ένας αξιωματικός των SS, σε ένα διακομιστικό στρατόπεδο κάπου στη Γαλλία, ο Κοχ, ζητάει κάποιον να του μάθει Περσικά – Φαρσί δηλαδή. 

Όντας σεφ πριν τον πόλεμο, ο Κοχ ονειρεύεται πως, αμέσως μετά τη λήξη του, θα πάει στην Τεχεράνη να ανοίξει εστιατόριο. Και θέλει να είναι προετοιμασμένος. Να μάθει τη γλώσσα. Ο Ζιλ – Ρεζά, δεν ξέρει γρι Φαρσί. Για να επιβιώσει, θα πρέπει να εφεύρει μια γλώσσα και να μαθαίνει στον Κοχ τουλάχιστον τέσσερις λέξεις την ημέρα. Καθόλου εύκολο επιχείρημα, καθώς πρέπει να δημιουργεί και να απομνημονεύει τις λέξεις αυτής της αυτοσχέδιας γλώσσας. Θα βρει έναν τρόπο να τα καταφέρει. Το θέμα είναι το εξής: θα καταφέρει να μην αποκαλυφθεί το ψέμα του, ιδίως όταν ένας στρατιώτης έχει βαλθεί να τον ξεσκεπάσει κι όταν καθημερινά βλέπει τις άθλιες συνθήκες κράτησης και τις κακουχίες που βιώνουν οι πραγματικοί ομόθρησκοί του;

Η άποψή μας: Κοίτα να δεις τώρα, ένα παράξενο φιλμ, που δεν ξέρεις πώς να το αντιμετωπίσεις. Αρχικά, είναι (ακόμα) μία ταινία για το Ολοκαύτωμα. Οπότε, δύσκολα μπορείς να πεις κάτι άσχημο γι' αυτήν, ιδίως από τη στιγμή που κακή δεν μπορείς να τη χαρακτηρίσεις. Μπορείς να πεις πολλά πράγματα γι' αυτήν, αλλά κακή, όχι. Ούτε σε ότι αφορά τις προθέσεις ούτε την κατασκευή ούτε το τελικό αποτέλεσμα. Αφελή, ναι. Καλοσυνάτη, ναι. Μέχρι και... χιουμοριστική μπορείς να την χαρακτηρίσεις. Κυρίως, απαιτεί από τον θεατή αυτό που οι αγγλοσάξονες χαρακτηρίζουν «suspension of disbelief», φράση που δεν έχω βρει ακόμα τρόπο να μεταφράσω επακριβώς σε ότι αφορά το νόημά της στα ελληνικά. Περιφραστικά, απαιτεί από τον θεατή να ακυρώσει την δυσπιστία του, να καταπιεί αμάσητα όλα όσα είναι απίθανα και συμβαίνουν επί της μεγάλης οθόνης! 

Γιατί, ποιος μπορεί να πιστέψει πως ο στυγνός Γερμαναράς Κοχ πείθεται από τον μισοριξιά Ζιλ – Ρεζά πως είναι Ιρανός (Πέρσης) επειδή απαντάει σε ερωτήσεις που ακόμα και οι χειρότεροι παίχτες του Αδύναμου Κρίκου θα απαντούσαν, όπως «ποια είναι η πρωτεύουσα της Περσίας» και «ποια γλώσσα μιλάνε στην Περσία». Επίσης, πώς είναι δυνατόν ένας αξιωματικός των SS, που θέλει να μάθει με κάθε τρόπο περσικά, να μην κάνει τον κόπο να πάρει ένα βιβλίο εκμάθησης περσικών; Κι αν τελικά μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος δεν κατάφερνε να βρει ανάμεσα στους αιχμαλώτους του στρατοπέδου όπου ζει έναν Πέρση, δεν θα μάθαινε περσικά; Αμ το άλλο; Πώς μπορεί κάποιος να μάθει μια γλώσσα μαθαίνοντας μόνον λέξεις; Πφφ, λεπτομέρειες. 

Ο Perelman αναπαράγει τα στερεότυπα ανάλογων ταινιών του είδους και προσπαθεί να δώσει μια πιο ανθρώπινη υπόσταση στον Κοχ – κάτι που ψιλοκαταφέρνει μέσω της ερμηνείας του Lars Eidinger (σημείωση: όσοι παρακολουθείτε φανατικά το «Babylon Berlin» θα αναγνωρίσετε τόσο αυτόν όσο και την Leonie Benesch ως βασικούς ήρωες του εξαιρετικού δημιουργήματος των Henk Handloegten, Tom Tykwer και Achim von Borries). Από εκεί και πέρα ο σκηνοθέτης συμπεριλαμβάνει στην αφήγηση μπόλικες υποπλοκές, για να γεμίσει το φιλμ με κάτι περισσότερο από τα μαθήματα. Όμως, αυτές οι υποπλοκές (όπως εκείνη με την αξιωματικό, που διαδίδει ότι ο διοικητής του στρατοπέδου, με τον οποίο είχε ερωτικές σχέσεις, είναι μικροτσούτσουνος) δεν έχουν ενδιαφέρον και χρησιμοποιούνται μόνον ως γέφυρες - γεμίσματα για να ενωθούν τα κομμάτια του παζλ έτσι όπως πρέπει και να δικαιολογηθούν κάποιες αντιδράσεις – καταστάσεις – αποφάσεις. 

Το μεγάλο ατού της ταινίας είναι ο Nahuel Pérez Biscayart στο ρόλο του Ζιλ – Ρεζά, που με μια σούπερ ερμηνεία παλεύει να ανεβάσει το ενδιαφέρον των θεατών και τις επιδόσεις του φιλμ. Δεν αρκεί. Όπως δεν αρκεί το θαυμάσιο και καίριο φινάλε, που από τη μια στιγμή στην άλλη παλεύει να ανεβάσει το επίπεδο από εκείνο ενός «Η ζωή είναι ωραία» σε εκείνο ενός «Η λίστα του Σίντλερ». Το τρικ που χρησιμοποιεί ο Ζιλ – Ρεζά για να θυμάται τις λέξεις που κατασκευάζει, γίνεται το απόλυτο εργαλείο αποτύπωσης και διατήρησης της Ιστορικής Μνήμης. Ψεύτικες λέξεις φτιαγμένες από τα ονόματα αληθινών ανθρώπων: ναι, αυτό αξίζει τον κόπο να ειπωθεί σε μια ταινία, ακόμα κι αν η υπόλοιπη ταινία δεν στέκεται στο ύψος των περιστάσεων.

Μαθήματα Περσικών (Persian Lessons) Rating
Στις δικές μας αίθουσες? Στις 16 Σεπτεμβρίου 2021 από την Spentzos Films!
Περισσότερα... »

2021 Toronto Film Festival Poster
Είναι Σαββάτο πρωί και κινάω χαρωπός - χαρωπός κατά 350 King St. West μεριά (45’ με το κάρο από Μισσισσάγκα όπου μένω). Φτάνω κατά τις 10 και. Αντιλαμβάνομαι ότι η παράστα του Last Night in Soho είναι προγραμματισμένη για τη 1:30μμ. Αυτά παθαίνει όποιος αρνείται πεισματικά να χρησιμοποιήσει τα γυαλιά (γκουχ,γκουχ) πρεσβυωπίας του. Προσπερνώ το TIFF Lightbox, ροβολώντας στην ευθεία για το Roy Thomson Hall. Βλέπω μπρος μου Cameron Bailey (ιθύνοντα νου του Φεστιβάλ) να συνομιλεί με (δεν παίρνω όρκο λόγω μασκών) Dionne Warwick. Έχω να σκοτώσω κανα 2ωρο. Συνειδητοποιώ πως έχω χάσει τις φωτοτυπίες από τους εμβολιασμούς μου (απαραίτητοι στην είσοδο). Επιστρέφω στο πάρκινγκ, κανα χιλιόμετρο πίσω. Μου έρχεται φλασιά, ότι εφόσον ηλεκτρονικό το εισιτήριο, γιατί όχι ηλεκτρονικά και τα πιστοποιητικά. Ράιτ; Ξανά πίσω στο Roy Thomson Hall, αυστηρή πόρτα, δεν έβαλα μέσα ούτε μπουκάλι με νερό. Κάθομαι κεντρικό εξώστη, κοντά στην αγαπημένη Karen Gordon του ραδιοφωνικού CBC, μαζί με την οποία είδαμε το περσινό Joker. Ακόμη πιο σιμά μου ο Richard Crouse, του καναλιού CP24. Cut.


Σουρουπόβραδο. Ontario Place, Cinesphere. Η πρώτη IMAX αίθουσα στον πλανήτη, από τα 1971. Παγκόσμια πρεμιέρα του Dune (Part 1), με μια ώρα περίπου υλικό γυρισμένο στο συγκεκριμένο φορμά. Παρών ο ίδιος ο Denis Villeneuve με τη θεάρα Rebecca Ferguson (ζούλευε zerVo). Μας το ξεκαθάρισε αποξαρχής ο Κεμπεκουά, παρόντος του Cameron Bailey πως αν δεν μας αρέσει αυτή η βέρσιον, μην το ψάχνουμε άλλο. Και είχε δίκιο. Σε ένα χώρο μέσα στη λίμνη του Οντάριο, μεταλλική σφαίρα βγαλμένη λες από το production design του Dune κι αυτή, η απόλαυση ήτο εγγυημένη.

The Power of the Dog (Special Presentations) 
Australia, New Zealand, 2021 English 127 minutes 
Director Jane Campion Cast Benedict Cumberbatch, Kirsten Dunst, Jesse Plemons, Kodi Smit-McPhee, Thomasin McKenzie 
“Deliver my soul from the sword, my precious life from the power of the dog”Exodus 22:31 Κάπου στην Μοντάνα, περί τα 1920. Ο αδελφικός δεσμός αίματος των ράντσερς Τζώρτζ (Plemons) και Φιλ (Cumberbatch) δοκιμάζεται τα μάλα με την άφιξη της χήρας (Dunst) μετά του εφήβου τεκνού (sic) της (Kodi Smit) ως συζύγου του καλοκάγαθου Τζώρτζ. Ο σκληρός, τραχύς Φιλ μπαίνει στη διαδικασία να ωθήσει τη μπεκρουλού χήρα εκτός σπιτιού και να κάνει μπούλινγκ στον ευαισθητούλη γιόκα της, όμως ο τελευταίος του βρίσκει το ευαίσθητο σημείο του κι αυτό είναι μείον του (μεγάλο μείον του). Η βετεράνα, πιονέρα, θρυλική χέλμερ του Τhe Piano (1993) χτυπάει πηκ καριέρας με ένα νεο-γουέστερν ολικού στρηπτήζ της αρσενικότητας. Με μουσική (Γκρήνγουντ) και αισθητική PTA (There Will Be Blood), αμπαλάρει ένα καθαροόαιμα χιτσκοκικό θρίλερ με την ύπουλα ερεθιστική προσωπική της ματιά. Μοναδικός Βενέδικτος, και συνολικά, εσύ φίλος μέτρα οσκαρικές υποψηφιότητες από τώρα.


Dune (Special Events) 
United States of America, Hungary, 2021 English 155 minutes 
Director Denis Villeneuve Cast Timothée Chalamet, Rebecca Ferguson, Oscar Isaac, Josh Brolin, Stellan Skarsgård, Dave Bautista 
Ως γνήσιος Lynch-ικός οφείλω να παραδεχτώ (σου παίρνει χρόνια) ότι πέρα από το cult status το Dune είναι το ναδίρ της δημιουργίας του και εκτός χωρικών υδάτων, κάτι που εν αντιθέσει δεν ισχύει για το πατριωτάκι τον Ντενί Βιλνούβ. Με το Arrival, εύκολα το καλύτερο sci-fiτου 21ου αιώνα, και κατοπινά με το ατσαλένιο Blade Runner 2049, το Dune: Part I έρχεται να... γρανιτώσει την μπράντα του ιδιοφυούς σκηνοθέτη ο οποίος καταφέρνει να συνδυάζει ουρανομήκη καλλιτεχνική φιλοδοξία με κατασκευαστική μαεστρία συν...ταπεινότητα. Το world - building εδώ είναι next level, η μουσική Ζίμμερ σαρώνει, ο Τίμμυ με τη Ρεβέκκα ζωγραφίζουν υποκριτικά ως μάνα και special one υιός. Όπως το Fellowship of the Ring, λείπει το αυτόνομο τελείωμα, όμως το παρτ του προμηνύεται συγκλονιστικό. Οψόμεθα μετά ανυπομονησίας. 

Last Night in Soho (Gala Presentations) 
United Kingdom, 2021 English 116 minutes 
Director Edgar Wright Cast Thomasin McKenzie, Anya Taylor - Joy, Matt Smith 
O Edgar Wright είναι αυτό που αποκαλούμε critical darling, υπό την έννοια ότι κάθε φιλμ του σαγηνεύει κάθε ευυπόληπτο κριτικό (εδώ γελάς), αρχής γενομένης από το Shaun of the Dead (2004) μέχρι το οσκαρούχο (ήχοι, μοντάζ) Baby Driver. Genre σινεμά, με αρτχάουζ επιρροές και δαιμονισμένα ξεσηκωτική τραγουδιστική επένδυση. Το Soho εμφανίζει όλα τα προτερήματά του εξαρχής (αστραφτερή αναπαράσταση με σκηνικά-pophits-κοστούμια 60s και δυνατό πρωταγωνιστικό δίδυμο η εύθραυστη scream queen Thomasin με τη σαγηνευτική femme fatale Anya) όμως στο δεύτερο ημίχρονο που το βαγόνι τρέχει αλλοπρόσαλλα από το Giallo στο μεταφυσικό θρίλερ, το πράμα εκτροχιάζεται και το αποτέλεσμα πέφτει φανερά κάτω από τις υψηλές προσδοκίες. Για το δεδομένο φαν του εγχειρήματος πάντως, ούτε λόγος. 


Night Raiders (Gala Presentations) 
Canada, New Zealand, 2021 Cree, English 101 minutes 
Director Danis Goulet Cast Elle-Máijá Tailfeathers, Brooklyn Letexier-Hart, Gail Maurice, Amanda Plummer 
Στο είχα προμηνύσει παρακολουθητή μου στο Episode 0 πως το Night Raiders είναι ιδιάζουσας, υψίστης αν θες σημασίας, όχι μόνο για το φετινό TIFF αλλά και για το Καναδέζικο σινεμά εν γένει. Το καυτό ζήτημα των residential schools, trademark της αποικιοκρατίας (από τα 1870) μέχρι τα 1996 (!) οπόταν έκλεισε το τελευταίο, είναι φωτιά στα σωθικά μιας χώρας που (ορθώς) επαίρεται για την πολυπολιτισμικότητα και την προώθηση κάθε μορφής μειονοτήτων. Η ταινία της Danis Goulet (Cree-Metis η ίδια, έλκει την καταγωγή της από τη Σασκάτσουαν, με βιογραφικό programmer στο φεστιβάλ για μια 3τία πρόσφατα) αναφέρεται σε ένα δυστοπικό 2043 όπου το καθεστώς παίρνει τα μικρά παιδιά και τα αφομοιώνει σε «ακαδημίες», ουσιαστικά ως απόλυτο μέσω γενιτσαρισμού εναντίον των αυτοχθόνων πληθυσμών που ζουν στην απόλυτη εξαθλίωση. Μάνα χάνει κόρη και συμμαχεί με Cree ακτιβιστές για να οργανώσει τη δραπέτευσή της από την κρατική αιχμαλωσία. Πολυσήμαντα αγαθές προθέσεις, δυστυχώς όμως είναι μια σχηματική παρουσίαση χωρίς γκρίζες ζώνες, εργαλείο ιστορικής τεκμηρίωσης για εκπαιδευτικούς σκοπούς περισσότερο παρά πολυεπίπεδη ανάλυση του πολιτικού σκέλους πίσω από το φαινόμενο. Τεχνικά το μπάτζετ είναι χαμηλό και είναι εμφανές παρά την εκτεταμένη χρήση drones. 

The Electrical Life of Louis Wein (Gala Presentations) 
United Kingdom, 2021 English 111 minutes 
Director Will Sharpe Cast Benedict Cumberbatch, Claire Foy, Andrea Riseborough, Toby Jones 
Η δεύτερη κινηματογραφική παρουσία του Benedict Cumberbatch σε ένα biopic που του ταιριάζει γάντι (αλλοπαρμένος σκιτσογράφος - εφευρέτης στη βικτωριανή εποχή, άντρας του σπιτιού με 5 ανύπανδρες αδερφές, γνωρίζει για πρώτη φορά τον έρωτα στα μάτια της γκουβερνάντας του σπιτιού Claire Foy). Μια η αφήγηση (Olivia Coleman), μια τα οπτικά τρικάκια προδίδουν το τηλεοπτικό παρελθόν του Will Sharpe (Flowers στο Channel 4). H χημεία του πρωταγωνιστικού ζεύγους απογειώνει το πρώτο μισό και μετά το πράμα ξεφουσκώνει. Το πρόβλημα είναι πως η κυρίως ιστορούμενη δράση του Louis Wein βρίσκεται στο δεύτερο μέρος όπου ο Βενέδικτος σηκώνει το βάρος μόνος του, κόντρα στο σενάριο που λειτουργεί κάπως τηλεγραφικά. Ως οικογενειακή ταινία για cat lovers (όπως η αδερφή μου το Σοφάκι) προτείνεται με ευκολία πάντως (+ χαριτωμένα κάμεο από Taika Waititiκαι NickCave). 

The Guilty (Special Presentations) 
United States of America, 2021 English 90 minutes 
Director Antoine Fuqua Cast Jake Gyllenhaal, Ethan Hawke, Riley Keough, Christina Vidal Mitchell 
Να το γυρίσουμε και λιγουλάκι στο πιο μπλοκμπαστερούδικο χολιγουντιανό με το αμερικανικό remake του προ 3ετίας ομότιτλου δανέζικου φιλμ. Ο βετεράνος πλέον Antoine Fuqua ψάχνει να βρει τις ρίζες της μέχρι και σήμερα καλύτερης δουλειάς του (Training Day). Ο Ένοχος είναι μια σφιχτή σα συρματόπλεγμα άσκηση ύφους, όπου όλα συμβαίνουν με φυσική ροή μέσα από το κέντρο δράσης του 9-1-1. Συνεπικουρούμενος από μια πλειάδα φωνών με ιδιαίτερο στίγμα (Ethan Hawke, Peter Sarsgaard, Paul Dano), ο τίμιος Jake Gyllenhaal παραδίδει ένα δυναμικό one-man-show που σε κρατά από το πρώτο μέχρι και το 90ο λεπτό της αναμέτρησής του με μια υπόθεση απαγωγής με τουίστ αλλά και τους προσωπικούς του δαίμονες με την τελική κάθαρση να ανακουφίζει μεν, αλλά εγώ την ήθελα κομματάκι λιγότερο εύκολη.

gaRis

Toronto Film Festival 2020
Περισσότερα... »

Αυτά που Λέμε κι Αυτά που Κάνουμε (Les Choses qu'on dit, les choses qu'on fait) PosterΑυτά που Λέμε κι Αυτά που Κάνουμε
του Emmanuel Mouret. Με τους Camelia Jordana, Niels Schneider, Vincent Macaigne, Émilie Dequenne, Jenna Thiam, Guillaume Gouix, Julia Piaton, Louis-Do de Lencquesaing.

Που βαδίζουμε Κύριοι!
του zerVo (@moviesltd)

Ερωτεύεσαι, ενθουσιάζεσαι, απογειώνεσαι, πετάς στα σύννεφα, ισορροπείς, καταλαγιάζεις, ρουτινιάζεις, αναζητάς. Κύκλος είναι. Για όποιον ψάχνεται δηλαδή, γιατί για τους περισσότερους κάπου αυτή η διαδρομή σταματά κάπου ανάμεσα στα μεσαία βήματα της, αφού ούτε να ρισκάρουν επιθυμούν, ούτε να βρεθούν μπροστά στα δεδομένα αδιέξοδα που θα δημιουργήσει μια παράλληλη - της νόμιμης - αγάπη. Πως θα ήσαν τα πράγματα αν οι φραγμοί οι ηθικοί, κάπου επέτρεπαν στον άνθρωπο να πηγαινοέρχεται μεταξύ του καινούργιου, του ανανεωτικού και του παλαιού του σίγουρου? Μόνο μια φραντσέζικη, γλυκύτατη φιλμική δημιουργία θα μπορούσε να τα προβάλλει στην μεγάλη οθόνη. Αυτά που λέμε κι αυτά που κάνουμε...

Αυτά που Λέμε κι Αυτά που Κάνουμε (Les Choses qu'on dit, les choses qu'on fait) Quad Poster
Περιμένοντας τον μνηστήρα της, Φρανσουά, να επιστρέψει από το επαγγελματικό του ταξίδι στην πρωτεύουσα, η μελαγχολική Δάφνη, στον τρίτο μήνα της κυοφορίας της, θα φιλοξενήσει στο σπίτι της, κάπου στην καταπράσινη γαλλική ύπαιθρο, τον εξάδελφο του, Μαξίμ, έναν εκκολαπτόμενο συγγραφέα, που ακόμη αναζητά την μεγάλη ιδέα, που θα του δώσει την ώθηση να καταπιαστεί με το πρώτο του επίσημο έργο. Από την πρώτη κιόλας στιγμή, οι δύο μέχρι εχθές άγνωστοι, θα νιώσουν τόσο οικεία, ώστε να επιχειρήσουν να ανοίξουν την καρδιά τους και να εξομολογηθούν ο ένας στον άλλο, το πως η συναισθηματική τους κατάσταση τους οδήγησε στο σήμερα.

Εκείνος, είναι σχεδόν ένα ψυχικό ράκος, αφού ο εφήμερος ερωτικός δεσμός με την εκκεντρική (και παντρεμένη) Βικτουάρ, θα του επαναφέρει τις θύμησες από τον νεανικό του έρωτα για την (κατά σύμπτωση) ετεροθαλή αδελφή της Σάντρα. Που από την μεριά της τα έμπλεξε με τον καλύτερο του φίλο, Γκασπάρ, μάλλον για σπάσιμο, προσκαλώντας τον μάλιστα να διαμείνει μαζί τους στο τεραστιο παρισινό της διαμέρισμα. Συμβίωση που τάχιστα θα εξελιχθεί σε μυστικό ερωτικό τρίγωνο και ακόμη πιο γοργά θα οδηγήσει τους πάντες σε απόγνωση, με συνέπεια ο καθένας τους θα τραβήξει μια για πάντα τον δρόμο του.

Εκείνη, αντιθέτως περνά μια από τις καλύτερες φάσεις της ζωής της, περιμένοντας το πρώτο της παιδί, καρπό της αγάπης της με έναν άντρα που αρχικά δεν την είχε εντυπωσιάσει, σαν τον άτσαλο Φρανσουά, μα σταδιακά κέρδισε την συμπάθεια της. Ειδικά από την ώρα που επί δεκαετίες σύζυγός του, Λουίζ, του ανακοίνωσε πως τον εγκαταλείπει για κάποιον τρίτο, αφήνοντας τον ολομόναχο καθώς πίστευε, στην ουσία όμως ανοίγοντας του διάπλατα τον δρόμο να χαρεί το πάθος που τον έχει, κυριολεκτικά, αναζωογονήσει.

Δύο ώρες διάρκεια. Χωρίς να υπάρχει στιγμή σε αυτά τα εκατόν είκοσι λεπτά, που να μην παίζει στο διάλογος ή αφήγηση. Εξαντλητικό φαντάζεσαι το αποτέλεσμα. Κι όμως η αλήθεια είναι (όχι εντελώς, αλλά σε έναν πάρα πολύ μεγάλο βαθμό) αλλιώτικη, αφού θέλεις κάτι η ευρηματική μέθοδος του σεναρίου, να περιπλέκει φλασμπάκ και παρόν σε μια υπέροχη βαλσική ακολουθία, κάτι το πιπεράτο κουτσομπολιό των ερωτικών εμπιστευτικών αποκαλύψεων, κάτι το εσωτερικό ερώτημα για το που το πάει ο ποιητής, δεν σε αφήνουν να στρίψεις την ματιά από τα επί της οθόνης τεκταινόμενα. Στην πορεία μάλιστα της πλοκής, οι αρχικοί δύο αφηγητές διπλασιάζονται, δίνοντας ο καθένας από την μεριά του, μια διαφορετική αντίληψη του τι ερωτικό τρέχει μεταξύ του σκαληνού - ασύνδετων χαρακτήρων, αλλά δεν μας νοιάζει - εξαγώνου, που περιβάλλει το στόρι.

Τεράστιο ατού, ενός έργου, που μοναχά δημιουργικό χέρι γαλλικό θα κατάφερνε να κρατήσει τις ισορροπίες, είναι φυσικά το δαιμόνια περιπλεγμένο σενάριο, που με μαεστρία διευθύνει ο Emmanuel Mouret, υπογράφοντας την ενδέκατη ταινία της, δεν την λες και παγκοσμίως αναγνωρισμένη, καριέρα του. Στο ασύμμετρο γαϊτανάκι, που νιώθεις τον ιστό του να στηρίζει ο Eric Rohmer, μπερδεύονται αυτοστιγμεί ενθουσιώδεις εραστές, απατημένοι σύζυγοι, περιθωριοποιημένοι πρώην, ευκαιριακοί αγαπητικοί και τρίτα πρόσωπα, δίνοντας σου την ιδέα πως το έθνος ολάκερο, δεν είναι κάτι παραπάνω από ένα τεράστιο κρεβάτι. Στην πραγματικότητα, αποδρώντας από το σεξολογικό του πράγματος, το γεμάτο γλαφυρές πινελιές πόνημα, δεν είναι παρά μια άριστη κοινωνική μελέτη, πάνω στην υπαρκτή ανθρώπινη ανάγκη για ανανέωση, για επιβεβαίωση, για επικοινωνία. Για διαφυγή από την ρουτίνα του κάθε μέρα, ακόμη κι αν κάτι τέτοιο καθιστά άπαντες τους ήρωες της διπλανής πόρτας, αντιπαθείς στο ηθικό μάτι. Στην τελική ανάλυση μια ζωή την έχουμε, λεν. Ας τον κλείσουμε τον κύκλο μας κι όπου μας βγάλει.

Οι ερμηνείες είναι στην πλειοψηφία τους εντυπωσιακές. Του πρωταγωνιστικού ντουέτου, ξεχωρίζει σημαντικά η προφανούς βορειοαφρικάνικης καταγωγής Camelia Jordana, που χάρη στην πληθωρικότητα των συναισθηματικών της εκφράσεων, κερδίζει την άτυπη κόντρα από τον παρτενέρ της Niels Schneider, που τεχνηέντως Garrelίζει. Η υποστήριξη τους είναι όμως όλα τα λεφτά, τόσο από τον σπουδαίο κατατερίστα Vincent Macaigne, που την μανιέρα της αγαθούς αφέλειας την έχει για πλάκα, κυρίως όμως από την συγκλονιστικά ρεαλιστική, στα λίγα πλάνα που της αναλογούν, Emilie Dequenne. Μου έχει κάνει τεράστια εντύπωση, πως η Βελγίδα, 22 έτη κατόπιν της Ροζέτας, δεν έχει πραγματοποιήσει την παγκόσμια καριέρα, που υποσχόταν το σπάνιο ταλέντο της.

Εννοείται δια περιπάτου Βραβείο Cesar Β' Γυναικείου Ρόλου, το μοναδικό όμως από τα δεκατρία που υπήρξε υποψήφιο το ευρηματικού αφηγηματικού ύφους Les Choses. Που μπορεί φαινομενικά να μοιάζει με μια μακροσκελή, όλο ανατροπές, οπτικοποίηση του διασκεδαστικού Κηλαηδόνειου άσματος, ουσιαστικά όμως, με δράση σπονδυλωτή, αναδεικνύει φιλοσοφικά, ανάγκες και πάθη, που πηγάζουν μέσα από την ίδια την ζωή. Και που στην συντριπτική τους πλειοψηφία, παραμένουν εγκλωβισμένα μια για πάντα, στο κλουβί με τα ψηλά ενάρετα κάγκελα. Σωστό? Λάθος? Δεν κρίνουμε. Δεν δικαιούμαστε άλλωστε. Καθείς ενήλικας, είναι υπεύθυνος για τις επιλογές του.

Αυτά που Λέμε κι Αυτά που Κάνουμε (Les Choses qu'on dit, les choses qu'on fait) Rating
Στις δικές μας αίθουσες? Στις 9 Σεπτεμβρίου 2021 από την Cinobo!
Περισσότερα... »

2021 Toronto Film Festival Poster
Εδώ είμαστε λοιπόν. Λένε ότι αν δεν παινέσεις το σπίτι σου θα πέσει να σε πλακώσει όμως ίσως έχω αρχίσει να γεροντοπαραξενεύω και δηλώνω υπεύθυνα ότι ψιλοζορίστηκα με το καλημέρα του φεστιβαλιού. Ο λόγος η φαεινή ιδέα της διοργανώτριας αρχής (sic) να καταργήσει τις έννοιες εισιτήριο / πάσο και να το γυρίσει στο ηλεκτρονικό, κόβιντ γαρ. Και για να το κάμει έτι δυσκολότερο, μας έδωκε ένα σκάρτο 24ωρο να παραλάβουμε ηλεκτρονικά ένα πακέτο δώδεκα (12) συνολικά ταινιών της επιλογής μας στο εντελώς επιτόπου (“fistcome - firstserve”) πριν το τελικό τσεκάουτ. Αποτέλεσμα; Το σύστημα έπεσε σε μια ατέλειωτη λούπα ωρών, εγώ να έχω επιλέξει πέντε (5) διαφορετικές δωδεκάδες πριν την τελική που - εννοείται - απαρτίστηκε από ό,τι ξώμεινε από τα γρηγορότερα πιστόλια από εμένα στην επιλογή. Και να τα ημέλια και να οι εξήγησες, εμπάσειδι περιπτώσειδι, νάναι καλά το το TIFF Digital Pro, όπου βολεύτηκα μέχρι το Σάββατο, σημείο έναρξης της δια ζώσης φεστιβαλικής μου διαπίστευσης.


Δε θα σου κρυφτώ, έχω αφήσει τα καλυτερότερα για το επόμενο επεισόδιο: Dune, The Power of the Dog, Last Night in Soho, The Electrical life of Louis Wein και The Guilty. Η κεντρική ιδέα σήμερα είναι να εντρυφήσω στα docs, ιδιαίτερα στα μουσικά τα οποία ως είθισται παρουσιάζουν πολλαπλάσιο ενδιαφέρον ως ακούσματα, παρά ως ταινίες τεκμηρίωσης, με μια ισχνάδα (στις καλύτερες των περιπτώσεων) έκπληξης ή απόκλισης από την αγιογράφηση του ιστορούμενου προσώπου. Περισσότερα στην πορεία. Αρχή κάνω με δυο ταινιάκια πέραν του συνήθους γούστου μου, έτσι για την αλητεία ασούμε:

To Kill the Beast (Discovery) Η αργεντίνα Augustina SanMartin στην πρώτη της δουλειά μεγάλου μήκους περιγράφει τη ζωή της Εμίλια, ξεπεταρούδι από το Μπουένος Άιρες, όταν θα διασχίσει τα σύνορα με τη Βραζιλία για να κάτσει στο πανδοχείο της θειάς της, μετά το θάνατο της μητέρας και τον χωρισμό από τον αδερφό της. TropicalGothicείναι το στυλάκι που λανσάρει η σκηνοθέτις η οποία διαθέτει ματιά στη σύνθεση του κάδρου, όμως το storyείναι λίγο απόλα, σεξουαλική αφύπνιση και ενδο-οικογενειακή αποσύνθεση με έντονο μυθολογικό-φολκλόρ στοιχείο. Οι διάλογοι πεζοί, η διάρκεια μικρή παρά ταύτα το αποτέλεσμα πλαδαρό και σχεδόν άτολμο.


Vengeance is Mine, All Others Pay Cash (Contemporary World Cinema) Εύκολα η χειρότερη ταινία που έχω δει συνολικά φέτος (εντός και εκτός φεστιβάλ), από τον Edwin, βετεράνο του Ινδονησιακού newwave (μέμνησο το καρακαλτάδικο Blind pigs who want to fly από το πλέον μακρινό 2008) ο οποίος, βασισμένος στο πόνημα του δημοφιλούς νοβελίστα Eka Kurniawan σκαρφίζεται την ερωτική ιστορία μεταξύ πληρωμένου στρητ φάιτερ με έντονη στυτική δυσλειτουργία και μιας σωματοφυλακίνας ενός από τα υποψήφια θύματά του. Η σεβεντίλα σύγνεφο, χάλια χορογράφηση πολεμικών τεχνών, ξεπατικωσούρα Tarantino και Haruki Murakami. 

Memory Box: Echoes of 9/11 (Special Events) 20 συναπτά έτη μετά την αποφράδα 9/11 και ο κόσμος δεν θα είναι ποτέ ο ίδιος, όπως περίτρανα απέδειξε η συνέχεια. Ειρωνεία το πως πλέον οι Ταλιμπάν έχουν μόλις επιστρέψει θριαμβευτικά και ο μέσος νους αδυνατεί να αποφύγει δυσοίωνες σκέψεις για μια επανάληψη αυτής της παγκόσμιας στις πολλαπλές της συνέπειες τραγωδίας. Οι συν-σκηνοθέτες δράττουν ευκαιρία από το εικαστικό πείραμα της Ruth Sergel να κατασκευάσει ένα ξύλινο περίκλειστο booth όπου κάθισε συγγενείς θυμάτων, μήνες μόλις μετά το συμβάν για να αποσπάσει συνεντεύξεις ως μια αυτο-καθαρτική εμπειρία. Το νήμα βαστάει ως τα σήμερα, με τη δυνατότητα να διαπιστώσουμε πως μπόρεσαν οι πληγέντες να σταθούν στα πόδια τους μια εικοσαετία μετά. Αγαθότατες προθέσεις, σποραδική συγκίνηση, ελάχιστη κινηματογραφική αξία, πέραν της ιστορικής καταγραφής. 

Oscar Peterson: Black + White (TIFF DOCS) Έχω δηλώσει ορκισμένος φαν του Jazz FM στους 91 στα καναδικά FM. H κορακλίτσα μου (14 αισίως στις 25 τουτουνού) έχει γαλουχηθεί στα ακούσματα δαύτα, μεταξύ ελληνικού σχολείου και ορθοδόξου εκκλησίας. Είναι κομμάτι η Jazz της ελληνοκαναδικής μας ταυτότητας, πωστολέν! Το όνομα του βιρτουόζου πιανίστα Oscar Peterson είναι βαρύ σαν ιστορία, όχι μοναχά για το Μοντρεάλ αλλά παγκοσμίως. Συνέχεια on tour, υπήρξε μέχρι τα 82 του (απεβίωσε στα 2007) επιδραστικότατος ως μουσικός και σημαντικός στα κοινωνικά κινήματα υπέρ των δικαιωμάτων των μαύρων (δες Hymn to Freedom που έπαιξε και στην ορκωμοσία του Obama). Να πω ότι βαρέθηκα; Η μισή μόνο ντροπή δική μου. Η ιδιαιτερότητα (πολυπλοκότητα) του παιξίματός του Peterson άξιζε μιας πιο σεβαστικής μεταχείρισης κινηματογραφικά, αφήνοντάς την αίσθηση της βιασύνης και της προβλεψιμότητας στην αφήγηση. 

Dionne Warwick: Don’t Make Me Over (Special Presentations) Της αγιογραφίας το ανάγνωσμα - πρόσχωωωωμεεεν. Γυρισμένο λες στον αυτόματο πιλότο, καταφέρνει να εκνευρίσει από το πολύ θυμιατό και τον πλέον καλοπροαίρετο θεατή που βρίσκει χαριτωμένα τα “Walk On By,” “Anyone Who Had a Heart,” “Do You Know the Way to San Jose” ή μεταγενέστερα, για να μιλήσω για τη δική μου γενιά, χτύπησε κορυφή με το “That’s What Friends Are For” στα 80s με την παλιοπαρέα Elton John -Stevie Wonder - Gladys Knight, μαζεύοντας 3 εκατομμύρια από πωλήσεις που διατέθησαν για την έρευνα του AIDS, τότε που ο κόσμος δεν ήταν σίγουρος πως κολλάς τον ιό. Η πρώτη μαύρη τραγουδίστρια που πήρε γκράμμυ στην κατηγορία ποπ στα 1969 και 1971, θεία της αξέχαστης Whitney Houston (όλα μέλι - γάλα παρουσιάζονται φυσικά εδώ αναφορικά με τη σχέση τους) με κερασάκι στην τούρτα τον μαϊντανό εσχάτως Snoop Dog να περιγράφει ένα αξέχαστο πρωινό στη βίλα της, όπου η υπερκλασάτη Dionne κέρασε ένα τσούρμο gangsta rappers μια πιατέλα donuts, ζητώντας τους ευγενικά να μη βρίζουν τις γυναίκες στα στιχάκια τους. Θεϊκόν. 

Listening to Kenny G (TIFF DOCS) Τούτη δω είναι η μεγάλη έκπληξη που δεν είναι και τόσο μεγάλη αν αναλογιστείς την εκ διαμέτρου προηγούμενης θεματολογίας δουλειά της Penny Lane (Hail Satan?, 2019). Για τα μέ, ο Kenny G είναι ο αρχικαραμανιέρας σαξοφωνίστας που έχει όμως παραδώσει δυο αστραφτερά μουσικά γλυκίσματα, τα υπερεπιτυχημένα Songbird και Silhouette. Μιλάμε για άνω των $75Μ πωλήσεις που τον φέρνουν στην κορυφή παγκοσμίως των τζαζ-ορχηστρικών μουσικών. Στο σημείο αυτό (ακριβώς εδώ έγκειται η επιτυχημένη προσέγγιση της Lane) έρχονται οι επαΐοντες ακαδημαϊκοί και λοιπές προοδευτικές δυνάμεις να φρουμάξουν: Μα αυτό όχι μόνο τζαζ δεν είναι, αλλά πρόκειται για μια στρεβλή, κακοπαιγμένη, μουσική-ταπετσαρία, για ασανσέρ μέχρι πολυκαταστήματα και ρεσεψιόν οδοντιατρείων! Ναι, μπορεί, όμως υπάρχει πολυπληθές κοινό που τον λατρεύει, χώρια που είναι κάτοχος και του βιβλίου γκίνες για την νότα που έχει διαρκέσει πιο πολύ (κοντά στο μισάωρο!) κι όλα αυτά από το ταπεινό εβραιόπουλο εκ Seattleορμώμενουπου μαζί με τον έτερο κατσαρομαλοχαιτά Michael Bolton είναι ο συνήθης σάκος του μποξ για τα μήντια. Ο τύπος το ξέρει μα το διασκεδάζει αφάνταστα και το σημαντικότερο: Προχωρεί ακάθεκτος!

gaRis

Toronto Film Festival 2020
Περισσότερα... »

Οι εκκεντρικοί (Retfærdighedens ryttere / Riders of Justice) Poster ΠόστερΟι Εκκεντρικοί
του Anders Thomas Jensen. Με τους Mads Mikkelsen, Nikolaj Lie Kaas, Andrea Heick Gadeberg Lars Brygmann, Nicolas Bro, Gustav Lindh, Roland Møller, Omar Shargawi, Jacob Lohmann, Gustav Giese.


A Series of Unfortunate Events...
του Θόδωρου Γιαχουστίδη (@PAOK1969)

"Κάποιοι θα την πληρώσουν"

Αυτή είναι η πέμπτη μεγάλου μήκους ταινία που σκηνοθετεί ο γεννημένος στις 6 Απριλίου του 1972 στη μικρή πόλη Frederiksværk της Δανίας, Anders Thomas Jensen. Οι τέσσερις προηγούμενές του είναι οι εξής: «Το πανδοχείο της μαφίας» (Blinkende lygter/ Flickering Lights, 2000), «Οι πράσινοι χασάπηδες» (De grønne slagtere/ The Green Butchers, 2003), «Τα μήλα του Αδάμ» (Adams æbler/ Adam's Apples, 2005) και «Mænd & høns» (Men & Chicken, 2015). Οι δύο πρώτες του βγήκαν σε dvd στη χώρα μας, μετά την σχετική επιτυχία που είχαν τα «Μήλα του Αδάμ», η μοναδική – μαζί με την τελευταία του – που είχαν κινηματογραφική διανομή στην Ελλάδα. Είναι χαρακτηριστικό πως και στις πέντε του ταινίες, πρωταγωνιστούν οι Mads Mikkelsen και Nikolaj Lie Kaas. Επίσης, υπογράφει τα σενάρια όλων των ταινιών του. Και γενικώς, είναι γνωστότερος ως σεναριογράφος και λιγότερο ως σκηνοθέτης.

Οι εκκεντρικοί (Retfærdighedens ryttere / Riders of Justice) Poster Πόστερ Wallpaper
Έχει κερδίσει Όσκαρ για τη μικρού μήκους ταινία του «Valgaften» (Election Night, 1998), στην οποία πρωταγωνιστεί ο Ulrich Thomsen, επίσης από τους μόνιμους ηθοποιούς του Jensen, μιας που έχει παίξει και σε δύο από τις μεγάλου μήκους ταινίες του. Η επόμενη ταινία του θα αποτελέσει και το αγγλόφωνο ντεμπούτο του. Θα συνσκηνοθετήσει με τον Nikolaj Arcel την ταινία «The Monster of Florence», με τα δικαιώματα του βιβλίου πάνω στο οποίο βασίζεται το σενάριο, να είναι αγορασμένα από τον Tom Cruise, με παραγωγό μεταξύ των άλλων τον George Clooney και με πρωταγωνιστή τον Antonio Banderas!

Η υπόθεση: Κάποιος κλέβει ένα ποδήλατο, ένα αυτοκίνητο δεν παίρνει μπροστά, κάποια επιβιβάζεται σε ένα τρένο που κανονικά δεν θα έπαιρνε, κάποιος επιβάτης δίνει τη θέση του σε μια άγνωστη: μια σειρά από συμπτώσεις που όμως αποκτούν άλλο νόημα όταν συμβεί ένα θανάσιμο ατύχημα στο τρένο αυτό. Ανάμεσα στα θύματα του δυστυχήματος είναι και η γυναίκα του στρατιωτικού Μάρκους. Ο Μάρκους είχε αποδεχτεί την πρόταση να παρατείνει τη θητεία του στο Αφγανιστάν, ο θάνατος της συζύγου του, όμως, τον αναγκάζει να επιστρέψει στην πατρίδα του. Έχει να φροντίσει συν τοις άλλοις και την έφηβη θυγατέρα του. Δεν δέχεται να δει ψυχολόγο, παρά τις παραινέσεις της κόρης του και πνίγει τη θλίψη του στην απελπισία και τη μπύρα. 

Κι ενώ θεωρεί – όπως και οι αρχές της χώρας – πως το δυστύχημα ήταν απότοκο μιας κακιάς στιγμής, θα αλλάξει γνώμη όταν γνωρίσει τον Ότο. Ο Ότο παθιάζεται με τη μελέτη των πιθανοτήτων και των συμπτώσεων: εξάλλου αυτή είναι η δουλειά του. Ο Ότο, που ήταν επιβάτης του μοιραίου τρένου, είναι πεπεισμένος ότι το δυστύχημα δεν ήταν τυχαίο αλλά αποτέλεσμα εγκληματικής ενέργειας. Μαζί με τους φίλους και συναδέλφους του, τον Λέναρτ και τον Εμεντάλερ, πείθουν τον Μάρκους, ο οποίος ζητάει εκδίκηση μετ' επιτάσεως.

Η άποψή μας: Το ακούμε και μέσα στην ταινία: σύμπτωση είναι ένα γεγονός για το οποίο δεν έχουμε όλα τα απαραίτητα στοιχεία, τα οποία καταδεικνύουν πως δεν είναι σύμπτωση! Ο Anders Thomas Jensen γουστάρει τρελά να «παίζει» στα σενάριά του. Με τις προσδοκίες των θεατών, με τις αντιλήψεις τους, με τις απόψεις τους, με τις βεβαιότητές τους. Και κυρίως, με την πολιτική ορθότητα. Κι έχει καταφέρει τα σενάριά του να ξεχωρίζουν και να τα αναγνωρίζεις χωρίς καν να δεις το όνομά του στα credits! Ιδίως στις ταινίες που σκηνοθετεί, τραβάει ακόμα περισσότερο τα πράγματα στα άκρα. Πχ, στην ταινία «Πράσινοι χασάπηδες» οι Mads Mikkelsen (με φοβερή κόμμωση!) και Nikolaj Lie Kaas υποδύονται δυο φίλους, που ανοίγουν ένα χασάπικο και μετά από μια σειρά... συμπτώσεων, πουλάνε ανθρώπινο κρέας ως κοτόπουλο, κάτι που έχει φοβερή επιτυχία! 

Στην ταινία «Τα μήλα του Αδάμ» ένας νεοναζί καταδικάζεται να προσφέρει κοινωνική εργασία σε μια εκκλησία, σκέφτεται να φτιάξει μια μηλόπιτα και δοκιμάζεται (μαζί με τον φανατικά αφοσιωμένο στον Θεό, με τον δικό του τρόπο, παπά) από τον Σατανά ( ; ), καθώς μια σειρά από συμπτώσεις (ω, ναι) έχουν ως αποτέλεσμα να μην μπορεί να βρει τα απαραίτητα μήλα, καθώς στόχος ήταν να χρησιμοποιήσει τους καρπούς της μηλιάς που βρίσκεται στο προαύλιο της εκκλησίας. Όλες οι ταινίες του Jensen είναι μαύρες κωμωδίες κι ως τέτοιες πρέπει να αναγνωστούν. Και πάλι, όμως, αρκετοί από τους θεατές θα «κλοτσήσουν» από την ευκολία με την οποία πυροβολούνται και δολοφονούνται οι «κακοί» της κάθε ταινίας του. 

Κι εδώ εντοπίζω τη βασική αδυναμία και τούτης αλλά και των υπόλοιπων ταινιών του. Ιδιαίτερα εδώ, αυτή η αίσθηση είναι πολύ έντονη. Η αίσθηση ενός μοραλιστικού αμοραλισμού! Θέλω να πω, μόνο οι φασίστες διαφωνούν με το «ξύλο στους φασίστες» αλλά είναι λύση το «σκοτώστε τους φασίστες»; Ιδίως σε ευνομούμενες κοινωνίες; Και ιδίως όταν στην ταινία (όπως αποδεικνύεται εντέλει) δεν υπάρχει δικαιολογία που να «καλύπτει» αυτές τις δολοφονίες; Είναι αλήθεια πως αυτό είναι ένα από τα βασικότερα προβλήματα της εποχής μας – κι έτσι προκύπτει και το ερώτημα: η ελευθερία του λόγου και της έκφρασης άποψης είναι δόγμα ακλόνητο, τέτοιο που μέσα του να περιλαμβάνει και απόψεις που αντιμάχονται την ίδια την ελευθερία του λόγου και της έκφρασης άποψης, όπως είναι ο φασισμός;;; Εδώ σε θέλω. 

Κι εγώ ένιωσα πως οι λατρεμένοι μου losers αντιήρωες – και κυρίως ο χαρακτήρας που υποδύεται ο Mads Mikkelsen – από κάποια στιγμή και μετά στην ταινία, χάνουν το ηθικό πλεονέκτημα. Αν προσπεραστεί αυτός ο σκόπελος όμως αυτό που προκύπτει είναι μια απολαυστικότατη εξτραβαγκάντσα, η οποία σχολιάζει σε βάθος μπόλικες από τις αγκυλώσεις της εποχής μας χωρίς να μένει μόνο σε αυτές. Η αρσενική τοξικότητα, η αλληλεγγύη των αδύναμων, ο μη ορθολογισμός της κοινωνίας, η ανδρική ταυτότητα – που της έχουν πάρει την... ταυτότητα – η διαδικασία της θλίψης, η ανάγκη ( ; ) της ψυχανάλυσης, η βία ως εκτόνωση, τα τραύματα της παιδικής ηλικίας, η αδυναμία επικοινωνίας, όλα αυτά κι άλλα πολλά σταχυολογούνται στο σενάριο. 

Που έχει σκηνές πολύ αστείες (πχ εκείνη όπου ο Μάρκους μαθαίνει στους υπόλοιπους πώς να λύνουν και να δένουν ένα όπλο και να κάνουν σκοποβολή), πολύ συγκινητικές (πχ εκείνη όπου ο Ότο εξομολογείται στον Μάρκους το δικό του τραύμα και κάνει αναφορά στη δική του απώλεια), πολύ εκρηκτικές (πχ εκείνη όπου ο Μάρκους ξεσπάει στην τουαλέτα, δίνοντας κουτουλιά στον καθρέφτη – σκηνή που γύρισε κανονικότατα ο Mikkelsen!), πολύ σουρεαλιστικές (πχ εκείνη όπου ο Ουκρανός - «ποδήλατο» αφηγείται μια παραβολή στους υπόλοιπους, που φαίνεται να μην βγάζει νόημα, σχετικά με τη σύμπτωση, αλλά βγάζει και πολύ μάλιστα) και πολύ... καβαφικές (ο κύκλος κλείνει με τον «Μικρό τυμπανιστή» σε γαλλικό κόρνο, με δύο κορίτσια να παίρνουν από ένα ποδήλατο, στο χρώμα που πρέπει). 

Όλοι οι ηθοποιοί είναι σούπερ, ο Mads Mikkelsen όμως ξεχωρίζει ως καλύτερος μεταξύ ίσων. Με την πυκνή γενειάδα του και το ξυρισμένο κεφάλι του, θαρρείς κι έχει βαλθεί να λειτουργήσει σε αντίστιξη με τον Mel Gibson του «Blood Father», ενός άλλου άντρα δηλαδή που προσπαθεί να πάρει εκδίκηση. Και μια κουβέντα για τον τίτλο: ο αγγλικός τίτλος της ταινίας έχει πλάκα γιατί «παίζει» πάρα πολύ με ό,τι συμβαίνει σε αυτήν: οι «Riders of Justice» είναι το όνομα της συμμορίας των «κακών» του φιλμ, εντέλει όμως οι Ιππείς της Δικαιοσύνης δεν είναι άλλοι από τους τέσσερις παράταιρους φίλους. Το «Οι εκκεντρικοί», ο ελληνικός τίτλος δηλαδή, αποτελεί άλλη μια ένδειξη αδυναμίας να βρεθεί ένας πιασάρικος τίτλος, που θα αποτυπώνει από τη μια την ουσία της ταινίας, και από την άλλη, θα λειτουργεί ελκυστικά για το κοινό, που πολλές φορές «πιάνεται» από τον τίτλο. Κι εντάξει το «Καβαλάρηδες της Δικαιοσύνης» ακούγεται κάπως, χαρακτηρίζοντας όμως εκκεντρικούς τα μέλη του πρωταγωνιστικού κουαρτέτου, θαρρώ τους υποβαθμίζει κατάτι. Ας είναι...

Οι εκκεντρικοί (Retfærdighedens ryttere / Riders of Justice) Rating
Στις δικές μας αίθουσες? Στις 9 Σεπτεμβρίου 2021 από την Rosebud 21!
Περισσότερα... »

Ο Shang-Chi και ο Θρύλος τον Δέκα Δαχτυλιδιών (Shang-Chi and the Legend of the Ten Rings) PosterΟ Shang-Chi και ο Θρύλος τον Δέκα Δαχτυλιδιών
του Destin Daniel Cretton. Με τους Simu Liu, Awkwafina, Meng'er Zhang, Fala Chen, Florian Munteanu, Benedict Wong, Michelle Yeoh, Ben Kingsley, Tony Leung.

Crouching Tigers, Hidden Dragons
του zerVo (@moviesltd)

Κάτω από την πομπώδη μαρκίζα Ο Μάστερ του Κουνγκ Φου, έκανε την πρώτη του εμφάνιση στις πολύχρωμες σελίδες των κόμικ της Marvel ο σούπερ ήρωας Σανγκ Τσι, κοντά μισό αιώνα πριν, στα 1973, φέροντας τις υπογραφές των Steve Englehart στα κείμενα και Jim Starlin στο σχέδιο. Σε μια εποχή που η φημισμένη μπράντα έκανε άνοιγμα σε νέες θεματικές βάσεις για τους πρωταγωνιστές των περιπετειών της, ανοίγοντας ταυτόχρονα καινούργια πεδία αγορών προς Άπω Ανατολάς, εισάγοντας στο παλμαρέ της και μια πανίσχυρων δεξιοτήτων περσόνα, άριστο γνώστη των πολεμικών τεχνών και του wushu. Λογικά λοιπόν, μετά από 24 σαρωτικά κύματα του σχετικού σινεματικού σύμπαντος, να προστεθεί και η μορφή του ασιατικής προέλευσης μαχητή στην λίστα των Avengers.

Ο Shang-Chi και ο Θρύλος τον Δέκα Δαχτυλιδιών (Shang-Chi and the Legend of the Ten Rings) Quad Poster
Για μεγάλο διάστημα ο νεαρός Σον, έχει καταφέρει να κρύψει από γνωστούς και φίλους την πραγματική του ταυτότητα, εργαζόμενος φιλότιμα ως παρκαδόρος στα ακριβά κλαμπς του Σαν Φρανσίσκο. Πίσω από την βιτρίνα του αγαθού και συνεσταλμένου βαλέ, κρύβεται ένας άριστα εκπαιδευμένος μαχητής, μυημένος στις ασιάτικες τεχνικές του πολέμου, όπως τον δίδαξε ο πατέρας του, επίσης πανίσχυρος πολεμιστής, Γουενγού. Που φέροντας πάνω του την ισχύ των Δέκα Δαχτυλιδιών, καταφέρνει να διατηρείται άφθαρτος, ανίκητος και αθάνατος, μην υπολογίζοντας κανέναν για αντίπαλο του.

Η εποχή που ο Γουένγου υπήρξε ηθικός και υπέρμαχος του καλού έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί, καθώς μετά την μυστηριώδη απώλεια την λατρεμένης συζύγου του και μητέρα του Σανγκ, έχει διαβεί στην αντίπερα όχθη και μαζί με την μυστική ομάδα των στρατιωτών που έχει υπό τον έλεγχο του, αναζητά μανιωδώς την μυστική δίοδο που θα τον οδηγήσει ξανά κοντά της. Και ξέρει καλά πως για να φανερωθεί το μονοπάτι που θα τον φτάσει μέχρι τον κρυμμένο τόπο του Τα Λο, θα πρέπει να εντοπίσει τα ίχνη του Σανγκ και της αδελφής του, Ζιαλίνγκ, ώστε να αποσπάσει από πάνω τους τα μαγικά μενταγιόν, που τους έχει χαρίσει η Γινγκ Λι.

Κι έτσι μέσα από ένα ταξίδι σε ένα παράλληλο σύμπαν, απροσδιόριστο χρονικά και τοπικά, γεννιέται ένας ακόμη υπέρ ήρωας για την ερυθρόλευκη μπράντα των κόμικ, που προστίθεται στην μακρά λίστα των ήδη γνώριμων της αλυσίδας. Το στοιχείο που διαφοροποιεί τον Shang-Chi από τους (μελλοντικούς, αφού πουθενά στην ροή της παρούσας ταινίας δεν προδιαγράφεται τι πρόκειται να συμβεί) κομπανιέρους του, είναι η ιδιαιτερότητα της κουλτούρας του, αφού εκείνη η απωανατολίτικη ξεχωρίζει σημαντικά από τον καθαρόαιμα αμερικάνικο τρόπο σκέψης του Iron Man ή του Captain America, ας πούμε.

Ο Σανγκ εξελίσσεται σε μια υπέρ ηρωική περσόνα σταδιακά και όχι βεβιασμένα, όσο κυλάει η ιστορία του φιλμ, που δεν διαφέρει ιδιαίτερα από τα δεκάδες κοινότυπα wuxia πονήματα, που κυκλοφορούν ετησίως. Κάτι που σημαίνει πως το φιλμικό σύνολο είναι μπολιασμένο έντονα από παραδοσιακά χαρακτηριστικά της σινικής κουλτούρας, με τις ηθικές αξίες της αλληλεγγύης, της ομαδικότητας, της συναδέλφωσης, να προβάλλονται μόνιμα σε πρώτο πλάνο. Το πρωτοφανέρωτο, μάλιστα για δημιούργημα της Marvel, τρικ που χρησιμοποιεί ο σκηνοθέτης Destin Daniel Cretton, με την χρήση όχι και λίγων φλασμπάκ, για να κτίσει την προσωπικότητα του κεντρικού πρωταγωνιστή, είναι ιδιαίτερα πιασάρικο και δίνει ξεχωριστό τέμπο στην ροή των γεγονότων.

Που και βέβαια ανά περιόδους μοιάζει με φρενήρες, καθώς τα πλάνα πέφτουν καταιγιστικά, προσφέροντας μας σεκάνς ανθολογικές για το κινηματογραφικό είδος της δράσης, όπως εκείνη της ασταμάτητης πορείας του τραμ στις κατηφοριές του Αγίου Φραγκίσκου. Σκηνές που τροφοδοτούνται με χορογραφίες αέρινες από την εξαιρετικής απόδοσης ομάδα των άρτια εκπαιδευμένων στις martial arts, ακροβατών του φοβερού και τρομερού Jackie Chan, που δίνει μια ξεχωριστή ποιότητα στο όλο, πραγματικά εντυπωσιακό πακέτο. Πλάνα συναρπαστικά, όσο και διασκεδαστικά συνάμα, που έρχονται σαν σε συνέχεια εκείνων που περιελάμβαναν τα σπουδαία made in Hong Kong φιλμς της δεκαετίας του 80' και που με ευκολία επικρατούν των φαντασμαγορικών, τιγκάτων στο CGI του εκρηκτικού επιλόγου.

Όπως ένα λέβελ παραπάνω, ανεβάζει την παραγωγή η παρουσία του τεράστιου Tony Leung, στην πρώτη του αγγλόφωνη μπλοκμπαστερική παρουσία της καριέρας του, σε έναν ρόλο δισυπόστατο και διφορούμενο, όπως εκείνος του ανακατεμένου ψυχικά Γουένγου. Άλλη κλάση υποκριτική ο Chiu-Wai, που αντάμα με την εμπειρία των Ben Kingsley και Michelle Yeoh στην υποστήριξη, βοηθούν τα μέγιστα τους νεαρότερους αστέρες του καστ. Τον Simu Liu δηλαδή και την Meng'er Zhang που κάπως επίπεδα υποδύονται τα δυναμικά αδέλφια, κάτι που δεν συμβαίνει και με την αβανταρισμένη από τις ατάκες του σεναρίου, αέρινη Akwafina, που ορίζει και την συμμετοχή έκπληξη. Σε γενικές γραμμές πάντως, είναι επιτυχημένη η εναλλακτική πρόταση της Marvel, Πάνω στην ήδη γνώριμη πεπατημένη, αφού η ίντυρο ταινία του Shang-Chi διαθέτει όλα εκείνα τα συστατικά που θα την κάνουν αρεστή στους φανατικούς των ατελείωτων κυμάτων της. Αρκεί τώρα να δούμε το πως θα συνδεθεί η παρουσία του ασιάτη Avenger με τα προσεχώς. Ευρηματικά υποθέτω...

Ο Shang-Chi και ο Θρύλος τον Δέκα Δαχτυλιδιών (Shang-Chi and the Legend of the Ten Rings) Rating
Στις δικές μας αίθουσες? Στις 9 Σεπτεμβρίου 2021 από την Feelgood Ent.!
Περισσότερα... »

2021 Toronto Film Festival Poster
Μην κάμνεις μωρό μου πως δεν καταλαβαίνεις. Βγαίνουμε μωρό μου, βγαίνουμε, έξω από το τούνελ. Ναι, σοι λέγω, έξω στο φως! Δυο χρόνια κοντά μας ξέρανε, μας ξελίγωσε ο κόβιντ πια. Το περσινό ήταν σα κάτι σκηνές από πυρηνικό καταφύγιο, κεφάλια μέσα ωσότου κατακάτσει ο κουρνιαχτός. Κέσκεσέ φεστιβάλι δίχως φυσικές προβολές εντός της σκοτεινής αιθούσης ναούμ; Είναι ή δεν είναι μια ολίγη μακαρόνια με κιμά το παστίτσιο χωρίς μπεσαμέλ; Στον αγύριστο το 2020. Να τα βλέπεις όλα σπιτίσια, απούσης μυρωδιάς του όξω κόσμου, με φραπέ, κάλτσα αμοντάριστη και σωβρακί επόμενης ημέρας. Και είμαστε όλοι μαζί σε αυτό και ο καθένας μόνος του να στρημάρει ασυλλόγιστα. Δόξα και τιμή στο επαναστατικό ’21 (μη ξεχνιέσαι φίλος) όπου θα νταμπλοβαξιναριστείς και με πασαπόρτι εμβολιασμού θα περάσεις στο παρασύνθημα: Το TIFF46 είναι ‘δώ-ενωμένο-δυνατό.


Ένας χρόνος πέρασε και τι κατάλαβα; Πως τη νοιώθω βαριά αυτή τη 10ετία συναπτής διαπίστευσης στο μεγαλύτερο κινηματογραφικό ηβέντ παγκοσμίως. Κι ας είναι μοναχά 120+ οι ταινίες (υπερδιπλάσιες από τα πέρσι) μυθοπλασίας. Οι καιροί σερφάρουν στα γοργά στροφιλίκια και πλέον δεν θα υπάρχει το εισιτήριο, το πάσο, η πρόσκληση βρε αδερφέ. Τίκετ μάστερ και το πακέτο προβολών του καθενός κατεργάρη στο κινητίκ του και τελειώσαμε. Cineχίζει ακάθεκτο και το digital screening για τους ολιγότερο θεριακλήδες. Οι Καναδοί είναι πρακτικοί άνθρωποι. Μηδέν άγαν κυρία μου. Να καταργήσουν τις ουρές θέλουν. Είναι κρίσιμο δαύτο το φετινό. Με την ελπίδα ότι οι αγαπητοί συνάρχοντες Κάμερον Μπέιλι και Τζοάνα Βισέντε δε θα υποκύψουν σε λογικές «ουδέν μονιμότερον του προσωρινού» γιατί σε τέτοια περίπτωση, δηλαδή χωρίς την απαιτούμενη (γενναία) δόση κοινού, χάνεται όλη η ουσία.

Το Dear Evan Hansen (Stephen Chbosky) δαφνοστεφανωμένο από τη φρενήρη Μπρόντγουαίη πορεία του σηκώνει αυλαία του 46ου την Πέμπτη, 9 Σεπτέμβρη στο Roy Thomson το οποίο παραδοσιακά θα σηκώσει το μεγαλύτερο βάρος των προβολών με τα συνήθη TIFF Lightbox, Princes of Wales και Scotiabank Theaters. Ο συμβολισμός θεματολογικά προφανής. Ένα coming out αυτοδιάσωσης, ξεπερνώντας ο,τιδήποτε αρνητικό επέσυρε η λαίλαψ του (κι όμως είναι ακόμα εδώ) κοβιντισμού. Για το κλείσιμο, τι πιο αρμόζον από το One Second, νέα δημιουργία του Zhang Yimou για να σταλεί το μήνυμα άρσης των διαφορών με πεδίο αναφοράς το σινεμά.


Οι 10 ταινίες – Galas + 22 Special Presentations φέρνουν στο Τορόντο μια αρμάδα έτοιμη να αμολήσει βραβευτικό μπαρούτι, στο κατόπι της Βενετίας (Dune, The Power of the Dog) και το κλασικό εμβόλιμο πανηγυράκι του Telluride (Belfast, Cyrano). Εννοείται πως δε θα λείψουν τα καλούδια από τις καπνισμένες Κάννες (Titane, A Hero) καθώς και οι πακόσμιες πρεμιέρες (Charlotte, The Guilty, Dionne Warwick: Don’t Make Me Over, Lakewood). H μεταμόρφωση της Κρίστεν Στούαρτ σε λέιντι D (Spencer). Κι αν (εξόν των Dune του κεμπεκουά Βιλνούβ και The Dog της μεγάλης νεοζηλανδής Κάμπιον) δεν έχω τόση μεγάλη καϊλα για τη φετινή σοδειά, υπάρχει ένα πολύ συγκεκριμένο φιλμ που αγγίζει χορδές και ήδη έχει ξεκινήσει συζητήσεις σταδωνά τα μέρη. Πρόκειται για το Night Raiders, της Cree-Métis δημιουργού Danis Goulet. Αποικιοκρατισμός και residential schools, είναι ένα καυτό ζήτημα που διατρέχει τη χώρα, υπό το φως των προσφάτων αποκαλύψεων εκατοντάδων σκελετών κοριτσιών που μαρτύρησαν στην εκπαιδευτική κιμαδομηχανή του αγγλογενούς κολονιαλισμού για περισσότερο από έναν αιώνα μετά τις σφαγές των αληθινών κτητόρων τούτης της γης που λέγαμε κάποτε Ινδιάνους (τώρα «First Nations»). 

 Ασυζητητί και ασκαρδαμυκτί τονίζω και υπογραμμίζω κι ό,τι θες κομίζω, δηλαδή το τι: Θα το παλέψω από στρημώνα και δια ζώσης το θέμα ώστε να βγει ζουμάκι σε μια ακόμη κορονοχτυπημένη κινηματογραφική χρονιά. Το TIFF21, για τα μάτια σου μόνο, μέσα από την κατά αποκλειστικότητα φιλοξενία του Moviesltd.gr. Βρε με στο Twitter: @TakisGaris - πάμε για το δέκα(το) το καλό λέμε!

gaRis

Toronto Film Festival 2020
Περισσότερα... »

Ο Πράσινος Ιππότης (The Green Knight) Poster ΠόστερΟ Πράσινος Ιππότης
του David Lowery. Με τους Dev Patel, Alicia Vikander, Joel Edgerton, Sarita Choudhury, Sean Harris, Ralph Ineson, Kate Dickie, Barry Keoghan, Anthony Morris, Megan Tiernan, Erin Kellyman.


Θα πέσουν κεφάλια!
του Θόδωρου Γιαχουστίδη (@PAOK1969)

«ἤδη θὰ τὸ κατάλαβες οι Ἰθάκες τί σημαίνουν»...

Αυτή είναι η έκτη μεγάλου μήκους ταινία μυθοπλασίας που σκηνοθετεί ο γεννημένος στις 26 Δεκεμβρίου του 1980 στην φετινή πρωταθλήτρια πόλη του NBA, το Μιλγουόκι του Γουισκόνσιν, David Lowery. Οι προηγούμενες πέντε ταινίες του είναι οι εξής: «St. Nick» (2009), «Μείνε δίπλα μου» (Ain't Them Bodies Saints, 2013 – στην Ελλάδα βγήκε στις αίθουσες στις 13 Οκτωβρίου του 2013), «Ο Πιτ και ο δράκος του» (Pete's Dragon, 2016 – στην Ελλάδα βγήκε στις αίθουσες στις 20 Οκτωβρίου του 2016), «A Ghost Story» (2017) και «Ο κύριος και το όπλο» (The Old Man & the Gun, 2018 – στην Ελλάδα βγήκε στις αίθουσες στις 4 Οκτωβρίου του 2018). Η επόμενη ταινία του θα είναι το ντισνεϊκό «Peter Pan & Wendy», με τον Jude Law στο ρόλο του Κάπτεν Χουκ.

Ο Πράσινος Ιππότης (The Green Knight) Poster Πόστερ Wallpaper
Η ταινία έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο περασμένο φεστιβάλ των Καννών, που λόγω της πανδημίας του κορωναϊου, διεξήχθη τον περασμένο Ιούλιο. Σχετικά με την ιστορία, αντιγράφουμε από το δελτίο τύπου της ελληνικής εταιρίας διανομής: «Το πρωτότυπο ποίημα συντέθηκε το 14ο αιώνα από έναν άγνωστο ποιητή και έχει μαγέψει αναγνώστες και καλλιτέχνες για δεκαετίες με την αλλόκοτη και σουρεαλιστική του ιστορία για τον ιπποτισμό, τη μαγεία, τον πειρασμό, τη μεταμόρφωση και την αυτογνωσία. Οι στίχοι βρίθουν από συμβολισμό, αλληγορία και μυστήριο. Είναι ένα συναρπαστικό έργο με πολλά επίπεδα. Ανήκει στις ιστορίες για τον Βασιλιά Αρθούρου και τους Ιππότες της Στρογγυλής Τραπέζης και ξεχωρίζει για την αμφιλεγόμενη και πλούσια ιστορία ενηλικίωσης που ξετυλίγει. Επανεκδόθηκε το 1925 από τον Τόλκιν και έχει συναρπάσει τους αναγνώστες από τότε, κερδίζοντας τη θέση του ανάμεσα στους Αρθουριανούς θρύλους».

Η υπόθεση: Είναι Χριστούγεννα και ο βασιλιάς Αρθούρος, καλωσορίζει τους προσκεκλημένους του στη χριστουγεννιάτικη γιορτή, στο παλάτι. Και ζητάει από κάποιον να διασκεδάσει την ομήγυρη εξιστορώντας έναν μύθο ή ένα παραμύθι. Ξαφνικά, μέσα από την ομίχλη, ξεπροβάλλει η μορφή του Πράσινου Ιππότη, ενός πλάσματος που μοιάζει να προέκυψε από την ένωση ενός ανθρώπου με ένα δέντρο. Ο Πράσινος Ιππότης ψάχνει έναν εθελοντή, να του κόψει το κεφάλι με τσεκούρι. Το μόνο που ζητάει ως αντάλλαγμα είναι, η γενναία εκείνη ψυχή που θα τολμήσει, να συμφωνήσει να εμφανιστεί στο Πράσινο Παρεκκλήσι ένα χρόνο μετά, για να δεχτεί το θανατηφόρο χτύπημα από το τσεκούρι του Πράσινου Ιππότη. Την πρό(σ)κληση, χωρίς να το πολυσκεφτεί, αποδέχεται ο σερ Γκογουέιν, ο απερίσκεπτος και πεισματάρης γιος της Μόργκαν Λε Φε (που κατηγορείται ως μάγισσα) και ανιψιός του βασιλιά Αρθούρου και της Γκουινεβίρ, που για πρώτη φορά νιώθει την εύνοιά τους. 

Ο χρόνος μετά τον αποκεφαλισμό του Πράσινου Ιππότη περνάει γρήγορα. Λίγο πριν τα Χριστούγεννα ο Γκογουέιν, που εντωμεταξύ έχει μετατραπεί σε μυθικό ήρωα για τους συμπατριώτες του, φοβισμένος και ανόρεχτος, ξεκινάει το ταξίδι του για το Πράσινο Παρεκκλήσι προκειμένου να εκπληρώσει την υπόσχεσή του. Διασχίζει ένα παγερό τοπίο, συναντά πολλές αινιγματικές φιγούρες, μερικές ζωντανές, άλλες νεκρές, άλλες επικές, άλλες μεταμφιεσμένες, άλλες όχι ανθρώπινες. Δεν κάνει στιγμή πίσω καθώς η Ιπποτική Τιμή είναι έννοια ιερή μέσα στο κεφάλι του. Που, στο τέλος του ταξιδιού, κινδυνεύει να το χάσει...

Η άποψή μας: Μυστήριο τρένο αυτός ο David Lowery. Στην καριέρα του έχει ασχοληθεί με μπόλικα κινηματογραφικά είδη, με σαφή διάθεση ανανέωσης και εκσυγχρονισμού. Κι ενώ το βλέπεις πως οι ταινίες του, στα χαρτιά, έχουν εμπορικές δυνατότητες, εντέλει προκύπτουν ιδιάζουσες και παράξενες κινηματογραφικές προτάσεις, που φαντάζουν παράταιρες και ιδιόμορφες. Εδώ, πχ, στη συγκεκριμένη περίπτωση, θα μπορούσαμε να γίνουμε μάρτυρες μιας υπέροχης, φανταστικής, επικής περιπέτειας. Το υλικό δείχνει έτοιμο για μια αλά «Game of Thrones» επεξεργασία, ίσως για μια ονειροφαντασία στα χνάρια του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών» ή ακόμα ακόμα μια σύγχρονη φαντασμαγορία που τίποτα δεν θα είχε να ζηλέψει από τη δόξα του υπέροχου «Excalibur» (που, πλάκα πλάκα, έχουν περάσει 40 χρόνια από την ημερομηνία εξόδου του στους κινηματογράφους!). 

Τι λαμβάνει τελικά ο θεατής; Μια ταινία υπέροχη στο μάτι, με καταπληκτική καλλιεχνική διεύθυνση, που παραείναι χαλαρή όμως, με πολύ αργούς ρυθμούς και αρκετά κρυπτική και ερμητική σε ότι αφορά τα νοήματά της και την κινηματογραφική αφήγηση, μια ταινία εντέλει που κουράζει χωρίς να «διασκεδάζει». Τρέμω στην ιδέα των ανυποψίαστων θεατών, που θα κόψουν εισιτήριο για να δουν την ταινία, βασιζόμενοι στον τίτλο, την αφίσα (η οποία by the way, δεν ξέρω γιατί, αλλά μου προκάλεσε την αίσθηση ότι ξεπήδησε μέσα από το σύμπαν του «Σχιζοφρενή δολοφόνου με το πριόνι» - απλά, αντί για αλυσοπρίονο στον αέρα, εδώ έχουμε τσεκούρι!) ή το τρέιλερ του φιλμ. Άκλαυτοι θα πάνε! 

Κι εντάξει, το να τρολάρουν την εμπειρία τους από μέσα τους, έχει καλώς. Αν αρχίσουν τα «τι μακακία είναι αυτή ρε συ;» και τα εξωστρεφή, δηλητηριώδη σχόλια, θα συγχύσουν και τους συνειδητοποιημένους θεατές, εκείνους δηλαδή που επέλεξαν την ταινία, ακριβώς για να αφεθούν στην εμπειρία. Η ταινία είναι σαν να σκηνοθέτησε το «Willow» ο Terrence Malick κι όχι ο Ron Howard ή σαν να σκηνοθέτησε το «Krull» ο Θόδωρος Αγγελόπουλος κι όχι ο Peter Yates! Έντονο ποντάρισμα στον λυρισμό της εικόνας, φιλοσοφικές ενατενίσεις για το νόημα της ζωής, για την τιμή, για τις σχέσεις ανδρών και γυναικών, για τη φύση, την οικολογία, για τη σύγκρουση παγανισμού – χριστιανισμού, για το ταξίδι αυτογνωσίας και για την επίτευξή της μόνο μέσω δοκιμασιών και δυσκολιών, για τη ζωή με ασφάλεια και για την περιπέτεια της ζωής. 

Ο σκηνοθέτης απλώνει στα μεγαλόπρεπα κάδρα του όλα τα παραπάνω κι άλλα πολλά υπαρξιακά και κουλτουριάρικα, χωρίς να «βοηθάει» τους θεατές του με επεξηγησεις και λυσάρια, αφήνοντάς τον μόνο και έρημο να προσπαθεί να ταιριάξει τα κομμάτια του παζλ αυτής της γεμάτης κελτίλα Οδύσσειας. Ίσως αν άφηνα τον εαυτό μου να προσεγγίσει την ταινία περισσότερο συναισθηματικά και λιγότερο λογικά, να την απολάμβανα κατά πως της πρέπει. Όπως και να έχει, μένεις πραγματικά άλαλος με τη διεύθυνση φωτογραφίας, τη δουλειά που έχει γίνει στο ρεπεράζ και με τις εικόνες: από τη μυσταγωγική λήψη και την αύρα που αναδύει το δάσος, τα πλάνα του Γκογουέιν από ψηλά, να περπατάει ανάμεσα στους βάλτους, την ομιλούσα αλεπού και τους θεσπέσιους γίγαντες, μέχρι και την κατάδυση του ήρωά μας στο νερό (που ξαφνικά γίνεται πιο κόκκινο από το κόκκινο του «Μετά τα μεσάνυχτα»), έχεις πολλά να θαυμάσεις εδώ. 

Ο Dev Patel στον πρωταγωνιστικό ρόλο τα πάει περίφημα, καθώς ντύνεται εξαιρετικά την περσόνα του αντιήρωά του, του τυρανισμένου παλιόπαιδου με τις υπαρξιακές ανησυχίες. Η Alicia Vikander είναι παραδόξως ερωτική στις λίγες σκηνές του διπλού της ρόλου (αυτό που «χύνεται» στα χέρια της λίγο πριν το φινάλε, μπορεί να χαρακτηρίσει με μια λέξη ολόκληρο το νετφλιξικό «Μπέκετ», στο οποίο επίσης συμμετέχει με μικρό ρόλο) και γενικώς το καστ δείχνει συντονισμένο στο όραμα του σκηνοθέτη. Που όμως, με την τόση του αποστασιοποίηση, απομακρύνει τον θεατή. Πάντως, κερδίζει πόντους με το αλά «25η ώρα» what if του φινάλε. Όπου λοιπόν στα τελευταία 10 λεπτά της ταινίας, ενώ μέχρι αυτού του σημείου, στις δύο ώρες που προηγούνται, δεν «συμβαίνει» κάτι, συμπυκνώνεται μια ολόκληρη ζωή. Μια ζωή ασφαλής, μετρημένη, προδιαγεγραμμένη, χωρίς εκπλήξεις, τυλιγμένη και προστατευμένη από μια αδιαπέραστη, πράσινη, ζώνη αγνότητας. Να τη χέσεις τέτοια ζωή, ε;

Ο Πράσινος Ιππότης (The Green Knight) Rating
Στις δικές μας αίθουσες? Στις 9 Σεπτεμβρίου 2021 από την Tanweer!
Περισσότερα... »

Best Sellers - Trailer / Τρέιλερ Poster Το τελευταίο βιβλίο! Ένα αταίριαστο δίδυμο που πρέπει να συνεργαστεί κι ένα αγεφύρωτο χάσμα γενεών που ξεδιπλώνεται με αφορμή μία περιοδεία για την προώθηση ενός τελευταίου μυθιστορήματος είναι στην καρδιά αυτής της καλογραμμένης και ρυθμικής κωμωδίας με τον τίτλο Best Sellers, που έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο Φεστιβάλ του Βερολίνου. Πρόκειται για το σκηνοθετικό ντεμπούτο μεγάλου μήκους της ανερχόμενης και πολυτάλαντης ηθοποιού και σεναριογράφου Lina Roessler που έχει ήδη βραβευτεί για τις ταινίες μικρού μήκους της σε διεθνή φεστιβάλ (Little Whispers: The Vow). Η Λούσι έχει κληρονομήσει τον εκδοτικό οίκο του πατέρα της χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Όταν ανακαλύπτει ότι ένας ερημίτης, στρυφνός και αλκοολικός συγγραφέας, ο Χάρις Σο, χρωστάει ένα ακόμα βιβλίο στον οίκο, του απευθύνεται σε μία απεγνωσμένη προσπάθεια να σώσει την επιχείρηση. Η συγκυρία φαίνεται να την ευνοεί, καθώς ο Χάρις χρωστάει λεφτά και τυχαίνει να έχει έτοιμο ένα καινούριο βιβλίο, το οποίο μισεί. Η Λούσι εκστασιάζεται μέχρι που ανακαλύπτει ότι το συμβόλαιο του Χάρις δεν επιτρέπει σε κανέναν να επιμεληθεί το έργο του. Ως αντάλλαγμα, τον πείθει να κάνουν προωθητική περιοδεία. Έτσι ξεκινάει μία κολασμένη τουρνέ, όπου η φήμη δεν συνεπάγεται περιουσία και η κληρονομιά, που προσπαθεί η Λούσι να περισώσει, κρύβει μυστικά έτοιμα να αποκαλυφθούν.

Best Sellers - Trailer / Τρέιλερ Movie

O δύο φορές βραβευμένος με Όσκαρ θρυλικός Michael Caine (Η Χάνα και οι Αδελφές της, Θέα στο Ωκεανό) είναι ο ιδανικός πρωταγωνιστής σε αυτή την ξεκαρδιστική κωμωδία δρόμου με συμπρωταγωνίστρια την ταλαντούχα Aubrey Plaza (TV Parks and Recreation).

Στις δικές μας αίθουσες? Στις 9 Σεπτεμβρίου 2021 από την Tanweer!

Περισσότερα... »

After: Μετά την πτώση (After We Fell) PosterAfter: Μετά την πτώση
της Castille Landon. Με τους Josephine Langford, Hero Fiennes Tiffin, Louise Lombard, Rob Estes, Arielle Kebbel, Chance Perdomo, Frances Turner, Kiana Madeira, Carter Jenkins, Mira Sorvino.

Ενώνονται, χωρίζουν, ενώνονται, χωρίζουν!
του zerVo (@moviesltd)

Έχω την αίσθηση, μετά από την παρακολούθηση και του τρίτου κομματιού αυτού του σινέ σήριαλ, πως τα πράγματα δεν έχουν πάει για την παραγωγή κατά πως θα τα περίμενε. Τουλάχιστον όχι, όσο φιλόδοξα τα ονειρευόταν, όταν αποφάσιζε να μεταφέρει στην μεγάλη οθόνη, μια από τις μεγαλύτερες εκδοτικές επιτυχίες της τελευταίες δεκαετίας, ειδικά για την γύρω στην εφηβεία ηλικιακή ομάδα, του After της Anna Todd. Μπορεί μέχρι στιγμής το κόστος των πρώτων δύο επεισοδίων - από 14 εκατομμύρια το καθένα - να έχει γυρίσει στα ταμεία της Voltage Pictures τετραπλάσιο νούμερο, σε καμία περίπτωση όμως ο τίτλος δεν κάνει το αναμενόμενο γκελ στο ευρύτερο κοινό. Με το νέφος της αδιαφορίας να σκεπάζει το πρότζεκτ, ελάχιστα πριν την έλευση του τέταρτου και τελευταίου, φαντάζομαι, τεύχους, δεν μου μοιάζει και τόσο τυχαίο που η ποιοτική του διαδρομή έχει φθίνουσα πορεία

After: Μετά την πτώση (After We Fell) Quad Poster
Τα πάντα στην επαγγελματική καριέρα της ομορφούλας Τέσσα Γιανγκ πηγαίνουν καλύτερα και από ότι τα είχε προγραμματίσει, καθώς ο εκδοτικός οίκος Βανς, όπου εργάζεται, για να ανταμείψει την ικανότητα της, θα της προτείνει προαγωγή, με μία βασική όμως προϋπόθεση. Να εγκαταλείψει την πόλη της και να μεταβεί στα κεντρικά γραφεία της επιχείρησης, στο Σιάτλ, για να αναλάβει τα καινούργια της καθήκοντα. Όνειρο ζωής αυτό για την ονειροπόλα νεαρή, που όμως έχει να ξεπεράσει ένα βασανιστικό αγκάθι. Τον ερωτικό δεσμό της με τον λατρεμένο της Χάρντιν Σκοτ, που μπορεί να περνάει διαρκώς από χίλια μύρια κύματα μα πάντοτε διατηρείται ζωντανός χάρη στο πάθος που δείχνουν οι δύο ερωτευμένοι. 

Εκείνος, εκρηκτικός και απρόβλεπτος, θα αντιδράσει έντονα στην απόφαση της να φύγει μακριά του, αρπάζοντας την ευκαιρία που της δίνεται. Εκείνη, συγκαταβατική και πιο υποχωρητική, θα παλέψει να διατηρήσει τις ισορροπίες, επιθυμώντας να μην απωλέσει ούτε το εργασιακό της πόστο, ούτε την αγκαλιά του αγαπημένου της. Η αναπάντεχη άφιξη, σχεδόν μια δεκαετία μετά την φυγή του από το σπίτι, του αλκοολικού και προβληματικού πατέρα της, θα ορίσει ακόμη ένα εμπόδιο στην εξέλιξη της. 

Υπό κανονικές συνθήκες, ο καθένας συνάπτει δεσμό με τον άνθρωπο που επιλέγει, προκειμένου να περνά καλά, να είναι ευτυχισμένος, να νιώθει πλάι του ασφάλεια, να το χαίρεται βρε αδελφέ, ακόμη κι αν υπάρχουν τα φυσιολογικά κύματα στην διαδρομή του ζευγαριού. Εδώ μου δόθηκε η εντύπωση πως οι δύο νέοι, έχουν κάνει σχέση για τους ακριβώς αντίθετους της λογικής λόγους. Αφού βρίσκονται διαρκώς σε ρήξη, τα μούτρα βασιλεύουν και υπάρχει διάχυτη η αίσθηση πως ο χωρισμός είναι πολύ κοντά. Κι όμως με έναν μαγικό τρόπο, μονομιάς από εκεί που νομίζει πως πάει, πάπαλα, νάσου ξανά φιλιούνται κι αγκαλιάζονται και άντε πάλι από την αρχή. 

Διχόνοια που κατά κύριο λόγο πηγάζει από την στάση του, εκ πρώτης όψης ιδανικού για παρτενέρ, Χάρντιν, που και χωστός είναι και γοητευτικός και επαναστάτης και φέρει στο κορμί του καμιά εικοσαριά τατουάζ, για να κάνει το εφέ στα κοριτσάκια. Μόνο που συνάμα είναι και εγωιστής και απότομος και ζηλιάρης και εριστικός. Συνέπεια τούτου είναι η κοπελιά της ιστορίας μας, ούτε την δουλειά της να μπορεί να κάνει σωστά, ούτε να μιλήσει με τον οποιονδήποτε δεν εγκρίνει ο καλός της, ούτε τον καημένο μπαμπά της περιθάλψει από το πεζοδρόμιο, ως οφείλει. Θα πάρει για δώρο την μουρτζούφλα του μορφονιού.

Αυτή τη διαρκή ρομαντζαδουρική ανεβοκατεβασιά, όμως, ολοκληρωμένη κινηματογραφική πρόταση δεν μπορείς να την αποκαλέσεις. Με νορμάλ χρονόμετρο, το After We Fell δεν θα κρατούσε περισσότερο από ένα εικοσάλεπτο, αφού στην συντριπτική του διάρκεια δεν συμβαίνει το παραμικρό που θα ωθήσει την πλοκή, έστω και μισό βήμα εμπρός. Οι αμέτρητες ερωτικές σκηνές, του τύπου βίντεο κλιπ, διανθισμένες με αγαπησιάρικα τραγουδάκια, στην πισίνα, στο γυμναστήριο, στην κουζίνα, στην βεράντα, παντού εν ολίγοις, είναι εκείνες που ξεχειλώνουν την κλεψύδρα, μπας και φτάσει την μιάμιση ώρα και ανανεωθεί το ραντεβού μέχρι το επόμενο τσάπτερ και το, άιντε να πηγαίνουμε σπίτια μας, φινάλε.

Δεν έχω διαβάσει γραμμή από τους ογκώδεις τόμους των Άρλεκιν της Todd, μα μου είναι αδιανόητο να πιστέψω πως στις χιλιεςτόσες σελίδες τους, απλώς ανακυκλώνουν την περιγραφή ενός έρωτα δίχως αύριο, τόσο τοξικού, ώστε να σε εντυπωσιάζει το πως παραμένει ακόμη εν ζωή. Για τρίτη φορά πάντως, η χαριτωμένη μινιμάλ Josephine Langford, κερδίζει στα ερμηνευτικά σημεία τον καβαλιέρο της, Hero Fiennes Tiffin, που δεν κάνει τίποτα περισσότερο από το να μοιράζει μπουνιές και αγριοκοιτάγματα, σε όποιον δεν του κάθεται καλά η φάτσα του. Και ενδιαμέσως, ολοσχερώς αντιφατικά και κυκλοθυμικά, τρυφερές αγκαλίτσες και φιλάκια. Νοιάξιμο για τον θεατή μηδενικό, πάμε παρακάτω, όπου μας καρτερεί η ύστατη και οριστική Πτώση.

After: Μετά την πτώση (After We Fell) Rating
Στις δικές μας αίθουσες? Στις 2 Σεπτεμβρίου 2021 από την Spentzos Films!
Περισσότερα... »

Τρυφερέ μου Ταυρομάχε  (Tengo Miedo Torero / My Tender Matador) Poster ΠόστερΤρυφερέ μου Ταυρομάχε
του Rodrigo Sepúlveda. Με τους Alfredo Castro, Leonardo Ortizgris, Julieta Zylberberg, Amparo Noguera, Sergio Hernández, Luis Gnecco, Ezequiel Díaz, Paulina Urrutia.


Επανάσταση από όλους και για όλους
του Θόδωρου Γιαχουστίδη (@PAOK1969)

"Ρούχα μαζί που πλύθηκαν/ κι έχουνε γίνει ροζ"

Αυτή είναι η τέταρτη μεγάλου μήκους ταινία μυθοπλασίας που σκηνοθετεί ο γεννημένος στις 10 Οκτωβρίου του 1959 στο Σαντιάγο της Χιλής, Rodrigo Sepúlveda. Οι προηγούμενες τρεις ταινίες του είναι οι εξής: «Un Ladrón y su Mujer» (A Thief and His Wife, 2002), «Padre Nuestro» (2005) και «Aurora» (2014). Έχει σκηνοθετήσει κι αρκετές μικρού μήκους ταινίες, τηλεοπτικές σειρές και το μεγάλου μήκους ντοκιμαντέρ «La tribu de las palabras» (2002).

Τρυφερέ μου Ταυρομάχε (Tengo Miedo Torero / My Tender Matador) Poster Πόστερ Wallpaper
Η ταινία έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο περασμένο φεστιβάλ των Καννών, που λόγω της πανδημίας του κορωναϊου, διεξήχθη τον περασμένο Ιούλιο. Το σενάριο της ταινίας βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Pedro Lemebel, ενός ανοιχτά γκέι Χιλιανού συγγραφέα και queer icon, ο οποίος πέθανε το 2015. Το βιβλίο του πρωτοκυκλοφόρησε στη Χιλή το 2001. Η ταινία έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της τον Σεπτέμβριο του 2020, στο φεστιβάλ Βενετίας, όπου συμμετείχε στο τμήμα «Giornate degli Autori» ενώ η πανελλήνια πρεμιέρα της έγινε στο περασμένο (διαδικτυακό) φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, όπου κέρδισε το βραβείο κοινού στο τμήμα «Ανοιχτοί Ορίζοντες».

Η υπόθεση: Χιλή, τέλη της δεκαετίας του ’80. Η χώρα βρίσκεται μέσα σε ένα κλίμα πολιτικού αναβρασμού και κυβερνάται στυγνά από την σκληρή δικτατορία του Πινοσέτ. Σε μια υποβαθμισμένη συνοικία του Σαντιάγο ζει μια γερασμένη, φτωχή, τρανς γυναίκα. Κανένας δεν γνωρίζει το όνομά της, η ίδια χρησιμοποιεί κατά το δοκούν ένα σωρό ψευδώνυμα, γενικά πάντως είναι γνωστή ως «Η Τρελή της Γωνίας». Η «Τρελή» βγάζει τα προς το ζην αναλαμβάνοντας να κάνει κεντήματα για τις συζύγους υψηλόβαθμων στρατιωτικών της χούντας και με αρπαχτές στα σινεμά της περιοχής που δείχνουν τσόντες. 

Μια νύχτα, καθώς διασκεδάζει σε ένα μαγαζί μαζί με άλλες queer φίλες της, γίνεται έφοδος των στρατιωτικών στο μαγαζί, η βασική περφόρμερ δολοφονείται από αυτούς και ακολουθεί ο κακός χαμός. Τη «Τρελή» θα σώσει ο Κάρλος, ένας εντελώς αρρενωπός και τελείως ετεροφυλόφιλος Μεξικάνος. Μετά από αυτό, ο Κάρλος θα ζητήσει από την «Τρελή» να φυλάξει κάποια κουτιά στο σπίτι της. Τα κουτιά υποτίθεται ότι περιέχουν «απαγορευμένα βιβλία». Στην πραγματικότητα όμως περιέχουν όπλα έτοιμα να χρησιμοποιηθούν για τη σχεδιαζόμενη δολοφονία του δικτάτορα Αουγούστο Πινοσέτ. Μια ξεχωριστή σχέση γεμάτη έρωτα, πόνο, ελπίδες και μπολερό θα ξεκινήσει. Κι ένας άνθρωπος απολιτίκ, που κανείς δεν τον λογαριάζει, όχι μόνο θα συνειδητοποιηθεί αλλά θα αντισταθεί.

Η άποψή μας: Τούτη είναι μια ταινία από αυτές που δεν γίνεται να μην σου αρέσουν. Μια ταινία γεμάτη ανθρωπιά, φτιαγμένη για μεγάλο κοινό, χωρίς να ξεπουλιέται με φτηνά κόλπα, πετυχαίνει όλες τις σωστές νότες και βγάζει μια μελωδία γλυκύτατη, που δεν μπορεί να σε αφήσει αδιάφορο. Ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του σκηνοθέτη είναι το πως παρουσιάζει την τρανς Λόκα. Ένας χαρακτήρας επινοημένος από τον ίδιο, μιας που δεν υπάρχει μέσα στο βιβλίο, απόλυτα τρισδιάστατος, που κουβαλάει με άνεση στην πλάτη του όλη την ταινία. Βεβαίως, έχει την ευτυχία να τον υποδύεται ένας από τους κορυφαίους ηθοποιούς της Λατινικής Αμερικής – τι λέω, ένας από τους καλύτερους ηθοποιούς του κόσμου: ο Alfredo Castro. 

Στην περίπτωση τούτης της ταινίας δεν έχουμε καταστάσεις ανάλογες πχ με το «Παιχνίδι των λυγμών» ή με το «Μια φανταστική γυναίκα» ή ακόμα ακόμα με το ελληνικό «Στρέλλα», όπου ο πρωταγωνιστικός queer χαρακτήρας τονίζει τη θηλυκή του πλευρά, σε σημείο «ξεγελάσματος» του θεατή: αυτό που βλέπεις σ' αυτές τις ταινίες είναι γυναίκα. Σε τούτη την ταινία, ο Castro είναι καταπληκτικός ακριβώς επειδή είναι γυναίκα μέσα του αλλά δεν μπορεί να είναι γυναίκα εξωτερικά: τα αραιά, μακριά μαλλιά του και η κατατομή του προσώπου του σε καμία περίπτωση δεν οδηγούν το κοινό στο να μπερδευτεί, ότι βλέπει μια γυναίκα στο πανί. Και η συνεργασία σκηνοθέτη – πρωταγωνιστή, οδηγούν σε έναν χαρακτήρα που τον βλέπεις και τον καταλαβαίνεις και νιώθεις την κατάστασή του. 

Δεν γίνεται προσπάθεια «εκμετάλλευσης» ή μείωσης του χαρακτήρα ή γαργάλισμα με camp επιτήδευση. Η «Τρελή» (Λόκα) είναι μια ανορθογραφία για την κοινωνία της Χιλής, ένα μίασμα για το καθεστώς, που όμως γίνεται αποδεκτή από όλους όσοι τη γνωρίζουν, ακριβώς επειδή βλέπουν την αλήθεια της. Είναι απολιτίκ επειδή γνωρίζει πως η στάμπα του τρανς της εξασφαλίζει εξοστρακισμό τόσο από τους χουντικούς όσο και από τους κομουνιστές (είναι σίγουρη γι' αυτό). Κι έχει την εξυπνάδα και το ένστικτο να καταλάβει πως ο Κάρλος την χρησιμοποιεί για τους δικούς του σκοπούς. Όμως, συναρπάζεται από την ίντριγκα και δίνει στον εαυτό της το δικαίωμα να παρασυρθεί από το παραμύθι. Γιατί, ναι, τον γουστάρει τον Κάρλος. Που της φέρεται τρυφερά, ως αληθινός τζέντλεμαν. 

Και ναι, η ταινία δείχνει τη σταδιακή πολιτική αφύπνισή της: η σκηνή όπου η Λόκα, για πρώτη φορά, ξεπερνάει τον φόβο της και περπατάει όρθια, με ψηλά το κεφάλι και αγέρωχη ανάμεσα σε φαντάρους που επιχειρούν να καταστείλουν μια συγκέντρωση, είναι από τις σπουδαιότερες της ταινίας. Το ξέρει πως ο έρωτάς της για τον Κάρλος είναι αδύνατον να ολοκληρωθεί αλλά κι αυτή, όπως και ο Κάρλος, θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο, την πραγματικότητα γύρω τους. Να τον κάνουν καλύτερο για όλους τους καταπιεσμένους. Απλώς, οι δρόμοι που επιλέγουν είναι διαφορετικοί, σίγουρα πάντως κάπου τέμνονται. Και ίσως να μπορούν να πορευτούν παράλληλα. 

Η σχέση Λόκα – Κάρλος, μου θύμισε κάπως τη σχέση William Hurt και Raul Julia στην ταινία «Το φιλί της γυναίκας αράχνης» του Hector Babenco, όπου το σενάριο βασίζονταν σε βιβλίο του Αργεντίνου Manuel Puig. Μοναξιά, πολιτική, κοινωνία, ποδόσφαιρο (ναι, δεν γίνεται να λείπει αυτό το κάτι παραπάνω από παιχνίδι σπορ) σταμπάρισμα, περιγράφονται υπέροχα σε μια ταινία που ξεχειλίζει ζεστασιά και ανθρωπιά.

Τρυφερέ μου Ταυρομάχε (Tengo Miedo Torero / My Tender Matador) Rating
Στις δικές μας αίθουσες? Στις 2 Σεπτεμβρίου 2021 από την Cinobo!
Περισσότερα... »

Annette Poster ΠόστερAnnette
του Leos Carax. Με τους Adam Driver, Marion Cotillard, Simon Helberg, Devyn McDowell, Russell Mael, Ron Mael.


Τρικυμία...
του Θόδωρου Γιαχουστίδη (@PAOK1969)

Ένα μιούζικαλ των Sparks χωρίς... σπίθες

Αυτή είναι μόλις η έκτη μεγάλου μήκους ταινία του γεννημένου στις 22 Νοεμβρίου του 1960 στην πόλη Suresnes στα περίχωρα των Παρισίων, δημιουργού. Η φιλμογραφία του έχει ως εξής: «Boy Meets Girl» (1984), «Η δική μας νύχτα» (Mauvais sang, 1986), «Οι εραστές της γέφυρας» (Les Amants du Pont-Neuf, 1991), «Pola X» (1999) και «Holy Motors» (2012). Πέρασαν δηλαδή εννιά ολόκληρα χρόνια από την προβολή της προηγούμενης ταινίας του μέχρι την έξοδο της τελευταίας του. Τούτη η ταινία αποτελεί την πρώτη του στην οποία κυρίαρχη γλώσσα είναι τα αγγλικά και η δεύτερη στην οποία δεν πρωταγωνιστεί ο Denis Lavant. Α, και η πρώτη στην οποία το υλικό πάνω στο οποίο βασίζεται, δεν είναι δικό του...

Annette Poster Πόστερ Wallpaper
Η ταινία έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο περασμένο φεστιβάλ των Καννών, που λόγω της πανδημίας του κορωναϊου, διεξήχθη τον περασμένο Ιούλιο. Η προβολή του «Annette» σήμανε την επίσημη έναρξη του φεστιβάλ. Και όντας μία από τις ταινίες του διαγωνιστικού τμήματος, τιμήθηκε τελικά με το βραβείο σκηνοθεσίας. Αρχικά, το «Annette» το συνέλαβαν οι αδελφοί Mael, οι Sparks δηλαδή, ως μουσικό άλμπουμ, ως μια όπερα, την οποία θα παρουσίαζαν live κατά τη διάρκεια περιοδείας ανά τον κόσμο. Ο Leos Carax είχε χρησιμοποιήσει τραγούδι των Sparks στο «Holy Motors» κι όταν τους συνάντησε στις Κάννες το 2012, αποφάσισαν πως κάποια στιγμή το όραμα των Sparks θα γινόταν κινηματογραφική ταινία. Τα γυρίσματα ξεκίνησαν τον Αύγουστο του 2019 και η ταινία υπολογιζόταν να είναι έτοιμη για το φεστιβάλ των Καννών του 2020. Εντέλει, ενέσκηψε η πανδημία και μια σειρά από αναποδιές, για να φτάσει να κάνει πρεμιέρα πριν δύο μήνες.

Η υπόθεση: Ο Henry McHenry είναι ένας πολύ πετυχημένος stand-up κωμικός. Οι παραστάσεις του δίνονται μπροστά σε γεμάτες αίθουσες, με το κοινό ολοφάνερα να τον λατρεύει. Ο Henry είναι προβοκάτορας και τα σόου του συχνά παίζουν με τις προσδοκίες και τα συναισθήματα του κοινού. Θέλει να κάνει το κοινό να γελάει: είναι ο μοναδικός τρόπος για να του παραδοθούν οι θεατές. Δίνοντας παραστάσεις στο Λος Άντζελες, ο Henry γνωρίζει κι ερωτεύεται την Ann Desfranoux, μια διάσημη τραγουδίστρια όπερας. Κι εκείνη με τη σειρά της γεμίζει τα θέατρα όπου εμφανίζεται και με τη φωνή της μαγεύει τους πάντες. Οι δυο τους είναι βαθύτατα ερωτευμένοι. 

Πολύ σύντομα παντρεύονται και ο καρπός του έρωτά τους είναι η Annette, ένα κοριτσάκι που φαίνεται σαν μαριονέτα φτιαγμένη από ξύλο, όλοι όμως της συμπεριφέρονται ως κανονικό παιδί. Η πατρότητα φοβίζει τον Henry: νιώθει πως κάτι δεν πηγαίνει καλά. Και η Ann, ενώ είναι πολύ ερωτευμένη μαζί του, νιώθει πως δεν τον γνωρίζει όσο θα έπρεπε. Κατά τη διάρκεια μιας ακόμα προβοκατόρικης εμφάνισής του, ο Henry λέει κάτι, που θα το μετανιώσει πικρά. Η καριέρα του θα πάρει την κάτω βόλτα την ίδια ώρα που η καριέρα της Ann φτάνει στον κολοφώνα της. Μια βόλτα με γιοτ που υποτίθεται πως θα βελτίωνε τα πράγματα ανάμεσά τους, παίρνει μια τραγική τροπή εν μέσω καταιγίδας. Και η Annette θα κληθεί να ακολουθήσει το ξεχωριστό της πεπρωμένο...

Η άποψή μας: Καλές οι πρωτοπορίες αλλά επιτρέπεται, κάτι, που κουβαλάει αμά τη εμφανίσει τη σφραγίδα του αριστουργήματος, να μην σου αρέσει. Τόσο απλά. Κι όχι, δεν είναι μομφή αυτή σου η αντίδραση απέναντι σε όσους θα λατρέψουν την ταινία. Ούτε προβοκατόρικα πας κόντρα στο ρεύμα, γιατί έτσι ή γιατί μπορείς. Όχι. Live and let die. Όλα καλά. Προσωπικά, με τον Leos Carax δεν μπορώ να πω πως ταιριάζουν τα χνώτα μας. Εντάξει, λατρεύω τους «Εραστές της γέφυρας» αλλά με το «Holy Motors» δεν συντονίστηκα: μόνο η σκηνή με τα ακορντεόν μου είπε κάτι, με ξεσήκωσε, με μάγεψε. Μια σκηνή όπου η αισθητική, η ενορχήστρωση και η εκτέλεση, είχαν κάποιο νόημα. 

Η τελευταία ταινία Carax δεν είναι ένα ερμητικά κλειστό γριφώδες σύμπαν. Ίσα – ίσα, αν έλειπαν κάποιες «παραξενιές» θα μιλούσαμε για μια από τις πιο βατές του ταινίες. Ένα μιούζικαλ, που αφηγείται κυρίως μια ιστορία απόλυτης αγάπης ενώ παράλληλα καταπιάνεται με τον κόσμο του θεάματος, τη χειραγώγηση του κοινού, την έννοια της φήμης και της δόξας, τον υπέρμετρο εγωισμό ανθρώπων της σόου μπίζνες, την εκμετάλλευση, το parenting, κτλ κτλ. Οι στίχοι των τραγουδιών είναι απλοί, στο όριο του απλοϊκού και του corny και η μουσική των Sparks αξίζει μεν τον κόπο (και είναι σαφώς εκτιμητέα, ιδίως από τους οπαδούς του ντουέτου, που παράγει μουσική και τραγούδια εδώ και 50 χρόνια, μιας που το πρώτο τους άλμπουμ κυκλοφόρησε το 1971!!!) αλλά ηχεί λίγο παράξενα για μιούζικαλ. 

Οι ηθοποιοί λένε τα λόγια τους και σε πρόζα και άδοντας και εν πάση περιπτώσει, αν μη τι άλλο, ο θεατής δεν ξύνει το κεφάλι του από αμηχανία επειδή δεν μπορεί να «ερμηνεύσει» τα όσα διαδραματίζονται επί της μεγάλης οθόνης. Απλά, στην περίπτωσή μου τουλάχιστον, δεν με συνεπήρε το θέαμα, τα θέματα, η ταινία. Η αισθητική χτυπάει υψηλές επιδόσεις. Να τα λέμε κι αυτά. Η έξοδος της Cotillard από το «πραγματικό» σε ένα δάσος, είναι μαγική. Ολόκληρο το τμήμα της ταινίας που λαμβάνει χώρα κατά τη διάρκεια της τρικυμίας είναι εντυπωσιακό στο μάτι – από εκεί και η υπέροχη πραγματικά αφίσα της ταινίας. Και υπάρχουν και οι εμμονές του Carax: το χαρακτηριστικό πράσινο χρώμα, το λεοσκαραξί, ποτίζει από την ρόμπα του Driver μέχρι την αυλαία. Η Cotillard, όσο εμφανίζεται στην ταινία, έχει δίπλα της ένα κόκκινο μήλο – άλλοτε δαγκωμένο κι άλλοτε όχι – σαν μια άλλη Εύα, που οδηγεί τον Henry στο Προπατορικό Αμάρτημα (;). 

Γιατί, ναι, αυτή η ταινία μπορεί να βαφτίστηκε Annette αλλά είναι μια ταινία για τον Henry. Κι ευτυχώς για την ταινία που υπάρχει αυτός ο ερμηνευτικός οδοστρωτήρας με το όνομα Adam Driver και δίνει νόημα για την ύπαρξή της ακόμα και για εκείνους που όλο το υπόλοιπο δεν τους αγγίζει με οποιονδήποτε τρόπο. Ο Driver δίνεται με όλο του το είναι, ψυχί τε και σώματι, στην ερμηνεία του και πετυχαίνει ερμηνευτικό άθλο, σε έναν ρόλο παρ' όλα αυτά μονοδιάστατο και κλισαρισμένο. Και, δυστυχώς, η «χημεία» του με την Cotillard δεν πείθει, ακόμα κι αν επιδίδονται σε μια σκηνή αιδιολειχίας, βγαλμένης θαρρείς από τις «Πενήντα αποχρώσεις του γκρι» - απλά, τραγουδιστά. 

Κι έχει κι άλλες, μπόλικες αστοχίες η ταινία. Ανάμεσά του πχ θα μπορούσαμε να παραθέσουμε την αναφορά στο κίνημα metoo, που γίνεται εντελώς επιδερμικά και ξεκούδουνα. Ή τις κακοσκηνοθετημένες σκηνές του «κοινού». Ή τη σκηνή που η Annette κατηγορεί τον πατέρα της – και την κοινωνία – ως ένας άλλος Βασιλάκης Καϊλας. Ή το γεγονός ότι άλλες σκηνές τραβάνε σε μήκος (όλες οι περφόρμανς του Henry) κι άλλες κρατάνε τόσο λίγο. Ή ότι ο ενδιαφέρον ρόλος του Conductor εντέλει μένει ανεκμετάλλευτος. Αλλά και τι να λέει; Μεγαλεπήβολο και φανφαρόνικο το «Annette» μπορεί να κάνει γκελ σε μια μερίδα φανατικών σινεφίλ, δύσκολα όμως νομίζω πως θα αγαπηθεί από οποιονδήποτε – κι ας το προσπαθεί τόσο μα τόσο πολύ.

Annette Rating
Στις δικές μας αίθουσες? Στις 2 Σεπτεμβρίου 2021 από την Weird Wave!
Περισσότερα... »