Δυστυχώς βρίζω
του Kirk Jones. Με τους Robert Aramayo, Scott Ellis Watson, Maxine Peake, Shirley Henderson, Peter Mullan, Anthony Capaldi, Χριστίνα Μοδέστου.
"Spunk for milk"
γράφει ο Θόδωρος Γιαχουστίδης(@PAOK1969) 
Πέσ' τα βρωμόστομε!
Αυτή είναι η έκτη μεγάλου μήκους ταινία που σκηνοθετεί ο γεννημένος στο Μπρίστολ στις 31 Οκτωβρίου του 1964, Kirk Jones. Η φιλμογραφία του ως τώρα έχει ως εξής: «Οι λοττο... φάγοι» (Waking Ned, 1998), «Νάνι ΜακΦί: Η μαγική νταντά» (Nanny McPhee, 2005), «Είναι όλοι τους καλά» (Everybody's Fine, 2009), «Τι να περιμένεις όταν είσαι έγκυος» (What to Expect When You're Expecting, 2012) και «Γάμος αλά ελληνικά 2» (My Big Fat Greek Wedding 2, 2016).
Η ταινία έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο φεστιβάλ του Τορόντο, ενώ ξεκίνησε να προβάλλεται στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία στις 10 Οκτωβρίου του 2025. Με μπάτζετ 5 εκατομμύρια λίρες, οι εισπράξεις της στα Βρετανικά Νησιά ξεπέρασαν τα 6.5 εκατομμύρια λίρες. Ήταν υποψήφια για πέντε βραβεία BAFTA (τα βρετανικά Όσκαρ) κατορθώνοντας τελικά να τιμηθεί με τρία: καλύτερης ανδρικής ερμηνείας (για τον Robert Aramayo), ανερχόμενου αστέρα (για τον Robert Aramayo) και κάστινγκ.
Η υπόθεση: Εδιμβούργο, 2019: Ο Τζον Ντέιβιντσον βραβεύεται από τη βασίλισσα Ελισάβετ. Πριν τη βράβευση, ο Τζον είναι αγχωμένος και ρίχνει ένα «Fuck the Queen»! Δεν είναι αντιμοναρχικός: απλά, πάσχει από το Σύνδρομο Τουρέτ, μια ανίατη (έως σήμερα) ασθένεια, ένα από τα βασικά συμπτώματα της οποίας είναι η ακατάσχετη υβρεολογία... Όλα ξεκίνησαν το 1983: Ο 12χρονος τότε Τζον ζούσε με την οικογένειά του στην πόλη Γκαλασίελς, στη Σκοτία. Είχε ταλέντο ως τερματοφύλακας και το μόνο που ήθελε ήταν μια καριέρα ως ποδοσφαιριστής. Εντελώς ξαφνικά, όμως, άρχισε να εμφανίζει τικ, να βρίζει χωρίς φαινομενικά να υπάρχει λόγος και να κάνει μη ελεγχόμενες παρορμητικές κινήσεις. Τότε δεν ήξερε πως έπασχε από το Σύνδρομο Τουρέτ.
Έτσι κι αλλιώς την εποχή εκείνη δεν υπήρχε αρκετή γνώση σχετικά με το συγκεκριμένο Σύνδρομο, οπότε ο Τζον όχι απλώς δεν είχε την απαιτούμενη βοήθεια, αλλά βίωσε την απόρριψη και την περιθωριοποίηση. Οι γονείς του χώρισαν και η μητέρα του δεν τον αποδέχτηκε ουσιαστικά ποτέ. Κι έπρεπε να ενηλικιωθεί ο Τζον και να συναντηθεί, ενήλικας πλέον, με έναν παιδικό του φίλο, η μητέρα του οποίου, (νοσοκόμα πάσχουσα με μη ιάσιμο καρκίνο), να τον πάρει ουσιαστικά υπό την προστασία της και να τον στηρίξει ώστε να κοινωνικοποιηθεί, να βρει δουλειά και να μετατραπεί σε πρεσβευτή του Συνδρόμου Τουρέτ, βοηθώντας συνασθενείς του κι ελπίζοντας σε μια θεραπεία...
Η άποψή μας: Κάποτε, το βρετανικό σινεμά παρήγαγε με το τσουβάλι ταινίες όπως τούτη εδώ: ταινίες δηλαδή για το μεγάλο κοινό (τα λεγόμενα crowd-pleasers), που συνδύαζαν το χιούμορ με τη συγκίνηση, σχολιάζοντας παράλληλα ένα μείζον ή έλασσον κοινωνικό ζήτημα. Πάρτε μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα: «Small Faces» (1995), «Οι βιρτουόζοι» (Brassed Off, 1996), «Άνδρες με τα όλα τους» (The Full Monty, 1997), «Μπίλι Έλιοτ: Γεννημένος χορευτής» (Billy Elliot, 2000), «Τα κορίτσια του ημερολογίου» (Calendar Girls, 2003). Κατά μία έννοια, έτσι ξεκίνησε και ο Kirk Jones: «Οι λοττο... φάγοι» μπορούν να ενταχθούν σε αυτήν την παρέα ταινιών.
Μετά την πρώτη του ταινία, όμως, ο Jones φαίνεται να έχασε το δρόμο του, με... αποκορύφωμα «ταινία χωρίς πυξίδα» το ανεκδιήγητο «Γάμος αλά ελληνικά 2», όπου η ανάγκη και η πίεση για επανάληψη της τρομερής επιτυχίας της πρώτης ταινίας με τη σεναριακή υπογραφή της Νία Βαρδάλος, οδήγησε σε μια παταγώδη αποτυχία, τόσο εμπορικά, όσο και καλλιτεχνικά. Πάντως, τα 9 χρόνια που έχουν περάσει από την τελευταία του ταινία φαίνεται πως ήταν αρκετά για τον σκηνοθέτη ώστε να ξαναβρεί το δρόμο του. Και να επιστρέψει στις ρίζες του κατά πως φαίνεται. «I Swear» λοιπόν: ένας τίτλος που στα αγγλικά μπορεί να λογιστεί ως λογοπαίγνιο, μιας που από τη μια σημαίνει «Βρίζω» και από την άλλη «Ορκίζομαι».
Στην περίπτωση του Τζον Ντέιβιντσον, στη σκηνή του δικαστηρίου, το μπλέξιμο του (αναγκαστικού) όρκου με την (ανεξέλεγκτη) βρισιά παραλίγο να του στοίχιζαν την παραμονή στην ψυρρού, για ασέβεια! Φανταστείτε να είστε στη θέση του Τζον λοιπόν: να μην μπορείτε να φλερτάρετε, να φτύνετε το φαγητό σας, να κινδυνεύετε να φάτε ξύλο λόγω παρεξηγήσεων, να χτυπάτε άθελά σας κόσμο εξαιτίας ακούσιων κινήσεων. Να θέλεις τόσο πολύ να ανήκεις κάπου και να μην μπορείς, καθώς ξεχωρίζεις για όλους τους λάθος (εντάξει, «λάθος») λόγους. Το κλασικό πρόβλημα λοιπόν: «αν δεν μπεις στο κοπάδι/ πίσσα και πούπουλα». Ναι αλλά ο Τζον ΘΕΛΕΙ να μπει στο κοπάδι. Η πίσσα και τα πούπουλα κολλάνε επάνω του επειδή δεν μπορεί να παίξει με τους κανόνες του κοπαδιού. Είναι παράξενος, δεν ταιριάζει, βρίζει, ασχημονεί, η ίδια του η μάνα δεν τον αντέχει, έλεος κάπου. Αν δεν γνωρίζεις κάτι, το φοβάσαι, το απομονώνεις, το διώχνεις. Και να πω την αμαρτία μου, είναι δύσκολο πράγμα να συνυπάρχεις με κάποιον τόσο διαφορετικό. Είναι; Χμ.
Όπως μας δείχνει ο χαρακτήρας της νοσοκόμας, όχι, δεν είναι, ακόμα κι όταν της δίνει μία (χωρίς να το θέλει) και την σακατεύει. Όπως μας δείχνει ο χαρακτήρας του επιστάτη (πάντα υπέροχο να βλέπεις τον Peter Mullan σε ταινία: αυτομάτως της δίνει μια επιπλέον αίσθηση ανθρωπίλας – ανθρωπιάς), ακόμα κι όταν τον φέρνει σε πολύ άβολη θέση. Η λύση στο πρόβλημα είναι να το κατανοήσεις. Και τότε το πρόβλημα απλά παύει να υφίσταται. Ο Kirk Jones κάνει τα απολύτως απαραίτητα για να κυλήσει ευχάριστα η ταινία του και κυρίως αφήνει τους ηθοποιούς του να πάρουν την υπόθεση στα χέρια τους. Εννοείται πως είναι αβανταδόρικος ο ρόλος του Τζον Ντέιβιντσον, αλλά τόσο ο πιτσιρικάς Scott Ellis Watson, που τον υποδύεται σε νεαρή ηλικία, όσο – και κυρίως – ο Robert Aramayo, δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους, με τον Aramayo να πετυχαίνει την ερμηνεία της ζωής του. Ο ηθοποιός, που είχε μικρό ρόλο στο «Game of Thrones» ως ο νεαρός Eddard Stark, είναι απλά εξαιρετικός και αποτελεί από μόνος του ικανή συνθήκη για να δει κανείς την ταινία.
Όσο για τον πραγματικό Τζον Ντέιβιντσον: μπορούμε να τον δούμε στο φινάλε του φιλμ (που ξέχασα να αναφέρω πως έχει και γαμάτο σάουντρακ), καθώς πέφτουν τα ζενερίκ. Όσοι ψαχτούν, μπορούν να δουν ντοκιμαντέρ του BBC για τη ζωή του ενώ πριν κανά μήνα δημιούργησε και πάλι σκάνδαλο, στα πρόσφατα BAFTA, καθώς ξεστόμισε την όχι πολιτικά ορθή – κι εντελώς ρατσιστική – λέξη «nigger» την ώρα που στη σκηνή βρισκόταν ο Michael B Jordan και ο Delroy Lindo μιας που προλόγιζαν ένα βραβείο. Είπαμε, ο άνθρωπος, δυστυχώς, βρίζει. Χωρίς να το θέλει...

Στις δικές μας αίθουσες? Στις 26 Μαρτίου 2026 από την Neo Films!






























