του Σέριφ Φράνσις. Με τους Ορφέα Αυγουστίδη, Μαρία Ναυπλιώτου, Γιώργο Μπένο, Δημήτρη Λάλο, Ρένια Λουιζίδου, Νίκο Ψαρρά, Ερρίκο Λίτση, Καλλιόπη Χάσκα, Γιάννη Καράμπαμπα, Βασίλη Ρίσβα, Πολύδωρο Βογιατζή.
Θα 'ρθει την ώρα που σπαράσσεται το φως μου
γράφει ο zerVo (@moviesltd) 
Ήταν το βράδυ της 23ης Σεπτεμβρίου του 1998, όταν στον πρώτο όροφο της πολυκατοικίας της οδού Νιόβης 4, γράφηκε μια από τις πλέον μαύρες σελίδες στα χρονικά της ελληνικής αστυνομίας. Ένα καθηλωτικό θρίλερ ομηρείας, που μεταδόθηκε ζωντανά μέσα από τον δίαυλο του ΣΚΑΙ και το έκτακτο πολύωρο δελτίο ειδήσεων και που κατόπιν των άστοχων εντολών, του τότε αρχηγού της ΕΛΑΣ, Βασιλόπουλου, είχε τραγική έκβαση, με συνέπεια τον θανάσιμο τραυματισμό ενός 25χρονου κοριτσιού. Τα γεγονότα που τότε σόκαραν την κοινή γνώμη, ορίζουν το θέμα της ταινίας Τελευταία Κλήση, που υπογράφει ο, κατά βάση δημιουργός μουσικών κλιπ, Αιγυπτιακής καταγωγής, Σέριφ, Φράνσις.
Τελευταία ημέρα της χιλιετίας. Ελάχιστες στιγμές πριν τον ερχομό του μιλένιουμ, συναγερμός θα σημάνει στους διαδρόμους του τηλεοπτικού σταθμού DTV, καθώς ένα αγωνιώδες τηλεφώνημα θα συνταράξει την φαινομενική ηρεμία της ροής ειδήσεων. Έχοντας ήδη προκαλέσει τεράστια ζημιά στο κύρος των αστυνομικών αρχών, με τις πολλαπλές αποδράσεις του, μέσα από τα χέρια των φρουρών του, ο Ρουμάνος κακοποιός Νικολάι Ράντου, σε μια ακόμη απελπισμένη απόπειρα του να διαφύγει, θα εισβάλλει σε διαμέρισμα του Παγκρατίου και υπό την απειλή χειροβομβίδας θα κρατήσει ομήρους, μια ηλικιωμένη γυναίκα, την κόρη μαζί με τον μνηστήρα της και ένα ανήλικο κοριτσάκι. Και τώρα, περικυκλωμένος από στρατιές αστυνομικών, έχοντας σαν μοναδικό του όπλο το τηλέφωνο, θα επιδιώξει να βγει στον αέρα του σταθμού, ώστε να κάνει γνωστές τις απαιτήσεις του, προκειμένου να αφήσει ελεύθερους τους αιχμαλώτους.
Τα πράγματα δεν είναι όμως τόσο απλά, από την στιγμή που η Αστυνομία, με πληγωμένο τον εγωισμό της, δεν δείχνει και τόσο διατεθειμένη να διαπραγματευτεί, παρόλες τις νουθεσίες του έμπειρου ταξίαρχου Οικονόμου, που έχει αναλάβει χρέη διαπραγματευτή και γνωρίζει καλά πως ο, υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, δραπέτης, είναι ικανός για τα πάντα. Μοναδική ελπίδα, η συνομιλία που έχει ανοίξει ο σε κατάσταση παροξυσμού Νικολάι, με τον νεαρό και άπειρο ρεπόρτερ Αντώνη Δούκα, που ο ίδιος επέλεξε για να του μεταφέρει όσα ζητάει σε λύτρα, για να μην προκαλέσει κακό στους άτυχους ανθρώπους που έπεσαν στα χέρια του.
Τρομερή ιστορία, που θα πρέπει κανείς να την έχει βιώσει για να κατανοήσει το μέγεθος της τραγικότητας της. Από την πρώτη κιόλας ώρα που έλαβαν χώρα τα περιστατικά στα Πατήσια, κυριάρχησε το συναίσθημα πως αργά ή γρήγορα αυτό το συγκλονιστικό δράμα θα μπορούσε να αποτελέσει θέμα κινηματογραφικής ταινίας, κάτι που έγινε πράξη - σίγουρα αργά - κοντά τριάντα χρόνια κατοπινά. Προφανώς διότι ο εγχώριος σινεμάς δεν ορέγεται και τόσο πολύ στο να ακολουθεί τις προσταγές του είδους, λανθασμένα καθώς φαίνεται, αφού το κοινό, αν και εφόσον οι παραγωγές είναι τουλάχιστον αξιοπρεπείς, όπως η παρούσα, είναι διατεθειμένο να δώσει την συγκατάθεση του.
Και πραγματικά, δίχως να πράττει κάτι το εξεζητημένο ή το καινοτόμο, η παραγωγή, χρησιμοποιώντας τις βασικές αρχές του genre, σερβίρει μια γεμάτη εξάρσεις περιπέτεια, που δεν έχει και πολλά να ζηλέψει από τις ακριβότερες του εξωτερικού. Κτίσιμο που ξεκινάει από την σύνταξη ενός αξιόλογου σεναρίου, που έχει στα θεμέλια του βέβαια μια καθηλωτική υπόθεση και δεν στέκεται απλά στην αφήγηση του χρονικού, αλλά επεκτείνεται προς μπόλικες κατευθύνσεις, επιχειρώντας να δώσει και περαιτέρω μυθοπλαστικές επεξηγήσεις, που οδήγησαν στα συμβάντα. Θέμα εμπειρίας είναι στο εφεξής, να μην υποπέσει η γραφή σε σφάλματα, που εδώ δεν αποφεύγονται, αλλά δεν βγάζουν - που λέμε - και μάτι.
Ο Φράνσις για να ξετυλίξει το κουβάρι του, στήνει την κάμερα κατά κύριο λόγο στα δύο μέρη που λαμβάνει χώρα το τηλεφωνικό πινγκ πονγκ: στο διαμέρισμα και στο στούντιο, αλλά και ελαφρώς πέριξ αυτών. Ελάχιστες είναι οι στιγμές που ξεφεύγει η ματιά από αυτά τα καίρια σημεία, πιο πολύ για να "ανοίξει" η μελέτη της πλοκής, σε μια επιπλέον υποιστορία κλοπής όπλων από τον στρατό, που μάλλον δεν βοηθά και πολύ την βασική ιδέα, μπερδεύοντας κάπως τις καταστάσεις. Επιπλέον υπάρχουν σκηνές που θα όφειλαν να δείξουν πιο προσεκτικές, με την χρήση και μόνο της απλής λογικής. Αφού χάρην δραματικότητας, καμία μαμά δεν θα ήταν η πρώτη που θα ανέμενε το απελευθερωμένο παιδάκι της στην είσοδο της, αποκλεισμένης από τριάντα διμοιρίες, πολυκατοικίας. Ούτε μια έμπειρη νοσηλεύτρια - και όχι μια γιαγιάκα που μιλάει με τον φαρμακοποιό της γειτονιάς - θα χρησιμοποιούσε την λέξη ΥπνοσΤεντόν. Δεν ονομάζεται έτσι το σκεύασμα...
Γενικά όμως οι σκέψεις των σεναριογράφων έχουν ενδιαφέρον, με συνέπεια το συνολικό αποτέλεσμα να μην απογοητεύει. Βασικός λόγος γι αυτό, πέρα από το γρήγορο ψαλίδι σκηνών, το ικανό τέμπο και την αγωνία που κτίζεται λεπτό με το λεπτό, η ορθή επιλογή των προσώπων που υποδύονται σχεδόν όλους τους ρόλους. Εκτιμώ πως οι πιο έμπειροι ηθοποιοί, που επιλέχθηκαν για τους δεύτερους ρόλους, κερδίζουν πιότερο το παλαμάκι, ασυζητητί η Λουιζίδου ως συντετριμμένη μάνα και κατοπινά ο εκρηκτικός αρχιμπάτσος Λίτσης, ο διαλλακτικός βοηθός του Ρίσβας, ο αινιγματικός άνκορμαν Ψαρράς.
Το τρίγωνο των βασικών "ηρώων", που βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε μια ιδιόμορφη συνθήκη, ορίζουν, με αυτή ακριβώς την σειρά αξιολόγησης, ο Αυγουστίδης, τόσο - όσο εκφραστικά ως παραβατικό πρεζόνι, ο Λάλος, ελαφρώς ανακατεμένος από το διπλό πεδίο που καλείται να διαχειριστεί και ο Μπένος, δεδομένα πιο ψαρωμένος κι από τον ρόλο του ρούκι που πρέπει να αποδώσει. Η Ναυπλιώτου δεν είναι καλή επιλογή. Πέραν του ότι, ένεκα κακού φωτισμού στα εσωτερικά του καναλιού, δεν την αναγνώρισα παρά μόνο μετά πενταλέπτου, στην θέση της, ως διευθυντού ειδήσεων, θα επέλεγα άντρα, όπως και στην πραγματικότητα, αφού έπαιξε τεράστιο ρόλο στα συμβάντα. Χώρια που το φινάλε της πορεία της περσόνας της, με την οικογενειακή της ασυνέπεια, δεν προσφέρει το παραμικρό στο όλον. Όπως άλλωστε και γενικότερα η επιλογή της σημαδιακά πανηγυρικής ημερομηνίας, που προφανώς μοιάζει και άκαιρη και αταίριαστη.
Συμπερασματικά ο ελληνικός κινηματογράφος οφείλει, πέρα από το ακατάπαυστο weird wave του, που πια προκαλεί μόνο πονοκέφαλο και τις τραγικές διασκευές των κλασικών κωμωδιών του παρελθόντος, να επενδύσει και στο είδος. Η Τελευταία Κλήση, παρότι όχι η μπροστάρισσα στο κόλπο, αφού στο πρόσφατο παρελθόν, έστω και λίγοι ακόμη, αποπειράθηκαν να ανάψουν τον σπινθήρα, μπορεί να δώσει την ώθηση κι άλλοι κινηματογραφιστές να ασχοληθούν με θέματα βγαλμένα από το Δελτίο. Οι αφορμές αμέτρητες! Σίγουρα όχι το ίδιο συγκλονιστικές όπως της Υπόθεσης Σορίν Ματέι, ομοίως όμως ικανές να φτιάξουν τον βατήρα ενός καλού, εμπορικού, δραματικού θρίλερ.
Στις δικές μας αίθουσες? Στις 19 Μαρτίου 2026 από την Tanweer!










