> Όταν η πρώτη σκηνή ξεκινά με voiceover του Clooney να καταλήγει στην ατάκα «Paradise can go #@$% itself» χωριό που φαίνεται κολαούζο δε θέλει: Ο
, διαλέγει, περίτεχνα ομολογώ, την οδό του συγκινησιακού εκβιασμού, πλάθοντας μια λίαν δυσάρεστη οικογενειακή ίντριγκα, με την μοιχαλίδα σύζυγο σε μόνιμη αφασία να δέχεται τα σιχτιρλίκια από άντρα, κόρη ακόμα και από τη γυναίκα του εραστή της (…), καθώς το πορτραίτο του Matt είναι αυτό του συζύγου-μάρτυρα, που επιλέγει να μη γκρεμίσει την ιδανική εικόνα του ανταγωνιστικού πεθερού του για την κοράκλα του (την ίδια ώρα που η πεθερά του πάσχει από γεροντική άνοια, ο μπατζανάκης του είναι στα όρια της βλακείας, αυτά που έχει ξεπεράσει προ πολλού ο φίλος (;) της Alexandra – η
> Δε θα γκρίνιαζα αν δεν αποθεωνόταν ο
Αλέκος από την διανοουμενίστικη κριτική, αυτή που δε μπορεί να φανταστεί τον The Beard με άλλο ένα Oscar (βλ.
War Horse). Μη φάτε και οι δυο, έχει γλαρόσουπα (
The Artist). Δε θυμάμαι αν το έχω ξαναπεί, άλλα o Payne θα μπορούσε να κάνει λαμπρή καριέρα στην εποχή του Φιλοποίμενος Φίνου. Προς Θεού, δεν το λέω για κακό αυτό. Αυτό το ανώδυνα αιχμηρό στοιχείο που θα καταλήξει σε ένα γαϊτανάκι παρεξηγήσεων και μετά όλα θα βρουν τη θέση που τους ανήκει, θέλει μόνο ένα Λογοθετίδη για να δέσει η μαγιονέζα (όλα τα γνωμικά σήμερα είναι για να τρελάνω το google, μη δίνεις σημασία). Ε, λοιπόν, μάντεψε αυτό: Ο George Clooney δεν είναι
Λογοθετίδης. Α. Αλεξανδράκης, μπορεί.
> Έχω τουλάχιστον δύο ταινίες-πειστήρια (τις ξέρεις) ώστε να εκτιμήσω μια σκάλα παραπάνω τον Clooney σκηνοθέτη από τον
George ηθοποιό. Είναι ευφυέστατος, ομαδικός παίκτης, μεθοδικός, ικανός να αποδώσει χαρακτήρες σε ηθικό δίλημμα. Μόνο όμως στο Syriana με έχει πείσει για το ότι μπορεί να δώσει ερμηνεία top class, σε κόντρα ρόλο εντελώς. Δεν αμφισβητώ το ότι θα είναι κι εδώ υποψήφιος, όσο κι ο Payne στο σενάριο κι ο Φαίδωνας Παπαμιχαήλ στην χρωματισμένη χαρωπά φωτογραφία που δένει γλυκά με τη μονότονα λυρική χαβανέζικη μουσική. Όμως, σε μια χρονιά που ο Tom Hardy θα μείνει εκτός για το φοβερό
Warrior ή ο Gosling δύσκολα θα πιάσει πεντάδα τη χρονιά που ο ίδιος ο Clooney τον έκανε star, θεωρώ ότι η ατάκα «
ερμηνεία καριέρας του G. Clooney» είναι το κλισέ της χρυσής μετριότητας των κινηματογραφικών μεγάστερων (βλ. επίσης και Brad Pitt σε
Tree of Life /
Moneyball), όταν (δε βάζω τελεία ακόμα) ερμηνειάρες σαν του Fassbender (
Shame) και Michael Shannon (Take Shelter) ψάχνουν ακόμη για διανομή.
> Τόσο ο ρόλος του ξαδέλφου- αρπαχτικό (χαρακτηριστικά cool o Beau
Bridges) όσο και του πεθερού που δέρνει (ο 70άρης Robert
Forster που κλέβει την παράσταση) έπαιρναν άνετα ένα δεύτερο χέρι στην ανάπτυξή τους. Σταματώ εδώ όμως. Τελικά ο πήχης ανέβηκε πολύ ψηλά για τον Payne κι ενδεχομένως αυτό τον ώθησε να προτιμήσει τον συναισθηματικό υποχειριασμό από το ρίσκο μιας ωδής στην ηθική σύγκρουση χαρακτήρων, μια υπόθεση πολύ προσωπική για να μας ταϊστεί στο στόμα ως θεατές. Μολαταύτα, οι Επίγονοι είναι μια ταινία ιδιαίτερα καλοφτιαγμένη, με περισσότερα προτερήματα από ότι ενστάσεις, σίγουρο χαρτί για αρκετό δάκρυ- ιδιαίτερα προσφιλές στο γυναικείο κοινό. Απλά, μου λείπει εκείνος ο πνιχτός λυγμός στο About Schmidt, όταν ο αντι-ήρωας συνειδητοποιεί το τέλος του μοναχικού του ταξιδιού. Αυτό το ακίνητο, πέρα από τον ψυχικό τρόμο βλέμμα, που σε κάνει να αναλογιστείς την προσωπική σου διαδρομή, σε αδιέξοδη τροχιά σαν αυτή που ο φορμαρισμένος
Payne ξέρει τόσο καλά να ξεδιπλώνει στο πανί.
>
Albert Nobbs (***): Ή αλλιώς η ολική επαναφορά της υπέροχης Glenn
Close, μετά από εικοσαετή+ σιωπηλή εξορία (Reversal of Fortune) στο περιθώριο ενός Hollywood, που προτιμά τις ηρωίδες του κατά κόρον νεαρές και ζουμπουρλούδικες. Έπρεπε να επιστρέψει νοερά στα 1982, όταν είχε βραβευτεί για τον ίδιο ρόλο με το Obie Award, στην off-Broadway παραγωγή του θεατρικού “The Singular Life of Albert Nobbs”, υπογεγραμμένο με την πένα του ιρλανδού George Moore. Στην κινηματογραφική μεταφορά της ιστορίας, η Glenn συμμετέχει στο προσαρμοσμένο σενάριο, καθώς και στην παραγωγή. Το προσωπικό στοίχημα στην πλέον γενναία του μορφή.
>
Ο Albert Nobbs είναι ένας ιδιαίτερα συνεσταλμένος μπάτλερ χωρίς προσωπική ζωή που εργάζεται σε ένα ακριβό δουβλινέζικο ξενοδοχείο, στην ιδιαίτερα αυταρχική για τις γυναίκες Ιρλανδία του 19ου αιώνα. Με ιδιαίτερη προσήλωση μαζεύει και τις πενταροδεκάρες του για να ανοίξει ένα μαγαζάκι που θα τον βγάλει από τη μιζέρια, όσο κι από την αφόρητα δύσκολη θέση που έχει περιέλθει προσπαθώντας να επιβιώσει με ψεύτικη ταυτότητα: Ο Albert είναι γυναίκα.
> Εμφανισιακά ο σωσίας του Robin Williams, ως χαρακτήρας πολύ κοντά στον μπάτλερ Anthony Hopkins στο εμβληματικό του είδους Remains of the Day. Μέσα στην αγωνιώδη της καθημερινότητα, η Albert θα προσπαθήσει με κάθε (έντιμο) τρόπο να πείσει την νεαρή τσαχπινούλα υπηρέτρια- συνάδελφο (η αφοπλιστική Mia
Wasikowska του
Jane Eyre) έστω κι αν η καρδιά της τελευταίας χτυπά δυνατά για τον νεοαφιχθέντα στη δουλειά εργατάκο Joe (Aaron
Johnson) ο οποίος τη σπρώχνει άθελά της στον Albert για να του φάει τα λεφτά και να φύγουν για Αμερική. H άφιξη της / του Hubert (το πιάσατε το gender υπονοούμενο, παίζει η θαυμάσια αγγλίδα θεατρική ηθοποιός Janet
McTeer, που θέτει υποψηφιότητα για β’ γυναικείο ρόλο) θα δώσει στην Albert άλλη οπτική στο δράμα της, στο οποίο όμως δε φαίνεται να βρίσκει τη λύση.
> Ο Rodrigo
Garcia θα μείνει στην ιστορία ως ο γιος του μεγάλου συγγραφέα Gabriel Garcia Marques. Έχει ξανασκηνοθετήσει την Close στο φεμινιστικό δράμα Nine Lives στα 2005. Εδώ δείχνει να στρώνει εντυπωσιακά το τραπέζι των σε πλήρη ασφυξία γυναικείων ψυχών, κυριολεκτικά μέσα στα ανδρικά ρούχα της κεντρικής ηρωίδας του, όμως στη συνέχεια ο ρυθμός χάνεται σε δευτερεύοντες χαρακτήρες κι άτολμες τηλεοπτικίζουσες διαπλοκές. Η low key εικονογράφηση και το ανεπαίσθητο score (ενώ αντίθετα το τραγούδι τίτλων τέλους Lay Υour Head Down, με την ξεχασμένη Sinead O’ Connor, πλασάρεται ιδιαιτέρως oscarικά) δείχνουν να αντιπαλεύουν την τιτάνια ερμηνευτική προσπάθεια της Close, να γεννήσει χωρίς καμιά εκφραστική υπερβολή έναν αλησμόνητο χαρακτήρα.
> Όταν για λίγο αντικρίζουμε απελευθερωμένη την Albert να τρέχει στην παραλία με γυναικεία ρούχα έπειτα από 30 χρόνια αυτο-θανάτωσης του φύλου της, αντιλαμβανόμαστε το θαύμα της μεταμόρφωσης. Δε βλέπω καμιά αντίπαλο στην ακόμη και σήμερα μη αναγνωρισμένη oscarικά Glenn, ει μη μόνο το ιερό τέρας Meryl Streep που επιχειρεί την απόλυτη ταυτοπροσωπία ως
Margaret Thatcher. Αμφότερες, εδώ καταφανέστερα η Close, δεν υποστηρίζονται ικανοποιητικά από τους σκηνοθέτες τους. Κι αν σε αυτή την τρυφερή ταινία, σε μια συντριπτικά σιωπηλή έκβαση, πλήρη συγκίνησης, η Albert δε βρίσκει λιμάνι στη γυναικεία χειραφέτησή της, στην 86η Απονομή θα φωνάξω δυνατά το όνομά της. Είθε ο θείος Oscar να με ακούσει.