Sirât Poster ΠόστερSirât

του Oliver Laxe. Με τους Sergi López, Brúno Nuñez, Stefania Gadda, Joshua Liam Henderson, Tonin Janvier, Jade Oukid, Richard Bellamy.


Στην καρδιά του σκότους
γράφει ο Θόδωρος Γιαχουστίδης(@PAOK1969)

It's the end of the world as we know it...

Ο Oliver Laxe γεννήθηκε στις 11 Απριλίου του 1982 στο Παρίσι. Παιδί μεταναστών από τη Γαλικία, οι οποίοι γνωρίστηκαν στη Γαλλία και συγκεκριμένα σε πάρτι στο φημισμένο Bataclan, επέστρεψε μαζί με τους γονείς του στη βορειοδυτική Ισπανία – τον τόπο καταγωγής του – στα 6 του χρόνια. Αρχικά σπούδασε Διαφήμιση και Δημόσιες Σχέσεις στο Πανεπιστήμιο του Βίγκο και ανακάλυψε το arthouse σινεμά στην Κινηματογραφική Λέσχη της Ποντεβέντρα. Εντέλει, σπούδασε Κινηματογράφο στο Πανεπιστήμιο Pompeu Fabra στη Βαρκελώνη και μέσω Erasmus ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Λονδίνο. Αμέσως μετά την αποφοίτησή του μετακόμισε στην Ταγγέρη του Μαρόκου, όπου γύρισε την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του. Τίτλος της: «Todos vós sodes capitáns» (2010). 

Με αυτήν συμμετείχε στο Φεστιβάλ των Καννών εκείνης της χρονιάς, στο τμήμα Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών, όπου τιμήθηκε με το βραβείο της FIPRESCI. Δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία που σκηνοθετεί είναι το «Mimosas» (2016), γυρισμένη επίσης στο Μαρόκο, στην οροσειρά του Άτλαντα. Και πάλι συμμετοχή στο Φεστιβάλ των Καννών, στο τμήμα Εβδομάδα της Κριτικής πλέον, όπου τιμάται με το Μεγάλο Βραβείο. Την τρίτη του ταινία την γυρίζει στη Γαλικία. Είναι το «Θα έρθει η φωτιά» (O que arde, 2019), με το οποίο συμμετέχει στο δεύτερο τη τάξη πιο σημαντικό τμήμα του Φεστιβάλ των Καννών, το «Ένα Κάποιο Βλέμμα», όπου και πάλι κερδίζει βραβείο, καθώς τιμάται με το Βραβείο της Επιτροπής»!

Sirât Poster Πόστερ Wallpaper
Κι έρχεται η τέταρτη μεγάλου μήκους ταινία του, γυρισμένη και πάλι στο Μαρόκο κατά κύριο λόγο, στην έρημο Σαχάρα, το Sirât, που εξετάζουμε σε αυτό το κείμενο. Με αυτήν συμμετείχε πέρσι στο Επίσημο Διαγωνιστικό Τμήμα του Φεστιβάλ των Καννών, όπου τιμήθηκε με το Βραβείο της Επιτροπής, το Βραβείο Μουσικής και το Βραβείο... Σκύλου, το Palm Dog, για τα δυο σκυλάκια που «παίζουν» στην ταινία! Τέσσερις ταινίες, τέσσερις συμμετοχές στο Φεστιβάλ των Καννών, σε όλα του τα τμήματα, τέσσερις βραβεύσεις! Αποτελεί την επίσημη πρόταση της Ισπανίας στα Όσκαρ, όπου τελικά τσιμπάει δύο υποψηφιότητες: Καλύτερης Διεθνούς Ταινίας και Ήχου. Βρέθηκε στις λίστες με τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς για το 2025 από διάφορες ενώσεις κριτικών κινηματογράφου και λογικά θα βρίσκεται στη λίστα με τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς για το 2026 για την Ελλάδα. Τιμήθηκε με πέντε βραβεία στο European Film Awards. Είναι υποψήφια για 11 βραβεία Goya (τα ισπανικά Όσκαρ). Και μεταξύ των παραγωγών της ταινίας συναντάμε τους αδελφούς Almodovar.

Η υπόθεση:Σε μια μυστική τοποθεσία κάπου βαθιά στα βουνά του νότιου Μαρόκου στήνεται ένα ρέιβ πάρτι. Σε ένα ανάλογο πάρτι είχε παραβρεθεί η Μαρ, μια 17χρονη κοπέλα από την Ισπανία, η οποία έχει να δώσει σημεία ζωής εδώ και πάνω από πέντε μήνες. Ο πατέρας της, ο Λουίς, μαζί με τον μικρότερο αδελφό της Μαρ, τον Εστέμπαν, μοιράζουν από χέρι σε χέρι ξανά και ξανά τη φωτογραφία της στους συμμετέχοντες στο πάρτι, με την ελπίδα πως κάποιος, κάπου, θα την έχει δει, παρέχοντάς τους πολύτιμες πληροφορίες για την ανεύρεσή της. 

Το ενδιαφέρον τους τραβάει μια παρέα πέντε ρέιβερ, οι οποίοι μιλούν για ένα άλλο πάρτι, κάπου κοντά στη Μαυριτανία, όπου είναι πιθανόν να βρουν την Μαρ. Θα τους ακολουθήσουν όταν ο Στρατός διαλύει το πάρτι, στον απόηχο ειδήσεων που μιλούν για το ξέσπασμα του Τρίτου Παγκοσμίου Πολέμου. Εφτά άνθρωποι, δύο φορτηγά, ένα μίνιβαν, δυο σκύλοι, ξεκινούν ένα ταξίδι στην καυτή, αφιλόξενη ερημιά, εκεί που δεν υπάρχει κανένα GPS ή Google Maps να τους καθοδηγήσει. Κι αυτά που θα αντιμετωπίσουν θα δοκιμάσουν τα όριά τους, στα άκρα...

Η άποψή μας: Sirāt: αραβική λέξη. Στο Κοράνι αναφέρεται στη λεπτή σαν τρίχα και κοφτερή σαν ξυράφι γέφυρα, που συνδέει την Κόλαση με τον Παράδεισο. Το πέρασμα για τους Πιστούς είναι παιχνιδάκι. Για τους Άπιστους τα πράγματα είναι πιο ζόρικα. Δεν νομίζω πως θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερος τίτλος για τη συγκεκριμένη ταινία... Και μετά τον... ορισμό, ας ξεκινήσουμε με μερικούς χρήσιμους πιστεύω αφορισμούς. 

Όσοι πηγαίνετε σινεμά μια φορά το χρόνο για να παρακολουθήσετε ταινίες τύπου «Καποδίστριας», αυτή η ταινία δεν είναι για εσάς. Όσοι πηγαίνετε σινεμά για να δείτε ταινίες που δεν (θέλετε να) κουράζουν το μυαλουδάκι σας, αυτή η ταινία δεν είναι για εσάς. Όσοι πηγαίνετε σινεμά (μόνο) για να διασκεδάσετε, αυτή η ταινία δεν είναι για εσάς. Όσοι πηγαίνετε σινεμά ως διάλειμμα από την κατανάλωση σειρών στο Netflix ή reality shows, αυτή η ταινία δεν είναι για εσάς. Όσοι όμως πηγαίνετε σινεμά με τη βαθιά πίστη πως ο Κινηματογράφος πέρα και πάνω από όλα είναι Τέχνη, ε, αυτή η ταινία είναι για εσάς. 

Αυτή η ταινία είναι για όλους εμάς που θέλουμε από μια ταινία να μας τσιγκλάει, να μας ταρακουνάει, να μας κάνει να νιώθουμε άβολα, να μας συνθλίβει τις βεβαιότητες, να μας κάνει να σκεφτόμαστε, να νιώθουμε, να αναλύουμε, να στοχαζόμαστε, να ανοίγει συζητήσεις. Και είναι μια ταινία, που αγαπάει το σινεμά, το μεγάλο Σινεμά, καθώς ανάλογα με την πετριά σου, μπορείς να βρεις δεκάδες αναφορές σε άλλες μεγάλες ή καλτ ταινίες. Τα τεράστια ηχεία στην έρημο παραπέμπουν στους μονόλιθους από το «2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος». 

Η εμφάνιση, τα ρούχα, το μακιγιάζ των ρέιβερς, τα φορτηγά, η έρημος, παραπέμπουν στο «Mad Max». Το σασπένς σε διάφορα σημεία του ταξιδιού παραπέμπει στο «Μεροκάματο του τρόμου» ή/ και στο «Sorcerer» του Friedkin, μιας που αποτελούν διαφορετικές αναγνώσεις του ίδιου βιβλίου του Georges Arnaud. Αλλά και στο «Zabriskie Point» μπορούμε να δούμε αναφορές – γενικώς, ο Antonioni «παίζει» πολύ στην ταινία – ή στο «Gerry» του Gus Van Sand, ακόμα ακόμα στο «Χαμένη Λεωφόρος» του Lynch ή εκείνη την διαφήμιση της Volvo, όπου ο Jean Claude Van Damme ισορροπεί ανάμεσα σε δύο κινούμενα φορτηγά! 

Είπαμε, ανάλογα με την πετριά του ο καθένας. Μπορούμε να μοιράσουμε την ταινία σε δύο μέρη: το πρώτο μισό, το λογικό, το σχεδόν νορμάλ, σχεδόν «βαρετό» και το δεύτερο μισό, το «μετά το σοκ», εκείνο που αντιστοίχως η Chloé Zhao στο Άμνετ της χρησιμοποίησε εκβιαστικά και μελοδραματικά για να υπογραμμίσει κοινότοπα πως ο πόνος από την απώλεια και το θάνατο μπορεί να οδηγήσει στη μεγάλη τέχνη: ε, λοιπόν, εδώ έχουμε Μεγάλη Τέχνη! Η κομβική σκηνή προκύπτει εντελώς ξαφνικά, ενώ ο θεατής καθόλου δεν περιμένει κάτι τέτοιο: οι άμυνες είναι χαλαρές, η ταινία δεν σε προϊδεάζει με τίποτα για το τι θα συμβεί, προσπαθείς να φανταστείς πού το πάει το όλον ο σκηνοθέτης και μετά, γκρεμός και σοκ! Σκηνή, που, όταν συνέλθεις, προσπαθείς να σκεφτείς πώς στην ευχή κατάφεραν και την γύρισαν με αυτόν τον τρόπο. 

Και μετά, τα παραισθησιογόνα στη μέση του πουθενά, και το αυτοσχέδιο ρέιβ πάρτι μέσα στο ναρκοπέδιο! Όπου η αγωνία, υπαρξιακή και η άλλη, αυτή που νιώθουμε όταν παρακολουθούμε κάτι που μας κόβει την ανάσα, χτυπάει κόκκινο... Το πρώτο μισό, το φυσιολογικό, επικεντρώνεται κυρίως στην αρχική καχυποψία, που λογικό κι επόμενο είναι να έχει αναπτυχθεί ανάμεσα στους δύο εντελώς διαφορετικούς κόσμους. Από τη μια ο τυπικός μεσοαστός με τον γιο του κι από την άλλη οι «παράξενοι» ρεϊβάδες, τα φρικιά – καθόλου τυχαίο που ο ένας εκ των ρέιβερ φοράει μπλούζα με στάμπα Freaks από την ταινία του Tod Browning. 

Ο ένας έχει κομμένο πόδι (εντελώς διασκεδαστική η σκηνή όπου κάνει παντομίμα τραγούδι χρησιμοποιώντας το), ο άλλος έχει κομμένο χέρι και περούκα μοϊκάνα, και οι πέντε γουστάρουν να «ταξιδεύουν» με ουσίες, κυρίως όμως γουστάρουν να χορεύουν, χαμένοι στα μπιτ αυτής της ιδιότυπης μουσικής, δεμένοι από έντονο αίσθημα συναδελφικότητας, που δεν αλλάζουν την ρέιβ οικογένειά τους ακόμα και με την κανονική τους, όλοι πιστοί της ίδιας θρησκείας, όλοι προσκυνητές της δικής τους Μέκκας (στην τηλεόραση, ανάλογες σκηνές). Είναι χαρακτηριστική η σκηνή του περάσματος του ποταμιού: αλλιώς περιμένεις να εξελιχθεί η σκηνή, αλλιώς εντέλει εξελίσσεται. 

Το ταξίδι ενώνει τους δύο κόσμους, τους φέρνει κοντά: όλοι μπορούν να κοιμούνται μαζί, μέσα στο ίδιο φορτηγό, ονειρευόμενοι έναν καλύτερο κόσμο. Μόνο που ο πραγματικός κόσμος καταρρέει. Και ο σύγχρονος δυτικός πολιτισμός τελειώνει. Και με λυγμό αλλά και με κρότο. Ο Laxe μιλάει για το ειδικό και για το γενικό, για την ατομικότητα και τη συλλογικότητα, για την αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι αλλά και για την υποφερτή βαρύτητά του. Καταφέρνει να είναι λιτός και μαξιμαλιστής, υποβλητικός και επιβλητικός, και να συνδυάζει περίτεχνα τον ρεαλισμό με την αλληγορία. 

Ένα συναρπαστικό road movie, ένα απρόβλεπτο κινηματογραφικό ταξίδι, μια εκστατική περιπέτεια αλά Antonioniι, μια εκκωφαντική ελεγεία για την ανθρώπινη κατάσταση, ένα ρέκβιεμ για ένα όνειρο, είναι το τέλος του κόσμου όπως το ξέρουμε, είναι η πρώτη σπουδαία ταινία για το 2026. «Abandon hope, all ye who enter here», που έλεγε και ο Δάντης στην «Κόλασή» του...

Sirât Rating
Στις δικές μας αίθουσες? Στις 29 Ιανουαρίου 2026 από την Feelgood Ent.!