One Night in Miami... Poster ΠόστερOne Night in Miami...
της Regina King. Με τους Kinglsey Ben-Adir, Aldis Hodge, Leslie Odom Jr., Eli Goree, Lance Reddick, Joaquina Kalukango, Michael Imperioli, Jerome A. Wilson, Beau Bridges, Aaron D. Alexander.


(Four) Black Lives (that) Matter(ed)!!!
του Θόδωρου Γιαχουστίδη (@PAOK1969)

Μια νύχτα που θα μπορούσε να αλλάξει τον κόσμο

Αυτή είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία μυθοπλασίας που σκηνοθετεί η γεννημένη στις 15 Ιανουαρίου του 1971 στο Λος Άντζελες της Καλιφόρνιας Regina Rene King, όπως είναι το πλήρες της όνομα. Η βραβευμένη με Όσκαρ β' γυναικείου ρόλου για την ερμηνεία της στην ταινία «Αν η οδός Μπιλ μπορούσε να μιλήσει» (If Beale Street Could Talk, 2018) ηθοποιός, έχει περάσει πολλές φορές πίσω από την κάμερα προκειμένου να σκηνοθετήσει τηλεοπτικά επεισόδια στην καριέρα της ως τώρα. Η ταινία έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο περασμένο φεστιβάλ της Βενετίας, όπου έλαβε μέρος στο επίσημο πρόγραμμα, εκτός διαγωνισμού κι έγραψε ιστορία καθώς ήταν η πρώτη ταινία στην ιστορία του φεστιβάλ που είχε σκηνοθετηθεί από γυναίκα Αφροαμερικανίδα! Λίγο μετά προβλήθηκε στο φεστιβάλ του Τορόντο, όπου στα People's Choise Awards, ήρθε δεύτερη πίσω από τον μεγάλο νικητή, το Nomadland. Το σενάριο της ταινίας το υπογράφει ο Kemp Powers, βασιζόμενος στο ομώνυμο θεατρικό του.

One Night in Miami... Poster Πόστερ Wallpaper
Η ταινία έκανε την εμπορική της πρεμιέρα στις 25 Δεκεμβρίου στις ΗΠΑ και στις 26 Δεκεμβρίου στη Μεγάλη Βρετανία, σε όσους κινηματογράφους συνεχίζουν να παραμένουν ανοιχτοί εν μέσω πανδημίας, μεταλλάξεων του ιού κι άλλων τρομακτικών ανάλογων. Και την ημέρα των γενεθλίων της Regina King, στις 15 Ιανουαρίου του 2021, η ταινία θα αρχίσει να προβάλλεται στην πλατφόρμα της Amazon.

Η υπόθεση: 25 Φεβρουαρίου 1964. Ο Cassius Clay, προς μεγάλη έκπληξη των πάντων, στέφεται παγκόσμιος πρωταθλητής πυγμαχίας στην κατηγορία των βαρέων βαρών, απέναντι στο φαβορί, Sonny Liston. Κόσμος πολύς πανηγυρίζει στην παραλία του Μαϊάμι, της πόλης όπου διεξήχθη ο συγκεκριμένος αγώνας. Την ίδια ώρα, ο Cassius Clay γιορτάζει την επιτυχία του σε ένα δωμάτιο ενός μοτέλ μαζί με τρεις από τους στενότερους φίλους του. Ποιοι είναι αυτοί; Ένας από τους ηγέτες του Έθνους του Ισλάμ, ο Malcolm X, ο τραγουδιστής Sam Cooke και ο πρωταθλητής του αμερικάνικου ποδοσφαίρου, Jim Brown. Όλοι τους βρίσκονται σε ένα μεταίχμιο της ζωής τους. Όλοι τους έχουν βιώσει στο πετσί τους το ρατσισμό της αμερικάνικης κοινωνίας απέναντί τους: είναι μαύροι και το χρώμα του δέρματός τους αποτελεί κόκκινο πανί για την πλειοψηφία των WASP συμπατριωτών τους. Ο καθένας τους έχει διαφορετικές απόψεις σχετικά με τον τρόπο που θα πρέπει η Αφροαμερικάνικη Κοινότητα να διεκδικήσει τα δικαιώματά της. Θα αστειευτούν, θα διασκεδάσουν, θα πουν ιστορίες, θα διαφωνήσουν, θα μαλώσουν. Αυτά που τους ενώνουν, όμως, είναι περισσότερα από όσα τους χωρίζουν.

Η άποψή μας: «Based on true events...» μας πληροφορεί μια κάρτα κατά την έναρξη της ταινίας. Ταινία βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα λοιπόν. Αλλά και ταινία βασισμένη σε θεατρικό. Να ξεκαθαρίσουμε λοιπόν αρχικά πως οι τέσσερις βασικοί πρωταγωνιστές όντως συναντήθηκαν στις 25 Φεβρουαρίου του 1964 στο Μαϊάμι μετά τη νίκη του Cassius Clay, που τον έστεψε παγκόσμιο πρωταθλητή πυγμαχίας. Το τι διαμείφθηκε μεταξύ τους, όμως, δεν μπορεί να το γνωρίζει κανείς, ούτε το αν ο Malcom X πρόσφερε στα φιλαράκια του μόνον παγωτό βανίλια στο... πάρτι! 

Εκεί, ο Kemp Powers έβαλε το χεράκι του και με τη φαντασία του δημιούργησε τους εξαιρετικούς διαλόγους του. Δεν έχουμε δει το θεατρικό, οπότε δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν όσα βλέπουμε πριν οι τέσσερις συγκεντρωθούν στο δωμάτιο του μοτέλ, υπήρχαν στην παράσταση. Θεωρώ πως λογικά δεν υπήρχαν και προστέθηκαν ακριβώς για να «σπάσει» η θεατρίλα (sic). Μπορεί να κάνω και λάθος. Πάντως, η αλήθεια είναι πως οι εισαγωγικές σκηνές και δίνουν περισσότερο κινηματογραφικό τόνο στην ταινία και παρέχουν απαραίτητες πληροφορίες και υλικό για το χτίσιμο του καθενός από αυτούς τους χαρακτήρες. 

Ο Cassius Clay έχει χάσει δικό του αγώνα από επιπολαιότητα στο Γουέμπλεϊ. Ο Sam Cooke αντικρίζει την αδιαφορία παύλα αποδοκιμασία του αποκλειστικά λευκού κοινού στο περίφημο νεοϋορκέζικο nightclub Copacabana (πληροφοριακά, το κλαμπ έκλεισε τον περασμένο Μάιο εξαιτίας του κορωναϊού!!!). Ο Jim Brown διαπιστώνει πως όσο διάσημος κι αν είναι κι όσο καλές σχέσεις κι αν έχει με έναν προύχοντα λευκό του αμερικάνικου Νότου, εκείνος θα τον λέει νέγρο και δεν θα τον αφήνει να μπει μέσα στο σπίτι του – μόνο μέχρι το μπαλκόνι επιτρέπεται. Και ο Malcolm X καλείται να καθησυχάσει την γυναίκα του, η οποία φοβάται για το πού μπορεί να καταλήξει η πορεία του(ς). 

Αντιπροσωπευτικοί εκπρόσωποι της μαύρης κουλτούρας και φίλοι, όταν θα συναντηθούν θα βρίσκονται σε ένα κρίσιμο σημείο της ζωής τους. Στο μεταίχμιο κρίσιμων αποφάσεων. Ο Cassius Clay είναι έτοιμος να δηλώσει ότι ασπάζεται τον μουσουλμανισμό, να στηρίξει το Έθνος του Ισλάμ και να «βαφτιστεί» εκ νέου ως Muhammad Ali. Ο Malcolm X είναι έτοιμος να αποφασίσει να εγκαταλείψει το Έθνος του Ισλάμ, απογοητευμένος από την ηθική κατάπτωση των ηγετών της οργάνωσης. Ο Jim Brown είναι έτοιμος να εγκαταλείψει την ποδοσφαιρική του καριέρα και να αφοσιωθεί στον κινηματογράφο, όπου κάνει τα πρώτα του βήματα. Και ο Sam Cooke είναι έτοιμος για κάτι πιο δημιουργικό στην καριέρα του, ενώ παράλληλα επεκτείνει τις μπίζνες του στη μουσική βιομηχανία. 

Ο Kemp Powers βάζει τον Malcolm X αριστερά της αριστεράς, τον Sam Cooke στα δεξιά της αριστεράς και τους δύο αθλητές στο κέντρο της αριστεράς και μέσω των διαξιφισμών τους φωτίζει όλη την προβληματική της Μαύρης Κοινότητας στις ΗΠΑ. Τότε. Και θα ήταν αστείο αν δεν είναι τραγικό πως πάνω κάτω αυτά που απασχολούσαν αυτές τις τρομερές ιστορικές προσωπικότητες τότε, απασχολούν τους Αφροαμερικάνους και σήμερα, 56 χρόνια μετά! Το timing της ταινίας είναι απίστευτο. Και λόγω της πανδημίας και λόγω του «I can't breathe» του George Floyd: «The Whole World Is Watching». 

Το κοινό παρακολουθεί αυτήν την τρομερή συνάντηση με τεταμένο ενδιαφέρον. Και πραγματικά, λίγο απασχολεί το γεγονός πως, αναγκαστικά, όταν τέσσερις άνδρες μιλάνε μέσα σε ένα δωμάτιο, ε, αυτό θα παραπέμπει περισσότερο σε θέατρο παρά σε κινηματογράφο. Η Regina King μάλιστα καθόλου δεν ενοχλείται από αυτό. Όχι ότι δεν προσπαθεί να βγάλει τους ήρωές της από το δωμάτιο. Και στην ταράτσα πηγαίνουν οι τέσσερίς τους και για ποτό και τσιγάρα πηγαίνουν οι δύο από αυτούς και μπαρότσαρκα προκύπτει και οι εμβόλιμες σκηνές αναμνήσεων, όπως η περίφημη συναυλία του Sam Cooke στη Βοστόνη, λειτουργούν ως διαφυγές, για να φύγουμε μαζί με τους ήρωες από το δωμάτιο. 

Όπως και να έχει, πάντως, εδώ ένας είναι ο άρχοντας: ο Λόγος. Και η επιχειρηματολογία. Και η ανταλλαγή απόψεων. Όχι πάντοτε με ψυχραιμία. Κάποτε και με πείσμα, με πόνο, με στόχευση, με πίκρα, με σκοπό την δημιουργία έντασης, την πρόκληση αντίδρασης. Και λέγονται πραγματικά τρομερά πράγματα. Από τα «Παλεύουμε για τις ζωές μας» και «οι άνθρωποι της φυλής μας πεθαίνουν κυριολεκτικά κάθε μέρα στους δρόμους» του Malcolm X στο «δεν θέλω ένα κομμάτι από την πίτα – θέλω τη συνταγή» του Sam Cooke, υπάρχει ένα έξοχα οργανωμένο διαλογικό σύστημα στην ταινία, που δεν γίνεται να μην σε συναρπάσει. Πέρα και πάνω από όλα αυτή είναι μια ταινία μεγάλων Ιδεών. 

Προσέξτε όμως: η King δεν κάνει αγιογραφίες. Τους παρουσιάζει όλους με τα ελαττώματα και τις αδύναμες στιγμές τους. Μια αδελφότητα παρουσιάζει. Το δέσιμο μιας ομάδας τεσσάρων ανδρών, που όπως το είπε αργότερα και ο Clay (το γράφω αμετάφραστο) ήταν: «young, Black, righteous, famous, unapologetic». Να σημειώσουμε πως μετά από λίγους μήνες από τη νίκη του Casious Clay, ο Malcolm X και ο Sam Cooke θα δολοφονηθούν ενώ σήμερα ο μόνος ζωντανός της παρέας είναι ο Jim Brown. Κορυφαία στιγμή της ταινίας, εκεί όπου ο Malcolm X πικάρει τον Sam Cooke για το πως ένας λευκός, προνομιούχος νέος, όπως ο Bob Dylan (που τότε κι εκείνος έκανε τα πρώτα του βήματα στη μουσική) έγραψε το υπέροχο τραγούδι διαμαρτυρίας «Blowin' in the Wind» όταν ο Sam αναλωνόταν σε σόουλ, κροσόβερ καψουροτράγουδα, στιγμή που θα μας οδηγήσει στην πιο συγκινητική στιγμή της ταινίας: τον Sam Cooke να τραγουδάει στο σόου του Κάρσον το συγκλονιστικό «A change is gonna come». 

Οι ερμηνείες από το άγνωστο ως επί τω πλείστον και με κυρίως τηλεοπτική παρουσία καστ είναι εξαιρετικές! Η τετράδα μπορεί να μην χτυπάει κόκκινο δημοφιλίας – τώρα – (για να καταλάβετε, οι πιο γνωστοί ηθοποιοί από το καστ είναι οι λευκοί Beau Bridges, που έχει την ευκαιρία να παίξει με την κόρη του, Emily, η οποία υποδύεται την... κόρη του, και ο Michael Imperioli, που υποδύεται τον προπονητή του Clay), αλλά οι ερμηνείες τους και η εν γένει παρουσία τους θα τους βάλει για τα καλά στον χάρτη. Σπουδαία ταινία, που θα παίξει και στα Όσκαρ. Το θέμα είναι πως θα παίξει σημαντικό ρόλο «μέσα» σε όλους όσοι τη δουν. Μια χαρά δίδυμο με το, επίσης θεατρικής προέλευσης, Ma Rainey's Black Bottom.

One Night in Miami... Rating
Στις δικές μας αίθουσες? Ακόμη δεν έχει προγραμματιστεί!
Περισσότερα... »

Nomadland PosterNomadland
της Chloé Zhao. Με τους Frances McDormand, David Strathairn, Linda May, Charlene Swankie, Bob Wells, Peter Spears.


House-less
του gaRis (@takisgaris)

Από το “δε μένω πια εδώ-ούτε ξέρω που πηγαίνω” του Νικόλα (Πορτοκάλογλου) ως την ξενιτεία, δηλαδή τη μοναστικού τύπου απόρριψη του ψυχικού ευτελισμού της έννοιας του “κοσμικού”, έρχεται ο νομάδας να το κάμει δαύτο συνείδηση και βιωματική εμπειρία. Ανάγκη ή φιλοτιμία όμως; Είναι ο φελάχος λιγότερο καταραμένος από τον εποχικό πάκ(ατζ)ερ της Άμαζον, να κοιμάται στα κρύα με τα νανουρίσματα των αγρίων ζώων συντροφιά; Δίχως σχέδιο, στόχους και όνειρα ή μη μόνον τον ξυπνητό της επιβίωσης; Το ρησέσιο (εκεί γύρω στο '11 είμαστε), αρτεσιανό φρέαρ των καπιταλεχόντων, δεν άφηκε περιθώρια ευδιάκριτα. Πέρνεις θέση κυρία μου. Θες μια ικμάδα οδυνηρής ανεξαρτησίας – τράβα με την υποψία τροχοβίλας σου εις επτά πολιτείας σε τέσσερα μηνά, καθαρίζοντας παντζάρια ή σαπουνίζοντας βρωμιές στις παρκο-τουαλέττες. Εποχική. Στους πέντε ανέμους. Χήρα στα εξηντα-φεύγα. Ανασφάλιστη. Αναξιογάμητη. Σε λένε Fern.

Nomadland Quad Poster
Δεν είσαι μόνη. Patricia Grier, Linda May, Angela Reyes, Bob Wells – αυτοί είναι οι συνοδοιπόροι σου, προσώπα υπαρκτά, να καταπίνουν τα μίλια σε μια Αμερικάνα που δεν έχει πια όνειρα να μοιράσει, όπως τότενες στα χρόνια των πιονέρων, μοναχά αρρώστια και ανίκητα διλήμματα. Βγήκες κι εσύ από κάποιο σόι, υπήρξες μέχρι τα τριάντα σου αδερφή – ποτέ μάνα, ανεξαιρέτως όμως διαφεντεύτρα της ρημαδιασμένης τύχης σου. Σε ρωτούν “είσαι άστεγη;” Απαντάς με στωικότητα κι ένα μαστιγωμένο χαμόγελιο, “όχι, είμαι ά-σπιτη, δεν είναι το ίδιο”. Στο μοναχικό διάβα σου θα σου προταθεί ο γεροντο-έρωτας (David Strathairn) κι ένα δωμάτιο ανθρωπινό κι εσύ θα τα αρνηθείς. Κι ας σου έχει σκευρώσει το σκαρί. Θέλει κοχόνες η Ελευθερία και εσύ, Φερν Μακ Ντ, ή άλλως Frances McDormand, τα διαθέτεις εν αφθονία. 

Κοίτα τώρα μια περίπτωση. Η 38χρονη Κινέζα (0% αμερικάνα, κι ας είχε δάσκαλο προ 10ετίας τον Spike Lee στο Tisch, πως τα φέρνει η ειμαρμένη φέτο) Chloe Zhao, στην τρίτη ταινία της και στον κάπακα μετά το παρεμφερές The Rider (2017), διαπράττει το ούλτιμο ρόουντ μούβι του 21ου αιώνα, χτυπώντας την αξίνα της στο νεύρο μιας Αμερικής που όχι φωνή δεν έχει απλά, μα ούτε και ελπίδα δικαίωσης. Πέρα από το ρατσισμό, τη σεξουαλική βία, τον οποιοδήποτε μειονοτισμό, στο εντέλει και το διαταύτα κατοικοεδρεύει η μόνη ουσιαστική μορφή σκλαβιάς εκτός ειρκτής. Η φτώχεια κορόιδο. Η ΦΤΩΧΕΙΑ. Κι έρχονται κάποιοι αντι-ήρωες που δίχως μιλιά σηκώνουν το σταυρό και συναντούν το χρόνο ωσάν φαντάσματα, άυλα κι ανιστερόβουλα. Αυτούς η Κινέζα Χλόη αφουγκράζεται. 

Αυτούς παρατηρεί και αντιλαμβάνεται. Πουθενά δε τους οικτίρει. Μόνο ονειρεύεται μαζί τους, αυτές τις μετρημένες στιγμές ευτυχίας που μόνο η επαφή με τη μάνα Φύση δύναται να χαρίσει. Με εικόνες ζυμωμένες στον λυρικό παλμό κλειδοκύμβαλου ενωμένου μετ'εγχόρδων, η Ζάο ακολουθεί το ταξίδι που κύκλους κάνει, σα το γαμήλιο δαχτυλίδι που ενώνει για πάντα τις αγαπώσες ψυχές. 100 λεπτά διαφυγής από την ψευτίλα και καταφυγής σε μια σοκαριστική πραγματικότητα που απέχει μερικά χαμένα μεροκάματα μόλις – είναι η παγκόσμια συγκυρία, το ό,τι εκπροσωπεί καλλιτεχνικά η σκηνοθέτις θέσει και καταγωγή, το Nomadland ήρθε στο απόλυτο τάιμινγκ και φαντάζει αδιαφιλονίκητο φαβορί (με αρχή τη Mostra και το TIFF) να στεφθεί ταινία της χρονιάς. 

Μπράβο στη McDormand (πίσω κι από την παραγωγή) που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο (ερμηνευτικά) θα αξιωθεί τρίτο αγαλματίδιο. Και ύστερα τι; Η Chloe Zhao θα παρουσιάσει την επόμενη ταινία της, Eternals του γνωστού μαγικού κόσμου της Marvel.

Nomadland Rating


Στις δικές μας αίθουσες? Ακόμη δεν έχει προγραμματιστεί!
Περισσότερα... »

Αμμωνίτης (Ammonite) Poster ΠόστερΑμμωνίτης
του Francis Lee. Με τους Kate Winslet, Saoirse Ronan, Gemma Jones, Alec Secareanu, Fiona Shaw, James McArdle.


Σαν άνεμος μου τίναξε ο έρωτας τη σκέψη
του Θόδωρου Γιαχουστίδη (@PAOK1969)

Έρωτας και άλλες εξουσίες...

Αυτή είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του γεννημένου το 1969 στην οικογενειακή φάρμα των γονέων του κάπου στο δυτικό Γιόρκσαϊρ του Ηνωμένου Βασιλείου, Francis Lee. Η πρώτη του ήταν το Του Θεού η χώρα (God's Own Country, 2017). Όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, ο Lee δεν έχει σπουδάσει κινηματογράφο – είναι αυτοδίδακτος.

Αμμωνίτης (Ammonite) Poster Πόστερ Wallpaper
Το Ammonite έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα του στο περασμένο φεστιβάλ του Τορόντο. Η πανευρωπαϊκή πρεμιέρα της ταινίας έγινε στο περασμένο φεστιβάλ «Νύχτες Πρεμιέρας» στην Αθήνα! Στο φεστιβάλ του Λονδίνου αποτέλεσε την ταινία που σήμανε την επίσημη λήξη του φεστιβάλ. Σε κανονική διανομή, στους κινηματογράφους, η ταινία ως τώρα προβλήθηκε μόνον στην Ιρλανδία και στις ΗΠΑ.

Η υπόθεση: Αγγλία, κάπου στα 1840. Το παραθαλάσσιο μικρό χωριουδάκι Λάιμ Ρέτζις, στο νότο, κοντά στα στενά της Μάγχης, αποτελεί δημοφιλή τουριστικό προορισμό της εποχής. Η Μαίρη Άνινγκ μαζεύει κοχύλια και κοινά απολιθώματα, τα οποία πουλάει στο μαγαζί της και με αυτόν τον τρόπο συντηρείται η ίδια και η άρρωστη μητέρα της. Οι μέρες της δόξας της έχουν παρέλθει. Παλιότερα είχε δημιουργήσει σχετικό σούσουρο γύρω από το όνομά της με αφορμή σημαντικές ανακαλύψεις που είχε κάνει, μεγάλου παλαιοντολογικού ενδιαφέροντος. Στο χωριό φτάνει ο Ρόντερικ Μάρτσισον, πλούσιος τουρίστας και θαυμαστής της Άνινγκ. Μαζί του είναι και η νεαρή σύζυγός του, Σάρλοτ, η οποία αναρρώνει και προσπαθεί να συνέλθει μετά από ένα τραγικό γεγονός που τους συνέβη. 

Ο Ρόντερικ ζητάει από την Μαίρη να φροντίζει την Σάρλοτ, καθώς ο ίδιος πρέπει να συνεχίσει την ευρωπαϊκή του περιοδεία κι επιθυμεί η γυναίκα του να συνέλθει όσο το δυνατόν συντομότερα. Η Μαίρη θέλει αλλά δεν μπορεί να αρνηθεί, καθώς τα χρήματα του Ρόντερικ της είναι απαραίτητα. Περήφανη και παθιασμένη καθώς είναι με τη δουλειά της η Μαίρη αρχικά θα έρθει σε σύγκρουση με την απρόσκλητη καλεσμένη της. Σιγά σιγά, όμως, και παρά την τεράστια απόσταση ανάμεσα στις δύο γυναίκες σε ότι αφορά την κοινωνική τάξη, την ηλικία και τις προσωπικότητές τους, ένας έντονος δεσμός αναπτύσσεται μεταξύ τους, αναγκάζοντάς τες να ξεκαθαρίσουν την αληθινή φύση της σχέσης τους.

Η άποψή μας: First things first, που λένε και οι Βρετανοί φίλοι μας. Η Μαίρη Άνινγκ είναι ιστορικό πρόσωπο. Όντως γεννήθηκε και έζησε στο Λάιμ Ρέτζις τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, που αναφέρεται και στην ταινία. Όντως έκανε μεγάλες παλαιοντολογικές ανακαλύψεις. Όντως δεν μπόρεσε να αναγνωριστεί το έργο της στην εποχή της καθώς ήταν γυναίκα. Όντως γιατροπόρευε την άρρωστη μητέρα της και έβγαζαν τα προς το ζην μέσω ενός μαγαζιού όπου πουλούσε απολιθώματα β' κατηγορίας – μη επιστημονικού ενδιαφέροντος δηλαδή. Όντως υπήρξε και η Σάρλοτ Μάρτσισον. Στην πραγματικότητα, τις δύο γυναίκες ένωσε μια μακροχρόνια φιλία. Δεν υπάρχουν ενδείξεις σεξουαλικής σχέσης. Και η Σάρλοτ ήταν μεγαλύτερη σε ηλικία από την Μαίρη. Οπότε, τα υπόλοιπα στην ταινία είναι μυθοπλασία. 

Μια ταινία που διαθέτει έναν ιδιαίτερο τίτλο: Αμμωνίτης. Οι Αμμωνίτες ήταν μαλάκια, προϊόντα εξέλιξης των ναυτιλοειδών στην Ανώτερη Δεβόνια περίοδο. Αναπτύσσοντας χιλιάδες διαφορετικά είδη, κατέκλυσαν το θαλάσσιο περιβάλλον έως την Ύστερη Κρητιδική περίοδο και μετά εξαφανίστηκαν. Η μεγάλη διασπορά κατά την περίοδο εξάπλωσής τους καθιστά τους αμμωνίτες σημαντικά καθοδηγητικά απολιθώματα για τη χρονολόγηση πετρωμάτων. Στην ταινία, ο αμμωνίτης χρησιμοποιείται συμβολικά ποικιλοτρόπως. Κυρίως ως κάτι σπάνιο και πολύ όμορφο, που για να ανακαλυφθεί και να αποκαλυφθεί θέλει πολλή δουλειά αλλά και πολλή τύχη. 

Ο Lee αφηγείται τη γέννηση, το θέριεμα και το τέλος (;) μιας σχέσης. Μιας ερωτικής σχέσης ανάμεσα σε δύο γυναίκες, εντελώς διαφορετικές σε πάνω από ένα επίπεδα. Η Μαίρη είναι φτωχή, η Σάρλοτ είναι πλούσια. Η Μαίρη είναι μεσήλικη, η Σάρλοτ είναι νέα. Η Μαίρη είναι ανύπαντρη, η Σάρλοτ είναι παντρεμένη. Και οι δύο είναι γυναίκες, θύματα της πατριαρχίας. Η Μαίρη δεν μπορεί να αναγνωριστεί ως επιστήμονας, η Σάρλοτ ακολουθεί τις εντολές (για να το θέσουμε κομψά) του συζύγου της. Σε μια εποχή δύσκολη γενικώς, σκληρή, συντηρητική, η σχέση των δυο τους είναι κάτι το απαγορευμένο. Ο Lee δεν βιάζεται να μας πάει στο... παρασύνθημα. Παίρνει το χρόνο του για να μας δώσει τόσο το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούνται οι δύο γυναίκες όσο και για να μας τις παρουσιάσει ως ζωντανούς, τρισδιάστατους χαρακτήρες, με λεπτομέρειες. 

Το ωραίο είναι πως κατορθώνει να είναι ταυτόχρονα ποιητικός και απόλυτα ρεαλιστής. Πχ η σχέση των δύο γυναικών δεν έχει να κάνει καθόλου με ρομάντζο. Η προσέγγιση του σκηνοθέτη στην ερωτική ιστορία ανάμεσα στις δύο γυναίκες δεν είναι καθόλου ρομαντική. Κι αυτό είναι ένα πάρα πολύ καλό νέο. Κι ας υπάρχει μια αλά «Απομεινάρια μιας ημέρας» σκηνή όπου η Σάρλοτ προσπαθεί να αρπάξει ένα βιβλίο από τα χέρια της Μαίρης. Περισσότερο με το έξοχο γαλλικό «Το πορτρέτο μιας γυναίκας που φλέγεται» της Sciamma έχει εκλεκτικές συγγένειες τούτο το φιλμ. Ο Lee παρουσιάζει τη σχέση της Μαίρης και της Σάρλοτ ως απότοκο μιας δυναμικής σωματικής έλξης. Οι δύο ερωτικές σκηνές έρχονται αργά στην ταινία. Και ιδίως η δεύτερη είναι τρομερή! Καμία σχέση με την αμηχανία του Haynes στο «Carol» πχ. Περισσότερο κοντά στο «Η ζωή της Αντέλ», αποφεύγοντας μάλιστα την διάθεση του Kechiche να «γαργαλίσει» και να ερεθίσει. 

Είναι δυο γυναίκες που παθιάζονται, που ρουφιούνται, που γκαβλώνουν, που αφήνονται στην ηδονή που προσφέρει η μία στην άλλη. Εξαιρετικό! Κι ευτυχώς, οι συγκεκριμένες σκηνές δεν είναι σεμνότυφες και είναι αληθινές παρά το γεγονός πως – όπως δήλωσε η Winslet σε συνέντευξή της – τις χορογράφησε, άρα, είναι προετοιμασμένες σκηνές. Βγάζουν αυθορμητισμό: μεγάλη επιτυχία. Ακόμα σημαντικότερο: οι σκηνές αυτές δεν καπελώνουν την ταινία. Έρχονται για να την ολοκληρώσουν: χωρίς αυτές η ταινία θα ήταν λειψή. Χωρίς δε την απίστευτη ερμηνεία της Kate Winslet δεν θα μιλούσαμε για την ίδια ταινία. Η τύπισσα είναι απλά καταπληκτική. Τόση εσωτερικότητα, τόση φυσικότητα, τόσος δυναμισμός, τόση σημασία στη λεπτομέρεια, χωρίς να προσπαθεί με κόλπα να τραβήξει το ενδιαφέρον, απλά σε μαγεύει. Δεν χορταίνεις να τη βλέπεις. 

Και αφήνει δεύτερη και καταϊδρωμένη τη νεαρή, ταλαντούχα μεν αλλά έχει πολλά καρβέλια ακόμα για να τη φτάσει, Saoirse Ronan. Το παρατηρείς και στα σώματά τους: εκεί που η 26χρονη Saoirse είναι «άγουρη», η 45χρονη Kate είναι... γυναίκα! Αλλά, είπαμε, η ταινία δεν είναι μόνον οι ερωτικές της σκηνές. Μάλιστα, μετά τη δεύτερη, έχεις την αίσθηση πως κάπου εκεί η ταινία λογικά ολοκληρώνεται. Ευτυχώς, όμως, έχει κι άλλο. Κι αρκετό σε διάρκεια. Και σημαντικό! Γιατί οι κοινωνικές διαφορές μεγεθύνονται. Γιατί αλλιώς έχει η μία γυναίκα στο μυαλό της τη σχέση τους και αλλιώς η άλλη. Η νεαρή, με την οικονομική της άνεση, δείχνει διάθεση... πατριαρχίας. Χρυσό κλουβί. Η ώριμη όμως δεν αντιλαμβάνεται τον έρωτα με όρους πατριαρχίας. Και θα μείνουν να βλέπουν το ίδιο... απολίθωμα (χα!) από τις δύο πλευρές μιας γυάλινης προθήκης. 

Σούπερ ταινία, από αυτές τις σπάνιες όπου η γνώμη της κριτικής και η άποψη του κοινού συμβαδίζει. Και αποθεώνει. Όχι αδίκως.

Αμμωνίτης (Ammonite) Rating
Στις δικές μας αίθουσες? Ακόμη δεν έχει προγραμματιστεί!
Περισσότερα... »

Ο Ουρανός του Μεσονυχτίου (The Midnight Sky) PosterΟ Ουρανός του Μεσονυχτίου
του George Clooney. Με τους George Clooney, Felicity Jones, David Oyelowo, Tiffany Boone, Demián Bichir, Kyle Chandler, Caoilinn Springall, Sophie Rundle.

Gravity Syndrome
του zerVo (@moviesltd)

Με την νουβέλα επιστημονικής φαντασίας Good Morning, Midnight, πραγματοποίησε το 2016, το δυναμικό της ντεμπούτο στην μυθοπλασία, η αμερικανίδα συγγραφέας Lily Brooks-Dalton, αποσπώντας θετικότατα σχόλια από αναγνώστες και κριτική. Σε τέτοιο βαθμό ώστε το βιβλίο της πολύ σύντομα να πέσει στα υπόψιν του πολύ προσεχτικού στις επιλογές του George Clooney, ο οποίος τάχιστα υπέγραψε συμβόλαιο παγκόσμιας διανομής του φιλμ που θα γύριζε για το ορίτζιναλ σαν βάση του, με τον κολοσσό της Netflix. Το μετατρεπόμενης μαρκίζας The Midnight Sky, εντέλει ορίζει ένα φιλμ από τα αποκαλούμενα υψίστης ανθρωπιστικής σημασίας. Αν και όσα βιώνει αυτή την ώρα η υφήλιος, δίχως πάντως να δείχνει τάσεις διόρθωσης της συμπεριφοράς της προς τον πλανήτη που την φιλοξενεί, ξεπερνούν ακόμη και το πλέον ευρηματικό sci fi σενάριο.

Ο Ουρανός του Μεσονυχτίου (The Midnight Sky) Quad Poster
Γη, 2049. Τα κατακλυσμιαία γεγονότα που οδήγησαν στην διάχυση στην ατμόσφαιρα γιγαντιαίων ποσοτήτων ραδιενέργειας, έχουν σαν αποτέλεσμα τον ολοκληρωτικό αφανισμό του ανθρωπίνου είδους. Οι ελάχιστοι επιζώντες σε περιοχές που δεν έχει φτάσει ακόμη ο φονικός αέρας, αναζητούν υπόγεια καταφύγια προκειμένου να προστατευτούν, με ελάχιστες πιθανότητες επιβίωσης. Απομονωμένος στο παρατηρητήριο Μπάρμπο του Αρκτικού Κύκλου, που μόλις έχει εκκενωθεί, ο ηλικιωμένος αστροφυσικός Όγκουστιν Λόφτχάουζ, έστω και με εξασθενημένο βαριά οργανισμό, θα αναζητήσει με όσες περιορισμένες δυνατότητες του δίνει η τεχνολογία, να επικοινωνήσει με διαστημικές αποστολές, που επιστρέφουν σπίτι, αγνοώντας την καταστροφή που έχει συντελεστεί.

Και πραγματικά ανάμεσα στους λησμονημένους ταξιδιώτες του σύμπαντος, θα εντοπίσει το αστρόπλοιο Αιθήρ, που γυρίζει από την γειτονιά του Δία, έχοντας πραγματοποιήσει μελέτες στο αστέρι Κ-23 που πληροί όλες τις προϋποθέσεις αποικισμού και αφετηρίας ενός καινούργιου κόσμου. Ενός σκάφους, που το πενταμελές του πλήρωμα, ούτε καν φαντάζεται τους λόγους της διακοπής επικοινωνίας με την βάση, εκτιμώντας πως τα πάντα οφείλονται σε ζημιά που ενδεχόμενα θα αποβεί μοιραία για τον γυρισμό. Και ο Λόφτχάουζ θα κάνει τα πάντα, ώστε να τους ενημερώσει για τον αρμαγεδδόνα που έπληξε την Γη.

Με το μέχρι πρότινος κατάμεστο παρατηρητήριο στο μέσον του πολικού χιονιά να έχει αδειάσει, ο γέρο επιστήμονας περιπλανώμενος στους κενούς του διαδρόμους, θα εντοπίσει ένα μικρό, τρομαγμένο κορίτσι, την αμίλητη Ίρις, που μέσα του θα γεννήσει μια επιπλέον ελπίδα να περισώσει ότι περισσότερο μπορεί. Σκεπτόμενος πως ο μερικές εκατοντάδες μίλια μακρύτερα Σταθμός, διαθέτει πιο προηγμένα συστήματα, που θα κάνουν την ύστατη αποστολή της καριέρας του, την επικοινωνιακή ζεύξη με τον Αιθέρα, εφικτή.

Φυσικά και δεν είναι η πρώτη φορά που ο κινηματογραφικός φακός, ακολουθεί έναν πεπειραμένο, ιδεαλιστή πάνω από όλα, ερευνητή, στην ατέρμονη διάσχιση της αβύσσου, μέσα στα θεόστενα όρια μιας φυλακής. Είτε αυτή ορίζεται κάπου στο μακρινό διάστημα όπως συνέβη στην Οδύσσεια, το Σολάρις ή το Moon, είτε εντοπίζεται κάπου επίγεια μεν, υπό αβάσταχτα αντίξοες συνθήκες δε. Και ο σχεδόν άπνοος ρυθμός που ξετυλίγεται η ιστορία στο πανί, αυτόν ακριβώς τον σκοπό έχει. Να αναδείξει την εξάντληση που προκαλεί η ερήμωση στον βασικό ήρωα, ειδικά όταν τα περιθώρια έχουν στενέψει και στον ορίζοντα δεν διακρίνεται η παραμικρή ηλιαχτίδα. Η εμφάνιση της πιτσιρίκας, θα γίνει ο καταλύτης, που θα ανατρέψει τα δυσμενή μέχρι ώρας δεδομένα, στο δεύτερο και ανίσως ποιοτικότερο και με περισσότερες κορυφώσεις μέρος.

Με την γνώση που του έχει δώσει η συμμετοχή του από κάθε πιθανό πόστο σε παρόμοιου ύφους δημιουργίες στο παρελθόν, τόσο στην άτυχη διασκευή του Tarkovsky, όσο και στον ανέλπιστο θρίαμβο του Gravity, ο Clooney, κάνει σαφείς τις προθέσεις του, από τα πρώτα κιόλας λεπτά της αναμέτρησης. Ως άνθρωπος νιώθει αηδία για το είδος του. Εκείνο δηλαδή που ευθύνεται αποκλειστικά για τον όλεθρο και σε καμία περίπτωση δεν μοιάζει διατεθειμένος να το ακολουθήσει στα υπόγεια μπάνκερς της σωτηρίας. Ως επιστήμονας όμως και μάλιστα σκαπανέας των νέων διαγαλαξιακών δρόμων, οφείλει στον όρκο που έχει δώσει, να διασώσει ότι πιθανότατα μπορεί να κρατηθεί ζωντανό. Ο έγχρωμος κάπτεν του βόγιατζερ και η εγκυμονούσα συμβία του, ύπαρχος, ορίζουν τις εύκολες αλληγορίες του σεναρίου.

Που υπογεγραμμένο από τον Mark Smith (του The Revenant) ανακατώνει την γραμμική αφήγηση με την παρεμβολή φλασμπακ από το παρελθόν, που έχουν όμως άμεση συνάφεια με τα εξελισσόμενα. Και κλειδώνουν τον κύκλο των εξελίξεων στο φινάλε, ελαφρώς προβλέψιμα για εκείνον τον σινεφίλ που δεν θα νιώσει βυθισμένος στην πλήξη της πρώτης ώρας, παρά θα δείξει κουράγιο να ακολουθήσει την Οδύσσεια του ταλαίπωρου άντρα μέχρι τέλους.

Ένας υπέροχος Gorgeous George ηγείται με πειθώ σοφού του επιλεγμένου σχήματος, έχοντας απωλέσει κοντά στα δεκαπέντε κιλά για τις ανάγκες του ρόλου. Το ακριβώς αντίθετο δηλαδή με την σε ενδιαφέρουσα Felicity Jones, που μοιάζει σαν να έχει γεράσει είκοσι και πλέον χρόνια από την τελευταία φορά που την είδαμε στο εκράν. Το καστ συμπληρώνουν ο καθένας αξιοπρεπής στο κομμάτι που του αναλογεί, ο David Oyelowo, ο Kyle Chandler και ο Damien Bichir. Αν και το περισσότερο χειροκρότημα θα κερδίσει με ευκολία η αγγελικής όψης, δεκάχρονη Caoilinn Springall, που μέσα από το ισοθερμικό της μπουφάν στο κέντρο της χιονοθύελλας, αποπνέει όλη εκείνη την αισιοδοξία που αναζητά ο άνθρωπος για να δείξει πάλι δυνατός, να ορθοποδήσει.

Ο Ουρανός του Μεσονυχτίου (The Midnight Sky) Rating
Στις 23 Δεκεμβρίου 2020 από το δίκτυο Netflix!
Περισσότερα... »

Η Θρυλική Μα Ρέινι (Ma Rainey’s Black Bottom) PosterΗ Θρυλική Μα Ρέινι
του George C. Wolfe. Με τους Viola Davis, Chadwick Boseman, Glynn Turman, Colman Domingo, Michael Potts, Jonny Coyne, Taylour Paige, Jeremy Shamos, Dusan Brown, Joshua Harto.

Μας χτυπάνε. Είμαστε, όμως και ράτσα ανάδελφος...
του zerVo (@moviesltd)

Γεννημένη ως Γερτρούδη Πρίτζετ, το 1889 στην βασανισμένη πολιτεία της Τζόρτζια, έμεινε στην ιστορία με το γαμήλιο όνομα της, Μα Ρέινυ, ως μια από τις πρωτοπόρους του μουσικού κινήματος, που εδραιώθηκε στις αρχές του εικοστού αιώνα. Διόλου τυχαία και προς μεγάλη χάρη της, αποδόθηκε ο τίτλος της "Μητέρας του Μπλουζ", τόσο λόγω των σπάνιων φωνητικών της δυνατοτήτων, που ενέπνευσε μια ολόκληρη κατοπινή γενιά του αμερικάνικου πενταγράμμου, μα κυρίως χάρη στον εκρηκτικό της χαρακτήρα, που αντάμα με την θηριώδη θωριά της, δεν άφηνε και πολλά περιθώρια αντίδρασης σε όποιον επιχειρούσε να την κοντράρει. Και η Μα, είναι η μοναδική πραγματική περσόνα, της γεμάτης συμβολισμούς θεατρικής παράστασης, που πρόκειται να παρακολουθήσουμε...

Η Θρυλική Μα Ρέινι (Ma Rainey’s Black Bottom) Quad Poster
Σικάγο 1927. Μια καυτή ανοιξιάτικη ημέρα, το στούντιο του φημισμένου Μελ Στάρντιβαντ, αναμένεται να φιλοξενήσει την πρίμα ντόνα Μα Ρέινυ, που σε ένα διάλλειμα της περιοδείας της στην επικράτεια, πρόκειται να ηχογραφήσει τον καινούργιο της δίσκο. Μια πλειάδα αξιόλογων σέσσιον μουσικών του είδους, έχει ήδη πάρει θέση στο θεοσκότεινο υπόγειο, περιμένοντας την ντίβα να αριβάρει. Ο γέρο πιανίστας Τολίντο, ο ηγετικά έμπειρος κιθαρίστας και από τους πιο στενούς συνεργάτες της αρτίστας Κάτλερ, ο μπασίστας Ντραγκ και ο νεαρός, πολυλογάς και ιδιαίτερα φιλόδοξος Λέβι, ένας τρομπετίστας με ανανεωτικές ιδέες, που επιδιώκει να προσθέσει μοντέρνα στοιχεία στα ήδη διάσημα τραγούδια της Μα.

Με καθυστέρηση ωρών, η θηριώδης μαύρη καλλιτέχνης, θα καταφτάσει στο ραντεβού της, συνοδευόμενη από τον τραυλό (κι ας τον προορίζει η ίδια για ανιματέρ) ανιψιό της Συλβέστερ και την ούτε των μισών της χρόνων, προκλητική γκόμενα της, Ντούσι Μέι, προκαλώντας πανικό στην έτσι κι αλλιώς φασαριόζα γειτονιά με την παρουσία της. Και σαν να μην έφτανε το ντιλέι, οι εξωφρενικές απαιτήσεις της σούπερ σταρ, ενδεχόμενα να προκαλέσουν οριστική ματαίωση της εγγραφής, μιας και ο ατζέντης, που ξέρει καλά πως στα χέρια του έχει έναν θησαυρό, δεν μοιάζει και τόσο διατεθειμένος να τις καλύψει.

Ενδεχόμενα να πιστεύει κανείς πως η οσμή δεν είναι μία από τις αισθήσεις που υποκινεί ο κινηματογράφος, στην παρούσα περίπτωση πάντως, είναι απίθανο ο θεατής να μην μπουκώσει από τα πρώτα δευτερόλεπτα κιόλας, με την έντονη μούχλα που πηγάζει το πάνυγρο τούβλινο κατώι. Που κανείς ήλιος δεν το θωρεί, παρά φωτίζεται μόνο από δυο τρεις λαμπτήρες πυράκτωσης, γεγονός που μεγεθύνει ακόμη πιο πολύ την κλειστοφοβία. Συνεπώς τον εκνευρισμό και την παράνοια. Σε αυτά τα δέκα και ούτε τετραγωνικά, καλούνται να συνυπάρξουν εν αρχή οι οργανοπαίκτες και εν συνεχεία η τραγουδίστρια με την κουστωδία της. Μαζί με τις άκρατες νευρώσεις, κυκλοθυμίες και βεντετισμούς, που θα εντείνουν ακόμη πιότερο το ήδη νοσηρό, χωρίς κάποιο ιδιαίτερο τσακμάκι, λόγο.

Είναι αρκετό δηλαδή το ανακατωσούρικο περιβάλλον, για να προκαλέσει σύγχυση συναισθημάτων στους από νωρίς μαζεμένους άντρες, που πρόκειται να ξεδώσουν βαρόντας ο καθείς το μαντολίνο του. Οι λευκοί είναι τα αφεντικά. Οι λευκοί ορίζουν τους κανόνες. Οι λευκοί κρατούν τα ηνία. Οι λευκοί φτιάχνουν τους νόμους. Οι λευκοί κινούν τα νήματα. Οι λευκοί κατέχουν τα κόζια. Οι λευκοί έχουν τις τσέπες γεμάτες. Οι λευκοί κάνουν ότι γουστάρουν. Οι λευκοί είναι οι άνθρωποι και όλοι οι υπόλοιποι τα ζώα. Ναι μεν αλλά. Οι λευκοί μπορούν να πηδήξουν?

Ίσως. Γι αυτό ενδεχόμενα να χρειαστεί προπόνηση εξαντλητική και προεργασία δεκαετιών για να ακουμπηστεί το λέβελ των εγχρώμων. Που διαθέτουν δάκτυλα δεξιοτέχνη, πνευμόνια θεριού και φωνές σπαρακτικές. Βγαλμένες μέσα από τις έτσι κι αλλιώς τραγικές, ακόμη και μηδενισμένες από τους από πάνω ζωές τους. Και έτσι οι νότες πηγάζουν πόνο, θλίψη, τρισαλί, όπως όμως και ανθρωπιά. Και οι είλωτες δίνουν τον καλύτερο τους εαυτό, για να πάρουν το μεροκάματο, αν και καμιά βολά αναμεταξύ τους, υπάρχει ο επαναστάτης, που γνωρίζει άριστα την θέση και τον αναντικατάστατο ρόλο του. Σαν την κατράμι χρωματικά, χοντρή ως θωρηκτό, τζιβιτζιλού κιόλας, Μα, δηλαδή, που για ένα και μόνο της Λα, χορεύει τους πάντες στο ταψί. Και οποιανού άσπρου, μαύρου, κίτρινου του γουστάρει!

Το πλέι Ma Rainey's Black Bottom, υπήρξε το πρώτο σε μια δεκάδα αυτόνομων έργων, υπογραφής του σημαντικού συγγραφέα August Wilson, με θεματική κυκλωτική των συνθηκών ζωής της αφροαμερικάνικης κοινότητας σε εποχές δύσκολες και αβάσταχτες, χάρη των ρατσιστικών ιδεωδών που ουδέποτε όπως φαίνεται, εγκατέλειψαν την Land of the free. Στο σινεφίλ κοινό ο Wilson έγινε γνωστός μέσα από την μεταφορά του τιμημένου με Πούλιτζερ Fences, που πήρε υπό την αιγίδα του ο αστέρας Denzel, όπως άλλωστε συνέβη και με το παρόν εξίσου σπουδαίο πόνημα.

Που φροντίζει να μην μοιράσει απολυτίκια αγιογραφικά με τους βίους των κατατρεγμένων ραγιάδων, αντίθετα αντικρύζει με μια πολύ πιο σφαιρική άποψη την συνολική ψυχοσύνθεση της μαύρης κοινότητας, απεικονίζοντας τα στελέχη της έως και αγροίκους, αντιδραστικούς, ανάδελφους μπορεί και για ψύλλου πήδημα μαχαιροβγάλτες. Δικαιολογημένα μεν κατά κάποιο τρόπο, ένεκα των δυσμενών εμπειριών του καθενός, που έχουν νιώσει πόνο, τρόμο, υποταγή κάτω από το μαύρο πετσί, όσο κανείς άλλος. Και εκρήγνυνται όταν έλθει η κατάλληλη ώρα. Άλλος βεντετικά και απλώς τουπεδιάρικα, άλλος περιθωριακά και αιμοβόρα. Όπως τον παίρνει, που λέμε. Ο Νόμος έτσι κι αλλιώς, ακόμη και γι αυτή την ράτσα, δεν θα είναι ο ίδιος προς όλους.

Αν το σενάριο φαντάζει μια φορά πανίσχυρο, οι δύο πρωταγωνιστικές ερμηνείες είναι εκείνες που το καθιστούν καθηλωτικό. Ορίζοντας το έκτο φιλμικό έργο του κατά κύριο λόγο ον και οφ Μπροντγουέι ντιρέκτορα George C. Wolfe, ως το ποιοτικότερο μιας καριέρας που είχε σαν κορύφωση το Sparksικό, Nights In Rodanthe. Κι αν από την La Streep των μαύρων, Viola Davis, καρτερείς με σιγουριά πως θα αποδώσει τέλεια την λέζμπο, αισχρομακιγιαρισμένη, αθυρόστομη και κακότροπη αντρογυναίκα, που μόλις πει να τραγουδήσει ανοίγουν τα ουράνια, τι να πει κανείς για την ερμηνευτική ορμή οδοστρωτήρα, του εμφανώς αδυνατισμένου, στον ύστατο ρόλο της ζωής του Chadwick Boseman

Ο - δεδομένα προσωπικά εξομολογητικός προς το κοινό - μονόλογος του, έχει καρφώσει ήδη τον άδικα χαμένο Μαύρο Πάνθηρα στις ανδρικές οσκαρικές υποψηφιότητες, δίνοντας του ταυτόχρονα την αναμφισβήτητη αβάντα που λαχαίνει σε παρόμοιες περιπτώσεις. Ένα απίθανο υποκριτικό δίπολο, που συνδυασμένο με τις αλληγορικές ατάκες, την μισού κηρίου φώτισης κινηματογράφηση και την αναπάντεχα δυναμική εξόδιο του φινάλε, καθιστούν τον Black Bottom της Ma Rainey, ως μια από τις ποιοτικότερες εργασίες του Netflix για ετούτη την ιδιόμορφη χρονιά.

Η Θρυλική Μα Ρέινι (Ma Rainey’s Black Bottom) Rating
Στις 18 Δεκεμβρίου 2020 από το δίκτυο Netflix!
Περισσότερα... »

Bruce Springsteen's Letter To You PosterBruce Springsteen's Letter To You
του Thom Zimny. Με τους Bruce Springsteen, Roy Bittan, Nils Lofgren, Patti Scialfa, Garry Tallent, Steven Van Zandt, Max Weinberg, Charles Giordano, Jake Clemons, Frank Bruno.

Μνημόσυνο
του zerVo (@moviesltd)

Επειδή κι εγώ βαδίζω στα 52 και ολοένα και περισσότερο κοιτάζω στο πίσω της ζωής μου. Δέκα καρτ ποστάλ αν θα χρειαζόταν να φτιάξω τώρα από θύμησες - εννοείται πέραν των οικογενειακών, συντροφικών, φιλικών, γενικώς διαπροσωπικών που είναι αμέτρητες - στα σίγουρα το ένα νταμάκι θα το τσάκωνε η ημέρα που είδα τον Boss από πολύ κοντά. 24 ώρες ορθιλίκι, από την προηγούμενη νυχτιά, ολομόναχος ως παλαβός, να περιμένω την θύρα του Λούη να ανοίξει για να τρέξω πρωταθλητής μέχρι τις μπαριέρες, που μου κράτησαν παρέα για ολόκληρη εκείνη την μαγική βραδιά. Και στο μυαλό μου δεν φέρνω τόσο τα τραγούδια, αλλά τα φοβερά περιστατικά.

Δώδεκα παρά τέταρτο βγήκε στο στέιτζ, αντάμα με όλη του την παλιοπαρέα. "Θα ήθελα να σας ενημερώσω, πριν ξεκινήσουμε, πως ο τελευταίος συρμός του ηλεκτρικού, αναχωρεί τα μεσάνυχτα. Όποιοι θέλουν να επιστρέψουν σπίτι τους, πρέπει να το κάνουν τώρα!" Ανέκδοτο ε? Να έχεις στο δεκάμετρο τον Springsteen και να σκεφτείς πάω να τσακάσω το μετρό. Που να δεις το ακόμη μεγαλύτερο χωρατό, κατόπιν τέτοιας ημερήσιας υπερκόπωσης, καθώς στην τσέπη βρισκόταν μόνο το μπιλιέτο του γυρισμού. Και ποδαράτο με πήρε η κατηφόρα, μέσα στα σκοτάδια τότε, από την Καλογρέζα μέχρι τον Κολωνό, εκατόν είκοσι λεπτά ταξίδι. Κι Εκείνος με το λευκό φανελάκι φαντασματένια δίπλα μου για παρέα, όσο κατεβαίναμε down to the river Κηφισό, που τότενες ήταν ξέσκεπος, δίπλα στην γειτονιά μας...

Bruce Springsteen's Letter To You Quad Poster
Εικοστό στούντιο άλμπουμ για το Αφεντικό είναι το Letter To You. Το 71 χρόνων Τζέρζι Μπόυ, που μπορεί να παίζει κιθάρα και να τραγουδά σαν έφηβος, η ράχη του όμως έχει μετρήσει τόσες εμπειρίες ώστε να μοιάζει σαν εκείνους τους πάνσοφους γέροντες των ινδιάνικων φυλών. Που κοιτάζουν ξωπίσω τους για να νοσταλγήσουν και να σκιτσάρουν μύθους με βάση το παρελθόν, γνωρίζουν καλά πως το πολύ τους έχει περάσει και μπροστά δεν μένει παρά κάτι λίγο ακόμα ως περιθώριο για να δράσουν. Ίσως εκεί να εξηγείται και η πρεμούρα του Bruce να βγάλει νέο LP - μαζί με νέα ταινία - δώδεκα μήνες και κάτι κατόπιν του Western Stars.

Είναι η πρώτη φορά μετά από το 2014 και το High Hopes που στο πλευρό του στέκει η παλιοπαρέα της E Street. Και αυτό από μόνο του δημιουργεί μελαγχολία στα μάτια του Springsteen. Γιατί εδώ, στην καλύβα - στούντιο, καταμεσίς του χιονιά κάπου στα απόμερα δάση της Νέας Ιερσέης, μπορεί να έχει μαζωχτεί η κομπανία, ενήλικη πια και όχι πιτσιρικάδα όπως κάποτε. Και ο Stevie Van Zandt, σχεδόν τριπλάσιος σε μέγεθος σε σύγκριση με το χθες του Darkness On The Edge Of Town, μα πιότερο αέρινος και φιλοσοφημένος - και ο δεξιοτέχνης της ακουστικής κιθάρας Nils Lofgren - και ο μάγος της μπασογραμμής Garry Tallent - και ο σπουδαίος κιμπορντίστας Roy Bittan - και ο αεικίνητος στα κρουστά Max Weinberg - και η κυρά Springsteen, Patti Scialfa, για τις συνοδείες των ρεφρέν. 

Λείπουν όμως δύο φίλοι ζωής, τόσο η ψυχή της ομήγυρης Danny Federici, όσο και ο σαξοφωνίστας Clarence Clemonce, που το εκτόπισμα του δεν συγκρινόταν με κανενός πάνω στην σκηνή. Σε σημείο που να μην υπάρχει δευτερόλεπτο να μην τους αναπολήσουν στο παίξιμο τους, οι κορυφαίοι στο είδος τους οργανοπαίκτες. Αφιερώνοντας τους και την παραμικρή νότα ετούτης της συλλογής - ωδής στην συντροφικότητα και την αλληλεγγύη. Ο Springsteen δεν δακρύζει, αλλά είναι φανερό πως η απώλεια, που ο χρόνος στο πέρασμα του δεν την γιάτρεψε, τον έχει τσακίσει. Και τότε σκέφτεται πως είναι ο μοναδικός που ζει, από εκείνο το μυθικό πρώτο γκρουπ της πρώτης νιότης του, τους φοβερούς και τρομερούς The Castiles, αφού ο σύντροφος του στις κιθάρες George Theiss, έφυγε από την ζωή μόλις το 2018. Ράκος ο Boss...

Εξού και το μνημόσυνο, το Γράμμα που αποστέλλει σε ζώντες και νεκρούς, μηνύοντας φόβους, ανησυχίες, πάθη, ανασφάλειες, ακόμη και απογοητεύσεις για πράγματα που δεν έκαμε ποτέ μαζί τους. Δώδεκα τραγούδια πραγματικά πολύ όμορφα, μελωδικά και συγκινητικά, σαν να γράφτηκαν τις πιο εμπνευσμένες νεανικές ημέρες του Bruce, με την γνώση του γέροντα όμως πανταχού παρούσα. Αντάμα της όμως και η λέξη θάνατος, που ανά τακτά διαστήματα αναφέρεται και μάλιστα φωναχτά: "Now I lay me down to sleep, I pray to God my soul to keep, and if I die before I wake, I pray to God my soul to take." Μελαγχολία, αν μη τι άλλο.

Το φιλμ υπογραφής του στενού συνεργάτη του Springsteen, Thom Zimny, δοσμένο σε τόνο ασπρόμαυρο, για να τονίσει έναν παραπάνω πένθιμο χαρακτήρα, αντιφατικά προβάλλει την όλο ζωντάνια, κέφι και όρεξη για δουλειά και πενθήμερη εκδρομή της κορυφαίας καλλιτεχνικής φράξιας στο καλύβι, για την δημιουργία του δίσκου. Με γενικό νου στην ενορχήστρωση τον Little Steven, το πλάνο μιλάει για την ολοκλήρωση ενός τραγουδιού ανά τέσσερις ώρες. Σεναριακός αστικός μύθος, το πιο πιθανό, μιας και θεωρώ απίθανο να μην υπήρξε βελτιωτική παρέμβαση από τον γνώριμο τελειομανή Boss στην πορεία. Δεν μας νοιάζει διόλου η αλήθεια. Εμείς θεωρούμε την σύμπραξη αυτή των σπουδαίων μουσικών ως φυσιολογικής ροής μάζωξη ισόβιων κολλητών, που θα παίξουν και πέντε νότες σε κιθάρες και πλήκτρα, αφού πρώτα υψώσουν τα ποτήρια με το φτηνό ουίσκι, πίνοντας το Εις Μνήμην των παλιόφιλων που την έκαναν νωρίς. 

Bruce Springsteen's Letter To You Rating
Στις 23 Οκτωβρίου 2020 από το δίκτυο Apple TV!
Περισσότερα... »

Το Θαύμα του Άγνωστου Αγίου (Le Miracle Du Saint Inconnu) PosterΤο Θαύμα του Άγνωστου Αγίου
του Alaa Eddine Aljem. Με τους Younes Bouab, Salah Bensalah, Bouchaib Essamak, Mohamed Naimane, Anas El Baz, Hassan Ben Bdida.

Ο Θεός αγαπάει τον κλέφτη, αλλά...
του zerVo (@moviesltd)

Κράμα Σπανιόλικης και Γαλλικής κουλτούρας, που διατηρείται ακόμη και στις μέρες μας αναλλοίωτο, στοιχείο που περισσότερο κατατάσσει το εύπορο Βασίλειο πιότερο σε ανατολίτικο παρά σε αφρικάνικο κράτος, το Μαρόκο ορίζει τον πιο κοσμοπολίτικο προορισμό της Μαύρης Ηπείρου. Εννοείται βέβαια πως πίσω από την λαμπερή βιτρίνα της Καζαμπλάνκας, της Ραμπάτ και της Φεζ, τα φτωχικά χωριά της ερήμου στους πρόποδες του Άτλα, τηρούν απαρέγκλιτα τις αρχές και τις παραδόσεις μιας αμιγώς μουσουλμανικής κοινωνίας. Τοπίο που ορίζει το πεδίο δράσης και εξέλιξης της σατιρικού ύφους ταινίας Το Θαύμα του Άγνωστους Αγίου. Le Miracle Du Saint Inconnu...

Το Θαύμα του Άγνωστου Αγίου (Le Miracle Du Saint Inconnu) Quad Poster
Έχοντας μόλις πραγματοποιήσει ληστεία με λεία πολλών χιλιάδων ντιρχάμ, ο Αμίν, ελάχιστες στιγμές πριν πέσει στα χέρια των αστυνομικών αρχών που τον έχουν περικυκλώσει, θα καταφέρει να κρύψει την τσάντα με τα χρήματα στην κορυφή ενός ολόγυμνου λόφου, καταμεσίς της ερήμου. Δέκα χρόνια μετά, αφού εκτίσει ποινή φυλάκισης για το κακούργημα που υπέπεσε, θα επιστρέψει στον ίδιο τόπο προκειμένου να αναζητήσει τον, όπως πιστεύει, καλά θαμμένο θησαυρό. Για κακή του τύχη, στο ακριβές σημείο της ταφής, οι ντόπιοι έχουν υψώσει εκκλησάκι δέησης στον άγνωστο Άγιο, προκειμένου εκείνος, εκτός από το να τους έχει καλά στην υγεία τους, να στείλει επιτέλους και μια βροχή, βάζοντας τέλος στην δεκαετή περίοδο ξηρασίας.

Και τώρα? Πως θα πάρει πίσω την χρυσοφόρα μπάζα ο ληστής, που με -΄πρόχειρη, δεν την λες και μπόλικη - επιμέλεια είχε καταχωνιάσει στο χώμα και τόσο καιρό στην στενή, οραματιζόταν την στιγμή που θα την έπιανε και πάλι στην αγκάλη του? Σχέδιο που καλείται να καταστρώσει με πονηριά, καθώς ολημερίς στη αυλή του μαυσωλείου προσεύχονται πιστοί και ολονυχτίς στέκεται σκοπός σιμά στην πόρτα του ένας βοσκός, συντροφιά με τον αγαπημένο του σκύλο - φύλακα.

Φυσικά η παρουσία του άγνωστου στην μικρή κοινότητα άντρα δεν έχει περάσει απαρατήρητη, με τους περισσότερους να τον θεωρούν επιστήμονα που έχει προσεγγίσει την περιοχή για να πραγματοποιήσει κάποιου είδους μελέτες. Ενόσω εκείνος τις "πραγματοποιεί" ρίχνοντας στάχτη στα μάτια των ανυποψίαστων για το τι κρύβει το εκκλησάκι στα θεμέλια του, χωριανών, η αγωνία του για την τύχη των χρημάτων που πλήρωσε με τόσο καιρό εγκλεισμού πίσω από τα κάγκελα, πολλαπλασιάζεται.

Η ούτε εκατό κατοίκων κουκκίδα σε αυτή την καυτή γωνιά του πλανήτη, θα μπορούσε να έχει και το όνομα Φάργκο, έτσι τιμής ένεκεν σε εκείνο το δημιουργικό δίδυμο που εκτόξευσε την δημοτικότητα του συγκεκριμένου κινηματογραφικού είδους, της κωμικών στοιχείων, crime story. Και πραγματικά με μεγάλο σεβασμό στους δασκάλους του, Coen, ο πρωτοεμφανιζόμενος Μαροκέν Aljem, στήνει μια ενδιαφέρουσα ιστορία για το πως μπορεί να ανατραπεί μονομιάς η καθημερινότητα ενός τόπου που δεν συμβαίνει εδώ και καιρό απολύτως τίποτα. Παρόλα αυτά κινείται σαν σε σταθερή τροχιά πάνω στην ράγα των γνώριμων αραβικών συνηθειών, όπου κυριαρχεί ο σεβασμός στους ανωτέρους, η πίστη στον ένα και μοναδικό Θεό, η ανισότης των δύο φύλων, η βαθμονόμηση των πολιτών σε ευγενείς φτωχούς, λαουτζίκο πιο φτωχούς και μηδενισμένους πάμφτωχους.

Με εξυπνάδα ξετυλίγει το αφήγημα του ο πρωτάρης κινηματογραφιστής, καθώς προσεγγίζει μέσα από τις σκηνές του, με τον γνώριμα ειρωνικό τρόπο θεσμούς και ταμπού της λαϊκής συνείδησης του τόπου του. Δεν ακολουθεί μάλιστα γραμμικότητα στα λόγια του, καθώς εμβόλιμα του βασικού πλοτ φροντίζει να φωτίσει δύο ακόμη υποιστορίες, αυτή του καινούργιου γιατρού στο χωριό, που μοιάζει να μην έχει καν λόγο ύπαρξης και του εκείνη φιλόδοξου νέου που παραμένει δέσμιος της εμμονής του θρήσκου αγρότη πατέρα του, που ελπίζει πως από ώρα σε ώρα θα έλθει η βροχή (από το πουθενά) και η σοδειά θα ανθίσει.

Εντέλει στο φινάλε ο Άγνωστος από μηχανής Άγιος, βάζει τα πάντα στην θέση τους, ενώνει τα κομματάκια του σεναρίου σχετικά με ανεκτό τρόπο και τοποθετεί κάθε κατεργάρη ή ηθικό στο πόστο που του αναλογεί και του πρέπει. Ζητούσε λίγη δουλίτσα παραπάνω η συγγραφή των χαρακτήρων, το χιούμορ δεν είναι πάντοτε επιτυχημένο και οξυδερκές, μάλλον προς το weird τείνει, ενώ δεν απουσιάζουν οι άκαιρες επαναλήψεις, ειδικά στις στιγμές της ματαίωσης της εκτέλεσης της επίθεσης στο "φρούριο". Παρόλα αυτά, χάρη στην πολύ όμορφη, νυχτερινή είτε φωτεινή, φωτογραφία του και κάποια διασκεδαστικά ευρήματα, όπως η παρουσία του dumber συνεργού, το πειραγμένο ηθογράφημα δεν είναι κακό, δεν είναι όμως και κάτι το πρωτότυπο ή το ξεχωριστό, που θα μας κάνει να το θυμόμαστε για καιρό.

Το Θαύμα του Άγνωστου Αγίου (Le Miracle Du Saint Inconnu) Rating
Στις δικές μας αίθουσες? Στις 29 Οκτωβρίου 2020 από την AMA Films!
Περισσότερα... »

Η Ελπίδα του Κόσμου (Gloria Mundi) PosterΗ Ελπίδα του Κόσμου
του Robert Guédiguian. Με τους Ariane Ascaride, Jean-Pierre Darroussin, Gérard Meylan, Anaïs Demoustier.

Ποια Θυσία?
του zerVo (@moviesltd)

Πέραν της αμιγώς κινηματογραφικής, υπάρχει μια πολύ ενδιαφέρουσα πτυχή στο έργο αυτού του Γαλλοαρμένιου ρετζίστα, που έχει να κάνει με την μέθοδο που χρησιμοποιεί για να φωτίσει την γενέτειρα πόλη του, που σε συντριπτικό ποσοστό φιλοξενεί τις ιστορίες του. Χωρίς να χρησιμοποιεί στα πλάνα του, τίποτα φοβερά τοπόσημα, την παρουσιάζει κατά τέτοιο όμορφο και ζεστό τρόπο, ώστε να επιθυμείς να την επισκεφτείς το συντομότερο με την ιδιότητα του τουρίστα. Όπως είχε συμβεί δηλαδή προ καιρού στα Χιόνια του Κιλιμάντζαρο ή στο Σπίτι Δίπλα στην Θάλασσα έτσι και τώρα, αρχαία αποικία της Φώκαιας φαντάζει το λιγότερο πανέμορφη και λαμπερή, ως αντιφατικό φόντο μιας ακραία δραματικής αφήγησης. Η Ελπίδα του Κόσμου μόλις γεννήθηκε...

Η Ελπίδα του Κόσμου (Gloria Mundi) Quad Poster
Μετά από δεκαετίες εγκλεισμού στην φυλακή, για ένα φονικό που διέπραξε εν βρασμώ ψυχής, ο γηρασμένος πλέον Ντανιέλ, αφήνεται ελεύθερος να επιστρέψει στην Μασσαλία, εκεί που ελάχιστοι έχουν παραμείνει για να τον περιμένουν. Ανάμεσα τους, η πρώην σύζυγός του, Συλβί, που εργάζεται ως καθαρίστρια σε νοσοκομειακή μονάδα και πλέον είναι παντρεμένη με τον οδηγό του ΟΑΣ, Ρισάρ, που θα του αποκαλύψει πως η θυγατέρα τους, Ματίλντ, απέκτησε ένα υγιέστατο κοριτσάκι, την κουκλίτσα Γκλόρια.

Για κανέναν όμως, στην άτυπη φαμίλια του Ντανιέλ, που τα μέλη της δεν θα τον υποδεχτούν με τον πιο θερμό τρόπο, η καθημερινότητα δεν μοιάζει ιδανική. Η Συλβί έχοντας έλθει σε ρήξη με το συνδικάτο εργαζομένων της κλινικής, βρίσκεται ένα βήμα από την δυσμένεια. Ο Ρισάρ, έχει τεθεί σε διαθεσιμότητα, εξαιτίας μιας παράβασης του κώδικα κυκλοφορίας. Η λεχώνα κόρη του, δεν μπορεί να στεριώσει σε καμία εργασία, ενώ ο γαμπρός του, που έχει επενδύσει τα πάντα στην παροχή υπηρεσία του Uber, θα πέσει θύμα άγριου ξυλοδαρμού από τους αυτοκινητιστές ταξί, που αισθάνονται πως απειλεί την δουλειά τους. Κι εκείνος περιπλανώμενος μπατίρης, βυθισμένος στις ποιητικές του σκέψεις, μοιάζει ολοκληρωτικά ανήμπορος να τους βοηθήσει έστω και στο ελάχιστο.

Τι τραγωδία ε? Αυτός όμως είναι ο καθρέφτης της μοντέρνας δυτικής κοινωνίας ζούγκλας που ζούμε, ουχί μόνον της Φραντσέζας. Οι απειλές να σκάνε διαρκώς ένθεν κακείθεν και η εμπιστοσύνη, ένεκα της καταρράκωσης των ηθικών αξιών εντός ακόμη και της ίδιας της οικογένειας, να τείνει στο μηδέν. Την ώρα που καμία σανίδα σωτηρίας δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα, για κανένα στοιχείο του συγκεκριμένου μικρόκοσμου, που ελάχιστοι θεατές δεν θα αντικρύσουν τον εαυτό τους σε κάποια από τις μορφές του, τα συναισθήματα του τρόμου, της ανασφάλειας, του εγκλωβισμού σε μια σοσιετέ που λειτουργεί χωρίς κανόνες, βασιλεύουν. και το φάσμα της ανέχειας ολοένα και πλησιάζει για τον καθένα. Και ετούτη την δύσκολη ώρα, η μοναδική ελπίδα, η ηλιαχτίδα τους, η Gloria Mundi, κοιμάται ήσυχη ως βρέφος, στην κουνίτσα της, δίνοντας τους την ώθηση να επιβιώσουν, μην τυχόν την μεγαλώσουν / αναθρέψουν σε συνθήκες ανθρωπινές και εκείνη. Τα παιδιά μας να είναι καλά. Εμείς την κάπα την κρεμάσαμε...

Βήμα με το βήμα, σκηνή με την σκηνή, η εξιστόρηση που επιχειρεί ο Guédiguian, ως πρωτοσύγγενος του κορυφαίου διδάξαντα Ken Loach, πείθει πως φαινομενικά είναι αδύνατον, κάποιος μη προνομιούχος να τα βγάλει πέρα σε αυτό τον καπιταλιστικό αστικό βόθρο. Στον διαρκή πόλεμο, οι εχθροί σκάνε από το πουθενά κι εκεί που δεν το καρτερείς. Εξωγενείς δε και ντόπιοι, όμοιας ομάδας αίματος που λένε. Άκαρδοι μπάτσοι, άπονοι εργοδότες, παρτάκηδες συνδικαλιστές, φοβιστικοί ανταγωνιστές. Και την ίδια στιγμή, ενώ θα περίμενες την αγάπη να δίνει πνοή στην κατατρεγμένη φαμίλια, λαμβάνει χώρα το ακριβώς αντίθετο, με θύτες κάποια από τα ανώριμα συστατικά της. Το πρώτο νταμάκι του ντόμινο πέφτει και πια δεν υπάρχει γυρισμός. Εξόν και εμφανιστεί ο από μηχανής Θεός και διασώσει την νοσηρή κατάσταση.

Του μελετημένα εξελισσόμενου θρίλερ, που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια την ομοαίματη φράξια στον γκρεμό, ηγείται το γνώριμο για πόνημα του Μαρσεγιέζου υποκριτικό τρίγωνο των - με σειρά αξιολόγησης - Meylan, Ascaride, Darroussin. Φοβεροί ρολίστες, πεπειραμένοι, δείχνουν να συνεννοούνται με τα μάτια με τον καθοδηγητή τους και δεν χρειάζονται παρά μόνο ελάχιστα λεπτά, ώστε να ξεδιπλώσουν στο πανί τον ρυτιδιασμένο χαρακτήρα τους. Και το εσωτερικό τους φίλινγκ, που εν αντιθέσει με την μεσογειακή πολυχρωμία στο σκηνικό, κτίζει ένα μουντό, συννεφιασμένο, απελπισμένο κοντράστ ψυχής. Κυρίως στον αναλογισμό της τραγικής πιθανότητας, οι τεράστιοι γονικοί κόποι να μην είναι καν αρκετοί για να διατηρήσουν τους απογόνους τους στην ζωή. Κι εκεί αναζωπυρώνει ο διαρκής εφιάλτης τους. Ποια θυσία, μπορεί να χρειαστεί ακόμη?

Η Ελπίδα του Κόσμου (Gloria Mundi) Rating
Στις δικές μας αίθουσες? Στις 29 Οκτωβρίου 2020 από την Weird Wave!
Περισσότερα... »

Υπόθεση Κολλίνι (Der Fall Collini / The Collini Case) Poster ΠόστερΥπόθεση Κολλίνι
του Marco Kreuzpaintner. Με τους Elyas M'Barek, Alexandra Maria Lara, Franco Nero, Heiner Lauterbach, Manfred Zapatka, Jannis Niewöhner, Rainer Bock, Pia Stutzenstein, Peter Prager.


Καλός ναζί ο νεκρός ναζί
του Θόδωρου Γιαχουστίδη (@PAOK1969)

Όταν η Γερμανία συνειδητά έδινε άλλοθι στους φασίστες

Αυτή είναι η έβδομη μεγάλου μήκους ταινία που σκηνοθετεί ο γεννημένος στις 11 Μαρτίου του 1977 στη Βαυαρία Marco Kreuzpaintner και η πρώτη του που βλέπουμε στη χώρα μας. Η ταινία έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στις 18 Απριλίου του 2019, βγαίνοντας στις κινηματογραφικές αίθουσες Γερμανίας και Αυστρίας.

Υπόθεση Κολλίνι (Der Fall Collini / The Collini Case) Poster Πόστερ Wallpaper
Το σενάριο της ταινίας Υπόθεση Κολλίνι (Der Fall Collini / The Collini Case) βασίζεται στο ομώνυμο μπεστ σέλερ του (δικηγόρου κατά βάση) Ferdinand von Schirach από το 2011. Ο παππούς του συγγραφέα, Baldur von Schirach, ήταν ναζιστής, επικεφαλής της Νεολαίας του Χίτλερ, ο οποίος στη Δίκη της Νυρεμβέργης καταδικάστηκε σε 20 χρόνια φυλακή για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Ο δε προπάππους του, Heinrich Hoffmann, ήταν ο επίσημος φωτογράφος του Χίτλερ.

Η υπόθεση: Βερολίνο, 2001. Ο Ιταλός μετανάστης Φαμπρίτζιο Κολλίνι, που επί χρόνια εργάζεται στη Στουτγάρδη, σε εργοστάσιο της Μερσέντες, συστήνεται ως δημοσιογράφος στον Γερμανό μεγαλοεπιχειρηματία Χανς Μάγιερ, τον οποίο και δολοφονεί σε μια σουίτα του πολυτελούς ξενοδοχείου Adlon. Ο Κάσπαρ Λάινεν έχει πάρει μόλις το πτυχίο της Νομικής και το κράτος του αναθέτει την υπεράσπιση του Κολλίνι. Ο Κάσπαρ, παιδί χωρισμένων γονέων με πατέρα Γερμανό και μητέρα Τουρκάλα, θα διαπιστώσει ότι ο Μάγιερ που δολοφονήθηκε ήταν ο ευεργέτης του: του είχε φερθεί ως πατέρας όσο ζούσε και εξαιτίας του σπούδασε Νομική. Μάλιστα, με την κόρη του Μάγιερ, την Γιοχάνα, είχαν ένα φλερτ. 

Ο Κάσπαρ είναι έτοιμος να εγκαταλείψει την υπόθεση: από τη μια, ενώ κανείς δεν γνωρίζει το κίνητρο για τη δολοφονία, ο Κολλίνι δεν του το αποκαλύπτει, και από την άλλη νιώθει πως υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων εξαιτίας της σχέσης του με τον δολοφονημένο. Μια λεπτομέρεια θα οδηγήσει τον Κάσπαρ να συνεχίσει το ψάξιμο. Αυτό που θα συναντήσει θα είναι ένα από τα μεγαλύτερα νομικά σκάνδαλα στη γερμανική ιστορία και μια αλήθεια που κανείς δεν θέλει να αντιμετωπίσει...

Η άποψή μας: Αυτή είναι μια κανονική, εμπορική ταινία, που στοχεύει στο μεγάλο κοινό. Και το μεγάλο κοινό θα περάσει εξαιρετικά επιλέγοντας να την παρακολουθήσει. Κι αυτό επειδή διαθέτει μπόλικα πράγματα να δουλεύουν υπέρ της. Αρχικά, και σε πρώτο επίπεδο, η ταινία λειτουργεί μια χαρά ως δικαστικό δράμα. Μάλιστα, διαθέτει μια πολύ ενδιαφέρουσα διαφοροποίηση από την πλειοψηφία. Στα περισσότερα δικαστικά δράματα ο θεατής καλείται να «ετυμηγορίσει» σχετικά με την αθωότητα ή την ενοχή ενός ανθρώπου που δικάζεται. Εκεί παίζεται όλο το σασπένς. Στη συγκεκριμένη ταινία, ξέρουμε ότι ο Κολλίνι σκότωσε τον Μάγιερ. 

Δεν είναι κόλπο, δεν πάει να κάνει κάποια ανατροπή σχετικά με την ταυτότητα του δολοφόνου ο σκηνοθέτης. Όχι. Αυτό που ιντριγκάρει λοιπόν είναι το γιατί. Γιατί ένας μετανάστης, που δεν είχε δώσει δικαιώματα, να σκοτώσει έναν μεγιστάνα, ο οποίος πέρα όλων των άλλων, ήταν καλός άνθρωπος κατά πως φαίνεται, βοηθώντας συν τοις άλλοις ένα φτωχαδάκι, παιδί χωρισμένων γονέων, με τούρκικες ρίζες, να σπουδάσει Νομική; Και να του δώσει τα κλειδιά της Μερσεντές του (χα!); Εδώ σε θέλω. Σε δεύτερο επίπεδο, η ταινία κριτικάρει ευθέως το σύγχρονο γερμανικό κράτος. Μπορεί η πλειοψηφία των Γερμανών σήμερα να νιώθει ενοχές για το χιτλερικό παρελθόν και ντροπή για τους ναζί, το κράτος όμως που αναδύθηκε από τις στάχτες του Β' Παγκοσμίου Πολέμου δεν κινήθηκε ευθύς εξαρχής τιμωρητικά απέναντι σε όλους όσοι συμμετείχαν στη ναζιστική θηριωδία. 

Ίσα ίσα, όσοι μεγαλόσχημοι δεν τιμωρήθηκαν στη Νυρεμβέργη κι όσοι έμειναν στη Γερμανία, χωρίς να αναζητήσουν ασφάλεια σε κάποια χώρα της Λατινικής Αμερικής, έτυχαν ευνοϊκής αντιμετώπισης! Η νεόδμητη Δυτική Γερμανία δημιούργησε νόμους, οι οποίοι λειτούργησαν ως κολυμπήθρα του Σιλωάμ για χιλιάδες ναζιστές, που ωσάν αθώες περιστερές απαλλάχτηκαν για πάντα (;) από τις νομικές συνέπειες των πράξεών τους κατά τη διάρκεια του Β'Π.Π. Αίσχος! Ντροπή! 

Για να λέμε και του στραβού το δίκιο, μιας που είναι πρόσφατο το γεγονός, η ψωροκώσταινα, χώνοντας στη φυλακή του φασίστες της Χρυσής Αυγής, έδειξε τον δρόμο τον σωστό. Ε, πείτε ότι στη Γερμανία μετά τον Πόλεμο, οι νομικοί (και οι κυβερνήσεις) λειτουργούσαν όπως η εισαγγελέας στη δίκη της Χ.Α. - όχι όπως η Πρόεδρος. Και θα καταλάβετε τι παιζόταν. Και τι παίζεται ακόμα, μέχρι και σήμερα. Πόσες συγκαλύψεις, πόσες παραχαράξεις της Ιστορίας, πόσα κρυμμένα μυστικά και ψέματα. Πρόσφατα βγήκε στη φόρα το ναζιστικό παρελθόν του Alfred Bauer, του πρώτου διευθυντή του κινηματογραφικού φεστιβάλ Βερολίνου! Μάλιστα, η Berlinale έδινε βραβείο που είχε το όνομά του! Και πότε έγινε η αποκάλυψη; Εν έτη 2020! 75 ολόκληρα χρόνια μετά τη λήξη του πολέμου! Αυτά και για το δεύτερο επίπεδο. 

Τα στάνταρ παραγωγής της ταινίας είναι υψηλότατα, τα πάντα είναι προσεγμένα και στην εντέλεια, οι αποκαλύψεις έρχονται οργανικά κι όχι βίαια και ο θεατής ψυχαγωγείται καθ' όλη τη διάρκεια της ταινίας. Να πω την αμαρτία μου, υπάρχουν δύο χτυπητά φάουλ – που προφανώς μεταφέρθηκαν στο σενάριο έτσι όπως υπήρχαν στο βιβλίο. Από τη μια, το πιο χοντρό: πώς είναι δυνατόν να μην γνωρίζει πριν αναλάβει την υπόθεση ο Κάσπαρ ότι ο δολοφονημένος ήταν ο μέντοράς του; Και το δεύτερο, λιγότερο χοντρό αυτό: πώς μπορεί να βοηθήσει ουσιαστικά την υπόθεση ο (αποξενωμένος εξαιτίας του Κάσπαρ) πατέρας του δικηγόρου; Εντάξει, διαβάζει γρήγορα και διαγώνια επειδή είναι βιβλιοπώλης (!!!), ας το καταπιούμε αυτό, αλλά πώς μπορεί να ξέρει τι είναι σημαντικό μέσα στα πολυσέλιδα έγγραφα που καλείται να διαβάσει; 

Anyway, μικρό το κακό. Και καθόλου δεν επηρεάζει την απόλαυση της θέασης της ταινίας. Που και στον τομέα «υποκριτική» τα πηγαίνει περίφημα, με τον Franco Nero να είναι τρομερός, παίζοντας με τις σιωπές και τα υπέροχα, εκφραστικά του μάτια. Από ένα σημείο και μετά η συναισθηματική φόρτιση που προκαλεί η ταινία χτυπάει κόκκινο. Και η αποφόρτιση δίνεται με ένα φινάλε τόσο απλό σε σύλληψη κι όμως τόσο πλούσιο, που ανταμείβει ολοκληρωτικά τον θεατή. Είναι η μόνη στιγμή που ο σκηνοθέτης αφήνει να μπει στη σκληρή πραγματικότητα μια νότα υπερβατικού. Δεν έχει χαθεί η μπάλα κύριοι, ίσα ίσα. Ωραιότατο φιλμ.

Υπόθεση Κολλίνι (Der Fall Collini / The Collini Case) Rating
Στις δικές μας αίθουσες? Στις 29 Οκτωβρίου 2020 από την Danaos Films!
Περισσότερα... »

Roald Dahl's The Witches PosterRoald Dahl's The Witches
του Robert Zemeckis. Με τους Anne Hathaway, Octavia Spencer, Stanley Tucci, Jahzir Kadeem Bruno, Chris Rock, Codie-Lei Eastick, Kristin Chenoweth, Brian Bovell, Charles Edwards, Morgana Robinson.

Μέντες...
του zerVo (@moviesltd)

Η ομώνυμη νουβέλα γράφτηκε από τον μάγο της νεανικής πεζογραφίας του φανταστικού Roald Dahl, το 1983, αποτελώντας ένα από τα ύστατα συγγράμματα της τεράστιας καριέρας του. Η πρώτη φορά που το βιβλίο μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο ήταν στα 1990, δια χειρός του ανατρεπτικού Nicolas Roeg και με την υποστήριξη του στούντιο του Jim Henson, με βασική πρωταγωνίστρια την τεράστια Anjelica Huston, δίπλα της την Mai Zetterling και τον Rowan Atkinson στον κομβικό ρόλο του ξενοδόχου. Η καινούργια φιλμική βερσιόν του σκοτεινού παραμυθιού, ορίζει το ριγιούνιον μιας ομάδας τεράστιων κινηματογραφιστών στην γραφή και στην σκηνοθεσία, το συνολικό αποτέλεσμα όμως, δεν ανταποκρίνεται ποτέ στο επίπεδο του ονόματος τους.

Roald Dahl's The Witches Quad Poster
Έχοντας χάσει τους αγαπημένους του γονείς σε μοιραίο αυτοκινητιστικό δυστύχημα, ένα νεαρό αγόρι θα αναγκαστεί να συμβιώσει με την γιαγιά του σε μια μικρή κωμόπολη της Αλαμπάμα. Αρχικά η σχέση των δύο, ενόσω ο μικρούλης θα δείξει ζορισμένος από την απώλεια, θα δείξει απόμακρη, παρόλες τις προσπάθειες της γεμάτης εμπειρίες γυναίκας. Σταδιακά όμως, η αγάπη που θα δείξει στο εγγόνι της, θα κτίσουν μέσα του τις κατάλληλες συνθήκες, για να δείξει εκείνο την εμπιστοσύνη που πρέπει, στον μοναδικό άνθρωπο που του έχει απομείνει. 

Με την εμφάνιση κάποιων μυστηριωδών γυναικών στην περιοχή που θα δείξουν απειλητικές διαθέσεις στον πιτσιρικά, η γιαγιά λειτουργώντας προστατευτικά θα τον ενημερώσει για την ύπαρξη των σύγχρονων μαγισσών που σκοπό τους έχουν να εξαφανίσουν από προσώπου γης την οποιαδήποτε παιδική ύπαρξη. Κρύβοντας του κιόλας τα δικά της νεανικά βιώματα, θα τον αναγκάσει να διαφύγουν από το σπίτι τους που παρακολουθείται και να μεταβούν για μεγαλύτερη ασφάλεια, στο παραλιακό πολυτελές ξενοδοχείο, εκτιμώντας πως θα διαφύγουν τον κίνδυνο!

Μια κίνηση που εντέλει θα αποδειχθεί λανθασμένη, αφού τον ίδιο χώρο έχει επιλέξει το γενικό συμβούλιο των μαγισσών για να πραγματοποιήσει το συνέδριο του, κάτω από την ψεύτικη μαρκίζα της "Εταιρείας Προστασίας Ανηλίκων". Ευρισκόμενοι κυριολεκτικά στο στόμα του λύκου και κυρίως της δαιμόνιας ηγέτιδας της διαβολικής συμμορίας, γιαγιά και εγγονός πρέπει να κτίσουν πλάνο σωτηρίας τους. Και κατοπινά να σχεδιάσουν το πως θα εξολοθρεύσουν μια και καλή την φράξια των σατανικών αυτών υπάρξεων.

Που ούτε καπέλο με κορυφή φορούν, ούτε μπέρτα σκουρόχρωμη, ούτε καβάλα σε καμία σκούπα μετακινούνται κατά πως προστάζει ο μύθος. Παρά είναι γυναίκες με κανονική όψη, αφού έχουν φροντίσει από πριν να καλύψουν τεχνηέντως εκείνες τα χαρακτηριστικά σώματος που θα τις προδώσουν. Τις σουβλερές και πανίσχυρες οπλές σε χέρια και πόδια, το ξυρισμένο κεφάλι με τους φουσκωμένους θύλακες, τα τεράστια ρουθούνια που τις ευνοεί να μυρίσουν ακόμη και σε μεγάλη απόσταση τα παιδιά, μα κυρίως τα γιγάντια σαγόνια, που πίσω τους κρύβουν δόντια μυτερά, πανέτοιμα να κατασπαράξουν το  κάθε ανυποψίαστο δεκάχρονο.

Τώρα για να έχουμε το καλό ερώτημα όλα αυτά τα προαναφερόμενα, συμβαίνουν σε μια ταινία που αφορά σε κοινό κατά κύριο λόγο οριακά διψήφιας ηλικίας και έχει πάρει και την σφραγίδα PG από την σχετική επιτροπή αξιολόγησης. Αν ναι, τότε κάπου υπάρχει ένα μικρό κενό στον τρόπο αντιμετώπισης του κάθε πονήματος στην απονομή του βαθμού καταλληλότητας, μιας και εκτιμώ πως όσοι άμαθοι και απροετοίμαστοι μπόμπιρες επιλέξουν να παρακολουθήσουν το παρόν, παιδικού ενδιαφέροντος τάχαμου φιλμ, το πιο πιθανό είναι να τα κάνουν πάνω τους στην θωριά των σπούκι Witches. Αφού με πολύ επιδέξιο τρόπο, στον χειρισμό των ειδικών εφέ, έχουν σχεδιαστεί τόσο αλλόκοτα ανατριχιαστικές, με κυνοδοντάρες, νυχάρες, ματάρες, αγριοφωνάρες μα κυρίως μακριές χεράρες, ώστε να τρομάζουν μεγάλους ανθρώπους, όχι τα ανυποψίαστα νήπια, που νομίζουν πως θα δουν μικιμάου. 

Φάουλ αξιολόγησης, που γίνεται ακόμη μεγαλύτερο, αν αναλογιστεί κανείς πως στην ουσία πρόκειται για μια τρυφερή ιστορία σχέσης, ανάμεσα σε μια μεγαλομάνα και το πεντάρφανο βλαστάρι της άτυχης θυγατέρας της. Δραματικής υφής, συγκινητικού περιβλήματος και αγαπησιάρικης ροής. Που κατά τόπους εξελίσσεται σε ένα αταίριαστο με το σύνολο, φρενήρες horror CGI πάρτι, απίστευτα υπερβολικό αναλογικά με την ταυτότητα του έργου. Φαντάζομαι αυτό θα είναι και το κομμάτι της παραγωγής όπου έβαλε το χέρι του ο γνωστός προβοκάτορας Del Toro.

Σε γενικές γραμμές πάντως, η θεματική βάση, προτού περάσουμε στις υπερφυσικότητες, έχει ενδιαφέρον. Παραλλαγμένο σημαντικά σε σχέση με το ορίτζιναλ, το σενάριο μας μεταφέρει στον αμερικάνικο Νότο των τελών της δεκαετίας του 60, τοποθετώντας στο επίκεντρο του στόρι χαρακτήρες με δέρμα μαύρο, ώστε να πηγάσουν από μέσα του και τα σχετικά με το black lives matter δίδαγμα. Αν και εδώ που τα λέμε, στο στόχαστρο των κακίστρων, για να τα μετατρέψουν με τα ξόρκια τους σε ποντικούς, δεν βρίσκονται μόνο τα έγχρωμα παιδάκια...

Ο Zemeckis εδώ φτάνει στο απόγειο της φανφαρόνικης πλευράς της δημιουργικότητας του. Στην ουσία από την στιγμή της αποκάλυψης των μαγισσών, δεν υπάρχει ούτε μισό πλάνο να μην είναι φτιαγμένο σε κομπιούτερ, με την μεγαλύτερη μετάλλαξη να την επιδέχεται η εικόνα της Hathaway, που από πανέμορφο κουκλάκι μοστράρεται σε κάτι εφάμιλλο του κλόουν στο It. Τα γραφικά, πάντως, πέραν της απρόσμενα φρικώδους απεικόνισης, είναι τέλεια. Το μόρφινγκ, σε ταχύτητες ιλιγγιώδεις, είναι τεχνικά άρτιο, γεγονός άλλωστε που συντείνει ακόμη περισσότερο στην ρεαλιστικά απόκοσμη μόστρα των μαγισσών. Πρώτος μάστορας άλλωστε σε κάτι τέτοιο ο πολυβραβευμένος Bob.

Που όπως δείχνει δεν διανύει και τις καλύτερες ημέρες της καριέρας του, καθώς απέχει της πολύ μεγάλης επιτυχίας για κοντά μια δεκαετία. Εδώ κυριολεκτικά ξεφεύγει των ορίων, υπολογίζει λανθασμένα σε ποιους απευθύνεται και μοιάζει σαν να έχει παρασυρθεί από την ματαιοδοξία του, να ζωγραφίσει όσο πιο φαντασμαγορικά γίνεται το πανάκριβο φοβιστικό καρναβάλι. Η υπέροχη γκράνμα Viola Davis παλεύει να διατηρήσει όσο γίνεται τις ανθρώπινες ισορροπίες σε μια τάξη, ο Stanley Tucci ήλπιζα να έχει περισσότερο χρόνο στο εκράν κι έπεσα έξω, όσο για την Φαντίνα, τίμησε και με το παραπάνω τον μισθό της, καθώς τσαλακώθηκε απίστευτα ως σιχαμερή Grand High Witch. Κι έτσι έφτασα στο επιμύθιο, να απορώ πως  είναι δυνατόν, με τόσους παράδες στην τσέπη, τέτοιες θρυλικές περσόνες στην οργάνωση και στον σχεδιασμό και τόσα οσκαρικά αγαλματάκια σε καστ και κρου, να μην μιλώ τώρα για κάτι πολύ σπουδαίο, μα για ένα πολύχρωμο και εντυπωσιακό στο μάτι πανηγύρι, που δεν θα το θυμάμαι καν μέχρι να ξημερώσει.

Roald Dahl's The Witches Rating
Από τις 22 Οκτωβρίου 2020 στον δίαυλο του HBO!
Περισσότερα... »

Έλα να Παίξουμε (Come Play) Poster ΠόστερΈλα να Παίξουμε
του Jacob Chase. Με τους Azhy Robertson, Gillian Jacobs, John Gallagher Jr., Winslow Fegley, Jayden Marine, Gavin MacIver-Wright.


«Μην τον αφήσεις να βγει έξω»
του Θόδωρου Γιαχουστίδη (@PAOK1969)

Επικίνδυνες οθόνες

Αυτή είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία που σκηνοθετεί ο γεννημένος την 1η του Ιούλη του 1986 στο... Πανόραμα της Καλιφόρνιας, Jacob Samuel Chase. Η πρώτη του είχε τίτλο «The Four-Faced Liar» (2010). Η τωρινή του ταινία βασίζεται σε μια παλιότερη μικρού μήκους που είχε γυρίσει ο σκηνοθέτης το 2010 με τίτλο «Larry». Ο Jacob υπογράφει και τα σενάρια των ταινιών του ενώ παλιότερα έχει εργαστεί ως μοντέρ αλλά και ως ηθοποιός.

Έλα να Παίξουμε (Come Play) Poster Πόστερ Wallpaper
Στο ρόλο της μητέρας βλέπουμε την ηθοποιό Gillian Jacobs. Η Gillian γεννήθηκε στις 19 Οκτωβρίου του 1982 στο Πίτσμπεργκ της Πενσιλβανίας, στις ΗΠΑ. Αυτή είναι από τις λίγες φορές που τη βλέπουμε σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Η μεγάλη της αγάπη είναι το θέατρο, αλλά γνωστή έγινε από την τηλεόραση και κυρίως από το ρόλο της Μπρίτα Πέρι στο «Community» και κατά δεύτερο λόγο από το ρόλο της Μίκι Ντομπς στο «Love».

Η υπόθεση: Ο Όλιβερ είναι ένα οκτάχρονο μοναχικό, αυτιστικό αγόρι. Το κινητό του είναι το μοναδικό μέσο με το οποίο επικοινωνεί με τον έξω κόσμο. Μέσω ειδικής εφαρμογής «λέει» όλα όσα θέλει να πει, καθώς δεν μιλάει. Στο σχολείο όπου πηγαίνει, όχι μόνον δεν έχει φίλους αλλά υπάρχουν και τρεις συμμαθητές του, οι οποίοι του κάνουν μπούλινγκ, ενώ παλιότερα τα πήγαιναν καλύτερα. Μη έχοντας παρέες καταφεύγει και για συντροφιά στο κινητό του, παρακολουθώντας επεισόδια του «Μπομπ Σφουγγαράκη». Το γεγονός ότι οι γονείς του, η Σάρα και ο Μάρτι, βρίσκονται σε διαδικασία να χωρίσουν, δεν βοηθάει τα πράγματα. Όλα όμως θα χειροτερέψουν από τη στιγμή που ένα πλάσμα, ο Λάρι, που κρύβεται πίσω από την οθόνη του κινητού του Όλιβερ (και εντέλει, πίσω από όλες τις οθόνες), θα προσπαθήσει να εισέλθει στον κόσμο μας από μια άλλη διάσταση, ψάχνοντας απελπισμένα έναν φίλο, καθότι, όπως «δηλώνει», είναι ένα Παρεξηγημένο Τέρας...

Η άποψή μας: Στο youtube υπάρχει η μικρού μήκους ταινία, το «Larry», πάνω στην οποία βασίζεται τούτο το φιλμ. Δείτε την, είναι μόλις πέντε λεπτά. Αν κι έχει κι εκείνη τα προβληματάκια της (ε, χμ), εντούτοις λέει την ιστορία της άμεσα, χωρίς χρονοτριβές, χωρίς γεμίσματα, χωρίς σάλια και πετυχαίνει το στόχο της. Τα πάντα λαμβάνουν χώρα ένα βράδυ σε ένα πάρκινγκ, όπου ο νυχτερινός φύλακας, ενώ σκυλοβαριέται και δεν ξέρει πως να ξοδέψει την ώρα του, βρίσκει ένα κουτί απολεσθέντων και μέσα σε αυτό, ένα τάμπλετ. Στο τάμπλετ υπάρχει η e-book ιστορία ενός Παρεξηγημένου Τέρατος, του Larry. Και καθώς «τρέχει» τις σελίδες, ο φύλακας αρχίζει να «βλέπει» τον Larry. 

Στη μεγάλου μήκους ταινία, ο χαρακτήρας του φύλακα είναι εκείνος του πατέρα του Όλιβερ. Άρα, ο Όλιβερ, η μητέρα του, το σχολείο, ο αυτισμός, ο Μπομπ Σφουγγαράκης, είναι όλα προσθήκες προκειμένου να προκύψει το διαρκείας 96 λεπτών φιλμ. Πρώτο πρόβλημα: αυτό που λειτουργεί σε πέντε λεπτά δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα λειτουργήσει για 96 λεπτά. Και δεν λειτουργεί. Ο σκηνοθέτης δημιουργεί συνθήκες σασπένς, έχει την κατάλληλη ατμόσφαιρα, εμφανίζει σταδιακά το τέρας (ευτυχώς) αλλά για να γεμίσει τη διάρκεια, φορτώνει το όλον με υποπλοκές αδιάφορες ενώ μπαίνει και ο βαρύνοντας παράγοντας «επανάληψη». Δεύτερο – πολύ χοντρό αυτό – πρόβλημα: τα λογικά κενά στην πλοκή. 

Ενώ στη μικρού μήκους ταινία δίνεις συγχωροχάρτι στον σκηνοθέτη για την (αναγκαστική;) επιλογή του να μας παρουσιάζει το τέρας έξω από την οθόνη κι εντέλει στο φινάλε αυτό να βγαίνει μέσα από την οθόνη, δεν μπορείς όμως με τίποτε να του συγχωρήσεις τα απανωτά φάουλ στη μεγάλου μήκους. Λοιπόν, το τέρας μας, ο Larry, προσπαθεί να εισέλθει στον κόσμο μας, αλλά όσο δεν εισέρχεται, αλληλεπιδρά στον κόσμο μας με διαφόρους τρόπους ενώ μπορεί κανείς να τον δει μέσω οποιασδήποτε οθόνης. Δεν είναι δηλαδή ορατός δια γυμνού οφθαλμού. Μουάχαχαχαχαχα, τι είπες τώρα; Και πώς πολεμιέται το τέρας; Κλείνοντας τις οθόνες/ σπάζοντας τις οθόνες/ βγάζοντας τις οθόνες από την πρίζα. 

Προσέξτε, όμως: ο Larry είναι επιλεκτικός, καθώς ενώ «κινείται» μέσα από τις λάμπες εντός και εκτός σπιτιού, ακόμα και από τα φώτα των αυτοκινήτων της περιοχής, προσπαθεί να μπει στον κόσμο μας μόνο από τις οθόνες της οικογένειας του Όλιβερ! Δεν καταπίνεται με τίποτε αυτό. Γιατί μόνο από τις οθόνες του Όλιβερ; Γιατί έτσι θέλει ο σεναριογράφος – σκηνοθέτης και άμα μας αρέσει. Δεν μας αρέσει. Έχουμε δει ξανά προσπάθεια πνεύματος να εισέλθει στον κόσμο μας μέσα από τις οθόνες. Χαρακτηριστικότατο παράδειγμα, το «Πνεύμα του κακού» (Poltergeist, 1982) του Tobe Hooper, με το κοριτσάκι να ακουμπάει την τηλεοπτική οθόνη, που παίζει χιόνια, και να λέει «they're here». Ανατριχίλες. Ποιος ήταν σεναριογράφος εκεί; Ο πολύς Steven Spielberg. Ποιος είναι παραγωγός εδώ; Η Amblin του πολύ Steven Spielberg. Του αρέσουν του Steven οι οθόνες. 

Το σενάριο εδώ όμως είναι πραγματικά κακό. Και το λυρικό φινάλε, που θα μπορούσε να λειτουργήσει σε μια οποιαδήποτε άλλη ταινία, εδώ απλά προκαλεί το γέλιο. Και είναι κρίμα επειδή η βασική προβληματική της ταινίας έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Είμαστε έρμαια της τεχνολογίας. Και όσο περισσότερο χρησιμοποιούμε οθόνες για να μειώσουμε την μοναξιά μας, καθώς μας κρατάνε παρέα, τόσο περισσότερο η μοναξιά μας μεγαλώνει. Αλλά ούτε και στο καστ ευτυχεί η ταινία. Ο John Gallagher Jr. στο ρόλο του πατέρα είναι αδιάφορος και η αγαπημένη Gillian Jacobs στο ρόλο της μητέρας είναι απλά κακή! Δεν της ταιριάζει ο ρόλος και τον παίζει εντελώς φλατ. Ο μόνος που ξεχωρίζει είναι ο πιτσιρικάς Azhy Robertson στο ρόλο του Όλιβερ. Λίγο μεγαλύτερα μάτια να είχε και θα ήταν ντάλε κουάλε ίδιος ο Σάμιουελ του Lukas Haas από τον «Μάρτυρα εγκλήματος» (Witness, 1985), την ταινιάρα αυτή του Peter Weir. Σε ότι αφορά το τέρας, θαρρείς και ο H.R. Giger έχει ρίξει βαριά τη σκιά του και όλοι τα τέρατά τους τα κάνουν κόπιες του Alien. 

Οπότε: αφήστε τα τάμπλετ, τα smartphones, τα βιντεογκέιμς και βγείτε να παίξετε. Όταν τελειώσει η πανδημία. Κι αν σας δώσει το χέρι ένας Larry, να το πάρετε και να κάνετε χειραψία. Μην τον φοβάστε: φίλος σας θέλει να γίνει μονάχα...

Έλα να Παίξουμε (Come Play) Rating
Στις δικές μας αίθουσες? Στις 29 Οκτωβρίου 2020 από την Odeon!
Περισσότερα... »

Ρεβέκκα (Rebecca) PosterΡεβέκκα
του Ben Wheatley. Με τους Lily James, Armie Hammer, Kristin Scott Thomas, Keeley Hawes, Ann Dowd, Sam Riley, Tom Goodman-Hill, Mark Lewis Jones, John Hollingworth, Bill Paterson, Ben Crompton, Jane Lapotaire .

Ζωή, η σκιά του θανάτου
του zerVo (@moviesltd)

Μια απαραίτητη διευκρίνηση. Η ταινία Rebecca του 2020, δεν αποτελεί κανενός είδους ριμέικ της ομώνυμης δημιουργίας του Alfred Hitchcock από το 1940. Απλώς ορίζει μια νέα (υπερπολλοστή) εκδοχή της φημισμένης νουβέλας της Ντάμας Daphne Du Maurier, όπως άλλωστε διασκευή του ιδίου έργου θα σημάνει οποιαδήποτε άλλη φιλμική, τηλεοπτική, θεατρική, οπερική απόπειρα, πάνω στον ίδιο τίτλο, ενδεχόμενα συμβεί στα επόμενα χίλια χρόνια. Είναι αυτονόητο, πως όταν ένας από τους πλέον ευφυείς σκηνοθέτες στην ιστορία του σινεμά έχει ασχοληθεί με το συγκεκριμένο έργο, οδηγώντας το μάλιστα μέχρι την υπέρτατη βραβευτική καταξίωση, οι πιθανότητες να φτιάξει κανείς πόνημα αντάξιο, συντριπτικά δεν είναι υπέρ του. Για να μην γελιόμαστε πάντως, η κουβέντα ετούτη είναι άκαιρη, άσκοπη και χωρίς συγκεκριμένο λόγο, μιας και εκτιμώ (ευχόμενος κυριολεκτικά να σφάλλω) πως από ένα δείγμα εκατό θεατών, που θα την τσεκάρουν από την λίστα των επιλογών του διαύλου Netflix, δεν πρέπει να ξεπερνούν σε αριθμό τους δύο ή τρεις, εκείνοι που έχουν παρακολουθήσει το προ ογδόντα ολόκληρων ετών, κλασικό αριστούργημα με την Fontaine και τον Olivier. Συνεπώς μην περιμένετε από μένα ανώφελες και ανούσιες συγκρίσεις με το χθες, η καινούργια Μπέκα, είναι μια αυτόνομη καλλιτεχνική ύπαρξη, που εκμεταλλεύεται προβόκα μεν το μπαζ της μαρκίζας της, σε καμία περίπτωση όμως δεν μπαίνει στην διαδικασία του συναγωνισμού με το παρελθόν.

Ρεβέκκα (Rebecca) Quad Poster
Ορφανή από γονείς και προερχόμενη από χαμηλότερη κοινωνική τάξη, η νεαρή, άβγαλτή και ντροπαλή βοηθός της υπερφίαλης νεόπλουτής αμερικάνας Μαντάμ Βαν Χόππερ, περιφερόμενη ολημερίς ανάμεσα στους αριστοκρατικούς κύκλους του πριγκιπάτου του Μονακό, θα γνωρίσει τον εύπορο Βρετανό μπον βιβέρ Μαξίμ Ντε Γουίντερ. Έναν 42χρονο άντρα, που η μοίρα του έπαιξε άσχημο παιχνίδι, καθώς πολύ πρόσφατα έχασε την λατρεμένη του σύζυγο Ρεμπέκα, γεγονός που τον έχει βυθίσει σε βαρύ πένθος.

Ο ανιδιοτελής χαρακτήρας της όμορφης κοπέλας, πολύ σύντομα θα τραβήξει το ενδιαφέρον του περιζήτητου ως πιθανού γαμπρού, Εγγλέζου ευγενή, με αποτέλεσμα ταχύτατα να αναπτυχθεί μεταξύ τους ειδύλλιο με φόντο τις ηλιόλουστες ακτές της Γαλλικής Ριβιέρας. Παθιασμένος δεσμός που τάχιστα θα οδηγήσει τους δύο ερωτευμένους εις γάμου κοινωνία. Κατόπιν ενός παραδεισένιου μήνα του μέλιτος, το ευτυχισμένο ζεύγος Ντε Γουίντερ θα επιστρέψει στην βάση του, στο υπέροχο Μάντερλευ, κτήμα της οικογένειας στην επαρχία της Κορνουάλης. Δίχως όμως κανείς από τους δύο νεόνυμφους να είναι προετοιμασμένος να αντιμετωπίσει την σκιά της νεκρής Ρεμπέκα, που πέφτει βαριά από άκρου εις άκρο της πολυτελούς έπαυλης.

Ούτε όμως και την σθεναρή αντίσταση της, ελεύθερων εργασιακών κανόνων, οικονόμου της οικίας, Κυρίας Ντάνβερς, μιας συντηρητικής και μουντής γεροντοκόρης, που στην θωριά της καινούργιας Μίσιζ Ντε Γουίντερ, διακρίνει μια απειλή λησμονιάς για την λατρεμένη, πλην μακαρίτισσα πρώην εργοδότη της. Δίνοντας προσωπικό όρκο να οδηγήσει την κατωτέρας κοινωνικής φατρίας νεόνυμφη σε τέτοια ψυχικά άκρα, ώστε να αποποιηθεί όσο το δυνατόν νωρίτερα γίνεται, τον καινούργιο της τίτλο. Με οποιοδήποτε κόστος κι αν χρειαστεί...

Είναι πραγματικά πολύ σπουδαίο, ένα ολόκληρο έργο, είτε ως πρωτότυπο στις γραμμές του βιβλίου είτε ως μεταφορά μέσω γέφυρας στην οθόνη, να περιστρέφεται γύρω από την μορφή ενός προσώπου, που κυριαρχεί παντού και σε κάθε σκηνή του, χωρίς εκείνο να εμφανίζεται ποτέ στο εκράν. Στοιχείο γνώριμο τοις πάσι που συμβαίνει στην περίπτωση της Ρεμπέκας, η οποία δανειζόμενη την βασική σεναριακή αρχή του φοβιστικού τρόμου που λαμβάνει χώρα σε ένα στοιχειωμένο αρχοντικό, δεν φωτίζει κάποιο άσχημης θωριάς φάντασμα, κάποιο στοιχειό, μα ζωγραφίζει μια νεκρή γυναίκα τόσο ζωντανή, λες και συμβαδίζει μόνιμα με τους πρωταγωνιστές του στόρι.

Συνεπώς με μια τόσο πανίσχυρη θεματική βάση, το μόνο που χρειαζόταν για να πάρει μπροστά ένα αξιοπρεπές ανασκεύασμα του έργου της Maurier, ήταν ένα καλογραμμένο σενάριο της προκοπής, που μπορεί ενδεχόμενα να γύριζε τον χρόνο πίσω στα μέσα των 30s, θα ζύγωνε όμως κοινωνιολογικά, σε μια πιο μοντέρνα, με ουκ ολίγα φεμινιστικά δεδομένα, ιδεολογία. Εξού και και η χαμηλοβλεπούσα εν αρχή κόρη, με το που φορά στεφάνι, αναλαμβάνει δράση, να στήσει σπιτικό, να φανεί ενεργή νοικοκυρά έστω και αν φαντάζει φοβισμένη, να δείξει εικόνα ανθρώπου πρακτικού που δεν αρκείται στο να κρατά α λά μπρατσέτα τον συμβίο της, παρά να βγαίνει ισάξια πλάι του. Να κινήσει γη και ουρανό εντέλει, βάζοντας μπροστά το αστυνομικό της δαιμόνιο, προκειμένου να εντοπίσει τα στοιχεία εκείνα που θα βγάλουν λάδι τον καλό της. Ίδια χρονική περίοδος στο φόντο, άλλες όμως εποχές.

Η πρώτη απάντηση στην χρηστικότητα ετούτης της καινούργιας Rebecca μου έχει ήδη απαντηθεί. Μου είναι όμως και αρκετή ώστε να την δικαιολογήσω ως νέας βερσιόν του θρυλικού μυθιστορήματος ύπαρξη? Οι τεχνικές αναλύσεις, φυσικά βοηθούν στην αποδοχή. Η ηδονική εισαγωγή του Μόντε Καρλο είναι φαντασμαγορική, συγκλονιστικά φωτισμένη, και χάρη στην βοηθούσα τις κρημνώδεις λήψεις τεχνολογία, κόβει την ανάσα, δημιουργώντας την ιλιγγιώδη εκείνη συνθήκη κτισίματος του θρίλερ συναισθήματος που επακολουθεί. Η μετάβαση στον εσωτερικό, βαρύ, σκοτεινό, επιπλωμένο μέχρι πόντου χώρο της βίλας, είναι τόσο ακαριαία ώστε να νομίζεις πως μονομιάς έπεσαν μπάρες βαριές και ατσάλινες γύρω από τον καινούργιο αιχμάλωτο του σπιτιού. Από εδώ δεν θα βγει κανείς αλώβητος, αυτό είναι βέβαιο. Το ζήτημα είναι το ποιος είναι ο ισχυρότερος που θα επιβιώσει.

Κι εκεί σκάζει το υπερατού, που τραβά από την στοίβα με τις παιχνιδιάρες κάρτες ο δαίμονας Ben Wheatley. Καθώς ανάμεσα στα εργαλεία του έχει την απίστευτη τύχη να διαθέτει την πλέον εκφραστική, βρετανική, θηλυκή περσόνα των πρόσφατων τριάντα χρόνων. Παράνομα δεμένη σιμά στον Κόντε Αλμάσι, ακραία ερωτεύσιμη στην αγκάλη της Bitter Moon διαβολικής παιδούλας, μελαγχολικά δοσμένη στις μυστηριώδεις ορμές ενός γητευτή αλόγων, αιώνια παθιασμένη με έναν νεανικό ανομολόγητο έρωτα εν μέσω γάμων και κηδειών. Δεν απαιτείται κανένα σπουδαίο κόλπο, αρκεί να ρίξεις στο μίξερ όλες αυτές τις προσωπικότητες που έχει εκτοξεύσει στα ύψη με την μοναδική υποκριτική της ικανότητα η Kristin Scott Thomas και το αποτέλεσμα σου είναι συγκλονιστικό, στο ξάναμα της Κυρίας Ντάνβερς. Το επίτευγμα δε, είναι τρομακτικότερο, όταν το κατορθώνεις με μία και μοναδική κουβέντα. Την πρώτη βιτριολική που εκστομίζει, κατόπιν του μισιακού καλώς όρισες στην νέα μαντάμ της οικίας. Εδώ που ήρθες, εγώ έχω το απάνω χέρι. Θες δεν θες, θα φτύσεις αίμα κοριτσάκι...

Πραγματικό κοριτσάκι, δηλαδή, η Lily James, ντισνεική πριγκηπέσα εν αρχή, που στην εξέλιξη της ως ενζενί έχει βγάλει νύχια κι έχει κονφιρμάρει πως είναι ικανή και για τα πιο δύσκολα. Επιλογή από το πάνω ράφι, που φέρει εις πέρας τον κομβικό ρόλο της γκολκίπερ που πρέπει να δώσει ψυχή και σώμα, για να κρατήσει την εστία της αλώβητη. Έχοντας ως κεντρικό οπισθοφύλακα έναν μπερδεμένο, κατακερματισμένο, ψυχολογικά μηδενισμένο και ανάκατο βασιλόπαι Μαξίμ, δοσμένο τόσο όσο χρειάζεται, από τον Hammer.

Με αρτιστική διεύθυνση που αγγίζει το τέλειο - η σεκάνς του μπόλρουμ είναι σαν βγαλμένη κατ εντολή εξ ουρανών Kubrick - σασπένς που σιγοβράζει ωσότου φτάσουμε στην λυτρωτική εκπνοή και εντάσεις δίχως ταβάνι, που κόβουν ανάσες ακόμη κι αν κανείς γνωρίζει την έκβαση του στόρι, η τωρινή, ριγμένη κατάφορα από την συνθήκη της μη κινηματογραφικής της προβολής, Rebecca, στέκεται επάξια στο βάθρο των, οποιασδήποτε μορφής, εκδοχών του μύθου.

Ρεβέκκα (Rebecca) Rating
Από τις 23 Οκτωβρίου 2020 στον δίαυλο του Netflix!
Περισσότερα... »