2016 Venice Film Festival Poster
Συνέχεια στις προβολές κατά την δεύτερη ημέρα του διαγωνιστικού τμήματος του Φεστιβάλ της Βενετίας, με μια από τις πλέον αναμενόμενες ταινίες της σεζόν, που φέρει την σκηνοθετική υπογραφή ενός πραγματικά χαρισματικού δημιουργού, ου Derek Cianfrance. Πρόκειται για το μελόδραμα The Light Between Oceans, που αποτελεί διασκευή για την μεγάλη οθόνη του φημισμένου μπεστ σέλλερ του M.L. Stedman, που γυρίστηκε εξ ολοκλήρου στην απόκρημνη χερσόνησο Κάμπελ στην Νέα Ζηλανδία, περιοχή που αποτέλεσε πανέμορφο φυσικό σκηνικό της πλοκής. Που στο επίκεντρο της βρίσκεται ένας βετεράνος του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, ο οποίος αναλαμβάνει χρέη φαροφύλακα σε απομονωμένο ακρωτήρι, εκεί που αποφασίζει να ζήσει μαζί με την, χτυπημένη από μοίρα κατά την διάρκεια των θηριωδιών, σύζυγό του. Απωθημένο τους κάποια στιγμή να αποκτήσουν το δικό τους παιδί, απόπειρα που τους έχει οδηγήσει μέχρι στιγμής στην απόγνωση, μετά τις δύο αποβολές που είχε εκείνη. Όλα αυτά μέχρι την ημέρα που πλάι στην ακτή θα εντοπίσουν μια ακυβέρνητη βάρκα, που μέσα της υπάρχει το άψυχο σώμα ενός άντρα και ένα ταλαιπωρημένο νεογέννητο μωρό, βρέφος που μετά από πολύ σκέψη θα αποφασίσουν να το κρατήσουν για δικό τους. Μια απόφαση που αυτομάτως θα σημαδέψει τις ζωές τους. Ένα από τα πιο λαμπερά ζευγάρια του Χόλιγουντ, ο Michael Fassbender και η Alicia Vikander, που γνωρίστηκαν και ερωτεύτηκαν κατά την διάρκεια των γυρισμάτων το 2014, πρωταγωνιστούν στο φιλμ και συνοδεύουν τον Cianfrance, στην επίσημη πρεμιέρα της πολυαναμενόμενης ταινίας στο Lido.

The Light Between Oceans Venice 2016 The Light Between Oceans Venice 2016
The Light Between Oceans Venice 2016 The Light Between Oceans Venice 2016

Photo: Getty Images Europe / zimbio.com



Εξάλλου ο εξαιρετικός ηθοποιός, ρωτήθηκε κατά την διάρκεια της συνέντευξης Τύπου για το αν η για πρώτη φορά στην καριέρα του απόδοση του ρόλου ενός οικογενειάρχη, σημαίνει κάποια αλλαγή στην κατάσταση του, για το σύντομο μέλλον. "Τα πάντα στην ζωή μας είναι μια πρόβα" ανέφερε στωικά, αφήνοντας σε εκκρεμότητα οποιαδήποτε πιθανότητα πιο προσωπικών απαντήσεων, που δεν έχουν άμεση σχέση με το έργο. "Ο ρόλος του Τομ με ενθουσίασε, αφού από την αρχή ένιωσα να με αγγίζει το ψυχικό του σθένος και το κουράγιο του. Είναι φαινομενικά μια ιστορία αγάπης, αλλά περισσότερο είναι μια ιστορία για την ζωή. Ο πόλεμος που έχει προηγηθεί της ιστορίας, όπως όλοι οι πόλεμοι άλλωστε, έχει σκορπίσει εφιάλτες σε όσους βγήκαν ζωντανοί από αυτόν, Συνεπώς στον τόπο που επιλέξαμε για καινούργιο μας σπιτικό, ο θάνατος μας έχει συνοδεύσει, η απώλεια έχει μετακομίσει μαζί μας. Αν θα μπορούσε κανείς να πάρει ένα μάθημα μετά το πέρας της ανάγνωσης της ταινίας, αυτό θα ήταν το πως να μάθει να συγχωρεί. Αλλά και το πως να φέρεται σε μια ψυχή τόσο νεαρή και αδύναμη όπως το βρέφος, αφού ο γονιός καλείται να συνειδητοποιήσει εκτός από το τι μπορεί να του προσφέρει και το τι μπορεί εκείνο να προσφέρει σε αυτόν." Από την μεριά της η Σκανδιναβή σταρ είχε επίσης να προσθέσει το σχόλιο της για τις δυσκολίες που συνάντησε στην ερμηνεία της: "Το κυριότερο άγχος μου ήταν το πως θα υποδυθώ μια μητέρα, από την στιγμή που εγώ ακόμη δεν έχω αποκτήσει δικό μου παιδί. Ήταν στην μέχρι στιγμής καριέρα μου ο ρόλος που κατάλαβα πλήρως πως το να ερμηνεύεις είναι πολύ μακρινό από το να παίζεις τον εαυτό σου. Και το μεγαλύτερο άγχος μου ήταν να μην πέσω στην παγίδα, το κοινό να καταλάβει πως τα συναισθήματα που εκφράζω ως γονέας, δεν τα έχω ποτέ στην ζωή μου βιώσει."

The Light Between Oceans Venice 2016 The Light Between Oceans Venice 2016
The Light Between Oceans Venice 2016 The Light Between Oceans Venice 2016

Και συμπληρώνει η Vikander: "Αυτό που επιθυμούσα περισσότερο από όλα ήταν να δώσω τον καλύτερο μου εαυτό, γι αυτό και αρχικά ένιωθα πολύ νευρική. Εκεί ακριβώς παρενέβη ο Derek και μου είπε το εξής απλό, πως από όλους μας περιμένει να κάνουν λάθη και να αποτύχουν, αλλά και από όλους μας περιμένει να τον εκπλήξουμε. Όμως και η παρουσία του Michael είχε την δική της σημασία, δίνοντας μου την ώθηση να φτάσω τον ρόλο μου μέχρι το τέλος, να γίνω μια όσο το δυνατόν πιο πιστευτή Ιζαμπέλ." Για να πάρει την απάντηση από τον Fassbender: "Στην αρχή ένιωσα έναν κάποιο φόβο αντικρίζοντας την, αφού έδειχνε ανήσυχη και νευρική. Αυτό να ξέρετε είναι ότι πιο σημαντικό για έναν ηθοποιό που του δίνονται κάποιες ευκαιρίες στα πρώτα στάδια της καριέρας του και εκείνος κάνει ότι μπορεί για να τις αρπάξει από τα μαλλιά. Το ίδιο ακριβώς είχα νιώσει κι εγώ στα πρώτα μου βήματα όταν πάλευα να κρατηθώ από τους πιο έμπειρους ηθοποιούς που βρίσκονταν δίπλα μου." Την κουβέντα έκλεισε πάντως ο ίδιος ο δημιουργός με τον πιο ποιητικό τρόπο: "Το έργο μου μιλάει για την μάχη ανάμεσα στην αλήθεια και την αγάπη. Το φυσικό ντεκόρ είναι εκείνο που με γέμισε με τα περισσότερα συναισθήματα. Και δεν το κρύβω πως υπάρχει ένα πλάνο, όπου ο πατέρας κρατά με στοργή το χέρι της κόρης του κοιτάζοντας τον ορίζοντα και καταλαβαίνοντας πως τα βράχια δίπλα του, μαστίζονται από τα ίδια και τα ίδια κύματα του ωκεανού, για εκατοντάδες, για χιλιάδες χρόνια, παραμένοντας όμως ανθεκτικά στην θέση τους."

Η ταινία The Light Between Oceans του Derek Cianfrance με τους Michael Fassbender, Alicia Vikander, Rachel Weisz, Bryan Brown, Jack Thompson θα κυκλοφορήσει σε όλο τον κόσμο στις αρχές Νοεμβρίου του 2016.

zerVo

Cannes Film Festival 2016
Περισσότερα... »

Ο δρόμος για το Λα Παζ (Camino a La Paz) PosterΟ δρόμος για το Λα Παζ
του Francisco Varone. Με τους Rodrigo De la Serna, Ernesto Suarez, Elisa Carricajo, Marta Lubos


Ένα road movie με... περιστρεφόμενους δερβίσηδες
του Θόδωρου Γιαχουστίδη (@PAOK1969)

Όλοι οι δρόμοι οδηγούν στη Μέκκα (;)

Αυτή είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία που σκηνοθετεί ο Francisco Varone. Σε αυτήν κάνει και το κινηματογραφικό του ντεμπούτο ο Ernesto Suarez (στο ρόλο του Τζαλίλ), ένας από τους πιο γνωστούς και διάσημους ηθοποιούς της Αργεντινής. Η ταινία προβλήθηκε σε διάφορα φεστιβάλ ανά τον κόσμο ενώ έλαβε μέρος και στο διαγωνιστικό τμήμα του περσινού φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, όπου τιμήθηκε με τον Αργυρό Αλέξανδρο καλύτερης σκηνοθεσίας.

Ο δρόμος για το Λα Παζ (Camino a La Paz) Wallpaper
Σε ότι αφορά την πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση των Σούφι, ιδού μερικά στοιχεία από την ελληνική βικιπαίδεια: Ετυμολογία ονομασίας: Şũfî (σούφι) στην αραβική γλώσσα σημαίνει αυτούς που φοράνε απλά μάλλινα ενδύματα και το όνομα αυτό υιοθετήθηκε ευρύτερα από το 815 μ.Χ. για τους μουσουλμάνους ασκητές. Oι ίδιοι οι σούφοι παρήγαγαν τη λέξη από ρίζα που έχει τη έννοια της αγνότητας, της καθαρότητας, δηλαδή την έννοια ŝafâ. Άλλοι συσχέτισαν τη λέξη suf ή sof προς την ελληνική «σοφία» ή «σοφός», όμως φιλολογικά δεν ευσταθεί. (...) Τελικά η λέξη Σούφι σημαίνει «Αυτός που είναι καθαρός στην καρδιά» ή «ένας από τους καθαρούς».

Με τον όρο Σούφι εννοούμε εκείνες τις πρώτες ασκητικές κοινότητες του Ισλάμ, οι οποίες εγκατέλειψαν τα εγκόσμια, πρεσβεύοντας ότι το ανθρώπινο πεπρωμένο εξαρτάται από την ανεξιχνίαστη θέληση του Θεού. Σε αυτές τις κοινότητες επικράτησε αρχικά το ασκητικό στοιχείο του μυστικισμού, ενώ με την πάροδο του χρόνου ο ασκητισμός θεωρήθηκε ως προκαταρκτικό στάδιο για την επίτευξη της πνευματικής ζωής. Ο μυστικισμός πήρε την θέση του ασκητισμού ως στόχος και επιδίωξη. Οι κοινότητες των Σούφι επηρεάστηκαν άμεσα από τις αρχαιότερες παραδόσεις και φιλοσοφίες της Ανατολής και της λεκάνης της Μεσογείου, όπως ο Νεοπλατωνισμός, ο Γνωστικισμός, ο Βουδισμός και ο Χριστιανισμός. Όλες αυτές οι διδασκαλίες έπαιξαν το ρόλο τους στην τελική διαμόρφωση της σουφικής διδασκαλίας, αφού σύμφωνα με τους Σούφι «όλες οι Παραδόσεις οδηγούν στην μια και μόνη αλήθεια».

Θεωρείται μυστική αίρεση που κυριάρχησε στις χώρες της Ανατολής, κυρίως στην Περσία, και σύμφωνα με ειδικούς ενσωμάτωνε τα μυστικά δόγματα του μουσουλμανισμού. Είναι γνωστό από πολλές πηγές ότι στις τάξεις των Σούφι συντάχθηκαν οι πιο σοφοί άντρες της εποχής τους. Αν ο ισλαμικός νόμος καθορίζει πώς ακριβώς πρέπει να συμπεριφέρεται κάθε μουσουλμάνος, ποια είναι τα δικαιώματά του και οι υποχρεώσεις του απέναντι στον Θεό και την Κοινότητα των πιστών, ο Σουφισμός αναφέρεται σε εκείνες τις θεωρητικές-θεολογικές παραμέτρους και αντίστοιχες πρακτικές που σχετίζονται με μια πιο άμεση, προσωπική σχέση με το Θεό.

Η υπόθεση: Ο Σεμπαστιάν είναι ένας 35χρονος άνεργος Αργεντίνος, που ζει στο Μπουένος Άιρες. Έχει μόλις παντρευτεί με την Τζάσμιν κι έχουν πιάσει μαζί ένα μικρό διαμέρισμα όπου προσπαθούν να χωρέσουν τα όνειρά τους και να διαχειριστούν τη φτώχεια τους. Το τηλέφωνο που βρίσκουν στο διαμέρισμα ανήκει σε μια εταιρεία μεταφορών. Ο Σεμπαστιάν αρχικά κάνει πλάκα, εντέλει όμως αποφασίζει να εκμεταλλευτεί τη συγκυρία και αρχίζει να βγάζει χρήματα ως παράνομος οδηγός ταξί, χρησιμοποιώντας ως όχημα το αρχαίο Peugeot 505 που έχει κληρονομήσει από τον πατέρα του: αυτό και τα cd του είναι η μοναδική του περιουσία.

Ένας από τους πελάτες του είναι ο Τζαλίλ, ένας γέρος μουσουλμάνος Σούφι, που προτείνει στον Σεμπαστιάν να τον οδηγήσει μέχρι την πρωτεύουσα της Βολιβίας, το Λα Παζ. Μια διαδρομή τριών χιλιάδων χιλιομέτρων! Ο Σεμπαστιάν αρχικά αρνείται, όταν όμως απολύεται η Τζάσμιν, δεν μπορεί παρά να δεχτεί, καθώς τα χρήματα που του προσφέρει ο Τζαλίλ είναι πολύ καλά. Ο Τζαλίλ έχει οργανώσει πολύ καλά το ταξίδι τους. Κι όταν φτάσουν στη Λα Παζ φιλοδοξεί να βρει τον γηραιότερο αδελφό του και μαζί να πάνε για προσκύνημα στη Μέκκα, όπως κάθε σωστός μουσουλμάνος οφείλει. Το ταξίδι θα έχει πολλά απρόοπτα και μια βαθιά σχέση θα αναπτυχθεί ανάμεσα στον Σεμπαστιάν και τον Τζαλίλ. Θα καταφέρουν να φτάσουν στο στόχο τους;

Η άποψή μας: Τα road movies αλά αμερικάνικα – χολιγουντιανά δίνουν την ευκαιρία στους σκηνοθέτες τους συνήθως να διανθίζουν το κινηματογραφικό ταξίδι με διάφορα συναρπαστικά και φαντασμαγορικά γεγονότα, που κρατάνε τους θεατές σε εγρήγορση για το τι θα συμβεί μετά. Σε τούτο το road movie αλά νοτιοαμερικάνικα, ο σκηνοθέτης επιλέγει μια άλλη, πιο ήρεμη προσέγγιση. Το ταξίδι αυτό είναι η αφορμή για να έρθουν κοντά δύο εντελώς διαφορετικοί άνθρωποι. Ουσιαστικά, να συναντηθούν δύο εντελώς διαφορετικοί κόσμοι. Ο γερο-Τζαλίλ λειτουργεί ως πατρική φιγούρα για τον Σεμπαστιάν αλλά και ως μέντορας. Μασάει τρεις σκελίδες σκόρδο ημερησίως, έχει πρόβλημα στα νεφρά οπότε χρειάζεται αιμοκάθαρση συχνά και αντιμετωπίζει τη ζωή με στωικότητα και ηρεμία. Ξέρει πια τη θέλει, ξέρει ότι πλησιάζει στο τέλος, δεν εκπλήσσεται από τίποτε.

Από την άλλη ο Σεμπαστιάν μοιάζει σαν ψάρι έξω από το νερό. Αρχικά, το μόνο που θαρρείς τον ενδιαφέρει είναι να μην πάθει τίποτε το αμάξι του, το οποίο το λατρεύει παθολογικά, να ανάβει το ένα τσιγάρο μετά το άλλο και να ακούει διαρκώς και μονίμως το αγαπημένο του συγκρότημα, τους Vox Dei. Θα του πάρει λίγο καιρό να συνηθίσει τη μυρωδιά του σκόρδου. Θα αντισταθεί για λίγο μέχρις ότου δεχτεί να πάρει μαζί του στο ταξίδι τον Μουμπάρακ, το σκυλί που χτυπάει με το αμάξι του. Θα γκρινιάξει μέχρι να δεχτεί άλλη μια συνταξιδιώτισσα για μερικά χιλιόμετρα. Σιγά σιγά όμως οι αντιστάσεις του θα πέσουν. Χαμένος άνθρωπος είναι, ανασφαλής, φοβισμένος, με έντονη την αίσθηση της απουσίας του πατέρα του. Μία στάση στο σπίτι ενός σούφι όπου λαμβάνει χώρα μία ιδιαίτερη τελετή θα είναι καθοριστική για τον Σεμπαστιάν. Θα παρασυρθεί και θα γοητευτεί από τον μυστικισμό, από τις σπασμωδικές, επαναλαμβανόμενες κινήσεις, από τη μουσική και τα τραγούδια, από τις περιστροφές των δερβίσηδων. Ένας άλλος κόσμος ανοίγεται διάπλατα μπροστά του, ένας κόσμος που δεν τον είχε ποτέ του φανταστεί.

Οι δύο πρωταγωνιστές σηκώνουν με άνεση στις πλάτες τους ολόκληρη την ταινία. Μια ταινία πολύ ενδιαφέρουσα, με πιο σημαντικές τις δύο σκηνές όπου οι δύο πρωταγωνιστές αφηγούνται ο ένας, ο Σεμπαστιάν, το επαναλαμβανόμενο όνειρό του με τον πατέρα του και ο άλλος, ο Τζαλίλ, διηγείται μια παραβολή για έναν ορειβάτη. Γενικά, η σχέση των δύο ανδρών είναι όλο το ζουμί της ταινίας, με πιο αστεία τη σκηνή όπου οι δυο τους δένονται σε ένα δέντρο από ληστές που τους κλέβουν. Από εκεί και πέρα υπάρχουν και προβληματάκια. Η ταινία δεν κυλάει ομαλά, σε κάποια σημεία θαρρείς ότι «σκοντάφτει». Υπάρχει αυτή η κατάρα των φεστιβαλικών ταινιών που επιβάλλει λακωνικότητα σε σημείο όμως που κάποια πράγματα μένουν λειψά και πιστεύεις ότι κόπηκαν στο μοντάζ. Ενδιαφέροντες χαρακτήρες, όπως εκείνος της συζύγου του Σεμπαστιάν, δεν αναπτύσσονται καθόλου από ένα σημείο και μετά. Και κάποιος θα μπορούσε να υποστηρίξει πως η όλη φάση με τους Σούφι είναι κάπως επιδερμική και φολκλόρ.

Σίγουρα πάντως είναι και τολμηρή ιδεολογικά: ποιος θα μπορούσε να φανταστεί σε ταινία σκηνοθέτη από τη δύση πως ένας παραστρατημένος άνθρωπος θα μπορούσε να βρει πνευματική καθοδήγηση από κάποιον μουσουλμάνο, όταν οι πάντες δαιμονοποιούν τη συγκεκριμένη θρησκεία – και μάλλον όχι αδίκως; Απλά, καλό θα ήταν να ήταν και πιο τολμηρή η ταινία και στις αισθητικές επιλογές της και να έπαιρνε περισσότερα ρίσκα. Πάντως, σίγουρα δεν θα μετανιώσετε αν την επιλέξετε για ένα φθινοπωρινό βράδυ...

Ο δρόμος για το Λα Παζ (Camino a La Paz) Rating




Στις δικές μας αίθουσες? Στις 3 Σεπτεμβρίου 2016 από την Danaos Films
Περισσότερα... »

Café Society PosterSing Street
του John Carney. Με τους Ferdia Walsh-Peelo, Lucy Boynton, Jack Reynor, Aidan Gillen, Maria Doyle Kennedy, Mark McKenna, Kelly Thornton, Ian Kenny, Ben Carolan, Percy Chamburuka


Ένα... boyband με ψυχή και... @ρχίδι@!
του Θόδωρου Γιαχουστίδη (@PAOK1969)

Οι Ιρλανδοί είναι φίλοι μας – στ' αλήθεια όμως, όχι σαν τους Γερμανούς!

Κάθε γενιά αποθεώνει τη δεκαετία στην οποία πέρασε την εφηβεία της. Τη δεκαετία στην οποία ενηλικιώθηκε. Κι ας ήταν... σκατά εκείνες οι μέρες, εκείνες οι νύχτες, εκείνα τα χρόνια, τη στιγμή που τα βίωνε. Μάλλον είναι μια άμυνα των ανθρώπων όλο αυτό: νοσταλγούμε το παρελθόν και το ωραιοποιούμε ενώ παράλληλα και ταυτόχρονα κράζουμε το παρόν. Γιατί; Μα γιατί δεν ήμαστε νέοι πια. Οι εξελίξεις μας έχουν ξεπεράσει, ο χρόνος μας έχει κάνει πέρα κι εμείς δεν καταλαβαίνουμε, δεν «νιώθουμε». Οι γονείς μου: «Α, τι ωραία χρόνια εκείνα στα οποία ήμασταν νέοι». Ναι, οι συγκεκριμένοι μάλιστα πέρασαν και πόλεμο, τον Β' Παγκόσμιο, Εμφύλιο, φτώχεια, εξορία, αλλά να μωρέ, τι σχέση έχουν εκείνα τα χρόνια με το σήμερα; Καμία! Τα αδέλφια μου (έχουμε 13 χρόνια διαφορά): «Τι βλακείες ακούς και βλέπεις; Εμείς ακούγαμε Beatles, Rolling Stones, Σαββόπουλο, βλέπαμε Αντονιόνι, Φελίνι, τι σχέση έχουν τα '60's και τα '70's με το σήμερα;». Καμία! Γεγονός! Εμείς παίζαμε στα ουφάδικα πάκμαν και φλιπεράκια. Βλέπω την κόρη μου: αν την αφήσεις με ένα τάμπλετ και δεν της πεις κάτι, μπορεί και όλη την μέρα να... παίζει μ' αυτό. «Μα τι είναι αυτά με τα οποία παίζεις πουλάκι μου; Εμείς παίζαμε με άλλα, ωραία παιχνίδια». Και ξαφνικά γίνεσαι ο αδελφός σου, ο μπαμπάς σου, ο παππούς σου... Οπότε η νοσταλγία, νοσταλγία: βάλσαμο για εμάς που τη νιώθουμε, ενόχληση για τους νεώτερους που... δεν προλαβαίνουν να νοσταλγήσουν αφού προτιμούν να ζουν. Καλά ξηγιούνται...

Café Society Wallpaper
Τα έφερε έτσι η συγκυρία ώστε μέσα σε λίγες βδομάδες να βγαίνουν στη χώρα μας δύο διαφορετικές ταινίες που αποθεώνουν τα '80's! Το «Όλοι θέλουν από λίγο!!» του Richard Linklater από ΗΠΑ μεριά, βγήκε στις αίθουσες στις 18 Αυγούστου. Και τώρα αυτό, το Sing Street από Ιρλανδία μεριά, βγήκε στις αίθουσες την πρώτη του Σεπτέμβρη! Αν προσθέσουμε και το τηλεοπτικό φαινόμενο «Stranger Things» καταλαβαίνετε πως εμείς οι 40something (εντάξει, και βάλε!) την έχουμε κάνει «λαχείο» (για να χρησιμοποιήσω μια παρωχημένη έκφραση της εποχής μου!). Πχ, προσωπικά, λίγο απέχω θεωρητικά – και κυρίως ηλικιακά, από τον Κόνορ, που βλέπουμε να πρωταγωνιστεί στην ταινία: εκείνος το 1985 ήταν 14 ετών, εγώ 16! Και γνώρισα και μοντέλο εκείνη την εποχή, σε τρένο του ΟΣΕ με το οποίο πήγαμε ως Β' Λύκειο Σερρών ημερήσια εκδρομή στη Δράμα! Η οποία αργότερα στέφθηκε και Σταρ Ελλάς! Αλλά, φευ, τραγούδι δεν της έγραψα! Κι ας ξημεροβραδιαζόμουν ακούγοντας Πετρίδη στο Πρώτο Πρόγραμμα (με τη συμμετοχή του Παναγιώτη Τιμογιαννάκη από κάποιο σημείο και μετά, έτσι;) ή Άκη Έβενη αλλά και βλέποντας με μανία Μουσικόραμα. Από τότε τις ευαισθησίες μου της ικανοποιούσα ως λήπτης και ως σχολιαστής και ουχί ως δημιουργός...

Η υπόθεση: Δουβλίνο, 1985. Ο Κόνορ είναι ένα 14χρονο ευαίσθητο αγόρι, που ακούει τους γονείς του να μαλώνουν συνέχεια, που θαυμάζει τον μεγαλύτερο αδελφό του για τις μουσικές του γνώσεις και τη δισκοθήκη του και που στηρίζει την αδελφή του, η οποία θέλει να γίνει αρχιτεκτόνισσα. Λόγω οικονομικών δυσκολιών οι γονείς του αλλάζουν σχολείο στον Κόνορ και τον στέλνουν σε ένα σκληρό, καθολικό, αρρένων, που διευθύνεται από την εκκλησία, με καθηγητές παπάδες. Έχοντας να αντιμετωπίσει ένα νέο, καθόλου ευχάριστο περιβάλλον αλλά και το απαραίτητο μπούλινγκ, ο Κόνορ τραβάει ζόρι. Έως ότου συναντά την κατάτι μεγαλύτερή του Ραφίνα.

Η Ραφίνα δεν πάει σχολείο, ζει σε άσυλο κοριτσιών, επιδιώκει να γίνει μοντέλο και όνειρό της είναι να πάει στο Λονδίνο – όνειρο τόσων και τόσων νεαρών συμπατριωτών της. Ο Κόνορ με περισσό θράσος την πλησιάζει και της ζητάει να πρωταγωνιστήσει στο βιντεοκλίπ του συγκροτήματός του. Η Ραφίνα δέχεται. Υπάρχει, όμως, ένα πρόβλημα: δεν υπάρχει συγκρότημα! Αυτό, όμως, δεν αποθαρρύνει τον Κόνορ. Αφού αλλάξει το όνομά του στο καλλιτεχνικότερο Κόσμο στήνει ένα συγκρότημα με τη βοήθεια ενός συμμαθητή του με επιχειρηματικό μυαλό. Έτσι γεννιούνται οι Sing Street! O Κόσμο είναι τρελά ερωτευμένος με την Ραφίνα. Θα καταφέρει να την κατακτήσει;

Η άποψή μας: είναι η πέμπτη μεγάλου μήκους ταινία μυθοπλασίας που σκηνοθετεί μόνος του ο John Carney και η τρίτη μουσικού περιεχομένου μετά τα «Μια φορά» (Once, 2007) και «Πάρ' το από την αρχή» (Begin Again, 2013). Μοιάζει αρκετά ως κόνσεπτ με το «We Are the Best!» (2013) του Lukas Moodysson και θαρρείς ότι θα μπορούσε να είναι ένα πιο εφηβικό «The Commitments» (1991) του Alan Parker (αλήθεια, τι κάνει αυτή η ψυχή;). Μάλιστα, η Maria Doyle Kennedy, που στο «Sing Street» υποδύεται τη μητέρα του Κόνορ, 25 χρόνια πριν, κατά πολύ νεώτερη δηλαδή, έκανε back vocals και πρωταγωνιστούσε στην ταινία του Parker! Όπως και να έχει σε τούτο το κείμενο δεν θα είμαστε καθόλου αντικειμενικοί. Η αλήθεια είναι πως επαναλαμβάνομαι αλλά έτσι κι αλλιώς υποστηρίζω πως δεν υπάρχει αντικειμενικότητα στην τέχνη. Ο κάθε θεατής κρίνει την κάθε ταινία με βάση τα βιώματά του, τις προσλαμβάνουσές του, τις γνώσεις του (ναι, γιατί υπάρχουν πολλαπλές αναφορές στις ταινίες), τους... φίλους του και με βάση το κατά πόσο εύκολα επηρεάζεται από όσα διαβάζει ή βλέπει ή ακούει ή μαθαίνει. Ο Κόνορ πχ επηρεάζεται εμφανώς από τον αδελφό του. Δεν θα ήταν ο ίδιος άνθρωπος αν δεν είχε τον Μπρένταν (απολαυστικός στο ρόλο ο μακρυμάλλης για την περίσταση Jack Reynor) να τον μυεί στον κόσμο της μουσικής, να του δίνει συμβουλές, να του συμπαραστέκεται και να τον ταρακουνά.

Ο Carney σε αυτήν την ταινία επικεντρώνεται λίγο παραπάνω στο εν δυνάμει ειδύλλιο των δύο νέων και λιγότερο στη διαδικασία δημιουργίας τραγουδιών. Και είναι μάστορας στην αποτύπωση της εποχής. Και στη χαρακτηριολογία. Και στη συγγραφή διαλόγων αλλά και ατακών που... σκοτώνουν! Και στη δημιουργία σκηνών που σε κάνουν να γελάσεις. Πχ, βγάζουν πολύ γέλιο οι στιλιστικές επιλογές του συγκροτήματος κάθε φορά που μια μπάντα φαίνεται να τους επηρεάζει περισσότερο: πρώτα είναι οι Duran Duran, μετά είναι οι Cure, μετά είναι οι Spandau Ballet! Επίσης, τα γυρίσματα των πρωτολείων βιντεοκλίπ είναι ξεκαρδιστικά. Πχ, το γύρισμα για το πρώτο τους τραγούδι, «The Riddle of the Model» είναι απίθανο! Στολή καουμπόι, ο μαυρούλης που παίζει σινθεσάιζερ και θέλει να φανεί περισσότερο, ακόμα και καρναβαλίστικες μασέλες του δράκουλα βρίσκουν τον τρόπο να ενσωματωθούν λειτουργικά στο σκηνοθετικό... όραμα του μάνατζερ – παραγωγού – Καπετανίδη του συγκροτήματος!

Κι όλα αυτά ντυμένα με μια αθωότητα κι έναν ρομαντισμό όχι γλυκερά και σαν να έχουν υποστεί οι πρωταγωνιστές λοβοτομή αλλά εντελώς οργανικά δεμένα και με το περιβάλλον και με τις συνθήκες της εποχής. Η φτώχεια, η ενδοοικογενειακή βία, το μπούλινγκ, η μετανάστευση, όλα περνούν από τον φακό του Carney. Εκείνος όμως, εκεί, σταθερά, να μας δείχνει τις προσπάθειες του Κόσμο να κατακτήσει τη Ραφίνα. Την έξυπνη Ραφίνα, την όμορφη Ραφίνα, τη Ραφίνα που σκέφτεται πιο ώριμα από την ηλικία της, τη Ραφίνα που όταν τη βλέπει στα μάτια βυθίζεται σε θάλασσες. Η Lucy Boynton δίνει ρέστα στο ρόλο της Ραφίνα – κι ας είναι η μόνη Αγγλίδα μέσα σε όλους αυτούς τους τρελο-Ιρλανδούς! Η 22χρονη ηθοποιός με την coup αλά Pat Benatar και μια κινηματογραφική καριέρα που τώρα ουσιαστικά ξεκινάει, κερδίζει τις εντυπώσεις τόσο με την εμφάνισή της όσο και με την ερμηνεία της.

Και κάνει απίστευτο ζευγάρι δίπλα στον κοκκινομάγουλο Κόνορ του Ferdia Walsh-Peelo, στην πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση, στην οποία δεν θα μπορούσε να είναι καλύτερος! Η ταινία έχει προβληματάκια: κάποιοι δεύτεροι χαρακτήρες δεν αναπτύσσονται καθόλου ενώ και η σκηνή στη συναυλία με τις μάσκες του παπά – διευθυντή του σχολείου δεν «δικαιολογείται» ακριβώς: λογικά, έφυγαν κάποιες σκηνές στο μοντάζ γι' αυτό και η αίσθηση μη πληρότητας, όπως κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τον χαρακτήρα του νταή, που δεν ολοκληρώνεται κατά πως πρέπει. Μικρό το κακό. Κι αυτό γιατί η ταινία είναι ότι πιο feelgood θα βρείτε εκεί έξω. Μια ταινία που σε κάνει να θέλεις να χορέψεις (τα πρωτότυπα τραγούδια των Sing Street είναι δημιουργίες του John Carney και του Gary Clark κατά βάση), να θέλεις να τραγουδήσεις, να θέλεις να γελάσεις, να θέλεις να γίνεις 15 χρόνων ξανά και να ερωτευτείς για πρώτη φορά ξανά. Και να τολμήσεις να ξανοιχτείς σε θάλασσες με βάρκα την ελπίδα. Ξανά, όπως τότε. Όχι όπως τώρα. Τι ωραία ταινία ρε παιδιά!

Café Society Rating




Στις δικές μας αίθουσες? Στις 3 Σεπτεμβρίου 2016 από την Spentzos Films
Περισσότερα... »

Τζέισον Μπορν (Jason Bourne) PosterΤζέισον Μπορν
του Paul Greengrass. Με τους Matt Damon, Tommy Lee Jones, Alicia Vikander, Vincent Cassel, Julia Stiles, Riz Ahmed


Bourne To Be Alive!
του zerVo (@moviesltd)

Η περίπτωση Bourne γεννήθηκε μαζί με κάμποσες άλλες παρόμοιες (πλην Ίθαν Χαντ, σε όλους τους τομείς υποδεέστερες) κάπου εκεί λίγο μετά το Μιλένιουμ, όταν ο κορυφαίος του κατασκοπικού είδους 007 άρχισε να κουράζεται, να αλλάζει μορφή, να δείχνει πως βρίσκεται στο μεταίχμιο μιας καινούργιας εποχής. Ανάγκη για το σινεφίλ κοινό που σε μεγάλο ποσοστό κάλυψαν τα Identity, Ultimatum, Supremacy, σχηματίζοντας στο πανί μια δυναμική πρακτορική περσόνα - φονικό όπλο που είχε σαν εφόδιο του μια πανίσχυρη σεναριακή ιδέα. Με την αποκατάσταση της τάξης και την επαναφορά στην (πραγματική) δράση του Μποντ, χρειάζεται όμως για να διατηρηθούν στην κινηματογραφική ζωή οι επίδοξοι διάδοχοι του, μια δυνατή ένεση έμπνευσης που θα κάνει την διαφορά. Δυστυχώς το φιλόδοξο ριμπούτ του Τζέισον, αυτή δεν την διαθέτει...

Τζέισον Μπορν (Jason Bourne) Wallpaper
Μια ολόκληρη δεκαετία μετά το ξεσκέπασμα των αμαρτωλών πράξεων της CIA, που παραλίγο να του στοιχίσουν την ίδια του την ζωή, ο Τζέισον Μπορν έχει καταφέρει να επιβιώνει έχοντας διαγράψει εαυτόν από τις κεραίες της (πρώην του) Υπηρεσίας, βγάζοντας τα προς το ζην συμμετέχοντας σε παράνομους αγώνες πάλης, στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Η επιμονή της παλιάς του συνεργάτιδας και πανέξυπνης χάκερ Νίκι Πάρσονς να εντοπίσει συσχετισμούς ανάμεσα στο παρελθόν του και τις τωρινές διαπλοκές του Λάνγκλευ, θα την οδηγήσουν μέχρι την φλεγόμενη από τις κοινωνικές εξεγέρσεις Αθήνα, ώστε να τον βρει και να του παραδώσει όσα στοιχεία έχει στην κατοχή της. Στοιχεία που αναμένεται να ξυπνήσουν ακόμη ένα κομμάτι της κλειδωμένης μνήμης του πράκτορα, ώστε να μάθει επιτέλους ποια ήταν η πραγματική στάση στο πείραμα που συμμετείχε, των παλιών του συνεργατών, των υψηλόβαθμων αφεντικών, ακόμη και του ίδιου του του πατέρα...

Κι εκεί που είχε αποφασίσει να ρίξει μαύρη πέτρα πίσω του, αηδιασμένος από τις ανήθικες μεθοδεύσεις που λαμβάνουν χώρα πίσω από τα σφαλισμένα παράθυρα της Central Intelligence, νάσουτον και πάλι να ρίχνεται στην μάχη ο καλός μας ο παγκόσμιος στρατιώτης, παρακινούμενος από την εσωτερική του δίψα να μάθει μια και καλή το τι ακριβώς του συνέβη. Με αφετηρία τις παραινέσεις της πανέτοιμης να θυσιαστεί για πάρτη του καμαράτ - εδώ σφαλίζεται ο κανόνας πως όλες οι γυναίκες στην περίμετρο του Μπορν, έχουν την ίδια τύχη - ο Τζέισον θα ξεκινήσει ένα μακρύ ταξίδι από την Μεσόγειο, στο (δεν γίνεται spy movie χωρίς αυτό) Βερολίνο και με γέφυρα τις όχθες του Τάμεση θα φτάσει ίσαμε το λαμπερό Λας Βέγκας, ψάχνοντας την αλήθεια. Σε ολόκληρη αυτή την Υπερατλαντική του πορεία, με την χρήση ψεύτικων ταυτοτήτων που θα ανανεώσουν την εσωτερική του ανάγκη για πραγματική δράση, στο κατόπι του θα βρεθούν μανιασμένα και με προθέσεις να τον αφανίσουν, οι ίδιοι οι δημιουργοί του, οι φιλοπόλεμοι και ανακατωσούρηδες, πανίσχυροι  Παρακρατικοί...

...που δεν θα έλεγαν και όχι πάντως να τον επανεντάξουν στο δυναμικό τους, αν και εφόσον καμφθούν οι αντιστάσεις του αμφιλεγόμενου Τσιφ Ντιουι (μετριότατη η επιλογή του Tommy Lee Jones, που στα 70 του πλέον δεν παίζει) που έχει ορκιστεί να σβήσει οτιδήποτε έχει σχέση με πειραματόζωα σαν αυτόν. Για την εξέλιξη της πλοκής. μοιάζει κάπως παράξενο αν οι προστιθέμενοι καινούργιοι χαρακτήρες της, είναι ότι το καλύτερο πήγασε από την σκέψη των σεναριογράφων που κλήθηκαν να ντυθούν το κοστούμι του ενός και μοναδικού Tony Gilroy. Κι αυτό γιατί, ας πούμε, από την μια μεριά μπορεί να μοιάζει σαν (έστω) αποδεκτός ο προδομένος υποτίθεται από την στάση του Μπορν, διώκτης - δολοφόνος Ασέτ, στην πλέον λιγομίλητη ερμηνευτική στιγμή στην καριέρα του Vincent Cassel, δεν συμβαίνει το ίδιο και με την εισαγωγή στο παζλ μιας ρούκι στην θεωρία, wanabe να φτάσει μέχρι την κορυφή της ιεραρχίας της CIA, πράκτορος Χέδερ Λι, που αν αντιλήφθηκα καλά ήρθε για να μείνει. Χωρίς χρώμα, χωρίς υπόσταση, χωρίς σχεδόν λόγο ύπαρξης η κοπελιά, δεν δίνει και το ανάλογο βήμα έκφρασης στην Οσκαρούχα Alicia Vikander. Και ειλικρινά αναζητώ τον τρόπο που θα συνεχίσει να υπάρχει στο franchie, έχοντας απολέσει παντελώς την εμπιστοσύνη του βασικού ήρωα. Ως η κακιά της υπόθεσης? Μπα, δεν ταιριάζει...

Η αλήθεια είναι πως οι φανατικοί της σειράς, δεν έδειξαν να νοιάζονται τόσο για την απώλεια εκείνου που φαντάστηκε την Τριλογία, αλλά περισσότερο για την επιστροφή στην καρέκλα του ντιρέκτορα εκείνου που έφτασε τον τίτλο στο απόγειο του. Με έλλειψη φρεσκάδας όμως ο Paul Greengrass, μοιάζει σαν παγιδευμένος στις παλιές του συνήθειες αναπαράστασης ενός fuzzy πανικού στο εκράν, χωρίς κάποιο συγκεκριμένο στόχο και αιτία. Ταχύτατες οι μολοτοφικές λήψεις στην (ντεμέκ) Πλατεία Συντάγματος, ακόμη πιο εκρηκτικές στην κεντρική λεωφόρο της Νεβάδας. Η ουσία ποια είναι όμως? Να μάθουμε πως μέσα στο μυαλό του Μπορν επικρατεί πανζουρλισμός από το σβήσιμο των αναμνήσεων και το reset ακόμη κι αν συμβεί δεν πρόκειται να έχει αποτελέσματα? Μα αυτό ακριβώς δεν έχουμε παρακολουθήσει για ένα εξάωρο μέχρι τώρα - αφαιρώ από το άθροισμα την παρεμβολή με τον Renner, που έτσι κι αλλιώς δεν υπολογίζει κανείς - βάζοντας το ένα παζλάκι δίπλα στο άλλο, μπας και βγάλουμε ένα κάποιο νόημα για το τρέχει στην ζωή του Τζέισον? Και εντάξει όλα τα άλλα, αυτό το παραπλανητικό υποστόρυ με τους παρατρεχάμενους κομπιουτεράδες που (μάλλον) στήνουν ένα νέο experiment πατρότητος CIA που ακριβώς λειτουργεί θετικά στο σύνολο και δεν παραπλανά γενικότερα?

Ακόμη κι αυτές τις ατασθαλίες του καινούργιου Jason Bourne, θα τις ξεπερνούσα αν έβλεπα τον πρωταγωνιστή να δέχεται με διάθεση και κέφι να αποδώσει τον ρόλο που εκτόξευσε την σταρική του αξία. Ο Matt Damon όμως, κοντά δέκα χρόνια μετά, μοιάζει απίστευτα κουρασμένος από την τροπή που έχουν πάρει τα πράγματα και δεν δείχνει το ίδιο σθένος για να προβεί σε αποκαλύψεις όπως κάποτε. Περιορισμένος έκδηλα σε ατάκες από το "δώσε κινούμενη κάμερα στον λαό" σκριπτ, ο 45χρονος Βοστονεζος αποδίδει κάτι σαν σκιά του ρόλου που καθήλωσε το κοινό σε τρεις καταπληκτικές συνέχειες και χωρίς προφανή θέληση, παλμό, μαχητικότητα, πάθος, σερβίρει έναν νέο Bourne To Be Alive, μάλλον αχρείαστο και μη ζητούμενο. Εν ολίγοις το σίκουελ που πολλοί εκτίμησαν πως θα εμφανιστεί ανανεωμένο και μοντέρνο, έπραξε το ακριβώς αντίθετο εμμένοντας πάνω στην γνώριμη συνταγή, κάτι σαν συνδετικός κρίκος του (δεδομένα πανάξιου) παλιού με το (πιθανότατα) επερχόμενο. Εκτιμώ πως συνολικά το πλάνο αστόχησε. Και σε αυτή την φοβισμένη κίνηση αδυναμίας του Μπορν, νιώθω πως το τρίξιμο των δοντιών τόσο του Bond, όσο και των M.I. που από καιρό τον προσπέρασαν, δεν είναι διόλου αμέτοχο...

Τζέισον Μπορν (Jason Bourne) Rating




Στις δικές μας αίθουσες? Την 1η Σεπτεμβρίου 2016 από την UIP
Περισσότερα... »

Ψάχνοντας την Ντόρι (Finding Dory) PosterΨάχνοντας την Ντόρι
του Andrew Stanton. Με τις φωνές των Ellen DeGeneres, Albert Brooks, Hayden Rolence, Ed O'Neill, Kaitlin Olson, Ty Burrell, Diane Keaton, Eugene Levy, Sigourney Weaver


“Do you suffer from long short memory loss? – I don’t remember” Insomnia by Chumbawamba
του gaRis (@takisgaris)

Τον Νήμο τον ψάξαμε παντούθε, πάνε όβερ μια ντάζεν χρόνια, εντέλει τόνε βρήκαμε και μαζί ένα από τα πέντε κορυφαία ανημέητεντ της Pixar, με υπογραφή του Andrew Stanton, δημιουργού του διαπλανητικού Wall-E (2008) και εκ των στορυμπορντεράδων της Toy Story σάγκα. Εκτός του γκράουντμπρέηκιν ανημέησον αυτό το κάτι που έμεινε ήταν η (εφάμιλλη του α λα Robin Williams Alladin) βόις περφόρμανς της Ellen DeGeneres, ως blue tang ψαρόνι, κόμικ ριλήφ σάιντκικ του πατρός Marlin (Albert Brooks) στην οδύσσεια αναζήτησης του χαμένου ιού. Αυτηδωνά είναι η δική της ταινία, καθότι στο πέρασμα του χρόνου η Ελένη έγινε η ιέρεια του αμερικανικού πρωινάδικου στη μετά Oprah εποχή. Σύμφωνοι, η πλοκή μοιάζει εκνευριστικά πανομοιότυπη: H Ντόρι ψάχνει την επιστροφή στους αξιολάτρευτους γονείς της Eugene Levy - Diane Keaton (για να τερματίσει το ιδανικό καστάρισμα) παρεούλα με τους Nemo – Marlin και με την προσθήκη του σόουστήλερ Ed O’Neal (Married with Children, Modern Family) ως εφταπόδι με τα δικά του ψυχολογικά θεματάκια. Α. ξέχασα να είπω ότι, δηλαδή, δε θυμάμαι, η Ντόρυ έχει ένα θέμα μνήμης που...

Ψάχνοντας την Ντόρι (Finding Dory) Wallpaper
...ξεχνά τι συνέβη ανά 10 περίπου δεύτερα. Με το περσινό αριστουργηματικό Inside Out το στούντιο χτύπησε φλέβα χρυσού ιχνηλατώντας τη μαγεία των ανθρώπινων cineσθημάτων ως εγκεφαλική διεργασία, περνώντας το ρηξικέλευθο, ιδιαίτερα για το παιδικό κοινό μήνυμα ότι είναι ΟΚ να νταουνιάζεσαι, καθότι είναι καιδαύτο κομμάτι του εαυτού σου που χρειάζεται εναγκαλισμό. Η Ντορούλα εδώ αισθάνεται ένοχα ως κομπλεξικά για το κουσούρι να ξεχνά, τα βάζει με τον εαυτό της για τον ένα χρόνο περιπλάνησης από Αυστραλία ως Κάλιφόρνια, όμως δεν το βάζει κάτω. Βρίσκει διεξόδους στις πιο απίθανες σκηνές τρεχάλας ακολουθώντας τα σημάδια που η γονεϊκή αγάπη της έχει απλώσει ολούθε, από το βυθό μέχρι τα άπατα της συνείδησής της.

Η εξέλιξη είναι γραμμική με πινελιές αγωνιώδους ανατροπής και μακράν προβλέψιμη κατάληξη. Η φαντασμαγορία δεδομένη και η DeGeneres σε άλλη κατηγορία, δίνοντας δραματική χροιά σε στιγμές που δένουν απρόσμενα τον κόμπο στα λαιμά. Μετά από αρκετά χρόνια στην κλίμακα IMAX (βλ. Cars) και 3D απαρατήρητο. $200Μ υπερπαραγώγα που τα μάζεψε σε λιγότερο από μήνα και χτυπά θύρα οσκαρική φέτος, σε μάχη με το σαφέστερα ενήλικο θεματολογικά Zootopia το οποίο δύσκολα θα χάσει τα σκήπτρα εφέτος, παραμένοντας στο κλείσιμο του α’ εξαμήνου η καλύτερη ταινία (γενικώς) του 2016. Ας σταθώ λοιπό ανάμεσα σε εκείνους που αναρωτιόνται γιατί (πέρα από τα προφανή) χρειάζεται ένα σήκουελ του Finding Nemo (20003) με τόση καθυστέρηση και όσους γαργαλιούνται από τον συνειρμό ότι έχουμε να κάνουμε με το αντίστοιχο Memento κατά Pixar. Μην το ξεχάσω: Τα καλύτερα έξι λεπτά του σώου είναι αυτά του Piper, μικρού μήκους που προηγείται της κύριας προβολής. Σου κλέβει την καρδιά.

Ψάχνοντας την Ντόρι (Finding Dory) Rating




Στις δικές μας αίθουσες? Την 1η Σεπτεμβρίου 2016 από την Feelgood Ent.
Περισσότερα... »

Παράφορα (Éperdument) PosterΠαράφορα
του Pierre Godeau. Με τους Guillaume Gallienne, Adèle Exarchopoulos, Stéphanie Cléau, Aliénor Poisson, Cyrielle Martinez, Selma Mansouri, Sabila Moussadek, Marie Rivière


Κολάζει και Άγιο...
του zerVo (@moviesltd)

Κι έρχεται εκείνη η στιγμή, που παρότι πιστεύεις πως έχεις βιώσει τα πάντα και οι εμπειρίες σου από το περπάτημα σε ετούτο τον κόσμο, σου δίνουν την ικανότητα να διατηρείς τον έλεγχο, μια λαβωματιά στο πάνω μέρος της καρδιάς από το βέλος του Φτερωτού Θεού, σε κάνει να χάνεις την Γη κάτω από τα πόδια σου. Να σου φεύγει από τα χέρια το τιμόνι και να αντικρίζεις στο βάθος τον τοίχο του αδιεξόδου να σε πλησιάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα κι όμως να μην αντιδράς, βυθισμένος στο μεθύσι της μακαριότητας που σου προσφέρει ο Έρως. Που ούτε χρόνια, ως γνωστόν κοιτάζει, ούτε ταξικές και κοινωνικές διαφορές κι άμα είναι να στήσει το πανηγύρι του, μεταξύ δύο οποιονδήποτε ανθρώπων, θα το κάμει, ο κόσμος να χαλάσει. Κι οι δυο τους θα αγκαλιαστούν, αδιάφοροι για τι θα πει ο κόσμος, ο διπλανός, η κοινωνία. Αυτό ακριβώς σημαίνει Παράφορα...

Παράφορα (Éperdument) Wallpaper
Για τον σωφρονιστικό λειτουργό Ζαν Φιρμινό, ήταν ένα στοίχημα να κατορθώσει να μετατρέψει τις γυναικείες φυλακές που διευθύνει, σε έναν χώρο, που οι έγκλειστες θα μπορούν να βρουν συνθήκες ανθρώπινες, ώστε να εκτίσουν την ποινή τους δίχως τους κινδύνους που ελλοχεύουν σε όλα τα άλλα υψίστης ασφαλείας ιδρύματα της χώρας. Και δεν είναι λίγες οι φορές που ακόμη και η ίδια η Υπουργός Δικαιοσύνης, έχει δείξει ενδιαφέρον για το έργο του, τιμώντας τον με την κατ ιδίαν επίσκεψη της. Τα πάντα κυλούν ρολόι στον σχεδιασμό του, μιας και στο σπίτι διάγει έναν ευτυχισμένο βίο στην αγκαλιά της παιδιόθεν αγαπημένης του Ελίζ...

Η άφιξη της προκλητικά όμορφης 24χρονης υποδίκου Άννα Αμαρί, που απειλείται με ποινή φυλάκισης, ακόμη και 15 ετών, θα αλλάξει ολοκληρωτικά τα δεδομένα, μιας κι από την πρώτη κιόλας ματιά που θα ανταλλάξει με τον διευθυντή, θα διαφανεί πως κάτι ιδιαίτερο πρόκειται να συμβεί ανάμεσα τους. Δείχνοντας ιδιαίτερη συμπάθεια στο πρόσωπο της και φροντίζοντας να της αναθέσει ένα ζωτικής (για τα δεδομένα της φυλακής) σημασίας πόστο, εκείνο της υπεύθυνης βασικών προμηθειών των  εσώκλειστων, ο Ζαν θα αρχίσει να σπαταλά ολοένα και περισσότερο χρόνο δίπλα στην νεαρή κοπέλα, τόσο ώστε να μην αργήσει η στιγμή που ο ένας θα πέσει στην αγκάλη του άλλου.

Πρόκειται για την αφήγηση - από την πλευρά του εραστή / διευθυντή - των πραγματικών και πιπεράτων εκείνων περιστατικών που συγκλόνισαν την κοινή γνώμη της Γαλλίας το 2006, όταν ο προοδευτικών αντιλήψεων Φλοράν Γκονσαλβές, έχασε δουλειά, οικογένεια και κύρος, συνάπτοντας σχέση με κάτοικο των κελιών που είχε υπό τον έλεγχο του. Και που σύμφωνα με τις Αρχές, η κατηγορούμενη για συνεργεία με την συμμορία των Βαρβάρων, που πραγματοποιούσε επιθέσεις σε ανυποψίαστους Εβραίους, τον εξαπάτησε, χρησιμοποιώντας τον για να βελτιώσει τις συνθήκες κράτησης της. Υπερασπιζόμενος την Αγάπη είναι ο τίτλος του μπεστ σέλλερ κι αυτό ακριβώς λαμβάνει χώρα και στην εξέλιξη της πλοκής του ερωτικού δράματος, που εδώ υπογράφει ο Pierre Godeau, στην sophomore και πολύ ακριβότερη παραγωγή, από εκείνη του ντεμπούτου του (Juliette, 2013).

Αφήγηση που δεν παρουσιάζει την παραμικρή έκπληξη στον τρόπο που εκείνη αναπτύσσεται, γραμμικότατα και με αρκετές πληροφορίες για το πως θα ανάψει ο σπινθήρας, μεταξύ του μεσήλικα και της (δεν διασαφηνίζεται ποτέ η παράβαση που υπέπεσε) τιμωρημένης. Λογικό είναι στον ζυγό της ανάλυσης των χαρακτήρων, λοιπόν, μιας και μια έχουσα το ποινικό της μητρώο ζωγραφισμένο, δεν απαιτεί πολλές πολλές επεξηγήσεις για ποιόν της, το μεγαλύτερο βάρος να πέφτει στην μεριά του λειτουργού. Ο οποίος είναι ευτυχισμένος για την όμορφη και αγαπημένη φαμίλια του, είναι περήφανος για το, μη αποδεκτό κοινωνικά όπως φαίνεται, δημόσιο λειτούργημα που έχει αναλάβει και είναι, φυσικά, χαρούμενος που τα πάντα, κάτω από τις εντολές του, βαίνουν αρίστως. Όταν όμως ο έρως τυφλώνει, τι οδηγίες να δώσεις και πως να κατευθύνεις με καθαρό μυαλό το παραμικρό, όταν ο νους σου είναι το πως θα επιστρέψεις στο γκρίζο δωματιάκι και στην αγκαλιά της ερωμένης που φλογισμένα σε καρτερεί?

Θα περίμενε κανείς από αυτή την Φραντσέζικη ματιά του Eperdument, ο ρεαλισμός να παίζει τον πρώτο λόγο. Τεχνικά, ναι, συμβαίνει κάτι τέτοιο, αφού η κάμερα ελάχιστες φορές αφήνεται από το χέρι για να πάρει θέση στο τριπόδι και το ντοκιμαντερίστικο στυλ αναδίδει το αίσθημα του αληθινού. Υπάρχουν όμως και σεάνς που το σενάριο φαντάζει, το λιγότερο, παρατραβηγμένο, μην πείθοντας ακόμη και τον πιο καλοπροαίρετο, για το πόσο μπορεί να έχει φτάσει στην τύφλωση ο Μεσιέ λε Ντιρεκτέρ. Ερχόμενο το σκριπτ σε πλήρη αντιδιαστολή της παρουσίασης μιας προσωπικότητας, μέχρι πρότινος ακέραιας, έγκριτης, άτεγκτης, τεχνοκρατικής. Απεναντίας, μολονότι έχοντας λιγότερο χρόνο αναλογικά στο πανί, η φυλακισμένη Άννα, έχει πολύ πιο δυνατές στιγμές να προβάλλει, ειδικά όσες αφορούν στην παράξενη σχέση με την μητέρα της, που η συμπεριφορά της τόσο έχει πληγώσει.

Στις απαιτήσεις των δύο αυτών ρόλων, τόσο ο Guillaume Gallienne της Comedie Francaise, όσο και η απίθανα διεγερτικών εκφράσεων Adele Exarchopoulos, καταφέρνουν να αποσπάσουν θετικό πρόσημο στον βαθμό τους. Από την μια μεριά ο κωμικός, που επίσης είχε σχολιαστεί ευμενώς για την εξαιρετική υποστηρικτική του ερμηνεία, ως εραστής / ατζέντης του Yves Saint Laurent, σε μια πιο γοητευτική κι αρσενική φόρμα, πιάνει τον σφυγμό του άντρα που επιδιώκει να ξεφύγει από την ρουτίνα και να κάνει επιτέλους την προσωπική του επανάσταση, σε κόντρα των απαιτήσεων του περίγυρου. Η Adele από την μεριά της είναι δυναμίτης. Τι και με κάποια κιλάκια παραπανίσια, τι κι αν τα μαγουλάκια είναι κάπως πιο στρογγυλά, το κορίτσι έχει ένα ένα μαγευτικό, φυσικό χάρισμα να προκαλεί, με μισή και μόνο ματιά. Να κολάζει και Άγιο που λέμε. Όχι τον φουκαρά υπαλληλάκο του Ministere De La Justice, που για δεκαετίες γευόταν το ρουτινιάρικο χάδι της Κυράς (εξαιρετικός β' ρόλος από την Stephanie Cleau). Και που πλέον, μονάχος σε κάποια γκαρσονιέρα, μάλλον θα αναπολεί νοσταλγικά το Πάθος που ξετίναξε τόσο τον ίδιο, όσο και τον καλά μελετημένο - σαν σε ιδιοκατασκευή - φράχτη που τον είχε περικυκλώσει.

Παράφορα (Éperdument) Rating




Στις δικές μας αίθουσες? Την 1η Σεπτεμβρίου 2016 από την Seven Films
Περισσότερα... »

Max Steel PosterTake adventure to the max! Σε μια εποχή που το Χόλιγουντ αναζητά υπερήρωες σε κόμικ και βιντεοπαιχνίδια, δεν θα μπορούσε να μην κινήσει την περιέργεια της παραγωγής, ένα από τα δημοφιλέστερα κουκλάκια που έχουν κυκλοφορήσει ποτέ στην αγορά. Σε απάντηση λοιπόν του G.I. Joe της Hasbro, έρχεται ο Max Steel της Mattel, που την μορφή του είτε σε κουκλάκι είτε σε επιτραπέζιο μπορεί να βρει κανείς σε κάθε αγορίστικο δωμάτιο. Η ταινία σε σκηνοθεσία του Stewart Hendler περιγράφει την ζωή ενός φιλήσυχου 16χρονου, του Μαξ ΜακΓκραθ, που μετά την μετακόμιση της οικογένειας του σε μια καινούργια επαρχιακή πόλη, μοιάζει να χάνει την ισορροπία που είχε μέχρι πρότινος. Ανατροπή που θα γίνει ακόμη πιο έντονη, όταν μπροστά του θα εμφανιστεί ένα μυστηριώδες εξωγήινο υποκείμενο, ονόματι Στιλ, που όπως θα του εξηγήσει είναι απεσταλμένο για να τον προστατεύει αλλά και να του προσφέρει υπερφυσικές δυνάμεις. Ισχύ που θα χρησιμοποιήσει για να προστατέψει τον κόσμο από οποιαδήποτε απειλή εμφανιστεί. Η Open Road που διατηρεί την παγκόσμια εκμετάλλευση του φιλμ, μόλις έδωσε στην δημοσιότητα το πρώτο διεθνές τρέιλερ του έργου, που φέρει σημαντικά σε ύφος με όλες τις υπερπαραγωγές της Marvel, συνδυασμένη με το ύφος του ενός και μοναδικού Tron. Παγκόσμια πρεμιέρα για τον Μαξ Στιλ στις 21 Οκτωβρίου 2016.

Max Steel Movie

Παρότι για τον βασικό ρόλο είχε ακουστεί ο νεανικός αστέρας Taylor Lautner, εντέλει το χρίσμα πήρε ο όχι ιδιαίτερα γνωστός στο ευρύ κοινό Ben Winchell, που εδώ θα αναζητήσει τον ρόλο που θα εκτοξεύσει την καριέρα του. Δίπλα στον νεαρό συνυπάρχουν ακόμη και οι Mario Bello, ως η μητέρα του, ο Andy Garcia ως ο Δόκτορας Μάιλς Έντουαρντς και ο Josh Brener που χαρίζει την φωνή του στο συμπαθές ον.

Στις δικές μας αίθουσες? Ακόμη δεν έχει προγραμματιστεί...

Περισσότερα... »

Shut In PosterΜην πιστεύεις ότι βλέπεις! Κάθε μυστικό, κάθε επιλογή της θα την φέρει κοντύτερα στην αλήθεια. Μοτό που χρησιμοποιεί η καινούργια δημιουργία του Farren Blackburn, Shut In, σκηνοθέτη που έχει γίνει γνωστός διεθνώς από το Hammer Of The Gods, ένα ψυχολογικό θρίλερ, που στην παραγωγή φέρει την σφραγίδα της Europa Corp. Κεντρικό πρόσωπο την ιστορίας μια μοναχική γυναίκα, που λειτουργεί ως ψυχολόγος ανηλίκων και κατά την διάρκεια της βαρυχειμωνιάς στην παγωμένη Νέα Αγγλία θα επιχειρήσει να βοηθήσει ένα προβληματικής συμπεριφοράς αγόρι. Σύντομα όμως θα γίνει κι αυτή μέρος ενός παράξενου και μυστηριώδους παιχνιδιού, που βγαίνουν χαμένοι όλοι, όσοι συμμετέχουν σε αυτό. Το εισαγωγικό τρέιλερ της ταινίας, που το σενάριο της υπογράφει η Christina Hodson, μόλις έκανε την εμφάνιση του και πρακτικά προβάλλει ως ξεχωριστό από όλα τα αντίστοιχα του σωρού, με όμορφα, κοφτά και αγωνιώδη πλάνα. Ξεχωριστή αναφορά αξίζει και η φωτογραφία του χιονισμένου τοπίου που είναι εξαιρετική και την επιμελείται ο μετρ Yves Belanger που επίσης είχε φροντίσει τις εικόνες των Dallas Buyers Club και Brooklyn. Η ταινία αναμένεται να κάνει την παγκόσμια πρεμιέρα τις στους κινηματογράφους στις 11 Νοεμβρίου 2016.

Shut In Movie

Το δίδυμο της ζορισμένης γυναίκας με το ανήλικο πιτσιρίκι θα πρέπει να θεωρείται εξ ορισμού επιτυχημένο καθώς το συνθέτουν η πάντοτε εντυπωσιακή Naomi Watts και ο μπόμπιρας έκπληξη του Room, Jacob Tremblay. Το καστ ολοκληρώνουν και οι Oliver Platt και Charlie Heaton.

Στις δικές μας αίθουσες? Την 1η Δεκεμβρίου 2016!

Περισσότερα... »

2016 Venice Film Festival Poster
Με το θερμό χειροκρότημα των τυχερών παρευρισκόμενων στην επίσημη πρεμιέρα της καινούργιας ταινίας του ραγδαία ανερχόμενου σκηνοθέτη Damien Chazelle, La La Land, άνοιξε η αυλαία της 73ης εκδοχής του κορυφαίου Ευρωπαϊκού κινηματογραφικού ραντεβού, του Φεστιβάλ Βενετίας. Σε αυτό του το νέο, τρίτο του, βήμα, ο υποψήφιος για Όσκαρ καλύτερου σεναρίου δημιουργός, που προκάλεσε παγκόσμια αίσθηση με το Whiplash, επιχειρεί να στήσει ένα παλιομοδίτικης κοψιάς μιούζικαλ, όπως εκείνα που έκαναν θραύση κατά τις δεκαετίες του 60 και του 70, αποτίοντας φόρο τιμής στο genre, που τόνισε όσο κανένα άλλο την σημασία του να κυνηγάς το όνειρο σου. Όπως ακριβώς συμβαίνει και στους βασικούς ήρωες της ιστορίας, την Μίλα, μια νεαρή σερβιτόρα σε κλαμπ της Warner Bros και wanabe ηθοποιό, που παλεύει να πάρει τον πρώτο ρόλο της καριέρας της, παίρνοντας μέρος σε ντροπιαστικές οντισιόν που δοκιμάζουν τον εγωισμό της και τον Σεμπάστιαν, έναν χαρισματικό τζαζ πιανίστα, που κανείς στην Πόλη των Αγγέλων, δεν έχει ακόμη εκτιμήσει τις ικανότητες και την αξία του. Η γνωριμία τους, σύντομα θα εξελιχθεί σε σφοδρό έρωτα και μέσα από τις αισιόδοξες χορευτικές τους αγκαλιές από άκρου εις άκρο του Λος Άντζελες, θα βρουν την δύναμη να ξεπεράσουν τους σκοπέλους και τις αντιξοότητες. Ρόλοι που μοιράζονται στο αναμφισβήτητα πιο λαμπερό φιλμικό ζευγάρι της σεζόν που ανοίγει, την Emma Stone και τον Ryan Gosling, τον οποίο ανειλημμένες υποχρεώσεις κράτησαν μακρυά από το Λίντο, όπου έλαβε χώρα η λαμπερή πρώτη! Συνεπώς τα βάρη της σταρικής εκπροσώπησης έπεσαν αποκλειστικά πάνω στους ώμους της όμορφης Emma, που έδειξε άνετη και ειλικρινής ενώπιον των δημοσιογράφων στην καθιερωμένη συνέντευξη Τύπου.

La La Land Emma Stone Venice 2016 La La Land Emma Stone Venice 2016
La La Land Emma Stone Venice 2016 La La Land Emma Stone Venice 2016

Photo: Getty Images Europe / zimbio.com



"Είναι πραγματικά υπέροχο να δουλεύεις με κάποιον που γνωρίζεις τόσο καλά όσο ο Ryan, ξεκινά την ομιλία της η Stone, αναφερόμενη στον απόντα καβαλιέρο της, που τον εμπιστεύεσαι και τον εκτιμάς τόσο πολύ. Γνώριζα από πριν ότι μπορεί να τραγουδά και να χορεύει ώστε να φτιάξουμε μαζί το κατάλληλο ντουέτο και το δέσιμο μας ήταν καταπληκτικό, αφού είναι κάτι περισσότερο από ο καλύτερος μου φίλος. Ξέρετε πως όταν περνάς με κάποιον πολλές ώρες πρόβας χορεύοντας κι ερχόμενος τόσο πολύ κοντά του, μαθαίνεις πολλά περισσότερα μυστικά για εκείνον, αντιλαμβάνεσαι πολύ πιο έντονα τον εσωτερικό του κόσμο." Ευτυχής για το γεγονός πως η καριέρα του πήρε τόσο πολύ γρήγορα την ανοδική πορεία, ο Chazelle στο πλευρό της πρωταγωνίστριας του, δεν έκρυψε ποτέ την ικανοποίηση του για το χειροκρότημα που απέσπασε η δημιουργία του: "Η βασική μας ιδέα ήταν να συνδέσουμε την Χολιγουντιανή μαγεία που υπήρχε στο εκράν μια φορά κι έναν καιρό με το σήμερα, να την παρουσιάσουμε αντιφατικά μοντέρνα σε σχέση με το ντεμοντέ της στυλ. Στην πραγματικότητα νομίζω πως το La La Land, σχετίζεται πολύ περισσότερο με τα ευρωπαϊκά μιούζικαλ της παλιάς εποχής και λιγότερα με τα αμερικάνικα, μιας και εκείνα προσέγγιζαν καλύτερα και πιο ολοκληρωμένα τον ανθρώπινο παράγοντα. Η κινηματογράφηση όμως έχει τεχνικά πιο αμερικάνικο χαρακτήρα, αφού ακόμη και στα πλάνα που δεν υπάρχει μουσική ή χορός, η κάμερα κινείται κατά τέτοιον τρόπο,  που ο θεατής να πιστεύει πως χορεύει από μόνη της. Κι αυτό ήταν το βασικό στοιχείο που θέλησα να περάσω στην Emma, ειδικά στα μέρη της πρόζας που θα έπρεπε να δείχνουν πιο πολύ χορευτικά." 

La La Land Emma Stone Venice 2016 La La Land Emma Stone Venice 2016
La La Land Emma Stone Venice 2016 La La Land Emma Stone Venice 2016

"Κι από εκεί ακριβώς πηγάζει το ουσιαστικό νόημα της ταινίας, συμπληρώνει η μόνιμα γελαστή και απαστράπτουσα μέσα στο ανοιχτόχρωμο, λουλουδένιο φόρεμα της, Stone. Οι νέοι να δουν κατάματα την πρόκληση και να ριχτούν στον αγώνα τους με δύναμη και αισιοδοξία, να αφήσουν στην άκρη τον κυνισμό και την μιζέρια, να πιστέψουν στις ικανότητες τους, να ονειρευτούν και να γεμίσουν με ελπίδα πως ο μόχθος τους θα ανταμειφθεί. Φυσικά και στην δική μου την καριέρα έτυχαν αναποδιές και προβλήματα όπως αυτά που αντιμετωπίζει η Μίλα που υποδύομαι. Χρειάζεται πίστη και θετική ματιά για να ξεπεραστούν οι αντιξοότητες όμως. Οι περισσότεροι νέοι στις μέρες μας, εντοπίζουν διαρκώς λάθη στις πράξεις τους κι αυτομάτως χάνουν την αυτοπεποίθηση τους. Στην ταινία μας συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο! Αυτό που πραγματικά η νεολαία θα έπρεπε να έχει σαν οδηγό!"

Η ταινία La La Land του Damien Chazelle με τους Ryan Gosling, Emma Stone, J. K. Simmons, Finn Wittrock, Rosemarie DeWitt, Meagen Fay θα κυκλοφορήσει σε όλο τον κόσμο στις αρχές Δεκεμβρίου του 2016.

zerVo

Cannes Film Festival 2016
Περισσότερα... »



Ελληνικό Box Office 25 - 28 Αυγούστου 2016 by OPTOMA


Φιλμ
Διανομή
Wks Αίθουσες
4ήμερο Ελλάδας
Σύνολο Ελλάδας
1
Suicide Squad
Tanweer
1

61.555
61.555
2
Café Society
Odeon
1

34.981
34.981
3
The Secret Life of Pets
UIP
1

26.756
26.756
4
Mechanic: Resurrection
Odeon
1

13.400
13.400
5
Quo Vado?
Seven / Spentzos
5

4.628
60.733
6
The Whole Truth
Spentzos
1

4.471
4.471
7
Ice Age: Collision Course
Odeon
7

3.603
3.603
8
Me Before You
Tanweer
5

1.551
35.918
9
Death On The Nile
Seven Films
1

1.465
1.465
10
Un Homme A La Hauteur
Odeon
6

492
492


Περισσότερα... »

Café Society PosterCafe Society
του Woody Allen. Με τους Jesse Eisenberg, Kristen Stewart, Steve Carell, Blake Lively, Corey Stoll, Parker Posey, Sheryl Lee, Anna Camp, Paul Schneider


"Όνειρα, πουλιά μου ταξιδιάρικα"
του Θόδωρου Γιαχουστίδη (@PAOK1969)

Από τα ραντεβού στο σινεμά που δεν χάνονται

Allan Stewart Konigsberg. Γεννημένος στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης την πρώτη του Δεκέμβρη του 1935 – οπότε, ετών 81. Η καριέρα του ως σκηνοθέτη ξεκίνησε... παράξενα: το 1966 πήρε τη γιαπωνέζικη ταινία «Kokusai himitsu keisatsu: Kagi no kagi», η οποία ήταν ένα θρίλερ για ένα χαμένο μικροφίλμ και τη μετέτρεψε σε κωμωδία για μια χαμένη συνταγή για... αβγοσαλάτα, ουσιαστικά υποτιτλίζοντας την ταινία στα αγγλικά με ότι να 'ναι διαλόγους! Αυτό! Έτσι προέκυψε το «What's Up, Tiger Lily?» (1966), που, μεταξύ μας, πολύ θα ήθελα να το δω! Τρία χρόνια μετά σκηνοθετεί το «Ζητείται εγκέφαλος για ληστεία» (Take the Money and Run, 1969). Μέχρι το 1980 σκηνοθέτησε άλλες οχτώ ταινίες. Από το 1982 γυρίζει μία ταινία κάθε χρόνο, ενώ μία χρονια, και συγκεκριμένα το 1987, γύρισε δύο!

Αυτή είναι η... 46η μεγάλου μήκους ταινία που σκηνοθετεί και δεν ξέρω τι εισαγωγή θα ετοιμάσουμε για την ταινία του που θα βγει του χρόνου τέτοια εποχή! Να είναι καλά ο άνθρωπος, καθώς αυτή είναι η πέμπτη συνεχόμενη χρονιά που ταινία του κατά μία έννοια σηματοδοτεί την έναρξη της χειμερινής κινηματογραφικής σεζόν στη χώρα μας, κι ας κάνει πιένες στα θερινά σινεμά! Άλλοτε γκρινιάζουμε άλλοτε επευθυμούμε άλλοτε μένουμε ψιλοαδιάφοροι με τις επιδόσεις του, όλοι όμως όσοι αγαπάμε το σινεμά δεν το χάνουμε το ραντεβού μας με τον Woody Allen! Στην περίπτωσή μου, είναι ο μόνος σκηνοθέτης του οποίου έχω δει σχεδόν όλες του τις ταινίες! Εκτός από την πρώτη και το «Σεξοκωμωδία θερινής νύχτας» (A Midsummer Night's Sex Comedy, 1982). Κάτι λέει αυτό, έτσι;

Café Society Wallpaper
Κάτι λέει το γεγονός ότι ο άνθρωπος βρίσκεται μόλις τέσσερις ταινίες μακριά από το να έχει φιλμογραφία με 50 μεγάλου μήκους ταινίες! Δεν ξέρω άλλο σκηνοθέτη του βεληνεκούς του που να έχει γυρίσει τόσες πολλές ταινίες! Και φέτος θα δούμε και τηλεοπτική σειρά που ετοιμάζει! Ο άνθρωπος είναι αστείρευτος και μακάρι να είχαμε περισσότερους σαν αυτόν. Είχαμε και στην Ελλάδα μια ανάλογη περίπτωση, εκείνη του Νίκου Παναγιωτόπουλου, ο οποίος όμως μας την έκανε την κατσκαρίκα και εγκατέλειψε τον μάταιο τούτο κόσμο...

Η υπόθεση: Μεσοπόλεμος. Η κινηματογραφική βιομηχανία στο Χόλιγουντ θάλλει και ο Μπόμπι Ντόρφμαν, ένας νεαρός Εβραίος Νεοϋορκέζος από το Μπρονξ, αποφασίζει να δοκιμάσει την τύχη του στη Δυτική Ακτή. Ζητάει δουλειά από τον Φιλ Στερν, αδελφό της μητέρας του και μέγα ατζέντη, που κινείται μεταξύ πάρτι, προβολών, συναντήσεων και κλείνοντας ντίλια! Με τα πολλά ο Φιλ δίνει δουλειά στον Μπόμπι και ζητάει από την όμορφη γραμματέα του, την Βόνι, να ξεναγήσει τον νεαρό στο Λος Άντζελες. Οι δύο συνομήλικοι έλκονται μεταξύ τους και ερωτεύονται. Όμως, η Βόνι έχει σχέση με κάποιον άλλο άντρα. Κι όταν τεθεί ζήτημα επιλογής, θα επιλέξει εκείνον.

Ο Μπόμπι, βλέποντας την ψευτιά και τη δηθενιά του Χόλιγουντ αλλά βιώνοντας και έντονη ερωτική απογοήτευση, επιστρέφει στην αγαπημένη του Νέα Υόρκη, προσκαλεσμένος από τον γκάνγκσερ σε ανοδική φάση αδελφό του, να διευθύνει το νυχτερινό του κέντρο. Και ο Μπόμπι θα ανεβεί κοινωνικά και οικονομικά, θα παντρευτεί και θα κάνει οικογένεια. Την Βόνι, όμως, κατά πως φαίνεται, δεν μπορεί να την ξεπεράσει...

Η άποψή μας: Βγαίνοντας από την αίθουσα όπου παρακολούθησα την ταινία άκουσα έναν κύριο να διερωτάται μεγαλοφώνως απευθυνόμενος στην παρέα του: «και τελικά, ποιος κέρδισε από όλη αυτήν την ιστορία;». Έλα μου ντε! Ζούμε σε μια κοινωνία στοχοπροσηλωμένη. Υπέρτατος στόχος, το κέρδος! Υπέρτατη αξία, το χρήμα! Ευλόγως δημιουργούνται τέτοιες απορίες. Τα καλά του καπιταλισμού! Το κέρδος σύμφωνα με τις επιταγές και τις ανάγκες της αγοράς, όχι σύμφωνα με τις ανάγκες των ανθρώπων. Ο Woody Allen εδώ δεν πρωτοτυπεί ούτε πετυχαίνει καμία πολύ υψηλή επίδοση. Είναι ολοφάνερη, όμως, η πίκρα του. Και καθώς μεγαλώνει χάνει και τις όποιες βεβαιότητες που είχε! Αιωρείται θαρρείς μεταξύ καταστάσεων, φιλοσοφιών, θρησκειών, αντιλήψεων, επιλογών και αποφάσεων. Μεταφέρει τη λατρεία του για το Χόλιγουντ της δεκαετίας του '30 αλλά το ξεσκεπάζει και ως ψεύτικο και phony.

Στο Λος Άντζελες όλο το χρόνο είναι καλοκαίρι κι όμως οι παραγωγοί επέβαλαν στις πρωταγωνίστριες των ταινιών τους να φοράνε πάντοτε γούνα στις εξόδους τους. Στις ταινίες ο κώδικας Χέιζ λογόκρινε το οτιδήποτε είχε να κάνει με σεξ αλλά στην πραγματικότητα το Χόλιγουντ ήταν ένα μεγάλο κρεβάτι, γεμάτο ερωτικά σκάνδαλα, ναρκωτικά, ξέπλυμα χρήματος, δολοφονίες κι άλλα ωραία πράγματα. Όμορφες κοπέλες από όλη τη χώρα ξεκινούσαν για τη Μέκκα τους και μιας που δεν χωρούσαν όλες σ' αυτή οι πιο πολλές γινόταν γκαρσόνες, γραμματείς, πόρνες κτλ κτλ κτλ. Οι Εβραίοι δεν έχουν κέρατα τελικά αλλά ο μεγάλος αδελφός λίγο πριν το τέλος ασπάζεται τον Χριστιανισμό, μιας που υπόσχεται μετά θάνατον ζωή, κάτι που δεν κάνει ο Ιουδαϊσμός. Ο κομουνιστής σύζυγος της αδελφής του πρωταγωνιστή χρησιμοποιεί σωκρατική φράση για το τι είναι ζωή και παράλληλα τη συμπληρώνει υπονομεύοντάς την, βγάζοντας απίστευτη πίκρα.

Τι είναι το όνειρο; Τίποτε άλλο από αυτό που είναι: όνειρο δηλαδή! Και η μεγαλύτερη αιώρηση – μπορεί να είναι αισθηματικού χαρακτήρα αλλά σαφώς και οι προεκτάσεις της είναι υπαρξιακές: τι θα γινόταν αν;;;;; Οι δύο νεαροί πρωταγωνιστές ζουν, θα έλεγε κανείς παρακολουθώντας τους από μακριά, δύο ευτυχισμένες ζωές. Μακριά ο ένας από τον άλλο. Πάντα όμως (θα) τους τρώει το σαράκι: πόσο πιο ευτυχισμένοι θα ήταν αν ζούσαν μαζί; Χμ, υπάρχει αυτή η πιθανότητα. Μήπως όμως θα ήταν δυστυχισμένοι μαζί; Μήπως η συνήθεια θα τους διέλυε; Μήπως η ρουτίνα θα σκότωνε τον έρωτα; Μήπως είναι καλύτερα που έζησαν κάτι τόσο μεγάλο που δεν μπορούν πρακτικά να το απομυθοποιήσουν; Τα αστεία του Woody πλέον είναι προβλέψιμα (ήξερα πως μετά το «θα το τακτοποιήσω» του γκάνγκστερ αδελφού θα ακολουθούσε πχ τσιμέντωμα) και τα σενάριά του έχουν την τάση ολοένα και περισσότερο να λογοτεχνίζουν και να «λένε» αντί να «δείχνουν» - σ' αυτό «βοηθάει» και η αφήγηση από τον ίδιο τον Allen.

Όπως και να έχει, πάντως, πάντα ο μπαγάσας έχει τον τρόπο του να σε κάνει να σκεφτείς μια ταινία του. Να την ξαναπαίξεις μέσα στο κεφάλι σου, να κοντραριστείς με άλλους σινεφίλ για χάρη της είτε υπερασπιζόμενός την είτε χλευάζοντάς την – ο ρόλος σου έχει να κάνει με το τι θα πει ο απέναντι. Ο Vittorio Storaro κάνει μαγικά στη διεύθυνση φωτογραφίας (η σκηνή των κεριών στο μοτέλ νομίζω θα διδάσκεται και θα θαυμάζεται για πολλά πολλά χρόνια!), ο Eisenberg πείθει στο κόρτε του με την Stewart (που κουβαλάει μια κοριτσίστικη αθωότητα) αλλά τα βρίσκει μπαστούνια απέναντι στην Lively (που είναι πραγματική γυναίκα), το σενάριο έχει μια τραγική ειρωνεία που θα μπορούσε να σταθεί σε παλιά ελληνική ταινία του Φίνου αλλά... δεν σε νοιάζει και στο τέλος βγαίνεις από την αίθουσα με ένα βλέμμα όπως εκείνο των δύο εραστών που έμελλε να μην είναι μαζί. Ας είναι.

Café Society Rating




Στις δικές μας αίθουσες? Στις 25 Αυγούστου 2016 από την Odeon
Περισσότερα... »