Για την τελευταία ημέρα του διαγωνιστικού άφησε το φεστιβάλ της Βενετίας να απελευθερωθεί στους θεατές του το μίνι σεξουαλικό δίλημμα: Είναι προτιμότερο το γερμανικό τρίο από το γαλλικό κουαρτέτο? Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, από τα ερωτικά παιχνίδια που πρόσφερε η Μόστρα στις εικόνες της, είναι καλύτερο το τρίγωνο του Drei ή η ανταλλαγή ερωτικών συντρόφων στα ζευγάρια του Happy Few? Ο Tom Tykwer, που στο Λίντο παρουσίασε την πρώτη του ταινία που τον έκανε διάσημο το Run Lola Run, αλλά και την τελευταία γερμανόφωνη δημιουργία του The Princess And The Warrior, πριν επιχειρήσει το μικρό του ρίσκο πέραν του Ατλαντικού, ξαναγυρνά στον τόπο του και την γλώσσα του με το 3. Είναι η ιστορία ενός αγαπημένου κι επί χρόνια παντρεμένου ζευγαριού που τα μέλη του ερωτεύονται τον ίδιο άντρα, ένα θέμα που προσφέρεται από τον δημιουργό του, με κάποια ψήγματα αμερικάνικης κομεντί, αλλά και όσο το μοιραίο διπλό ειδύλλιο εξελίσσεται, ανεβάζοντας μελοδραματικούς ρυθμούς: "Είναι φανερό πως το έργο είναι γεμάτο από ρομαντικές στιγμές, εφόσον οι τρεις πρωταγωνιστές αλληλοερωτεύονται. Το ότι σε πολλά του σημεία, το συναίσθημα οδηγείται προς το κωμικό, είναι καθαρή σύμπτωση, αναφέρει ο Γερμανός. Μπορεί να είναι μια προοδευτική ιστορία αυτή που επεξεργάζεται το Drei, μα συνάμα είναι εξίσου μπανάλ, γι αυτό και μέσα από το πάθος του τρίο ξεπετάγεται το χιουμοριστικό στοιχείο."



Γυρισμένο εξ ολοκλήρου στο Βερολίνο, το 3 διαθέτει μια ικανότατη τριάδα ερμηνευτών που μοιράζεται τους βασικούς ρόλους, με την Sophie Rois να υποδύεται την ζωηρή χρυσοχόο, τον Sebastian Schipper να παίζει τον έτοιμο για όλα σύζυγό της και τον Davis Striesow να εμφανίζεται ως το κοινό αντικείμενο του πόθου τους. Ο Tykwer ορίζοντας τους ως ισομήκεις άξονες εξέλιξης της υπόθεσης, συμπληρώνει: "Η πραγματικότητα δεν είναι τόσο όμορφη όσο η ουτοπία που οραματίζονται. με αυτή την φιλοδοξία τους όμως οδηγούμαστε στο φινάλε της σχέσης τους."

Περισσότερα... »






Ακολουθώντας πιστά τις παραδόσεις ο Marco Muller, συνεπικουρούμενος φυσικά από τις προσταγές Tarantino, δεν άφησε απέξω από το διαγωνιστικό την απωανατολίτικη επική περιπέτεια. Παρόντος του Quentin βέβαια η επιλογή δεν θα ήταν ιδιαίτερα συμβατική, στοιχείο που απεικονίζεται στην πρόταση του εναλλακτικού Ιάπωνα Takashi Miike, ενός εκ των πλέον πολυγραφότατων σκηνοθετών της εποχής μας, με περισσότερες από 90 ταινίες μέσα σε ένα διάστημα δέκα χρόνων. Στο ριμέικ του περίφημου ομώνυμου από το 1963 13 Assassins, ένας χαρισματικός Σαμουράι, συγκεντρώνει δώδεκα ακόμη δεινούς μαχητές, προκειμένου να αντιμετωπίσουν την πλεονεξία του μονάρχη της χώρας: "Υπάρχει ένας άμεσος συσχετισμός της ιστορίας με το σήμερα, τονίζει ο Γιαπωνέζος. Δεν ήθελα να δείξω το θέμα σαν να αφορά μια περίοδο πολύ μακρινή που συνέβη πριν από πολλούς αιώνες, αλλά τώρα κοντά, το έχουν βιώσει οι παππούδες, οι πατεράδες μας και τώρα εμείς. "



Τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο φιλμ κρατά ο σούπερ σταρ στην πατρίδα του και διεθνώς αναγνωρισμένος ελέω Babel και Memoirs of A Geisha, Koji Yakusho, που δίνει το δικό του στίγμα στον χαρακτήρα του: "Δεν υπάρχει μεγαλύτερη τιμή από το να μπορεί κανείς να δίνει και την ζωή του για να υπερασπιστεί τις αρχές των Σαμουράι. Πολύ θα ήθελα να μου χαμογελάσει κι εμένα η μοίρα, να υποδυθώ και στην πραγματικότητα τον ατρόμητο Σιμάντα, ενάντια σε έναν κυνικό δικτάτορα όπως ο Άρχοντας Ναριτσούγκου."

Περισσότερα... »






Πρώτοι ονομάζονται οι αριθμοί που διαιρούνται μόνο με τον εαυτό τους και την μονάδα. Γι αυτή τους την περίεργη ιδιότητα, αυτά τα νούμερα πάντοτε έκρυβαν μια ιδιαίτερη γοητεία στους μελετητές της άλγεβρας. Κατ εικόνα και ομοίωση των ψηφίων, υπάρχουν ο Ματίας και η Αλίτσε, πρώτοι κι αυτοί, με την αριθμητική σημασία, μαστίζονται από τα ψυχικά τραύματα που έζησαν σε μικρή ηλικία, εκείνος από τον χαμό του δίδυμου του αδελφού, εκείνη από το τρομακτικό ατύχημα που είχε την ώρα που έκανε σκι. Η Μοναξιά των Πρώτων Αριθμών (La Solitudine Dei Numeri Primi) είναι ένα ψυχολογικό δράμα που στην εξέλιξη του αγγίζει το θρίλερ και παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Βενετία, κλείνοντας συνάμα και τον κύκλο των τεσσάρων - ικανότατων φέτος - Ιταλικών συμμετοχών στο διαγωνιστικό. Βασισμένο στο βιβλίο του Paul Jordan, προβλημάτισε ιδιαίτερα τον πανάξιο σκηνοθέτη Saverio Costanzo για την μέθοδο που θα ακολουθούσε στην μεταφορά του στην μεγάλη οθόνη: "Το σύγγραμμα ξεχειλίζει από τρόμο, γι αυτό κι εγώ ακολούθησα πιστά την προσταγή του συγγραφέα, για να γεμίσω πόνο την οθόνη και να τον μεταφέρω στην συνείδηση του θεατή. Σημαντικό ρόλο στην πορεία του φιλμ, που παρακολουθεί μια χρονική διαδρομή τριάντα χρόνων, παίζει η μουσική αλλά και η σιγή. Με την πρώτη ανεβαίνουν σταδιακά οι τόνοι, μέχρι να φτάσει η ησυχία των τελευταίων είκοσι λεπτών, που στην δική μου εκτίμηση είναι το πιο θορυβώδες σημείο τους έργου."



Όσο για το γεγονός πως το Solitudine, θεματικά στις σελίδες εμφάνισε κάποιες ομοιότητες με τον Γατόπαρδο, κάτι που δεν φάνηκε στο πανί, ο δημιουργός του In Memoria Di Me δίνει την απάντηση του: "Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο πάλι θα με ρωτούσατε για ποιο λόγο μοιάζει με το Leopard. Δεν νομίζω πως θα ήταν σωστό να δούμε μια εναλλακτική βερσιόν του διάσημου φιλμ. μελετώντας το μυθιστόρημα ενδελεχώς, προβληματίστηκα ιδιαίτερα στην μελέτη των υποκειμένων, αλλά και του πως θα τα εμφάνιζα ώστε να μην θύμιζαν το έπος του Visconti..."

Περισσότερα... »






Την πρώτη φορά που επισκέφτηκε την Βενετία ο Abdelattif Kechiche είχε προσφέρει ένα μικρό διαμαντάκι γύρω από τα ήθη και τις συνήθειες των ομόφυλων του βορειοαφρικάνων στο La Grain Et Le Mulet. Τέσσερα χρόνια μετά επιστρέφει στον θεσμό, παρουσιάζοντας την ιστορία της Σάρτγιε Μπάρτμαν, μιας νεαρής από την μαύρη ήπειρο, που συνήθιζε να χορεύει γυμνή στους παρισινούς και τους λονδρέζικους δρόμους, διασκεδάζοντας το κοινό με τους ρυθμούς της πατρίδας της. Η Venus Noire (Μαύρη Αφροδίτη) όπως έμεινε στην ιστορία, εξελίχθηκε σε μια εξέχουσα μορφή των αρχών του 19ου αιώνα, παρότι απεβίωσε σε πολύ μικρή ηλικία, με συνέπεια τα απομεινάρια της (εγκέφαλος, γεννητικά όργανα και σκελετός) να φυλάσσονται στο μουσείο ανθρωπολογίας της Γαλλικής πρωτεύουσας. Λογικό λοιπόν ένας τέτοιος ρόλος να αβαντάρεται εν όψη των βραβείων ερμηνείας της Μόστρα, γεγονός που σκόρπισε χαρά στο πρόσωπο της Yahima Torres που την υποδύθηκε: "Χρειαζόμουν ιδιαίτερο σθένος για να μπορέσω να αποδώσω την έκφραση της Σάρτγιε γι αυτό προσπάθησα να αυτοσυγκεντρωθώ όσο το δυνατόν καλύτερα ώστε να μπω στο πετσί της, ειδικά τις μελαγχολικές στιγμές όταν έκλαιγε. Έπρεπε να πάρω μέσα μου τα συναισθήματα της και αυτό ήταν υπερβολικά δύσκολο εφόσον είχα μόνο διαβάσει γι αυτήν και ουδέποτε την είχα δει." Σε πλήρη αντίθεση με την ταλαιπωρημένη φιγούρα της αφρικάνας, η Κουβανή έδειξε ιδιαίτερα ευδιάθετη βαδίζοντας στο κόκκινο χαλί, κερδίζοντας με τον τρόπο της το χειροκρότημα του κοινού.



Yahima είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση καλλιτέχνιδας, λέει ο Τυνήσιος δημιουργός, υμνώντας την πρωταγωνίστρια του. Ενώ βρισκόταν στη Γαλλία πριν χρόνια, μετανάστρια και εργαζόμενη σαν δασκάλα ισπανικών, με πλησίασε προτείνοντας μου ένα βασικό σενάριο. Ενθουσιάστηκα, όχι όμως όσο εκείνη, που έβαλε άμεσα μπροστά για να καταφέρει να ενσαρκώσει αρτιότερα την ηρωίδα της. Πήρε 15 κιλά και έκανε αμέτρητες υποχωρήσεις, σωματικές και πνευματικές για να πετύχει." "Και όχι μόνο βάρος για να τονίσω τα σημεία που διέκριναν τον σωματότυπο της Μπάρτμαν, συμπληρώνει η πληθωρική Torres, αλλά εξασκήθηκα για δέκα μήνες σε αυτό το δύσκολο είδος χορού, αλλά διδάχτηκα και την γλώσσα των Αφρικάνερς για να έχω μια μεγαλύτερη άνεση στην αναπαραγωγή της ομιλίας της. Σίγουρα όμως το δυσκολότερο σημείο ήταν που έπρεπε να εμφανίζομαι διαρκώς ολόγυμνη στα πλάνα, γεγονός που αντιμετωπίστηκε με ανάμικτα συναισθήματα από την οικογένεια μου."


Περισσότερα... »

Καράτε Κιντ
του Harald Zwart. Με τους Jaden Smith, Jackie Chan, Taraji P. Henson

Jacket On, Jacket Off
του zerVo
Στύβω το μυαλό μου για να θυμηθώ ακόμη μια περίπτωση ριμέικ, που είχε τόσο δύσκολο έργο στην λογική κόντρα του με το πρωτότυπο. Ουδεμιά! Και φυσικά ούτε λόγος να γίνεται για τα δεκάδες horror που κατά ριπάς αντιγράφουν τα προ αιώνων ορίτζιναλ ή τις υποθέσεις τεράστιων επιτυχιών του παρελθόντος - Ψυχώ, The Planet Of The Apes - που απλώς τα στούντιο εκμεταλλεύτηκαν την πιασάρικη μαρκίζα τους, για να πετύχουν ένα πρόσκαιρο εμπορικό χιτ. Το Karate Kid είναι ένα εντελώς διαφορετικό ζήτημα. Μπορεί σε όσους νεότερους γνωρίστηκαν μαζί του, δια μέσου των αμέτρητων τηλεοπτικών επαναλήψεων, να μην λέει και πολλά πράγματα, κυρίως αισθητικά, όμως η ταινία του 1984, με πρωταγωνιστή το νεαρό αγόρι, που φορώντας στο κεφάλι την μπαντάνα του σαμουράι, παίρνει την τύχη στα χέρια του, στιγμάτισε μια ολόκληρη γενιά. Το πρώτο Καράτε Κιντ, μεταλλάχθηκε στην σκέψη των εφήβων των 80s σε σημαία αντίδρασης: Αφού τα κατάφερε ο μπακανιάρης Ιταλιάνος Λορούσο, σίγουρα μπορώ κι εγώ! Όπως καταλαβαίνεις, για τον σημερινό σαραντάρη, που μετρά - δεδομένα κι αν πει όχι, είναι ένας τεράστιος ψεύτης - διψήφιο αριθμό θέασης του αρχικού, φαντάζει κάπως παράξενη μια ενδεχόμενη διασκευή του. Ευτυχώς η μοντέρνα βερσιόν, αν και βαδίζει πιστά πάνω στη ράγα του γνώριμου θέματος, μέσω σημαντικών διαφοροποιήσεων, δεν στέκεται απλώς σαν μια τυπική κόπια, αλλά προσπαθεί να σταθεί σαν μια ξεχωριστή οντότητα. Και μάλλον τα καταφέρνει...

Η καινούργια δουλειά της μαμάς, προστάζει ξεριζωμό στην άλλη άκρη του κόσμου, το πολυπληθές Πεκίνο για τον δωδεκάχρονο Ντρι Πάρκερ. Τα άλλα ήθη κι οι διαφορετικές συνήθειες, θα κάνουν τον πιτσιρικά να νιώσει περιθωριοποιημένος και μόνος. Μια κατάσταση που θα χειροτερέψει πολύ περισσότερο, όταν μια τοπική νεανική συμμορία, θα τον στοχοποιήσει σαν εχθρό της. Αδύναμος και δίχως το παραμικρό στήριγμα, ο φουκαράς μαυράκος, βρίσκεται διαρκώς στο καλντερίμι, με μαυρισμένα μάτια και μελανιές σε όλο του το σώμα, χωρίς την δυνατότητα αντίδρασης. Από το πουθενά, σαν από μηχανής θεός, θα κάνει την εμφάνιση του ο μοναχικός επιστάτης της πολυκατοικίας που διαμένει, ονόματι Χαν, για να βάλει τα πράγματα σε μια τάξη. Και να τον μυήσει στην πολεμική τέχνη του κουνγκ φου, προκειμένου να λάβει μέρος στο ανοικτό τουρνουά της πόλης και να υπερασπιστεί την τιμή του!

Πρώτη και κύρια τροποποίηση στην ιστορία το φόντο. Λέμε αντίο στην ηλιόλουστη Καλιφόρνια και νιχάο στην αχανή Κίνα, που φιλική, ζεστή και ανθρώπινη - ανεξαρτήτως ιδιομορφιών - δείχνει πανέτοιμη να εντάξει έναν δυτικό στην καθημερινότητα της. Το ζήτημα που τίθεται, αφορά στα οικονομικά ζόρια που αντιμετωπίζουν διαχρονικά οι Αμερικάνοι αστοί, που κάποτε τους ανάγκαζαν να μετακομίσουν από την μια ακτή της χώρας στην άλλη, μα τώρα τους υποχρεώνουν να αλλάξουν όχι μόνο χώρα, αλλά και ήπειρο. Συγκλονιστική διαπίστωση για το μοντέλο του έκπτωτου american dream. Η δεύτερη εναλλαγή, παρατηρείται στην ηλικία του βασικού ήρωα, που εδώ δεν παρουσιάζεται ως ένας δεκαεφτάρης, που το μυαλό του περιστρέφεται διαρκώς γύρω από το πως θα προσεγγίσει τα όμορφα κοριτσάκια, αλλά σαν ένα πραγματικό kid, που ακόμη στο νου του δεν έχει αντιληφθείτον διαχωρισμό των φύλων και το μόνο που αποζητά είναι η αγνή φιλία και το παιχνίδι. Η αλληγορία σαφής και απόλυτα κατανοητή. Ακόμη κι αν το περιβάλλον είναι πολιτισμένο, οι μοντέρνες συνήθειες των νέων έχουν τόσο πολύπλοκους διόδους επικοινωνίας, λες και παλεύουν να έλθουν σε επαφή δύο ξέχωροι κόσμοι. Θέλει προσπάθεια για να επιτευχθεί σύζευξη, τα αθώα μάτια των παιδιών, όμως, μπορούν να δείξουν εύκολα τον σωστό δρόμο. Διαφορά τρίτη και σεναριακά επιβεβλημένη. Πέριξ του Σινικού Τείχους δεν διδάσκεται καράτε, μα η τέχνη ονομάζεται κουνγκ φου. Εδώ μπορείς αν είσαι τελειομανής να διαμαρτυρηθείς για τον άνισο τίτλο, αλλά και να προβληματιστείς για την σημασία του. Η Αμερική φοβάται - τρέμει -τον κίτρινο γίγαντα, που μέρα με την μέρα θεριεύει όλο και περισσότερο. Εμπορικά, οικονομικά, στρατηγικά. Η μέθοδος γνώριμη και τυπικά Πενταγωνική. Θα προσεγγίσουμε την Κίνα με την εικόνα του άμαθου φοβητσιάρη, θα της στείλουμε αγαθό friend request, θα πάρουμε τα ταλέντα της, θα βγούμε νικητές από την multilevel μάχη, χρησιμοποιώντας τα δικά της γνωρίσματα. That's the way it is!

Αν το δεις το θέμα με επίπεδη λογική, τότε πρόκειται για ένα παραμυθάκι, που περιέχει όλα εκείνα τα ικανά στοιχεία να συγκινήσουν τον ευαίσθητο θεατή. Παιδάκι, μόνο κι ορφανό, ψάχνει χιλιάδες μίλια μακρυά από το σπίτι του μια ποιοτικότερη ζωή. Σε αντιστοίχιση, μεσήλικας, ταλαιπωρημένος από τη μοίρα, αναζητά την άσπιλη ψυχή για να μοιραστεί την μοναξιά του. Το δέσιμο τους γνώριμο, με τους δύο χαρακτήρες να ανταλλάσσουν εμπειρίες συμπληρωματικά ο ένας προς τον άλλο, όπως ακριβώς συνέβη εικοσιπέντε χρόνια πριν, κάτω από διαφορετικές όμως συνθήκες και καταστάσεις. Είναι εντελώς διαφορετικό, βλέπεις, το κλίμα της αμερικάνικης δύσης, από εκείνο της όμορφης, πολύχρωμης, παραδοσιακής αλλά και περιοριστικής Κίνας.

Για πες: Ο Ολλανδός σκηνοθέτης Harald Zwart, σεβάστηκε αρκετά το αρχέτυπο, κρατώντας πάμπολλα χαρακτηριστικά σημάδια του και στην δική του εκδοχή. Στο πιο διασκεδαστικό κομμάτι του στορί, εκείνο της εκπαίδευσης του άμαθου καρατέκα, αντικατέστησε ορόσημα σαν το κέρωμα, το βάψιμο, το γυάλισμα, με ιδέες που δεν μπορώ να τις πω εμπνευσμένες. Αντίθετα συμπλήρωσε την χρονική διάρκεια με όχι λίγες φωτογραφίες γεμάτες φολκλορική διάθεση από την αχανή χώρα, φτάνοντας κοντά στις δυόμισι ώρες ταινία, με λογική συνέπεια κάπου στο μέσον να παρατηρούνται κοιλιές. Το δυνατό στοιχείο του νέου Karate Kid, αποτελεί η σχέση παιδιού και γέρου, που προσφέρει πολλές δραματικές εικόνες στην εξέλιξη της. Ο χαρισματικός μπόμπιρας Jaden Smith, που δοκιμάστηκε στο δακρύβρεχτο Pursuit Of Happyness, είναι ταλεντάρα σε αυτό που κάνει για 12 ετών μωρό, προβλέπω όμως πως δύσκολα θα πετύχει κάτι περισσότερο όσο βαδίζει στα χρόνια της ενηλικίωσης. Αντίθετα ο γιγαντιαίος θρύλος της ασιατικής κινηματογραφίας Jackie Chan, δίχως να φτάνει σε επίπεδα Pat Morita, κάνει υποδυόμενος τον αποξενωμένο Κύριο Χαν, την καλύτερη χολιγουντιανή του εμφάνιση, εφάμιλλη με αρκετές από αυτές που έχουν θαυμάσει οι φανατικοί οπαδοί του, στο made in Hong Kong κομμάτι της καριέρας του. Πετυχαίνοντας παρέα, να περιτυλίξουν το νικητήριο πνεύμα που πηγάζει από την πολυιδωμένη ίντριγκα, με όμορφο τρόπο, προσφέροντας ένα ριμέικ αξιοπρεπές μεν, που θα ξυπνήσει νοσταλγικές θύμησες στους παλιούς, μα σε τελική σύγκριση, κατώτερο του λατρεμένου, του Avildsen.




Στις δικές μας αίθουσες, 9 Σεπτεμβρίου 2010 από την Audiovisual


Περισσότερα... »

Οι Κυνηγοί
του Nimród Antal. Με τους Adrien Brody, Alice Braga, Topher Grace, Laurence Fishburne


Που είσαι Schwartz?
του zerVo
Σαν τι να το δεχτώ τώρα το Predators? Να δω το ποτήρι μισογεμάτο και να πεισθώ πως η ανανεωμένη βερσιόν, που φέρει την σφραγίδα του κορυφαίου b-μουβά Robert Rodriguez, πηγαίνει τον μύθο του πρωτότυπου κάποιες οργιές παραπέρα και συνεπώς ανανεώνει το ενδιαφέρον του franchise? Για να το δω μισοάδειο, απορώντας που ολάκερο Χόλιγουντ αναμασά λύσεις ζωής ενός τετάρτου του αιώνα, ελπίζοντας πως με το όνομα της και μόνο η ταινία, θα προσελκύσει στις αίθουσες έστω και μικρό ποσοστό από την κοσμοπλημμύρα - όποιος το έχει ζήσει δύσκολα το ξεχνά - που είχε καταφέρει το πρωτότυπο. Τελικά θα παίξω το παιχνίδι της υπόθεσης, αν και κάτι τέτοιο δεν μου πολυαρέσει. Αν λοιπόν οι Κυνηγοί εμφανίζονταν την σήμερον ημέρα, σαν κάτι το πρωτοφανέρωτο, το νέο, το πιθανότερο θα ήταν να έπαιρναν στην ιστορία μια θέση κοντινή με του (καλύτερου του) Pitch Black. Αδιάφορο δηλαδή. Και αυτή δεν είναι η χειρότερη υποθετική σκέψη. Γιατί αν οι σημερινοί Predators έσκαγαν μύτη - έκφραση, φόρος τιμής στον πρωταγωνιστή τους - με την τωρινή τους φόρμα και δίχως Schwartz στην ενδεκάδα τους, το 1987, τότε η Fox θα είχε καταγράψει μια από τις μεγαλύτερες αποτυχίες στην ιστορία της. Ευτυχώς για όλους μας, που τα πάντα ιστορικά κύλησαν αλλιώς...

Σε έναν αφιλόξενο πλανήτη - ζούγκλα, θα προσγειωθεί μια φράξια άγνωστων μεταξύ τους χαρακτήρων, έχοντας πλήρη άγνοια για τον τρόπο μεταφοράς τους. Κοινό στοιχείο όλων, η ικανότητα τους στην μάχη, τον πόλεμο, την καταδίωξη... με λίγα λόγια πολύ σύντομα θα καταλάβεις πως το τιμ απαρτίζουν ένας επαγγελματίας μισθοφόρος, μια θαρραλέα σαντινίστα, ένας Ρώσος κομάντο, ένα θανατοποινίτης, ένας Μεξικανός καρτελίστας, ένας Ιάπωνας γιακούζα, ένας Αφρικανός Αμίν Νταντά κι ένας γιατρός. Μην σε παρασύρει ο τελευταίος σε τίποτα τάσεις ανθρωπισμού των σεναριογράφων, ώστε να διαθέτουν οι οπλισμένοι σαν αστακοί εκτός έδρας μαχητές, μια υποτυπώδη παροχή πρώτων βοηθειών. Ίσως η μορφή του δόκτορα να αποτελεί και την μοναδική δική τους παρέμβαση και όχι ανάπλαση, όσων είχαμε δει στο ορίτζιναλ. Μαζί μάλλον με το γεγονός πως το γήπεδο της δράσης δεν βρίσκεται στην Γη, αλλά σε έναν άγνωστο τόπο, με τρία φεγγάρια, που προσομοιώνει σε ικανό βαθμό την φυσική παγίδα του Αμαζονίου.

Φυσικά ο ψυλλιασμένος ούτε καν πρόκειται να ξεστομίσει τα αμέτρητα πως και γιατί θα κτυπήσουν τους ερωτηματικούς του νευρώνες. Δεν υπάρχει λόγος, άλλωστε δεν το ψάχνουν ιδιαίτερα ούτε οι φορτωμένοι με μυδράλια, οπλοπολυβόλα και μπαζούκα ΟΥΚάδες. Αυτό που κάποια στιγμή αντιλαμβάνονται, χρησιμοποιώντας την αφαιρετική μέθοδο προφανώς, είναι πως ο κοινός τους πρότερος βίος και η ικανότητα στο κυνήγι, ορίζει την βάση του παιχνιδιού, που τους έχει όμως όχι στην θέση της γάτας, αλλά του ποντικού. Σκηνοθετικά ο Antal δεν αγγίζει ούτε το μικρό δακτυλάκι το μιλιταριστικό κέφι του McTiernan, αφού ναι μεν διαθέτει στην φαρέτρα του το κοφτό μοντάζ, τα ηχητικά εφέ και τις φρικιαστικές φιγούρες των πανίσχυρων Predators, αλλά τα εκθέτει με τέτοια ανισότητα στο τέμπο, που οποιαδήποτε action συνοχή πηγαίνει περίπατο. Σίγουρα δεν βοηθιέται όμως ούτε από το σενάριο, που στηρίζει πολλά περισσότερα στο ότι ξέρεις τι θα δεις παρά σε αυτό που θα δεις, ούτε από το κάστινγκ, που για τίποτα Πιανίστες, Βένομ και Μορφέες είναι μια χαρά, αλλά όταν σημαίνει η ώρα να μιλήσουν τα μπράτσα, μοιάζει ανύπαρκτο...

Για πες: Ίσως οι προσδοκίες από την παρουσία του mr.Desperado στην παραγωγή να μου είχαν δημιουργήσει την εντύπωση πως στην πέμπτη τους παρουσία επί της οθόνης οι Κυνηγοί θα πραγματοποιούσαν το πολυπόθητο reboot, κτίζοντας εξ αρχής τον θρύλο. Λάθος εκτίμηση μου, αφού το πιάτο που σέρβιρε η Μεξικανο-Ουγγρική σύμπραξη, μοιάζει σαν να βγήκε μόλις από τα μικροκύματα.






Στις δικές μας αίθουσες, 9 Σεπτεμβρίου 2010 από την Odeon


Περισσότερα... »

Οντίν
του Neil Jordan. Με τους Colin Farrell, Alicja Bachleda, Alison Barry, Stephen Rea


Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος?
του zerVo
Κι εκεί που βρίσκεσαι τυλιγμένος από την μοναξιά σου, μελαγχολικός που τα πάντα σου πηγαίνουν μονίμως αριστερά και με μια μόνιμη συννεφιά στα μάτια από την απαισιοδοξία για το αύριο, κτυπάει η πόρτα σου, δίχως καν να το περιμένεις. Στο άνοιγμα της απέναντι σου αντικρίζεις έναν άγγελο, λιγομίλητο και πανάλαφρα και φτωχικά ντυμένο, μα με μια αιθέρια αύρα να αναδύεται πάνω από τα λαμπερά του μαλλιά. Η επιλογή σου να τον υιοθετήσεις σχεδόν μονοδρομική. Δύσκολα θα μπορούσες να αντισταθείς στην ακαταμάχητη γοητεία του άλλωστε και το κάνεις δίχως να σου το ζητήσει καν. Σημείο μηδέν! Από τούδε και στο εξής ο ουρανός από γκρίζος γίνεται καταγάλανος, η ατμόσφαιρα μοσχοβολά χαμομήλι και λεβάντα και η κατσουφιά έχει δώσει την θέση της στα παραδείσια τραγούδια. Και το σημαντικότερο? Οτιδήποτε αγγίζεις γίνεται χρυσάφι, αφού το χερουβείμ σου μετέφερε το χάρισμα του. Χαμογελάς! Πανηγυρίζεις! Έστω και για λίγο, αφού γνωρίζεις πως σε λίγο ξημερώνει και το γλυκό φως της ημέρας θα σε ξυπνήσει. It was too good to be true...

Μοναχικός ψαράς, πρώην αλκοολικός με πάμπολλα οικονομικά προβλήματα, χωρισμένος κι έχοντας να φροντίσει ένα μικρό φιλάσθενο κορίτσι, κατά την διάρκεια της ψαριάς θα μαζέψει στα δίχτυα του μια αναίσθητη κοπέλα. Και ω του θαύματος ζωντανή. Είναι η στιγμή που η ζωή του ταλαιπωρημένου Σίρακιους θα αλλάξει ολοκληρωτικά. Δεν είναι η πρώτη φορά που στην καριέρα του ο Neil Jordan εισέρχεται στον κόσμο της φαντασίας. Στο παρελθόν τόσο με την το σοφιστικέ Company Of The Wolves όσο και με το λυρικό Interview With A Vampire, έπαιξε στις εικόνες του με το μεταφυσικό και τον τρόπο που εκείνο μπορεί να επηρεάσει την λογικά εξελισσόμενη πραγματικότητα. Όπως στην περίπτωση του Ondine δηλαδή, που ο τίτλος του άμεσα παραπέμπει στο μυθικό θαλάσσιο πλάσμα, που ταξιδεύει στα παγωμένα νερά του Βορρά, κουβαλώντας στην ράχη της σύμφωνα με τον θρύλο, μια ατελείωτη κατάρα, μα προσφέροντας άπλετη τύχη και ευδαιμονία σε αυτόν που βρίσκεται στο πλάι της. Την τελευταία της εμφάνιση η γοργόνα διάλεξε να την κάνει μπροστά σε έναν ζορισμένο από τα κτυπήματα της μοίρας άντρα, προκειμένου να τον πείσει πως οι δυνατότητες του είναι πολύ διαφορετικές από εκείνες που φαντάζεται και πως η ευτυχία βρίσκεται μόνο στα δικά του χέρια. Όχι και τόσο δύσκολο για εκείνη πάντως, αφού με την παρουσία της και μόνο ο ναυτικός θα νιώσει υπέροχα. Πόσο μάλλον από την στιγμή που τα μέχρι χθες τα αδειανά του δίχτυα θα αρχίσουν να γεμίζουν με τεράστιες ψαρούκλες. Θαύμα! Μιράκολο! Αληθινό όμως ή φανταστικό? Θα έλθει πάλι το πρωί και η Ιρλανδέζικη μουντάδα θα κυριεύσει ξανά την ψυχή του περιθωριοποιημένου - εξαιτίας του πρότερου άσχημου βίου του - βιοπαλαιστή?

Κακά τα ψέματα. Οι δυνατότητες του Jordan, ακόμη και αν θεωρείται σαν σκηνοθέτη παλαιάς γενιάς, είναι πολύ υψηλότερες από την παρουσίαση ενός γλυκερού αισθηματικού μελοδράματος, έστω κι αν κοντεύουν να κλείσουν είκοσι χρόνια από την εποχή του δημιουργικού του ζενίθ. Η Ondine μοιάζει περισσότερο με ξεμούδιασμα για τον χαρισματικό Βρετανό, που την παρουσιάζει με παραμυθένια εύπεπτο τρόπο σαν ένα από εκείνα τα κέλτικα τραγουδάκια της πατρίδας του, που έχουν όμορφο κι ελκυστικό σκοπό, άσχετα αν λίγοι ξένοι αντιλαμβάνονται τα λόγια του.

Για πες: Δεν μπορώ να βρω σε ποιο σημείο αυτή η ευχάριστη αφήγηση μπορεί να ενοχλήσει τον θεατή, ακόμη κι αν προς το φινάλε του φιλμ κάποια αναπάντεχα γεγονότα αναστατώνουν τον σταθερό ονειρώδη παλμό του. Για το αν και κατά πόσο οι ψαράδες εκεί στο Έιρε, που μέχρι χθες απεικονίζονταν με βρώμικες γαλότσες και λιγδιασμένες φόρμες, μπορούν πλέον να φέρουν την μορφή του κούκλου Colin Farrell, με την καλοχτενισμένη μακριά χαίτη, είναι ένα ερωτηματικό που δύσκολα απαντιέται. Ας το δεχτούμε και αυτό σαν μια εκλεκτική συγγένεια του θαλάσσιου ξωτικού - ένα κατάξανθο ποίημα μεξικάνικης καταγωγής με το όνομα Alicja Bahleda - που επέλεξε να αναστήσει εκείνον που για τελευταία φορά υποδύθηκε τον αδελφό οποιασδήποτε γοργόνας ταξιδεύει στους ανοικτούς ωκεανούς: Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος? Φυσικά και ζει! Είναι ψαράς κάπου στα χάιλαντς του Έντρι και είναι τρισευτυχισμένος!






Στις δικές μας αίθουσες, 9 Σεπτεμβρίου 2010 από την Hollywood


Rewind /// Trailer - Ondine


Περισσότερα... »

Μακριά Κι Αγαπημένοι
της Nanette Burstein. Με τους Drew Barrymore, Justin Long, Jason Sudeikis, Christina Applegate


Μάτια που δεν βλέπονται...
του zerVo
Ή γρήγορα λησμονούνται που λέει η παροιμία ή δυο φορές τρελαίνονται που τραγουδά το νησιώτικο. Μεταξύ μας κατά συντριπτικό ποσοστό το αποτέλεσμα είναι το πρώτο, αφού όσο οι καρδιές κτυπούν χίλια μίλια μακριά η μια από την άλλη, όλο και κάποιοι καλοθελητές θα επιδιώξουν να καταστρέψουν το ειδύλλιο, παρά την καλή θέληση των αμέσως ενδιαφερομένων. Στο σινεμά όμως τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά και τέτοιες περιπτώσεις αντιμετωπίζονται με κάποια παραπάνω συμπάθεια και ελάχιστες φορές καταλήγουν σε δακρύβρεχτο break of. Είναι λιγάκι αντι-χολιγουντιανή άλλωστε μια τέτοια εξέλιξη και η κομεντί Going The Distance δεν θα ήθελε με κανέναν τρόπο να πάρει αυτή την στάμπα...

Μέσα σε έξι βδομάδες έκτισαν τον έρωτα της ζωής τους. Τώρα καλούνται να αντεπεξέλθουν της δύσκολης συγκυρίας, να διατηρήσουν τον δεσμό τους εξ αποστάσεως, με εκείνον να εργάζεται στην Νέα Υόρκη κι εκείνη να σπουδάζει στην Καλιφόρνια. Το βασικό τους ζόρι δεν είναι ούτε η νοσταλγία που θα νιώσουν ο ένας για τον άλλο, ούτε η επιθυμία. Είναι που ο περίγυρος, είτε για χάρην αστεϊσμού, είτε αντιμετωπίζοντας τα πράγματα ρεαλιστικά, θα ωθήσει το δεσμό στα άκρα. Κι εκεί που κάποιοι ωμά σκεπτόμενοι θα ξεστόμιζαν το στερνό αντίο, ετούτοι οι δυο, έχοντας και λίγη τρέλα στο μυαλουδάκι τους, θα το παλέψουν μέχρις εσχάτων. Το χιουμοριστικό βιπεράκι ξεκινά με μια όμορφη - πλην κοινότυπη - ιδέα και κάποιες φωτογραφικές προοπτικές που δεν συνάδουν με το genre, δίνοντας μια παραπάνω αληθοφάνεια στις κινήσεις των τσιμπημένων νέων. Στην εξέλιξη βεβαίως, η ματιά της άμαθης Nanette Burstein, διαφεύγει από το ανεξάρτητο ύφος της, παραδίνοντας την σκυτάλη σε αυτό του κλασσικού ρομάντζου. Συνέπεια τούτου είναι το χαμογελάκι να μένει ζεστό στα χείλη, δίχως ποτέ όμως να φτάνουμε σε βαθμίδες Harry και Sally ή Zack και Miri...

Για πες: Δυνατότερο στοιχείο του φιλμ αναμφίβολα η χημεία του ζεύγους - που μοιράζονται το ίδιο μαξιλάρι και στην πραγματική τους ζωή - που μέσα από τα παιδιάστικα πειράγματα και τα σεξίστικα αστειάκια, διατηρούν ένα κάποιο ενδιαφέρον. Ζεστές ματιές ανάμεσα στην Drew που ωρίμασε και τον Long που μοιάζει εικοσάρης και ευχάριστες ενεσούλες από τον περίγυρο - η Applegate εμφανισιακά μάλλον δεν είναι το κοριτσάκι του Αλ Μπάντι - σε ένα ταινιάκι που δεν ενθουσιάζει, αλλά δεν απογοητεύει κιόλας...






Στις δικές μας αίθουσες, 23 Σεπτεμβρίου 2010 από την Village


Περισσότερα... »






Ακριβώς έξι χρόνια πέρασαν από την τελευταία φορά, που στις οθόνες της Μόστρα ακούστηκε ελληνική κουβέντα. 2004 ήταν, όταν ο μελαγχολικός Delivery ταξίδεψε στην Βενετία συμμετέχοντας στην κούρσα για το μεγάλο βραβείο κι έκτοτε βουβαμάρα, κενό. Το εγχώριο σινεμά δηλώνοντας γεμάτο σθένος απών από τα κονκόρσο των τριών μεγάλων ευρωπαϊκών ραντεβού, αφού μέτρησε επιτυχημένα τις δυνάμεις του στην περσινή κρουαζέτ και κατάλαβε πως η μαγκιά είναι να είσαι εκεί και όχι να χουζουρεύεις μονάχος φιλοσοφώντας σαν τον Διογένη αρπάζει την ευκαιρία που του δίνεται από τα μαλλιά. Και ναι, είναι εκεί. Συντροφεύει - το ρήμα συναγωνίζεται στην καλλιτεχνία είναι τουλάχιστον άκαιρο - τον Aronofsky, τον Schnabel, την Coppola, τον Costanzo. Κι αν η υπογραφή του Παναγιωτόπουλου, που εξ ορισμού είναι μια εκ των τριών, πέντε βαρύτερων του γαλανόλευκου κινηματογράφου, κάποια στιγμή θα ακουγόταν μεταξύ των Raiders Of The Golden Lion, η ικανοποίηση μας θα πρέπει να είναι διπλή που ένα νεαρό κορίτσι, με όλο το δημιουργικό μέλλον μπροστά, είδε το όνομα της να αναγράφεται στο λίμπρο ντόρο της Venezia 67. "Το Attenberg είναι ένα μελόδραμα που υπολογίζει τις αποστάσεις", αναφέρει η Αθηνά Ραχήλ Τσαγγάρη, παρουσιάζοντας την δημιουργία τους στους εκπροσώπους του Τύπου στο Λίντο. Η Μαρίνα η κεντρική ηρωίδα, που ζει σε μια παραθαλάσσια πόλη, ετοιμάζεται να νιώσει την απώλεια, αφού ο πατέρας της βρίσκεται στο τελικό στάδιο της ανίατης ασθένειας του. Συνάμα όμως θα ζητήσει από την στενότερη της φίλη, να την διδάξει σεξουαλικά ώστε να μπορέσει να έρθει κοντύτερα με αυτόν που την ελκύει ερωτικά. "Οι άνθρωποι που συμμετέχουν στην ιστορία προσπαθούν να επιβιώσουν σε ένα κόσμο που βασιλεύει η αποξένωση. Γι αυτό έχουν ανακαλύψει έναν ιδιόρρυθμο τρόπο επικοινωνίας και συμπεριφοράς, που είναι όμως ο μόνος ικανός να καταπολεμήσει τον ρεαλιστικό κόσμο. Συμπεριφορές που δεν διαφέρουν ιδιαίτερα από εκείνες τις ζωικές..." Διόλου τυχαία η τελευταία αναφορά της σκηνοθέτιδας, που ακολουθεί στην ματιά της πιστά τις εντολές του κορυφαίου ντοκιμαντερίστα David Attenborough, αποτίοντας του ελάχιστο ovation στον τίτλο της ταινίας της.



Πρωταγωνιστές του Attenberg, ο Γιώργος Λάνθιμος, η Ευαγγελία Ράντου και η Αριάν Λαμπέντ, που η λάμψη της δεν πέρασε απαρατήρητη, βαδίζοντας στο κόκκινο χαλί. Και από δίπλα τους ο Βαγγέλης Μουρίκης ως πατέρας που ετοιμάζεται να εγκαταλείψει τα εγκόσμια, να σιγοντάρει με γνώμονα την ερμηνευτική του εμπειρία. Σε ένα φιλμ που μετρά μαζί τον ρεαλισμό και την αισιοδοξία. Σαν το ελληνικό σινεμά. Στα αλήθεια είναι στην παρέα των μεγάλων και σκοπεύει να παραμείνει...


Περισσότερα... »






Από τα χέρια του προέδρου της ένωσης Ισπανών σκηνοθετών, Alex De La Iglesia, κατέφθασε σήμερα στις οθόνες της Βενετίας, η υποψηφιότητα των Ιβήρων για το Χρυσό Λιοντάρι. Το Balada Triste de Trompeta (Η θλιβερή Μπαλάντα της Τρομπέτας) ακολουθεί πιστά τους κανόνες της κινηματογραφικής αλληγορίας, σε μια απόπειρα του σκηνοθέτη να ξορκίσει μέσα από τις εικόνες του, τα φαντάσματα του Εμφυλίου που ακόμη μαστίζουν την κοινωνία της πατρίδας του. Το περιβάλλον που εκτυλίσσεται η ιστορία του ορισμένου ως καλτ δημιουργού - χάρη στο The Day Of The Beast του 1995 - διασκεδαστικό και πολύχρωμο. Ένα τσίρκο. πρωταγωνιστές δύο κλόουν, που από φίλοι μετατρέπονται σε μνηστήρες της καρδιάς μιας κατάξανθης και πανέμορφης ισορροπίστριας. "Δεν πρόκειται παρά για μια ιστορία αγάπης, Ακραία και αντισυμβατική, μα καθόλα μελοδραματική, λέει ο De La Iglesia στον πρόλογο του ενώπιον των ρεπόρτερ. Το πάθος και η τάση για εκδίκηση προκαλούν πολλές φορές καταστροφή στο αντικείμενο της αγάπης. Η μορφή του κλόουν ως ήρωα δεν είναι τυχαία, αλλά συμβολική. Ο μασκαράς διασκεδαστής φορά ένα παρόμοιο κοστούμι όπως ο παπάς και ο ταυρομάχος. Και οι τρεις έχουν ένα κοινό στοιχείο στον τρόπο δράσης τους, προκαλούν το κοινό τους σε μια μυστικιστική συμφωνία, που πίσω της κρύβεται πάντοτε μια θυσία."


Τους βασικούς ρόλους της Μπαλάντας ενσαρκώνουν οι Carlos Areces και Antonio De La Torre, που έχουν ήδη βάλει πλώρη για το βραβείο ερμηνείας του θεσμού, υποδυόμενοι τους τραγελαφικούς μνηστήρες της καρδιάς της κούκλας Carolina Bang. "Δύο κλόουν, όπως δύο Ισπανίες, τονίζει ο δημιουργός, που συναγωνίζονται δίχως να ξέρουν πως αμφότεροι οδηγούνται στην καταστροφή. Το ξέρω πως το χιούμορ υπερτονίζεται πίσω από το θλιβερό γεγονός, το γέλιο που προκαλεί όμως αναδεικνύει ακόμη περισσότερο την τραγικότητα. Άλλωστε το μοναδικό χιούμορ που λειτουργεί είναι εκείνο που εξελίσσεται σε επικίνδυνο..."
Περισσότερα... »






Πριν την έναρξη του φεστιβάλ της Βενετίας έπαιζε σαν το απόλυτο φαβορί. Οι στοιχηματισμοί υπέρ του στα διάφορα γραφεία μπουκμέικερς, που ασχολούνται ακόμη και με τον κινηματογραφικό θεσμό, το είχαν κάνει στην άκρη από καιρό, δίχως να δέχονται πονταρίσματα πάνω του. Τελικά τα προγνωστικά επιβεβαιώθηκαν και το Promises Written In The Water είναι και επίσημα το πρώτο φιλμ που σφυρίχτηκε τόσο έντονα στην πρεμιέρα του στο Λίντο. Ουδεμία έκπληξη φυσικά δεν προκάλεσε το γεγονός στους σινεφίλ, εφόσον γνώριζαν εκ των προτέρων πως παραγωγός, σεναριογράφος, σκηνοθέτης, μοντέρ, υπεύθυνος μουσικής επένδυσης και φυσικά πρωταγωνιστής της είναι ο Vincent Gallo. Στο επόμενο βήμα του μετά το Brown Bunny, που οι ιαχές εναντίον του δεν έχουν κοπάσει επτά χρόνια μετά στην Κρουαζέτ, χρησιμοποίησε την ασπρόμαυρη φωτογραφία για να τιμήσει το έργο του Warhol και του Cassavettes, μα περισσότερο την δική του ματαιοδοξία, προκαλώντας την εκκένωση της Sala Grande, αφού οι θεατές δεν άντεξαν ούτε τα λιγοστά 72 λεπτά της διάρκειας του. Γεγονός που δεν προκάλεσε ουδεμία θλίψη στον σύγχρονο Charles Chaplin, που ακύρωσε ετσιθελικά την συνέντευξη τύπου, παραμένοντας εσώκλειστος στο ξενοδοχείο του, να απολαμβάνει την - τριπλή παρακαλώ - υπόκλιση ολάκερης Μόστρα στο αλλεργικό πρόσωπο του...


Περισσότερα... »






Μια ιστορική ταινία εποχής είναι η δεύτερη ιταλόφωνη δημιουργία που παρελαύνει από τις οθόνες της Μόστρα, πετυχαίνοντας να αποσπάσει μάλιστα θετικότατα σχόλια, κυρίως για την τεχνική της αρτιότητα, σε τέτοιο βαθμό που να θεωρείται φαβορί για διάκριση. Το Noi Credevamo (που μεταφράζεται σε "Εμείς Νομίζαμε") μεταφέρει την δράση του την εποχή πριν την Ένωση του Ιταλικού κράτους, στα 1828, όταν τρεις νέοι και θαρραλέοι μαχητές θα ενταχθούν στην ομάδα του επαναστάτη Ματζίνι και αυτομάτως για την επιλογή τους θα θεωρηθούν ως παράνομοι. Την ακριβή παραγωγή διευθύνει ο Mario Martone, ένας σκηνοθέτης που μέχρι στιγμής έχει πετύχει να συνδυάσει την ποιότητα με το εμπορικό αντίκρυσμα. Δίνοντας το στίγμα των ηρώων της ιστορίας του ο Martone αναφέρει στην συνέντευξη τύπου: "Κεντρικό πρόσωπο είναι ο Ματζίνι, ένας αντάρτης της δύσκολης περιόδου για την πατρίδα μου, που στις μέρες μας θα στιγματιζόταν από τις αρχές σαν ένας στυγνός, κυνικός και αιμοσταγής τρομοκράτης. Να σας θυμίσω πως την ίδια περίοδο την ίδια ακριβώς ταυτότητα είχαν κρεμάσει πάνω και στους Μαρξ και Ένγκελς, σε κάποια άλλη γωνιά της Ευρώπης. Ο Ματζίνι είναι μια θεαματική ιστορική μορφή, που υπήρξε από τους πρώτους που οραματίσθηκαν μια ενωμένη Ιταλία και τα ανδραγαθήματα του καλό θα ήταν να τα μάθουν οι σύγχρονοι που ελάχιστα γνωρίζουν για το πως ιδρύθηκε η χώρα μας, σε αντίθεση με την άριστη γνώση που έχουν για την ανεξαρτησία των Ηνωμένων Πολιτειών."



Το τρίωρο έπος, συμπτωματικά θα προβληθεί την χρονιά που οι γείτονες μας θα γιορτάσουν τα 150 χρόνια της ύπαρξης τους: "Δεν ήταν προσχεδιασμένο, δικαιολογείται ο Martone, αλλά συμπτωματικό μιας και στο πλάνο μας είχαμε σκοπό η ταινία να προβληθεί πριν εκπνεύσει το 2010. Κάποιες μικροκαθυστερήσεις μας έσπρωξαν μέσα στο εορταστικό όπως αναμένεται 2011 και ελπίζω αυτή η συγκυρία να ωθήσει περισσότερο κόσμο για να παρακολουθήσει το Noi Credevamo. "
Περισσότερα... »