Ο άνθρωπος με τα χίλια πρόσωπα (El hombre de las mil caras) PosterΟ άνθρωπος με τα χίλια πρόσωπα
του Alberto Rodríguez. Με τους Eduard Fernández, José Coronado, Carlos Santos, Marta Etura, Luis Callejo, Emilio Gutiérrez Caba, Enric Benavent, Pedro Casablanc, Alba Galocha, Jimmy Shaw, Santiago Molero, Tomás del Estal, Israel Elejalde


Κομφούζιο
του zerVo (@moviesltd)

Τελικά από ότι φαίνεται, εκείνο το στοιχείο που κάνει την ζωή πιο πιπεράτη, πιο ζόρικη, πιο ριψοκίνδυνη, δεν είναι το να έχεις χρήματα, αλλά το πως θα καταφέρεις να τα αποκτήσεις. Κι ας μην τα χρειάζεσαι τόσα, από ένα σημείο και κατοπινά κι ας διαθέτεις όλα τα αγαθά του Αβραάμ και του Ισαάκ στην κατοχή σου. Σημασία έχει το ταξίδι, η μέθοδος που ο τραπεζικός σου λογαριασμός θα φουσκώσει πιότερο από παράδες, αρκεί το κόλπο που θα στήσεις πρωτίστως να σε μπάζει για τα καλά σε αυτό που αποκαλούμε ελληνιστί βίβερε περικολοζαμέντε και ακολούθως να σε ικανοποιεί που έκανες τους πάντες τριγύρω σου...λαμπόγυαλο. Εννοείται πως για να παίξεις τέτοια παιχνίδια, οι ηθικές αξίες αποξαρχής έχουν καμφθεί, οι νόμιμες ισορροπίες έχουν πάει περίπατο και αν - χτύπα ξύλο - κάτι στραβώσει, ή πίσω από τα κάγκελα θα βρεθείς ή να κοιτάζεις τα κυπαρίσσια ανάποδα. Εκτός κι αν είσαι ο Φαντομάς με τα χίλια πρόσωπα και διαρκώς την σκαπουλάρεις!

Ο άνθρωπος με τα χίλια πρόσωπα (El hombre de las mil caras) Quad Poster
Ισπανία, μέσα της δεκαετίας του 80. Η χώρα βρίσκεται σε συνεχή αναβρασμό, ελέω των διαρκών άτακτων και φονικών επιθέσεων των Βάσκων Αυτονομιστών, που σε καμία περίπτωση δεν είναι δυνατόν να προβλεφθούν και να αποτραπούν από τις Αστυνομικές Αρχές. Σε αυτό το άναρχο πολιτικο-κοινωνικό κλίμα που διακρίνει τους Φούριας, θα βρει πάτημα ο εύπορος, πρώην πράκτορας των Υπηρεσιών Ασφαλείας και νυν ψευτο-επιχειρηματίας Φρανσίσκο Παέσα, για να κτίσει σχέσεις αγαστές με το κράτος, που θα του εγγυηθεί την μακροημέρευση των ούτε καν νομιμοφανών δραστηριοτήτων του. Το σκάνδαλο που θα ξεσπάσει στις τάξεις της Αστυνομίας, καθώς ο Αρχηγός της Λουίς Ρολντάν, βασικός πολέμιος της ΕΤΑ, πουλέν της κυβέρνησης και σχεδόν βέβαιος επόμενος Υπουργός εσωτερικών, μαζί με την σύζυγό του Νιέβες Φερνάντες Πουέρτο θα κατηγορηθούν για υπεξαίρεση δημόσιου χρήματος, ύψους ενάμισι δις πεσέτας, θα βρει τον διαβόλου κάλτσα Πάκο στο επίκεντρο του, να επιζητά ρόλο πρωταγωνιστικό, μα και αφανή συνάμα.

Αποδεχόμενος την πρόταση συνεργασίας του Ρολντάν για να τον φυγαδεύσει στο εξωτερικό, εννοείται με το αζημίωτο, ο Παέσα θα εγκαταστήσει το καταδιωκόμενο ζευγάρι, σε ασφαλή διαμερίσματα του Παρισιού, εκεί που ούτε καν φαντάζεται η Βασιλική Αστυνομία της Ισπανίας πως ενδέχεται να κρύβονται. Συνάμα όμως θα συνάψει σχέση εμπιστοσύνης με τον φυγά, πρώην αξιωματούχο μπάτσο, που μια χώρα ολόκληρη αναζητά από την Δύση ίσαμε την Ανατολή τα ίχνη του, προκειμένου να τον πείσει πως ο καλύτερος τρόπος διαφυγής του, θα είναι να αποδράσει προς μια εξωτική χώρα της Άπω Ανατολής, αφήνοντας εκείνον σαν τον βασικό διαχειριστή της αμύθητης - έστω και κλεμμένης - περιουσίας του.

Να ξεκαθαριστεί πως τα περιστατικά που λαμβάνουν χώρα σε αυτό το ταχύτατο, σε βαθμό ιλιγγιώδη, θρίλερ, είναι πραγματικά και συγκλόνισαν συθέμελα την κοινή γνώμη της πανέμορφης, αλλά και με τόσα προβλήματα Ιβηρικής γωνιάς, σε σημείο που να πιστεύει πως δεν υπάρχει ούτε ένας κρατικός λειτουργός που να μην είναι βουτηγμένος μέχρι τα μπούνια στην διαφθορά. Μέσον αφήγησης του χρονικού - που λίγο έως πολύ έχει διάρκεια μιας δεκαετίας, αν και κατά κύριο λόγο εστιάζει στα δύο χρόνια που ορίζονται από την φυγή του Ρολντάν από την χώρα, ίσαμε την σύλληψη του στην Μπανγκόκ, που αποτελεί τον ορισμό της δημόσιας σκηνοθετημένης παράστασης - είναι ένας φανταστικός χαρακτήρας, που έντεχνα τον προσθέτει το σενάριο στην πλοκή, βασικά λόγω της ιδιότητας του ως πιλότου, που του δίνει την δυνατότητα να ταξιδεύει διαρκώς ανά τον πλανήτη, λαμβάνοντας μέρος σε αποστολές που του βάζει το αφεντικό του. Ο Κυβερνήτης Χεσούς Καμόες, είναι το δεξί χέρι του Πάκο, ο υποτακτικός του, εκείνος που ακόμη και 1 εκατομμύριο πεσέτας να του έταζε ο εχθρός, εκείνος θα τις απαρνιόταν, για χάρη του καλού του φίλου, μα κυρίως του ειδώλου του, που θαυμάζει ωσάν Θεό!

Καταλύτης αυτής της εξέλιξης είναι ο Χεσούς, όχι γιατί τις πράξεις του δεν θα μπορούσε να αναλάβει άλλος με την ίδια επιτυχία, αλλά γιατί είναι ένας τύπος που δεν συμμετέχει στις επιχειρήσεις με αυτοσκοπό το χρήμα, μα για να νιώσει σε όσο μεγαλύτερη χρονική διάρκεια μπορεί, το ζην επικινδύνως. Που στο πλευρό του πραγματικά απίστευτου, μεγαλοφυή και ευρηματικού λαμόγιου - ο ορισμός της άσχημης είναι η αλήθεια λέξης - Παέσα, θα πρέπει να θεωρείται κάτι παραπάνω από δεδομένο. Αν κάτι είναι σίγουρο πάντως, ακόμη κι αν η φιγούρα του Πάκο, σταδιακά θα εξελίσσεται στην πλέον ασυμπαθή, άφιλη και ανάρμοστη, πως στο φινάλε δεν πρέπει να υπάρχει ούτε ένας να μην του βγάζει το καπέλο, που κορόιδεψε με τέτοια παγαποντιά ένα (τουλάχιστον) ολάκερο κράτος, τους λειτουργούς του, τους ηγέτες του, τα μέσα ενημέρωσης του, τους πάντες. Χειροκρότημα στον ανήθικο? Η αντίφαση του σινεμά είναι ετούτη...

Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής πριν γράψω έστω και μια αράδα για το φιλμ του Alberto Rodriguez, που μια μόλις τριετία πριν μας είχε προσφέρει την έξοχη πολιτική αλληγορία La Isla Minima, φρόντισα να παρακολουθήσω το El Hombre De La Mil Caras, για δεύτερη φορά. Την πρώτη, είναι η αλήθεια, κάποια στιγμή χάθηκα με το πως η κάμερα του ντιρέκτορα έκανε τράβελ μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου, από το ένα σημείο του χάρτη στο άλλο. Και δεν μιλάμε για το συνεχές κι επαναλαμβανόμενο πινγκ πονγκ Μαδρίτης - Παρισιού, αλλά για ένα ταξίδεμα που ούτε με την σκέψη μπορείς να πραγματοποιήσεις, σε Γενεύη, Ρώμη, Βιέννη, Ταϊλάνδη, Σάο Τομέ. Όταν δε σε κάποια στιγμή χώθηκε κάπου και το Λάος στην εξίσωση, κάπου η μπάλα χάθηκε στην κερκίδα, οποότε μια επανάληψη με πολύ καθαρότερο μυαλό, έβαλε σε τάξη τις όχι και λίγες μπερδεψιές που έσπειρε ο δημιουργός, εκτιμώντας πως ο θεατής του, είναι γνώστης όσων περιλαμβάνει ο φάκελος Ρολντάν...

Ως φαν αυτών των νεό νουάρ κινηματογραφικών στιγμών του μοντέρνου Ευρωπαϊκού σινεμά, δεν θα τοποθετούσα το έργο στην ανώτατη βαθμίδα ποιότητας, αν και ο τρόπος που αναπαριστά την περίοδο και τα δεδομένα που λαμβάνουν χώρα σε αυτή, με παρεμβολές και πραγματικών ντοκουμέντων για να ανεβάσει τον ρεαλισμό τους, είναι το λιγότερο αξιοπρεπής. προσωποκεντρικό το θέμα, εστιάζει κατά κύριο λόγο στην περσόνα του κανάγια, κινούμενου μονίμως υπογείως, άσπονδου κολλητού, απεχθή συζύγου, σιχαμερού μπον βιβέρ, που ξοδεύεις για χάρη του όμως όλο το παλαμάκι στην αντίληψη των κατορθωμάτων του, Παέσα. Καταπληκτική ερμηνεία από τον πεπειραμένο Καταλανό Eduard Fernandez, που εδώ έχει στο πλάι του την μισή υποκριτική Φούριας Ρόχας, να αποδίδει τόσους ρόλους και χαρακτήρες, που θα γεμίσουν στην πορεία, ακόμη και την πιο άδεια σε χωρητικότητα μνήμη.

Μια ιστορία δυνατή, που συνέβη στ αλήθεια, όσο κι αν κάτι τέτοιο φαντάζει εξωπραγματικό, όμορφα αποτυπωμένη στο εκράν, που η εκτίμηση μου είναι πως αν απέφευγε τις τόσες πολλές λεπτομέρειες, την αναφορά σε δεκάδες πρόσωπα και τα διαρκή πέρα δώθε, θα κατέληγε σαφώς πιο εύπεπτη και λειτουργική, στην σκιτσογράφηση της περσόνας που ρεζίλεψε με τα πανέξυπνα καμώματα του, την λειτουργία ενός ολόκληρου κράτους.

Ο άνθρωπος με τα χίλια πρόσωπα (El hombre de las mil caras) Rating



Στις δικές μας αίθουσες? Στις 23 Φεβρουαρίου 2017 από την Tanweer
Περισσότερα... »

Γιατρός στο χωριό (Médecin de campagne / Irreplaceable) PosterΓιατρός στο χωριό
του Thomas Lilti. Με τους François Cluzet, Marianne Denicourt, Christophe Odent, Patrick Descamps, Margaux Fabre


Έτερος... γιατρός!
του Θόδωρου Γιαχουστίδη (@PAOK1969)

«Έχω έναν πόνο στην ωμοπλάτη...»

O Thomas Lilti γεννήθηκε το 1976. Ξεκίνησε σπουδές ιατρικής, κατά την διάρκεια των οποίων σκηνοθέτησε τρεις ταινίες μικρού μήκους. Αργότερα, παράλληλα με την άσκηση της ιατρικής, ξεκίνησε να γυρίζει την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία με τίτλο «Les Yeux bandés», ταινία που βγήκε στις αίθουσες στις αρχές του 2008. Το 2014 ολοκλήρωσε τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του «Hippocrate», που εκτυλίσσεται σε ένα περιβάλλον που γνώριζε καλά: το νοσοκομείο. Τούτη η ταινία του είναι η τρίτη μεγάλου μήκους που σκηνοθετεί. Παράλληλα, συνεχίζει να εξασκεί το επάγγελμα του παθολόγου. Η ταινία σημείωσε τεράστια εμπορική επιτυχία στη Γαλλία, όπου έκοψε πάνω από 1,5 εκατομμύριο εισιτήρια, ενώ αποτέλεσε πέρσι την πιο εμπορική γαλλική ταινία στην Ισπανία!

Γιατρός στο χωριό (Médecin de campagne / Irreplaceable) Quad Poster
Πρωταγωνιστής της ταινίας είναι ο François Cluzet. Ο συμπαθέστατος Γάλλος ηθοποιός πέτυχε την αναγνώριση και την καταξιωση σε μεγάλη ηλικία. Πλέον είναι 62 ετών. Πριν έξι χρόνια πέτυχε τη μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία της καριέρας του, πρωταγωνιστώντας στην ταινία «Άθικτοι» (Intouchables, 2011), την οποία μάλιστα διένειμε στην Ελλάδα η ίδια εταιρία που βγάζει τώρα στις αίθουσες της χώρας μας και τούτο το φιλμ. Να σημειώσουμε πως ο Cluzet κρατάει έναν μικρό αλλά χαρακτηριστικό ρόλο στην ελληνική ταινία του Σωτήρη Τσαφούλια «Έτερος εγώ».

Η υπόθεση: Ο Ζαν-Πιέρ είναι αγροτικός γιατρός. Ασκεί το ιατρικό επάγγελμα επί πολλά χρόνια στην περιοχή του χωριού του, εκεί όπου ζει ακόμα η μητέρα του. Είναι μοναχικός και η δουλειά του είναι όλη η ζωή του. Φαίνεται να μην έχει χρόνο για οτιδήποτε άλλο. Όλοι στην περιοχή τον εκτιμούν και τον σέβονται. Κι αυτός κάνει τη δουλειά του με κέφι, γνωρίζοντας όλους τους κατοίκους της περιοχής (πρώην και νυν ασθενείς του) με το μικρό τους όνομα. Κάποια συμπτώματα τον οδηγούν στο νοσοκομείο της κοντινότερης πόλης όπου ο συνάδελφος φίλος του, τον πληροφορεί για τα δυσάρεστα: έχει καρκίνο στον εγκέφαλο! Και είναι τόσο μεγάλος που δεν μπορεί να εγχειριστεί. Η πρόγνωση είναι μοιρασμένη: 50 – 50 οι πιθανότητες να τη βγάλει καθαρή ή να συμβεί το μοιραίο.

Ο γιατρός συμβουλεύει τον... γιατρό να κόψει λίγο τους ρυθμούς του, να μην κουράζεται, να κάνει καλύτερη ζωή. Ο Ζαν-Πιέρ, όμως, πέφτει ακόμα περισσότερο με τα μούτρα στη δουλειά. Χωρίς να τον ρωτήσει, ο γιατρός που τον κουράρει του στέλνει για βοήθεια τη Ναταλί. Η Ναταλί, πρώην νοσοκόμα και νυν γιατρός, φτάνει στην περιοχή. Ο Ζαν-Πιέρ όμως δεν τη βλέπει με καλό μάτι. Θα μπορέσουν οι δυο τους να συνεννοηθούν; Θα λειτουργήσουν καλά ως δίδυμο για το καλό της κοινότητας; Και θα τα καταφέρει να γλυτώσει ο Ζαν-Πιέρ; Ή ισχύει το «ουδείς αναντικατάστατος»;

Η άποψή μας: Από το «άθικτος» στο «αναντικατάστατος», δύο αρρώστιες δρόμος! Στον «Άθικτο» ο Cluzet υποδυόταν έναν άρρωστο άνθρωπο, καθηλωμένο σε αναπηρικό αμαξίδιο, που δεν μπορούσε να κουνήσει τίποτα κάτω από το λαιμό του. Στον «Αναντικατάστατο» (έτσι είναι ο τίτλος της ταινίας στα αγγλικά – τυχαίο; – δεν νομίζω – ω, ρε φίλε, τη θυμάστε τη διαφήμιση του 11888, με τον αριθμολόγο στο ταξί;) ο Cluzet υποδύεται έναν άρρωστο, πάσχοντα από καρκίνο, ο οποίος παράλληλα είναι και γιατρός. Και για την ερμηνεία του είναι υποψήφιος για βραβείο Cesar (μοναδική υποψηφιότητα της ταινίας στα γαλλικά Όσκαρ).

Η ταινία είναι συμπαθής, αλλά μέχρι εκεί. Κερδίζει κυρίως εξαιτίας της πολύ καλής «χημείας» ανάμεσα στους δύο πρωταγωνιστές. Νιώθεις ότι ανάμεσά τους υποβόσκει ένας ερωτισμός, που ψάχνει μια σπίθα για να πάρει φωτιά, αλλά εντέλει το όλον μένει στο επίπεδο των προθέσεων και των υπονοιών. Τα δίπολα που θέλει να μας παρουσιάσει ο σκηνοθέτης είναι ενδιαφέροντα: άνδρας – γυναίκα, χωριό – πόλη, αρρώστια – θεραπεία. Αλλά στην τελική παρουσιάζονται πολύ επιδερμικά. Και όλο το χιούμορ της ταινίας (εγώ τουλάχιστον εδώ γέλασα μόνο) εξαντλείται στη σκηνή με την... επίθεση των παπιών, που δεν είναι πάπιες αλλά αρσενικές χήνες! Και όλος ο κοινωνικός σχολιασμός έχει να κάνει με το τι αποτελέσματα έχει η επίσκεψη της γυναίκας γιατρού σε έναν καταυλισμό Ρομά για να γιατρέψει μια γυναίκα. Τα πάντα είναι πολύ στρωτά, πολύ καλοσυνάτα, πολύ προβλέψιμα.

Φαίνεται, όμως, πως το μεγάλο κοινό (της Γαλλίας στην προκειμένη περίπτωση αλλά και των άλλων χωρών στις οποίες η ταινία προβλήθηκε με επιτυχία) εκτιμά όλα τα παραπάνω, χωρίς συνταγή... γιατρού! Ή κριτικών, στην περίπτωσή μας. Οπότε, περί ορέξεως, κολοκυθόπιτα...

Γιατρός στο χωριό (Médecin de campagne/ Irreplaceable) Rating


Στις δικές μας αίθουσες? Στις 23 Φεβρουαρίου 2017 από την Spentzos Films
Περισσότερα... »

Κωδικός 999 (Triple 9)  PosterΚωδικός 999
του John Hillcoat. Με τους Casey Affleck, Chiwetel Ejiofor, Anthony Mackie, Kate Winslet, Woody Harrelson, Aaron Paul, Clifton Collins Jr., Norman Reedus, Teresa Palmer, Gal Gadot


Σκοτώστε τον μπάτσο!
του Θόδωρου Γιαχουστίδη (@PAOK1969)

Μόνο Ρώσος πρέσβης δεν εμφανίζεται στην ταινία!

Αυτή είναι η 6η μεγάλου μήκους ταινία που σκηνοθετεί ο Αυστραλός δημιουργός John Hillcoat. Είναι ο άνθρωπος που βρίσκεται πίσω από τις ταινιάρες «Παράνομη δικαιοσύνη» (The Proposition, 2005) και «Παράνομοι» (Lawless, 2012). Έχει μια ιδιαίτερα σχέση με τον Nick Cave, ο οποίος έχει γράψει μουσική για ταινίες του, όπως και σενάρια! Γενικώς, με τη μουσική τα πάει πολύ καλά ο Hillcoat, μιας που στην καριέρα του έχει γυρίσει μπόλικα βιντεοκλίπ και μουσικά ντοκιμαντέρ. Τελευταία, έχει σκηνοθετήσει επεισόδια της εξαιρετικής τηλεοπτικής σειράς «Quarry». Σε τούτη την ταινία, πάντως, δεν τα πάει και πολύ καλά...

Κωδικός 999 (Triple 9)  Quad Poster
Πριν πάρει την τελική του μορφή το εντυπωσιακό είναι αλήθεια καστ της συγκεκριμένης ταινίας διάφοροι άλλοι ηθοποιοί ήταν να παίξουν σε αυτήν. Πχ, η Cate Blanchett ήταν δεσμευμένη με την ταινία, δεν μπόρεσε όμως να παίξει σε αυτήν καθώς δεν έβγαιναν χρονικά οι δεσμεύσεις της με τα γυρίσματα άλλων ταινιών. Έτσι, ο ρόλος της πήγε στην Kate Winslet. Τον ρόλο που υποδύεται ο Casey Affleck αρχικά ήταν να τον υποδυθεί ο Shia LaBeouf και κατόπιν ο Charlie Hunnam. Τον ρόλο που υποδύεται ο Anthony Mackie ήταν να τον παίξει ο Michael B. Jordan. Τέλος, με την ταινία είχαν αρχικά δεσμευτεί οι Christoph Waltz, Chris Pine και Jeff Bridges.

Η υπόθεση: Ο Μάικλ Άτγουντ είναι ο ηγέτης μιας ομάδας αποτελούμενης από διεφθαρμένους αστυνομικούς, πρώην στρατιωτικούς και εγκληματίες. Η γυναίκα ενός Ρωσοεβραίου γκάνγκστερ, ο οποίος βρίσκεται στη φυλακή, τον εκβιάζει, μέσω του παιδιού που έχει αποκτήσει με την αδελφή της. Ουσιαστικά, κρατάει όμηρο τον γιο του Άτγουντ προκειμένου εκείνος και η ομάδα του να φέρουν εις πέρας επικίνδυνες αποστολές οι οποίες θα οδηγήσουν στην αποφυλάκιση του συζύγου της. Η τελευταία και πιο κρίσιμη αποστολή φαίνεται πιο δύσκολη από όλες.

Και η ομάδα αποφασίζει πως για να τη φέρει εις πέρας θα πρέπει να οδηγηθεί σε έναν «κωδικό 999», ήτοι, να «στήσει» τη δολοφονία ενός αστυνομικού προκειμένου όλοι οι συνάδελφοί του να ασχολούνται με το συγκεκριμένο γεγονός και η παρέα να κάνει απερίσπαστη τη δουλειά της. Ο αστυνομικός που επιλέγουν να δολοφονήσουν είναι ένας ρούκι, ο Κρις Άλεν, αδιάφθορος, σωστός στη δουλειά του και ανιψιός του αστυνομικού διοικητή στην Ατλάντα, όπου διαδραματίζονται τα πάντα. Θα καταφέρουν να υλοποιήσουν τα σχέδιά τους; Θα τη βγάλουν καθαρή; Θα τιμωρηθούν οι ένοχοι;

Η άποψή μας: Μπαμ και μπουμ πέφτουν οι κουμπουριές σε αυτό το αστυνομικό θρίλερ με την μπόλικη δράση αλλά ο θεατής δεν γουστάρει – σπαζοκεφαλιάζει! Ο Hillcoat και ο πρωτοεμφανιζόμενος σεναριογράφος του, Matt Cook, καθόλου δεν νοιάζονται για το αν οι θεατές καταλαβαίνουν τι γίνεται στην ταινία! Το σενάριο είναι μπερδεμένο και μέχρι να καταλάβει ο θεατής ποιος είναι τι και τι κάνει και γιατί, έχει χαθεί η ταινία. Είναι και πολυπρόσωπο το καστ (κάποια... πρόσωπα, μαζί με τα κεφάλια τους, είναι τοποθετημένα και πάνω σε καπώ αυτοκινήτου, μουάχαχαχαχα, χυδαιότις) κι άντε να βγάλεις άκρη. Οκ, εντάξει κύριε σκηνοθέτα, δεν είναι κακή ιδέα να προκαλείς σύγχυση στον θεατή: αφού τα όρια ανάμεσα στο καλό και το κακό είναι τόσο δυσδιάκριτα γιατί τα όρια ανάμεσα στο τι πραγματικά συμβαίνει και τι επιτρέπουμε στον θεατή να καταλάβει να είναι ξεκάθαρα; Ας του δημιουργήσουμε μια θολούρα, έτσι, να βάλει και το μυαλό του λίγο να δουλέψει.

Λίγο όμως ρε παιδιά. Εδώ έχουμε μπροστά μας έναν σεναριακό λαβύρινθο από τον οποίο ο θεατής προσπαθεί να βγει αλλά δεν θυμάται από που μπήκε, όπως λέει και ο Κόκκορας του Αρκά! Γι' αυτό και η ταινία δεν περπάτησε πουθενά εμπορικά, παρά το εντυπωσιακό καστ. Που κι εδώ έχουμε φάουλ! Πιο χαρακτηριστικό, η Kate Winslet: πως να πείσεις κουκλίτσα μου για ηγέτιδα γκανγκστερικής ομάδας με τη χάλια προφορά σου; Και γενικά, οι γυναικείοι ρόλοι είναι ως επί τω πλείστον διακοσμητικοί και οι αντρικοί κακογραμμένοι. Ο Casey Affleck δεν με έχει πείσει ακόμα ως ηθοποιός – ακόμα και μετά την οσκαρική του υποψηφιότητα στο «Η πόλη δίπλα στη θάλασσα». Εδώ, δεν υπάρχει πλάνο της ταινίας που να μην μασάει τσίχλα! Σαν να αντιγράφει τον Brad Pitt από το «Ocean's Eleven», όπου δεν υπήρχε πλάνο στο οποίο να μην έτρωγε! Κι εκεί σύγχυση εν κρανίω σε ότι αφορά το σενάριο, ας μην τα ξαναλέμε... Ένα εντυπωσιακό κυνηγητό με αυτοκίνητα στην αρχή και ένα ενδιαφέρον ξεκαθάρισμα λογαριασμών στο φινάλε δεν αρκούν για να σώσουν την ταινία, στην οποία η σκοτεινή φωτογραφία έχει την υπογραφή ενός Έλληνα, του Nicolas Karakatsanis ενώ η μουσική, που έχει ενδιαφέρον, υπογράφεται από τους Atticus Ross τη γυναίκα του, Claudia Sarne, τον αδελφό του, Leopold και τον Βρετανό μουσικό Bobby Krlic. Και εντάξει, πόσες φορές να δούμε πια τον Woody Harrelson να παίζει τον καλό μπάτσο, που όμως κάνει και μερικά τσιγαριλίκια – ή μάλλον έχει μονίμως ένα τσιγαριλίκι στο χέρι!

Δυστυχώς, λίγα πράγματα...

Κωδικός 999 (Triple 9)  Rating


Στις δικές μας αίθουσες? Στις 23 Φεβρουαρίου 2017 από την Spentzos Films
Περισσότερα... »

Ο Ιδρυτής Μιας Αυτοκρατορίας (The Founder) PosterΟ Ιδρυτής Μιας Αυτοκρατορίας
του John Lee Hancock. Με τους Michael Keaton, Nick Offerman, John Carroll Lynch, Linda Cardellini, B. J. Novak, Laura Dern, Justin Randell Brooke, Kate Kneeland, Patrick Wilson, Wilbur Fitzgerald


America...
του zerVo (@moviesltd)

Ξέρεις, αναφέρει κάποια στιγμή, κολυμπώντας βαθιά πλέον στον ωκεανό της πλεονεξίας του ο ήρωας μας, οι καρδιές είναι σαν τα συμβόλαια. Και τα δύο είναι φτιαγμένα για να σπάνε! Είναι ακριβώς το δευτερόλεπτο της ταινίας μετά το quote, που αντιλαμβάνεσαι πως ένα ολόκληρο Έθνος είναι ποτισμένο με ετούτη εδώ την έννοια, τον ορισμό του να κοιτάζει κανείς την πάρτη του και μόνο, αδιαφορώντας φυσικά για το αν είναι αρεστός στον διπλανό, στην γειτονιά, στους παραέξω, στους αντίκρυ. Μόλις χθες έπεσε στα χέρια μου ένας παγκόσμιος χάρτης, όπου πάνω σε κάθε χώρα βρισκόταν η σημαία του κράτους εκείνου που οι κάτοικοι του θεωρούν ως το μεγαλύτερο φόβητρο, είναι το πλέον αντιπαθές, που εν ολίγοις εκτιμούν πως καθημερινά επιδιώκει να τους βλάψει. Διόλου τυχαία, οι εννιά στις δέκα - αναλογικά - είχαν μαρκάρει σαν κορυφαίο τους villain, την Αστερόεσσα...

Ο Ιδρυτής Μιας Αυτοκρατορίας (The Founder) Quad Poster
Αμερικάνικη επαρχία μέσα της δεκαετίας του 50. Ο περιπλανώμενος πωλητής Ρέι Κροκ, αποφασισμένος να τροφοδοτήσει τα εστιατόρια που επισκέπτεται, με όσο το δυνατόν περισσότερες ηλεκτρικές μηχανές παρασκευής μιλκ σέικ, συμβιώνει πλέον με την ιδέα να μένει για καιρό μακρυά από την εστία του, την σύζυγό του που την τρώει η μοναξιά, τους ελάχιστους έως μηδενικούς φίλους του, τα λιγοστά αγαπημένα του πρόσωπα. Δόξα τον Γιαραμπή, στα πενήντα του πια, έχει φτιάξει ένα γερό κομπόδεμα για να απολαύσει μια άνετη και ευκατάστατη ζωή, αλλά μέσα του το σαράκι για να πετύχει ακόμη περισσότερα, τον τρώει, αποτέλεσμα των συμβουλών της σωστής πώλησης από τους μετρ, που κάθε νύχτα τον συντροφεύουν ακούγοντάς τις, σχεδιάζοντας, στο ψυχρό δωμάτιο του μοτέλ, τα πλάνα της επόμενης ημέρας.

Το ξημέρωμα μιας εξ αυτών, θα τον βρει παντελώς απροετοίμαστο, αφού από την μία και μοναδική του υπάλληλο - γραμματέα - υπεύθυνη λογιστηρίου, θα πληροφορηθεί πως ένα μικρό ρεστοράν στο Σαν Μπερναρτνίνο της Καλιφόρνια, έχει παραγγείλει έναν υψηλό για το μέγεθος του, αριθμό συσκευών. Παραγγελία που θα ξυπνήσει μέσα του το ένστικτο πως σε εκείνη την κωμόπολη λίγο έξω από το Λος Άντζελες, κάτι ιδιαίτερο συμβαίνει, για να σχηματίζει ο κόσμος ουρές για να απολαύσει ένα χάμπουργκερ. Και πραγματικά η απόφαση του να το δει με τα ίδια του τα μάτια, θα τον αφήσει άφωνο, καθώς τα εμπνευσμένα και εργατικά αδέλφια Μακ Ντόναλντ, έχουν στήσει την απόλυτη επιχείρηση γρήγορου φαγητού, εκεί που μπορεί ο καθένας απολαύσει ένα γευστικό γεύμα, χορταίνοντας με ελάχιστα μόλις σεντς, μα το κυριότερο βλέποντας την παραγγελία του να εκτελείται μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα!

Χρήμα, παράδες, πακτωλό δολαρίων θα δει μπροστά του, καμαρώνοντας το περίπτερο που σερβίρονται τα λαχταριστά σάντουιτς, ο Ρέι. Γιατί μπορεί οι δυο Καλιφορνέζοι να υλοποίησαν την ιδέα και να έχουν φτιάξει μαγαζί τρανό, που τους αποφέρει ζεστό χρήμα, η σκέψη όμως είναι αυτή η ευφυής σύλληψη να ταξιδέψει σε ολάκερη την Αμερική, αν είναι δυνατόν να ξεπεράσει τα σύνορα της. Προς το παρόν, ακόμη κι αν χρειαστεί να βάλει το σπίτι του σε υποθήκη, ένα, δύο, τρία franchise πρέπει να φυτρώσουν και σε άλλες μεγάλες πόλεις. Κάνοντας το ολόχρυσο όνομα McDonalds, κάτω από την μαρκίζα με τις αψίδες, διάσημο και γνωστό.

Αυτό είναι λοιπόν το χρονικό της δράσης του ανθρώπου που έστησε όλη αυτή την παγκόσμια αυτοκρατορία - ευτυχώς τα μέρη μας υπήρξαν φωτεινή εξαίρεση, στην γενική αντίληψη πως οι πίκλες τρυπάνε στομάχια - ανοίγοντας αλυσίδες με το καινούργιο έμβλημα της Pax Americana όπου μπορεί να φανταστεί ο ανθρώπινος νους. Πρόσεξε με, δεν είναι αυτός ο Μακ Ντόναλντ, ούτε αυτός σκέφτηκε την έννοια του φαστ φουντ, άλλοι γλύτωσαν τον κοσμάκη από αναμονές ωρών για να γευτούν, περαστικοί, το μεσημεριανό τους. Αυτός όμως είναι εκείνος που επέκτεινε, στα πέρατα της γης το κόλπο γκρόσο, πιάνοντας όπως είναι φυσικό το τζακ ποτ. Βεβαίως για να γίνει κάτι τέτοιο και οι βασικές ηθικές αξίες πήγαν περίπατο και τα αντρίκια λόγω τιμής μεταξύ των συνεργατών και το επίπεδο της εστίασης κατέβηκε ολοταχώς, ένεκα των περιορισμών στα κόστη και φυσικά στο φινάλε, πατήθηκαν πτώματα για να αναδειχθεί ο κορυφαίος, ο νικητής, εκείνος που ο νόμος της ζούγκλας ορίζει σαν τον θριαμβευτή και τροπαιούχο.

Ο οπορτουνισμός σε όλο του το μεγαλείο, όπως και η πραγματική όψη του Αμέρικαν Ντριμ, που ζει και βασιλεύει χάρη στην χαλαρότητα των Νόμων, δίνοντας την αληθινή διάσταση στην σημασία του καπιταλισμού και της μετεξέλιξης του, όπως την εκφράζει η ιμπεριαλιστική κουλτούρα της Υπερδύναμης, με υπέροχο τρόπο αποτυπώνεται μέσα από τις εικόνες της πιο πρόσφατης δημιουργίας του John Lee Hancock. Σκηνοθέτη που να θυμηθούμε ακόμη δεν έχει υποπέσει σε ντιρεκτορική φλόπα, φροντίζοντας να μελετήσει αυτό ακριβώς το Όνειρο, μέσα από τις πειραγμένες biopic του, είτε στο επίκεντρο τους βρίσκεται ο μεγάλος και τρανός Θείος Ουόλτ (Saving Mr. Banks) είτε μια πάμπλουτη ξανθιά Τεξανή σαραντάρα (The Blind Side). Βασικό συστατικό της αφήγησης του Hancock είναι ο ρυθμός, που δεν καταλαγιάζει ποτέ, διατηρώντας πανύψηλα λέβελ τέμπο χωρίς αυξομειώσεις, με συνέπεια το δίωρο να εξαντλείται ωσότου πεις κίμινο. Είναι πραγματικό επίτευγμα για ένα κινηματογραφικό πόνημα, που διαρκώς σου περνάει μηνύματα, να το κατορθώνει, χωρίς να βαρύνει η ματιά δευτερόλεπτο. Και σκηνοθετικά - είναι κρίμα κι άδικο για τον JLH, που τουλάχιστον για φέτος το Οσκαρικό directing ανέβασε τέτοια στάθμη ποιότητας - μέσα από έντεχνες παρεμβολές που ακατάσχετα παρέχουν πληροφορίες για το πως και το γιατί, είναι η αλήθεια πως το The Founder πιάνει πολύ υψηλό βαθμό.

Όπως δεκάρι αποσπά για μια ακόμη φορά η One Man Show ερμηνεία του Michael Keaton, που συγκλονίζει μέσα από την απολυτότητα της έκφρασης του ως ο πλεονέκτης, φαταούλας, τζογαδόρος, πανέτοιμος για όλα, όχι όμως και για την ήττα Μίστερ Κροκ, που ξέρει καλά να σφυγμομετρά τους συμπατριώτες του, ώστε να τους προσφέρει εκείνο ακριβώς που επιζητούν. Όχι γευστικά, ούτε πρακτικώς οικονομικά, αυτά είναι συνεπακόλουθα του όλου στησίματος. Μα εμβληματικά! Παρεμβάλλοντας την υπέρλαμπρη επιγραφή του μαγαζιού του, ανάμεσα στα ήδη υπάρχοντας σήματα λατρείας του μέσου Αμερικάνου. Σταυρός - Σημαία - Σταυρός - Σημαία - Σταυρός - Σημαία. Συνεπώς κάπου μεταξύ των παυλών, πια, μπορεί να προσθέσεις το κατακόκκινο Μ ως εναλλακτική, ολοκαίνουργη παντιέρα πίστης και ηθικής!

Η ερμηνεία του πρώτου και αγαπημένου Μπάτμαν, όπως άλλωστε και το έργο στο σύνολο του, δεν κρίθηκαν ικανά από την Αμερικάνικη Ακαδημία Τεχνών και Σινεμά για να βρεθούν στις nods των επικρατέστερων της χρονιάς 2016. Άδικο! Αλλά και λογικό. Ολάκερη η βιομηχανία του υπερθεάματος βλέπεις, πίσω από το φιλελεύθερο προσωπείο της, αν θα μπορούσε να διαλέξει μια φάτσα να κρεμάσει κάδρο στον τοίχο, ωσάν του Βασιλέα, μια σαν και του Κροκ θα διάλεγε, που συμβολίζει τα ιδανικά της. Οπότε το πόνημα που τον κριτικάρει, όσο κι αν το δικαιούται, ε. θα ήταν και κομματάκι χοντρό στην in The Land Of The Free, να πάρει πάνω του και το παραμικρό αξίωμα...

Ο Ιδρυτής Μιας Αυτοκρατορίας (The Founder) Rating



Στις δικές μας αίθουσες? Στις 23 Φεβρουαρίου 2017 από την Odeon
Περισσότερα... »

Αφανείς Ηρωίδες (Hidden Figures) PosterΑφανείς Ηρωίδες
του Theodore Melfi. Με τους Taraji P. Henson, Octavia Spencer, Janelle Monáe, Kevin Costner, Kirsten Dunst, Jim Parsons, Glen Powell, Mahershala Ali


Paint by Numbers
του gaRis (@takisgaris)

Αν το καλοσκεφτείς δεν υπάρχει πιο οσκαρούχο φιλμάκι από το Hidden Figures αυτή τη σεζόν οπόταν τι πιο ταιριαστό να ανοίγει Ελλάδα μια ανασεμιά πριχού την 89η Απονομή. Και δαύτο για κοπλιμάν δε το λέω στην προκειμένη, παρότι καραγκαγκάν θιασώτης του Θεσμού. Τρεις δυνατές υποψηφιότητες μάλιστα. Ταινία - Σενάριο - Υποστηρικτική Ερμηνεία (Octavia Spencer) δεν είναι αμελητέα ποσότης. Ούτε στα όνειρά του ο Theodore Melfi (του λιγουλακίου St. Vincent, θα αντιτάξεις βέβαια ότι εδώ πέρσι έκλεψε το χρυσάφι ο σκηνοθέτης του The Cobbler με το Spotlight) τα κατορθώματα του οποίου δε σταματούν εδώ. Το δεφτερόλεπτο που μιλάμε το Hidden Figures έχει στείλει αδιάβαστα τα μετριοτάτου προμόσιο διαμάντια Manchester By The Sea και Moonlight υψώνοντας λάβαρο στα SAGs (Best Ensemble). Την περασμένη εβδομάδα επίσης πήραν κεφάλι από το μέγα-και-τρανό La La Land ως η νο1 σε εισπράξεις οσκαρική υποψήφια από τις 9 τις φετινής λίστας. Αστεία-αστεία ψιθυρίζεται ότι το ένα εκ των δύο αγαλματιδίων που φαβορίζει το Moonlight (το άλλο είναι η περίπου βέβαιη νίκη του Mahershala Ali) κινδυνεύει…από τι;

Αφανείς Ηρωίδες (Hidden Figures) Quad Poster

Πάρτο πάλε εξαρχής. Πέρσι όσκαρς σο γουάιτ. Φρουμαγμός, ρετούς στο Μέμπερσιπ. Φέτος υποψηφιότητες χρωματιστές. Για μένα (μειοψηφώ) το Hidden Figures μπαίνει από κεκτημένη ταχύτητα. Με μια Αμερική διχασμένη, τον Τράμ-π να τσαλαβουτάει με μειονότητες και λαθραίους μετανάστες και την λίμπεραλ κορεκτίλα να βάζει φωτιά στα σόσιαλ, έρχεται μια ταινία καρτ-ποστάλι των 60s, με θέμα την αληθινή ιστορία μιας ομάδας μαθηματικών τζινιών που έκαναν αρθιμιτική στη ΝΑΣΑ, τότε που οι Γιάνκηδες κυνηγούσαν τη σκιά του Γκαγκάριν στο Φεγγάρι με τον δικό τους αστρο-ήρωα Τζον Γκλεν σε μια φυλετικά διαχωρισμένη αλλά και εφεκτική ως προς τη γυναικεία επαγγελματική χειραφέτηση αμερικανική κοινωνία. Δυο οι λεπτομέρειες - ντεζαβαντάζ επομένως για τις αφανείς ηρωίδες μας : Μαύρες στο χρώμα και γυναίκες στο φύλο. Πες μου τώρα αν σου έλεγαν ότι πίσω από τη Man on the Moon Ιστορία οι εγκέφαλοι ήταν αυτές οι γλυκύτατες κυρίες (Taraji P. Henson, Janelle Monae, Octavia Spencer), όχι πες μου ότι δε θα έλεγες πως αυτό πρέπει να γίνει οπωσδήποτε χολυγουντιανή ταινία.

Αυτό ακριβώς εγένετο. Με καρικατουρέ λευκή σουπρεμασίλα (Kirsten Dunst, Jim Parsons) αλλά και λευκή αγαθότητα (ο δωρικός, ευπρόσδεκτα προβλέψιμος Kevin Costner ως διευθυντής των κοριτσιών) κι ένα άγαρμπα εμβόλιμο λοβ στόρι (νάτος ξανά ο τίμιος Mahershala Ali) οι χαρακτήρες αντιμετωπίζονται ως ευγενή σύμβολα με κιτσάτη αισθητική ιδεολογικής απίσχνασης. Η ίδια ένσταση που είχα κάποτε με το The Help – και ω του θαύματος η Octavia Spencer ξαναπροτείνεται για το ίδιο παίξιμο που της έδωσε το όσκαρ τότε, όπως σαφώς και η Viola Davis θα κερδίσει φέτος (πονηριά να απαιτήσει υποψηφιότητα υποστηρικτικού ρόλου στο Fences) με την περίπου ίδια ερμηνεία που την έφτασε μια ανάσα από τη νίκη στο The Help. Hidden Fences λοιπόν (το λολ των Χρυσών Σφαιρών), ζαχαρίνη, φορμουλαϊκή φήλ γκουντ απόδοση και νετάραμε. Το Hidden Figures είναι μια αξιοθαύμαστη αληθινή ιστορία που βρήκε τις κατάλληλες συνθήκες να μοστραριστεί ως εξαιρετική ταινία.

Αφανείς Ηρωίδες (Hidden Figures) Rating




Στις δικές μας αίθουσες? Στις 23 Φεβρουαρίου 2017 από την Odeon
Περισσότερα... »

Kongens nei PosterKongens nei
του Erik Poppe. Με τους Jesper Christensen, Anders Baasmo Christiansen, Karl Markovics, Tuva Novotny, Arthur Hakalahti, Svein Tindberg, Andreas Lust, Katharina Schüttler, Ketil Høegh, Gerald Pettersen


του Θόδωρου Γιαχουστίδη (@PAOK1969)

Τελευταία ταινία την οποία θα παρουσιάσουμε στη σημερινή μας ανταπόκριση είναι το Kongens nei του Erik Poppe το οποίο προβάλλεται στο πλαίσιο του προγράμματος Panorama Special. Η ταινία αποτέλεσε την επίσημη πρόταση της Νορβηγίας για το ξενόγλωσσο Όσκαρ και κατάφερε μάλιστα να φτάσει μέχρι την λίστα με τις 9 επικρατούσες υποψηφιότητες, δεν έφτασε όμως μέχρι την τελική πεντάδα.

Kongens nei Quad Poster
Η υπόθεση: Στις 9 Απριλίου του 1940 ο ναζιστικός στρατός της Γερμανίας εισβάλει στη Νορβηγία, χωρίς προηγουμένως να έχει κηρύξει πόλεμο εναντίον της. Η πεποίθηση των Νορβηγών πως η πολιτική ουδετερότητας που διατηρούσαν αταλάντευτα όλα τα τελευταία χρόνια θα τους προστάτευε από τα επιθετικά πλάνα του Χίτλερ αποδείχτηκε μέγα λάθος. Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα επικρατεί χάος και αποπροσανατολισμός στη χώρα. Με τις ευλογίες του Χίτλερ ο φασίστας Νορβηγός πολιτικός Κουίσλινγκ ζητά μετ' επιτάσεως να αναδειχθεί πρόεδρος – πρωθυπουργός της χώρας.

Ο βασιλιάς Χάακον ο Έβδομος, που διέφυγε από την πρωτεύουσα, το Όσλο και βρήκε καταφύγιο μαζί με την οικογένειά του, το υπουργικό συμβούλιο και πολλούς πολιτικούς στο χωριό Νίμπεργκσουντ, αποδεικνύεται φοβερά ψύχραιμος. Τονίζει πως αν το νορβηγικό κοινοβούλιο αποφασίσει να συνθηκολογήσει και να υποκύψει στις απαιτήσεις των Ναζί, ο ίδιος θα αποδεχτεί αυτήν την απόφαση. Ο Χίτλερ, ενώ στο παρασκήνιο γίνεται προσπάθεια για διπλωματικές συζητήσεις, συνεχίζει τους βομβαρδισμούς. Και ο λαός της Νορβηγίας εκτιμά τη στάση του βασιλιά και την εκλαμβάνει ως έκκληση για αντίσταση.

Η άποψή μας: Η αλήθεια είναι πως έχουμε δει τόσες πολλές ταινίες με θέμα βγαλμένο από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, που πλέον για να εντυπωσιαστούμε ή να δεχτούμε πως κάποια τέτοια ταινία ξεχωρίζει από τον σωρό, θα πρέπει να είναι πραγματικά διαφορετική και σπουδαία. Τούτη η ταινία δεν είναι κακή. Δεν έχει όμως και κάτι το διαφορετικό, κάτι το οποίο να μην έχουμε ξαναδεί. Ο Eric Poppe διαχειρίζεται πολύ καλά το υλικό του και βγάζει ενδιαφέρουσες ερμηνείες, κυρίως από τον Jesper Christensen, που υποδύεται τον βασιλιά. Από τη μια η σχέση του βασιλιά με την οικογένειά του και τα εγγόνια του, από την άλλη η προσπάθεια του Γερμανού διπλωμάτη για μια λύση που να μην θίγει κανέναν, δημιουργούν μια κάποια ίντριγκα αλλά τίποτε παραπάνω. Από τις κλασικές ταινίες που αν παιχτούν στην τηλεόραση αυτός που θα έχει πέσει επάνω τους θα καθίσει να τις δει, καθώς προσφέρουν ένα ευχάριστο, ψυχαγωγικό πρόγραμμα. Σε ένα φεστιβάλ, όμως, ιδίως τόσο προχωρημένο όσο αυτό του Βερολίνου, στέκει λίγο παράταιρα. Δεν πειράζει, χρειάζονται κι αυτά.

Ενδιαφέρουσα ταινία αλλά όχι για πολλά πράγματα...
Περισσότερα... »

Una mujer fantástica PosterUna mujer fantástica
του Sebastián Lelio. Με τους Daniela Vega, Francisco Reyes, Luis Gnecco, Aline Kuppenheim, Nicolas Saavedra, Amparo Noguera, Nestor Cantillana, Alejandro Goic, Antonia Zegers, Sergio Hernandez


του Θόδωρου Γιαχουστίδη (@PAOK1969)

Με την προηγούμενη, την πέμπτη μεγάλου μήκους ταινία της φιλμογραφίας του, την «Gloria», ο Χιλιανός Sebastián Lelio συμμετείχε στο διαγωνιστικό τμήμα της Berlinale του 2013 και τιμήθηκε με τρία βραβεία με σημαντικότερα εκείνα καλύτερης γυναικείας ερμηνείας και της Οικουμενικής Επιτροπής. Τέσσερα χρόνια μετά επιστρέφει στη γερμανική πρωτεύουσα με τη νέα του ταινία Una mujer fantástica και συμμετέχει και πάλι στο διαγωνιστικό τμήμα, διεκδικώντας – γιατί όχι; - το κάτι παραπάνω..

Una mujer fantástica Quad Poster
Η υπόθεση: Η Μαρίνα και ο Ορλάντο είναι ένα ερωτευμένο ζευγάρι. Ζουν μαζί ευτυχισμένες στιγμές και ας έχουν μεγάλη διαφορά ηλικίας: Ο Ορλάντο είναι 57 ετών και η Μαρίνα είναι καμιά 25αριά χρόνια νεώτερη. Ο Ορλάντο είναι επιχειρηματίας, χωρισμένος από τη γυναίκα του, με ενήλικο παιδί. Η Μαρίνα δουλεύει ως σερβιτόρα και της αρέσει πολύ να τραγουδά. Μια μέρα, μετά την επιστροφή τους από έξοδο όπου γιόρταζαν μαζί τα γενέθλια της Μαρίνας, ο Ορλάντο ξυπνάει χλωμός και έντονα αδιάθετος. Η Μαρίνα τον πάει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα στο νοσοκομείο, αλλά οι γιατροί το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να δηλώσουν το θάνατό του. Ο Ορλάντο πέθανε από ανεύρυσμα.

Η Μαρίνα, πρώην άντρας και νυν γυναίκα μετά από επέμβαση αλλαγής φύλου, θα βρεθεί σε έναν κυκεώνα άσχημων καταστάσεων. Η πρώην γυναίκα του Ορλάντο ζητάει να πάρει το αυτοκίνητό του από τη Μαρίνα και ο γιος τους θέλει να τη διώξει άμεσα από το διαμέρισμα και να της πάρει και τον σκύλο. Κυρίως, όμως, η οικογένεια του θανόντος δεν θέλει να παραβρεθεί η Μαρίνα στην κηδεία! Δεν της δίνουν το δικαίωμα να θρηνήσει τον αγαπημένο της. Παράλληλα, μια γυναίκα αστυνομικός πιέζει την Μαρίνα με μια σειρά από ερωτήσεις και δυσάρεστες διαδικασίες, καθώς δεν μπορεί να αποκλείσει την περίπτωση εγκληματικής ενέργειας. Και η Μαρίνα, μόνη της ουσιαστικά, δεν μπορεί παρά να διεκδικήσει αυτό που της ανήκει...

Η άποψή μας: Ο Lelio αποδεικνύεται μέγας σκηνοθέτης στη δημιουργία πολύ ενδιαφερόντων γυναικείων πορτρέτων. Γιατί πέρα από τεχνικές λεπτομέρειες, η Μαρίνα είναι μια γυναίκα. Μια γυναίκα που η σεξουαλικότητά της προσλαμβάνεται ως απειλητική από την κοινωνία. Ιδίως τα μέλη της οικογένειας του θανόντος, και κυρίως ο γιος του, δεν μπορούν να δεχτούν τη Μαρίνα με κανέναν τρόπο! Νιώθουν αμηχανία, νιώθουν ντροπή, νιώθουν μέχρι και αηδία! Δεν μπορούν να διαχειριστούν την κατάσταση, δεν μπορούν να δεχτούν τη Μαρίνα ως ανθρώπινο ον. Το μόνο μέλος της οικογένειας που βλέπει πέρα από τα προσχήματα και τις προκαταλήψεις είναι ο αδελφός του πεθαμένου, τον οποίο υποδύεται ο Luis Gnecco, ο άνθρωπος που υποδύεται τον Νερούδα στην ομώνυμη, υπέροχη ταινία ενός άλλου Χιλιανού σκηνοθέτη, του Pablo Larain!

Η Μαρίνα προσπαθεί να αντιμετωπίσει την όλη κατάσταση με περισσή στωικότητα. Δεν προκαλεί, δεν υστεριάζει, δεν απειλεί, δεν προσπαθεί να «κερδίσει» κάτι από την όλη κατάσταση. Το μόνο που θέλει είναι να αποχαιρετήσει τον αγαπημένο της. Όπως έχει το δικαίωμα. Και δεν πτοείται ακόμα κι όταν ο γιος του Ορλάντο μαζί με άλλους συγγενείς και φίλους, αρπάζουν την Μαρίνα, την χώνουν σε ένα SUV και την κακομεταχειρίζονται, ασκώντας βία επάνω της. Όχι, η Μαρίνα δεν πτοείται ακόμα κι όταν τα στοιχεία της φύσης είναι εναντίον της: είναι εξαιρετική η σκηνή όπου η Μαρίνα περπατάει στο δρόμο, φυσάει δυνατός αέρας, πολύ δυνατός, που θα μπορούσε να την παρασύρει, αλλά εκείνη εναντιώνεται, και ξέρει πως μπορεί να λυγίσει αλλά δεν σπάει.

Μικρή ταινία, τρυφερή, ευγενική, κατορθώνει όχι μόνο να μην «τρομάξει» τους πιο συντηρητικούς από τους θεατές αλλά να κερδίσει την εύνοια όλων. Εντάξει, δεν είναι χωρίς προβλήματα η ταινία: η όλη φάση με το κλειδί από το φοριαμό στο χαμάμ είναι αδιέξοδη ενώ κατά μία έννοια έχουμε φινάλε πριν το φινάλε, πράγματα που πολύ εύκολα θα μπορούσε να τα αποφύγει ο σκηνοθέτης. Έχοντας ως σύμμαχο όμως την πολύ καλή ερμηνεία της Daniela Vega, ενός πρώην άνδρα που έχει κάνει εγχείρηση αλλαγής φύλου στην πραγματικότητα, και τη δική του τρομερή ικανότητα να στήνει ονειρικές σκηνές, ο Lelio πετυχαίνει να παραδώσει μια ταινία, καλύτερη από την «Gloria». Είναι νωρίς ακόμα στο φεστιβάλ αλλά κατά τη γνώμη μας η ταινία δεν θα φύγει χωρίς κάποιο βραβείο από το Βερολίνο!
Περισσότερα... »

Pokot PosterPokot
της Agnieszka Holland. Με τους Agnieszka Mandat, Wiktor Zborowski, Miroslav Krobot, Jakub Gierszał, Patricia Volny, Borys Szyc


του Θόδωρου Γιαχουστίδη (@PAOK1969)

Η Agnieszka Holland είναι παλιά στο κουρμπέτι. Η ταινία Pokot είναι η 16η μεγάλου μήκους ταινία μυθοπλασίας στη μακρόχρονη ιστορία της. Και με αυτήν συμμετέχει στο διαγωνιστικό τμήμα της Berlinale. Η Holland έχει εντρυφήσει τα μάλα και στην τηλεόραση, μιας που έχει σκηνοθετήσει επεισόδια από σειρές όπως το περίφημο «The Wire», αλλά και τα πιο πρόσφατα «The Killing», «House of Cards» και «The Affair». Καθόλου αμελητέα ποσότητα λοιπόν!

Pokot Quad Poster
Η υπόθεση: Η Γιανίνα Ντουσέικο ζει μια έντονη ζωή στην περιοχή της κοιλάδας του Κλόντσκο, σε ένα ορεινό χωριό κοντά στα σύνορα Πολωνίας και Τσεχίας. Είναι μια πολυάσχολη γυναίκα στα πρόθυρα της τρίτης ηλικίας: διδάσκει αγγλικά στο τοπικό σχολείο, είναι παθιασμένη αστρολόγος, δεν τρώει κρέας και τα έχει με τους λαθροθήρες αρχικά και με τους κυνηγούς γενικότερα. Τα γράμματα διαμαρτυρίας και καταγγελίας που στέλνει στις αρχές αποτελούν μέρος της καθημερινότητάς της. Μια μέρα τα δύο της αγαπημένα σκυλιά εξαφανίζονται. Λίγες μέρες μετά ανακαλύπτει το πτώμα ενός γείτονα, κυνηγού, με πατημασιές ελαφιών γύρω από αυτό. Ακολούθως κι άλλα πτώματα ανδρών προκύπτουν στην περιοχή, όλα ανήκοντα σε κυνηγούς ή σε εκπροσώπους αρχών που τους στηρίζουν. Μήπως, όπως δείχνουν οι αρχικές ενδείξεις, αυτοί οι άνδρες δολοφονήθηκαν από άγρια ζώα; Ή μήπως κάποιος έχει ξεκινήσει βεντέτα εναντίον τους;

Η άποψή μας: Αυτό που αρχικά εντυπωσιάζει στη νέα ταινία της Holland είναι η κατασκευή. Η ταινία είναι κινηματογραφημένη άψογα, το μοντάζ είναι σούπερ, παθαίνεις πλάκα με τη διεύθυνση φωτογραφίας και η μουσική είναι το κάτι άλλο: όχι μόνο είναι εξαιρετικά γραμμένη αλλά συνοδεύει τις εικόνες και αλλάζει τόνο ανάλογα με το τι συμβαίνει επί της μεγάλης οθόνης. Από εκεί και πέρα έχουμε μια ταινία που είναι ταυτόχρονα, ένα θρίλερ με μπόλικη αγωνία και οικολογικές ανησυχίες, μια ιστορία με ντετεκτιβίστικη διάθεση και μπόλικο χιούμορ και ταυτόχρονα ένας φεμινιστικός ύμνος! Ναι, υπάρχει αρκετή αγριάδα σε όλο αυτό, η Holland όμως υπονομεύει το υλικό της με μπόλικο σαρκασμό, κι έτσι αυτό είναι λειτουργικό. Γιατί, αν πάρουμε της μετρητής όλα όσα συμβαίνουν, τότε το σενάριο βρίθει μεγαλοστομιών, κοινοτοπιών και διαθέτει έναν κεντρικό χαρακτήρα τόσο μεμπτό ηθικά με όσα κάνει, που είναι προβληματικός.

Η υστερία που βγάζει η Ντουσέικο (και όχι Ντουσένκο, όπως τη φωνάζουν πολλοί, κάτι που την εκνευρίζει) την φέρνει στα όρια του να μην τη γουστάρει το κοινό. Εντέλει, όμως, μέχρι που και... δικαιολογεί (μέχρι ενός σημείου, έτσι, μην τρελαθούμε) τις πράξεις της. Και είπαμε, σε αυτό παίζει βασικό ρόλο το χιούμορ της ταινίας. Σε κάποια στιγμή η Ντουσέικο βλέπει στο σπίτι του χήρου γείτονά της που τη γουστάρει κορνιζομένο το δίπλωμά του ως μέλος των Πολωνών ειδικών στο μάζεμα μανιταριών. Το τι λέει ο στόμας της σχετικά με αυτό και το τι σημαίνει για την Πολωνία γενικότερα, βγάζει πολύ γέλιο. Όπως η σκηνή όπου σε ένα πάρτι τραγουδάνε όλοι μαζί το «The House of The Rising Sun». Στο ίδιο πάρτι μασκέ η Ντουσέικο ντύνεται... κακός λύκος και ο εν λόγω γείτονας... Κοκκινοσκουφίτσα!

Δυνατή ταινία, που σπρώχνει τα πράγματα σε μια υπερβολή, η οποία προφανώς και δεν μπορεί να γίνει ηθικά αποδεκτή, δείχνει όμως το πρόβλημα της κακομεταχείρισης των ζώων από τον άνθρωπο. Στις αρχές της ταινίας θαρρείς πως βλέπεις μια παραλλαγή των «Πουλιών» του Χίτσκοκ! Η φύση εκδικείται λοιπόν. Έστω, μέσω τρελαμένων αντιπροσώπων της. Κι αυτά που λέει με φωνή off στο υπερβατικό, ονειρικό φινάλε η Ντουσέικο είναι αυτά που θέλουν και τη μεγαλύτερη προσοχή. Ο κύκλος της ανθρώπινης παρακμής κλείνει. Θα εμφανιστεί μια νέα γενιά που θα αρχίσει να παλεύει ξανά για ιδανικά. Και θα τα πάει καλύτερα. Ναι βρε Agnieszka μου, άντε, να έχουμε κάτι να περιμένουμε!
Περισσότερα... »

Insyriated PosterInsyriated
του Philippe Van Leeuw. Με τους Hiam Abbass, Diamand Abou Abboud, Juliette Navis, Mohsen Abbas, Moustapha Al Kar, Alissar Kaghadou, Ninar Halabi, Mohammad Jihad Sleik


του Θόδωρου Γιαχουστίδη (@PAOK1969)

Το Insyriated του Philippe Van Leeuw (Panorama) είναι μια ταινία μυθοπλασίας – ίσως η πρώτη – η οποία μιλάει για τη χαίνουσα πληγή της κατάστασης στη σύγχρονη Συρία με τον εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα στους υποστηρικτές του Άσαντ και τους αντάρτες υποστηρικτές των Isis. Αυτή είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Van Leeuw. Η προηγούμενή του, το «Le jour où Dieu est parti en voyage» προβλήθηκε στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης του 2009 και μιλούσε για τη γενοκτονία στη Ρουάντα...

Insyriated Quad Poster
Η υπόθεση: Σε ένα διαμέρισμα κάπου στη Συρία ενώ έξω μαίνεται πόλεμος, και ελεύθεροι σκοπευτές αλλά και βόμβες σκορπούν το θάνατο, η ενεργητική Ουμ Γιαζάν προσπαθεί απεγνωσμένα να κρατήσει ενωμένη την οικογένειά της. Έχει να αντιμετωπίσει βασικές ελλείψεις, όπως εκείνη του νερού. Κάθε έξοδος από το διαμέρισμα ισοδυναμεί με φλερτ με το θάνατο ενώ συχνές είναι και οι επισκέψεις ανδρών, που χτυπούν την αμπαρωμένη πόρτα του διαμερίσματος με θολές και σκοτεινές προθέσεις. Θα καταφέρουν να τη βγάλουν καθαρή κι αυτή τη μέρα; Πώς θα αντιμετωπίσουν τις ακραίες καταστάσεις που θα βιώσουν; Και θα μπορέσει να επιστρέψει ο σύζυγός της Ουμ Γιαζάν, κάτι που προσδοκά με μεγάλη αγωνία;

Η άποψή μας: Ο τίτλος της ταινίας παίζει με το «infuriated», το να γίνεται κάποιος δηλαδή κάποιος έξω φρενών με τις καταστάσεις που καλείται να αντιμετωπίσει. Και βέβαια, με τη «Συρία» μέσα στον τίτλο τα πράγματα γίνονται πιο ξεκάθαρα. Το σπίτι, ο τόπος ευτυχίας της οικογένειας τον παλιό καιρό γίνεται μια μεγάλη φυλακή. Κανείς δεν μπορεί να βγει από αυτήν γιατί έξω παραμονεύει ο θάνατος. Και κανείς δεν πρέπει να μπει σε αυτήν, όχι κάποιος που δεν ανήκει στην ευρύτερη οικογένεια τουλάχιστον, καθότι μόνο περισσότερο κακό μπορεί να προκαλέσει. Το πρόβλημα με την ταινία του Van Leeuw είναι πως παρά τις καλές της προθέσεις και την προσπάθεια να (επι)κοινωνήσει στον υπόλοιπο κόσμο το θέμα της Συρίας, ο δημιουργός της όχι μόνον επιλέγει έναν πολύ ελλειπτικό τρόπο παρουσίασης από τη μια και από την άλλη σκιαγραφεί τους κακούς με όλα τα κλισέ αυτού του κόσμου. Και λέω «σκιαγραφεί» τους κακούς χωρίς ποτέ να τους κατονομάζει. Μα ποιοι είναι αυτοί οι κακοί τέλος πάντων; Θέτει μια σειρά από ηθικά διλήμματα που καταπιέζουν τον θεατή. Η σκηνή του βιασμού πχ είναι σκληρή μεν αλλά και γραφική ταυτόχρονα.

Εντάξει, καταλαβαίνουμε γιατί τη χρησιμοποιεί ο σκηνοθέτης. Μέσα στο διαμέρισμα – φυλακή, οι πολλοί μπορούν να προστατευθούν πίσω από κλειδωμένες πόρτες ενώ για τη σωτηρία των πολλών ένα μέλος θα βιώσει τα πάνδεινα. Είναι ηθικά σωστό; Μήπως η Ουμ Γιαζάν θα μπορούσε να αντιδράσει διαφορετικά; Η Hiam Abbass για άλλη μια φορά είναι εξαιρετική στο ρόλο της, όμως από την ταινία περιμέναμε περισσότερα. Και το γεγονός ότι κατά 90% όλη η δράση λαμβάνει χώρα στον περίκλειστο χώρο ενός διαμερίσματος το όλον θυμίζει θεατρικό. Over and out.
Περισσότερα... »

Wilde Maus PosterWilde Maus
του Josef Hader. Με τους Josef Hader, Pia Hierzegger, Georg Friedrich, Jörg Hartmann, Denis Moschitto, Crina Semciuc, Nora von Waldstätten, Maria Hofstätter, Thomas Schubert, Murathan Muslu


του Θόδωρου Γιαχουστίδη (@PAOK1969)

Το Wilde Maus (Διαγωνιστικό) αποτελεί το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Josef Hader, ο οποίος πρωταγωνιστεί στην ταινία. Wilde Maus, όμως, λέγεται και ένα παρηκμασμένο λούνα παρκ στο κέντρο της Βιέννης, κοντά στο φημισμένο Prater. Τονίζουμε τη λέξη «παρηκμασμένο»: έχει μεγάλη σημασία...

Wilde Maus Quad Poster
Η υπόθεση: Ο Γκέοργκ είναι αναγνωρισμένος μουσικοκριτικός, που δουλεύει εδώ και 25 χρόνια στην εφημερίδα της Βιέννης «Express». Όμως, καθότι «ακριβός» για την ιδιοκτησία, απολύεται! Ο Γκέοργκ κρύβει την αλήθεια από τη σύζυγό του, τη Γιοχάνα, που βγάζει χρήματα ως ψυχολόγος και επιθυμεί απεγνωσμένα ένα παιδί. Το μόνο που σκέφτεται είναι πώς θα πάρει εκδίκηση. Χαράζει το αυτοκίνητο του αφεντικού, σπάζει τις κάμερές του, «υπονομεύει» την πισίνα του. Ο Γκέοργκ βρίσκει σύμμαχο στις μικρές ατιμίες του στο πρόσωπο ενός παλιού συμμαθητή του, του Έριχ. Μαζί οργανώνουν τα σχέδια για το πως θα δοθεί το τελικό χτύπημα στο πρώην αφεντικό του Γκέοργκ. Παράλληλα, ο Γκέοργκ βοηθάει τον Έριχ να «ζωντανέψει» εκ νέου ένα ρόλερκοστερ στις παρυφές του Πράτερ, το περίφημο «Wilde Maus», ήτοι, «Άγριο Ποντίκι». Εκτός, όμως, από το πρώην αφεντικό του, ο Γκέοργκ έχει να αντιμετωπίσει και τη γυναίκα του, η οποία είναι έξω φρενών από τη συμπεριφορά του...

Η άποψή μας: Ήταν αρκετοί εκείνοι που ήλπιζαν πως ετούτη η ταινία θα μας προέκυπτε κάτι σαν νέο «Toni Erdmann». Η αλήθεια είναι πως θα υπάρξει... αμερικάνικο ριμέικ (με τον Jack Nicholson και την Kristen Wiig) αλλά αυτή η ταινία δεν είναι ο νέος «Toni Erdmann». Ευτυχώς δηλαδή, γιατί κάτι τόσο καλό θα γινόταν μανιέρα τόσο γρήγορα. Όχι. Το «Άγριο Ποντίκι» είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα ταινία, μια αιχμηρή σάτιρα, μια μαύρη κωμωδία, που προς το φινάλε χάνει το δρόμο της, έχοντας μας όμως χαρίσει πριν μπόλικο γέλιο. Η απόλυση και το κρύψιμό της παραπέμπουν στο «Ελεύθερος ωραρίου». Όμως, ο δημιουργός εδώ δεν ενδιαφέρεται τόσο να μας δείξει το φαινόμενο της ανεργίας και το τι επιφέρει στον άνθρωπο και τις ανθρώπινες σχέσεις.

Όχι. Πιο πολύ τον νοιάζει να παίξει με τους φόβους της μπουρζουαζίας. Το «χάσιμο» του ρόλου. Την αποτυχία σε σχέση με τους υπόλοιπους μπουρζουάδες. Ο Γκέοργκ ξέρει μουσική (πολύ αστεία η αντιπαράθεση με τη νεαρή συνάδελφό του που εντέλει, μετά την απόλυσή του, παίρνει τη θέση του). Και τα γραπτά του είναι τόσο καλύτερα όσο χειρότερη κριτική γράφει (χμ, κάτι μου θυμίζει αυτό – μουάχαχαχαχαχα – ναι, συμβαίνει και σε πολλούς συναδέλφους κριτικούς κινηματογράφου, κι ας μην βγάλουμε τον εαυτό μας από τη λίστα). Ξέρει τη δουλειά του αλλά έχει συμβιβαστεί, έχει βαλτώσει, δεν θέλει να αλλάξει το στάτους κουό του, κάτι ας πούμε που θέλει η γυναίκα του: θέλει ένα παιδί. Όταν λοιπόν η κατάστασή του αλλάζει βίαια – κι αφού δεν ζει στην Ελλάδα για να διαβάσει ή έστω να έχει ακούσει τον τίτλο του βιβλίου του Μπογιόπουλου – δεν καταλαβαίνει πως... «Είναι ο καπιταλισμός, ηλίθιε», αλλά προσωποποιεί τον «εχθρό» στο πρόσωπο του αφεντικού του. Που τυγχάνει να είναι Γερμανός! Έτσι νιώθει καλύτερα. Έτσι νομίζει πως έχει να τα βάλει με έναν και μοναδικό άνθρωπο, κι όχι με ένα ολόκληρο σύστημα. Εδώ, χάνει το κοινωνικό της έρεισμα η ταινία αλλά κερδίζει σε χιούμορ. Γιατί αυτά που σκαρφίζεται ο Γκέοργκ για να εκδικηθεί το αφεντικό του έχουν πολύ πλάκα. Βέβαια, και το αφεντικό δεν θα μείνει με σταυρωμένα χέρια. Θα προσπαθήσει και θα καταφέρει να πονέσει ακόμα περισσότερο τον Γκέοργκ. Που θα φτάσει στο σημείο να χάσει τον μόνο άνθρωπο που τον αγαπά πραγματικά: τη γυναίκα του. Ωραία ξεκινάει η ταινία: με αναφορά στους White Stripes και το γεγονός ότι το μοτίβο που δανείστηκαν από την κλασική μουσική στο «Seven Nation Army» έγινε βασικό μοτίβο συνθημάτων που ακούγεται σε διάφορα ποδοσφαιρικά γήπεδα ανά τον κόσμο. Συνεχίζει ωραία: ο Γκέοργκ μένει ενεός μπροστά στη βλακεία και την έλλειψη καλλιέργειας στον κόσμο.

Η ταινία είναι γεμάτη έξυπνες και αστείες σκηνές και μία τουλάχιστον υπέροχη γυναίκα, την πανέμορφη Crina Semciuc, που υποδύεται την Ρουμάνα κοπέλα του νέου φίλου (από τα παλιά) του Γκέοργκ. Ο Hader ξέρει να εκμεταλλεύεται άριστα τόσο τη μουσική υπόκρουση όσο και τα σκηνικά: οι σκηνές που λαμβάνουν χώρα στο χιόνι είναι απίστευτες – και όμορφες και αστείες. Από κάποια στιγμή και μετά, όμως, επαναλαμβάνεται και η αλήθεια είναι πως θα θέλαμε ένα πιο δυνατό φινάλε, που να μην έχει σχέση με την επιβεβαίωση της συζυγικής ευτυχίας. Κι έτσι όμως, μια χαρά ταινία μας προέκυψε!
Περισσότερα... »

Pieles PosterPieles
του Eduardo Casanova. Με τους Ana Polvorosa, Candela Peña, Carmen Machi, Macarena Gómez, Secun de la Rosa, Jon Kortajarena, Carolina Bang, Itziar Castro, Eloi Costa, Ana María Ayala


του Θόδωρου Γιαχουστίδη (@PAOK1969)

Ξεκινήσαμε την ημέρα μας λοιπόν με μια από τις πιο προκλητικές και... ροζ αλλά και μωβ ταινίες που έχουμε δει γενικότερα! Τίτλος της: Pieles του 26χρονου (!) πρωτοεμφανιζόμενου Eduardo Casanova (Panorama Special). Σε παραγωγή του Álex de la Iglesia (του οποίου τη νέα ταινία επίσης θα δούμε στο Βερολίνο) ο πιτσιρίκος γύρισε μια ταινία 77 μόλις λεπτών, η οποία θα συζητηθεί πολύ και λογικά θα είναι η ταινία που θα χαρακτηρίσει ολόκληρο το φεστιβάλ.

Pieles Quad Poster
Η υπόθεση: Η Σαμάνθα, η Κλαούντια, η Άννα, ο Κριστιάν διαφέρουν από τους υπόλοιπους κοινούς θνητούς. Αλλά διαφέρουν και μεταξύ τους. Τι τους ενώνει; Η παραμόρφωσή τους. Η Σαμάνθα έχει στη θέση του στόματος την κωλοτρυπίδα της και στη θέση της κωλοτρυπίδας της το στόμα της. Η Κλαούντια δεν είναι απλά τυφλή: δέρμα καλύπτει ολωσδιόλου την περιοχή των ματιών της. Η Άννα έχει το αριστερό μέρος του κεφαλιού της σαν να είναι λιωμένο. Και ο Κριστιάν θέλει να απαλλαγεί από τα πόδια του: θέλει να γίνει γοργόνος! Όλοι οι παραπάνω αλλά και άλλοι ακόμα ζουν κρυφά. Καθότι αναγνωρίζονται από τους «φυσιολογικούς» ως «φρικιά» σπάνια βγαίνουν έξω από εκεί που μένουν, για να κυκλοφορήσουν στους δρόμους. Κι αυτό επειδή μόλις γίνονται αντιληπτοί πέφτουν θύματα του χλευασμού και του ρατσισμού των υπολοίπων. Κι όμως, αυτό που θέλουν πάνω από όλα είναι να αγαπήσουν και να αγαπηθούν. Όπως όλοι οι άνθρωποι...

Η άποψή μας: Πώς θα ήταν το «Freaks» του Tod Browning εν έτει 2017; Ε, αυτό έκανε ο σίγουρα ταλαντούχος αλλά έχων ακόμα πολύ δρόμο για να φτάσει τα ινδάλματά του, Eduardo Casanova. Ένα κιτς υπερθέαμα με ιδιαίτερη αισθητική και αλμοδοβαρική ματιά, που δεν θα αφήσει κανέναν ασυγκίνητο! Ή καλύτερα, αδιάφορο. Κι αυτό επειδή μάλλον πολλοί θα είναι εκείνοι που θα κατακρίνουν την ταινία για επικίνδυνη έκθεση ασχήμιας. Η αρχική σκηνή της ταινίας θυμίζει κάπως την αρχή του «Νυκτόβια πλάσματα». Μια γυναίκα που έχει περάσει την πρώτη της νιότη και πλησιάζει πολύ στο να χαρακτηριστεί γραία, εμφανίζεται ολόγυμνη, με ένα σώμα χοντρό, πληθωρικό, «άσχημο». Είναι ιδρωμένη και συνομιλεί με έναν άνδρα «φυσιολογικό». Της λέει ότι η γυναίκα του βρίσκεται στο νοσοκομείο και γεννάει το γιο του. Γιατί όμως συνομιλεί με την παράξενη γραία, που φοράει ροζ φουφούλα πάνω από το αιδοίο της; Γιατί παλεύει με τον εαυτό του; Καταλαβαίνουμε πως βρίσκεται σε ένα πορνείο για πελάτες με ιδιαίτερα γούστα. «Αυτό που πάω να κάνω είναι άθλιο. Είμαι βρώμικος», λέει ο πελάτης, που προσπαθεί να φύγει αλλά κάτι τον κρατάει εκεί. «Δεν είσαι εσύ βρώμικος» του λέει η τσατσά. «Ο κόσμος μας είναι βρώμικος». «Κάποιοι άνθρωποι γεννήθηκαν να πονούν». «Κάποιοι άνθρωποι γεννήθηκαν για να υποφέρουν».

Ο Casanova δεν χάνει ευκαιρία να παίξει με τις φοβίες ημών των... φυσιολογικών σχετικά με την παραμόρφωση. Αυτό που είναι επίτευγμά του είναι πως από ένα σημείο και μετά ως θεατής δεν βλέπεις «τέρατα», φρικιά, αλλά ανθρώπους με σάρκα και οστά που απλά θέλουν να αγαπηθούν. Μέχρι να φτάσει σε αυτό το σημείο, όμως, πολλοί θα είναι οι θεατές που θα την έχουν... κάνει από την αίθουσα. Ας είναι. Το τελικό αποτέλεσμα τον δικαιώνει. Οι πολλές ιστορίες διαπλέκονται μεταξύ τους και στο τέλος δεν μπορούμε παρά να έχουμε ένα χάπι εντ ολκής! Όλοι μα όλοι βρίσκουν το ταίρι τους. Παραμορφωμένοι με παραμορφωμένους, παραμορφωμένοι με μη παραμορφωμένους, μη παραμορφωμένοι με μη παραμορφωμένους. Αγάπη ρε πούσις. Αγάπη μόνο. Τα διαπιστευτήριά του τα έδωσε ο μικρός. Κάποιες σκηνές του εντυπωσιάζουν: μα έντονα ροζ διαμάντια στη θέση των ματιών; Κάποιες σκηνές είναι απλώς κακόγουστες: τα εν λόγω διαμάντια κολυμπάνε στα σκατά, καθώς βγαίνουν από τον κώλο μιας πάνχοντρης πελάτισσας της Λάουρα, που της τα κλέβει, επειδή δεν έχει να πληρώσει τις υποχρεώσεις του εστιατορίου της.

Κάποιες ιδέες είναι σούπερ γουάου: στα φαρδιά και διάφανα τακούνια μιας παραμορφωμένης, αν θυμάμαι καλά, κολυμπάνε ψαράκια, καθώς τα τακούνια έχουν νερό! Εν πάση περιπτώσει, πολλά είπαμε και η συνέχεια επί της μεγάλης οθόνης (αν αγοραστεί η ταινία για διανομή στην Ελλάδα)...
Περισσότερα... »



Berlin International Film Festival 2017 Live

του Θόδωρου Γιαχουστίδη

67η Berlinale: Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου
Βερολίνο, θα τα πούμε του χρόνου!

Πάντα στο τέλος ενός κινηματογραφικού φεστιβάλ η κούραση συσσωρεύεται. Θα διαβάζετε τώρα μερικοί και θα σκέφτεστε: «Ποια κούραση ρε Γιαχουστίδη; Στα γούστα είσαι όλη την ώρα. Βλέπεις διασήμους, συναναστρέφεσαι με γκομενάκια, πας από πάρτι σε πάρτι και βλέπεις ταινίες. Τι κούραση μας τσαμπουνάς;». Η αλήθεια είναι ότι δεν σηκώνουμε τσιμεντογωνίες ούτε ρίχνουμε μπετά ούτε είμαστε όλη τη μέρα στο χωράφι για να μαζεύουμε φράουλες ξέρω 'γω, αλλά, ρε παιδιά, πως να σας πείσω: και το να βλέπεις ταινίες με ρυθμό πολυβόλου γίνεται κάποια στιγμή απωθητικόν! Τα περί γκομενακίων δε και πάρτεων, ξεχάστε τα. Δεν είμαι τέτοιος άνθρωπας! Όπως τα λέγαμε και με τον Γιώργο Παπαδημητρίου στην ανάπαυλα του ΠΑΟΚ – Σάλκε, όπου τα ρουφήξαμε τα τρία μας γκολάκια, υπάρχει και ο ψυχολογικός παράγοντας. Ιδίως όταν βλέπεις καμιά παπαριά στις κλειστές αίθουσες, σε πιάνουν και τα υπαρξιακά σου: «Η ζωή είναι εκεί έξω», «Και γιατί να μην ψάξω πρόσκληση για κανά πάρτι», «Και γιατί βλέπω τώρα αυτήν τη μαλατσία», «Και γιατί δεν πάω σε μουσεία, σε όπερες, να βολτάρω βρε αδελφέ». Να, τέτοια.

Όλη αυτή η εισαγωγή, τώρα, γίνεται, για να δικαιολογήσω γιατί άργησα τόοοοοοσο πολύ να στείλω την τελευταία ανταπόκριση. Εδώ, δόθηκαν τα βραβεία (τα παραθέτουμε συνοπτικά στο τέλος του κειμένου) κι εμείς ακόμα δεν στείλαμε την τελευταία ανταπόκριση! Ας είναι. Κάλιο αργά παρά ποτέ. Κάλιο αβγά παρά πουρέ. Ιδού λοιπόν τι είδαμε πριν αποχωρήσουμε από τη γερμανική πρωτεύουσα. Που, για να πω την αμαρτία μου, φέτος είμαι πολύ ικανοποιημένος από αυτά που είδα. Περιορίστηκαν οι παπαριές και είδα και πολύ καλό πράγμα. Τελικά, η καλή προετοιμασία αποδίδει καρπούς – ισχύει και στο ποδόσφαιρο!!!

Ana, mon amour Berlinale 2017

Στην τελευταία μας ανταπόκριση λοιπόν δεν θα ασχοληθούμε με τρεις μόνο ταινίες, όπως κάναμε στις προηγούμενες επτά. Όχι, εδώ θα παρουσιάσουμε πέντε ταινίες. Μην τρομάζετε βρε, αφού τα γράφουμε χαριτωμένα. Και ξεκινάμε με ταινία από το διαγωνιστικό τμήμα. Ο γεννημένος την Πρωτομαγιά του 1975 Ρουμάνος Cãlin Peter Netzer ήρθε στο Βερολίνο με την τέταρτη μεγάλου μήκους ταινία του Ana, mon amour, τέσσερα χρόνια μετά το «Οικογενειακή υπόθεση» (Pozitia copilului), που του είχε χαρίσει τη Χρυσή Άρκτο! Και τούτη η ταινία του δεν έφυγε από το φεστιβάλ με άδεια χέρια: τιμήθηκε με την Αργυρή Άρκτο Καλλιτεχνικού Επιτεύγματος για το μοντάζ της Dana Bunescu, που η αλήθεια είναι πως μεγάλο μέρος της όποιας επιτυχίας της ταινίας, βασίζεται σε αυτό!

Η υπόθεση: Η Άννα και ο Τομά συναντιούνται στο πανεπιστήμιο. Η έλξη που νιώθουν ο ένας για τον άλλο είναι πολύ ισχυρή. Δεν θα μπορούσαν παρά να συνάψουν ερωτική σχέση, τόσο δυνατή και τόσο δυναμική, όση και η ανάγκη που έχουν ο ένας για τον άλλο. Η σχέση της Άννας με την οικογένειά της είναι πολύπλοκη. Επίσης, η Άννα υποφέρει από σοβαρές κρίσεις πανικού. Η οικογένεια του Τομά είναι πιο... φυσιολογική και ανήκει στη μεσαία τάξη. Και ο Τομά από τη μια σοκάρεται και από την άλλη γοητεύεται από τη βαθιά απόγνωση που συναντά στη σύντροφό του όταν εκείνη βιώνει τις κρίσεις πανικού. Τη στηρίζει όμως ουσιαστικά και την πηγαίνει σε μια σειρά από γιατρούς. Την ίδια στιγμή οι δυο τους απομονώνονται από φίλους και συγγενείς. Η αδυναμία της Άννας φαίνεται να κάνει τον Τομά πιο δυνατό. Όταν η Άννα μένει έγκυος ξεκινάει μια ειδική θεραπεία ψυχανάλυσης από την οποία βγαίνει πολύ πιο δυνατή και ολοκληρωμένη ως προσωπικότητα. Την ίδια ώρα, ο κόσμος του Τομά αρχίζει να καταρρέει...

Η άποψή μας: Έρωτας στα χρόνια της ψυχανάλυσης λοιπόν! Ο Ρουμάνος σκηνοθέτης δεν θέλει να αναφερθεί μόνο στο... τέλος μιας σχέσης, αλλά να μας τη δομήσει και να την αποδομήσει στα εξ ων συνετέθη! Το σχέδιό του είναι μεγαλεπήβολο και δεν παρεκκλίνει καθόλου από την πορεία του. Η ταινία του είναι σαν να έχει βάλει ένα ζευγάρι κάτω από έναν μεγεθυντικό φακό και να το παρακολουθεί με την ακρίβεια εντομολόγου. Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό αν μη τι άλλο. Το ζευγάρι, όμως, ασφυκτιά. Όπως και οι θεατές από ένα σημείο και μετά. Στην εισαγωγή της αναφοράς μας για τη συγκεκριμένη ταινία σημειώσαμε τη βράβευση της μοντέρ της ταινίας στο φεστιβάλ. Η αλήθεια είναι πως εξαιτίας της η ταινία έχει τη συγκεκριμένη μορφή. Θέλω να πω, έχουμε δει χιλιάδες φορές ταινίες να αφηγούνται μια ερωτική ιστορία με κλασική, γραμμική μορφή. Έχουμε δει, σπανιότατα (όπως στο «5Χ2») μια ερωτική ιστορία από το τέλος προς την αρχή. Εδώ, βλέπουμε μια ερωτική σχέση... ψυχαναλυτικά! Χωρίς χρονική σειρά! Τα μόνα στοιχεία για να προσδιορίσουμε το που βρισκόμαστε κάθε φορά στη σχέση του ζευγαριού είναι η ύπαρξη του παιδιού και τα... μαλλιά του πρωταγωνιστή! Το μοντάζ δομεί το παράξενο κουβάρι, το πολύπλοκο παζλ που είναι μια ερωτική σχέση και γοητεύει τον θεατή. Οι πολλές κουβέντες όμως κουράζουν. Και η πολύ ψυχανάλυση.

Το συμπέρασμα είναι απλό: κάθε σχέση, πόσο μάλλον οι ερωτικές, είναι σχέση εξουσίας. Υπάρχει ο κυρίαρχος και ο «υπό». Καμία σχέση με ισότητα! Το πράγμα (δυστυχώς;) δουλεύει όταν οι σχέσεις αυτές είναι ξεκάθαρες. Έλα όμως που μια σχέση, όπως η ζωή, είναι δυναμική. Και η δυναμική μπορεί να αλλάξει. Και ο κυρίαρχος, χωρίς να το καταλάβει, να γίνει ο «υπό». Παρά τον τίτλο της, η ταινία έχει στο επίκεντρό της τον Τομά. Τον Τομά παρακολουθούμε περισσότερο. Υπό το δικό του βλέμμα βλέπουμε τη σχέση. Με τις δικές του εξομολογήσεις στον ψυχίατρο μαθαίνουμε μυστικά και ψέματα. Και αποκαλύπτονται πολλά και ενδιαφέροντα για καταπιεσμένες επιθυμίες και για ταμπού της ρουμάνικης κοινωνίας. Ο Netzer θέλει να είναι όσο το δυνατόν πιο ρεαλιστής – αν θα του το επέτρεπαν οι εμπορικές προοπτικές, θα έκανε την ταινία του ντοκιμαντέρ. Στο πλαίσιο αυτό δεν αυτολογοκρίνεται: η εκσπερμάτωση του Τομά στο γυμνό κορμί της Άννας δεν υπαινίσσεται: μας δίνεται φόρα παρτίδα, χωρίς μοντάζ, χωρίς να εστιάζει εκεί ο σκηνοθέτης αλλά και χωρίς να αποκρύπτει πως το χύσιμο είναι τμήμα της ερωτικής διαδικασίας, έτσι; Η εμμονή αυτή με το πραγματικό, όμως, γίνεται μανιέρα και κάποιες στιγμές πετάει τους θεατές έξω. Ας είναι.

Μεγάλη ταινία, δύσκολο εγχείρημα, τρομερό επίτευγμα, ολίγον τι αντιτουριστικό, αλλά... έτσι είναι ο έρωτας! Στο τέλος, τα έρημα αρσενικά, ευνουχισμένα και χωρίς ρόλο, αναρωτιόμαστε τι δεν πήγε καλά. Άτιμε φεμινισμέ...

El bar Berlinale 2016

Η τελευταία ταινία του Álex de la Iglesia που είδαμε εμπορικά στη χώρα μας ήταν το «Η τελευταία ακροβάτις της Μαδρίτης» (Balada triste de trompeta, 2010) – το τραγούδι που έδωσε τον πρωτότυπο τίτλο στην ταινία, το έχω ακόμα στο μυαλό μου: απίστευτη τραγουδάρα! Και πολύ σημαντική ταινία! Από τότε ο καλτ Ισπανός σκηνοθέτης έχει γυρίσει άλλες τρεις ταινίες, που δεν είδαμε στη χώρα μας. Την τέταρτη από το 2010 και τελευταία του ως τώρα την είδαμε στη Berlinale στο επίσημο τμήμα, αλλά εκτός συναγωνισμού. Τίτλος της: El bar. Άραγε, θα την πάρει κάποιος Έλληνας διανομέας για προβολή στη χώρα μας; Μήπως την πήρε ήδη κάποιος; Ή θα πρέπει να περιμένουμε την επόμενη ταινία του, την ισπανική εκδοχή στο ιταλικό «Perfetti sconosciuti» του οποίου την ελληνική εκδοχή, το «Τέλειοι ξένοι», το είδαμε φέτος από τον Θοδωρή Αθερίδη;;;

Η υπόθεση: Είναι ένα πρωινό, φαινομενικά όπως όλα τα άλλα, σε ένα μπαρ στο τουριστικό κέντρο της Μαδρίτης. Υπάρχουν οι τακτικοί θαμώνες, η ιδιοκτήτρια, ο υπάλληλος και τυχαίοι περαστικοί. Ξαφνικά, μπαίνει μέσα ένας χοντρός κύριος, που ψάχνει για την τουαλέτα. Κάτι δεν πάει καλά με αυτόν: το πρόσωπό του είναι παραμορφωμένο και ο ίδιος είναι ιδρωμένος. Λίγο μετά την είσοδό του, ο πρώτος πελάτης που πάει να βγει από το μπαρ, πυροβολείται! Όσοι είναι μέσα στο μπαρ, έντρομοι, προσπαθούν να καταλάβουν τι ακριβώς συμβαίνει! Ένας δεύτερος θαμώνας, που θέλει να βοηθήσει τον πρώτο πυροβολημένο, βγαίνει επίσης από το μπαρ και πυροβολείται και αυτός! Οι εγκλωβισμένοι τα χάνουν! Μα τι ακριβώς συμβαίνει; Ο ένας τα βάζει με τον άλλο, λογομαχούν, μαλώνουν. Κι τρώγονται μεταξύ τους, χωρίς να το καταλάβουν, τα δύο πτώματα εξαφανίζονται! Κι όχι μόνον αυτό: τα κινητά όσων είναι μέσα στο μπαρ δεν έχουν σήμα, στην περιοχή δεν κινείται απολύτως τίποτα και η τηλεόραση στις ειδήσεις μιλάει για αποκλεισμό λόγω ατυχήματος. Γιατί συμβαίνουν όλα αυτά; Και πως θα μπορέσουν να επιβιώσουν;

Η άποψή μας: Ο de la Iglesia είναι μάστορας του να παρουσιάζει κάτι πολύ σοβαρό ως εξευτελιστικά διασκεδαστικό! Σαν να ακυρώνει με έναν μαγικό τρόπο την πολιτική ορθότητα και να βαράει κατά ριπάς «προσβολές» προς το βλέμμα του αποσβολωμένου θεατή. Μόνο που, εδώ, την πάτησε. Θέλω να πω, και πάλι ενδιαφέροντα πράγματα έχει να πει. Αλλά να μωρέ, σαν να έχει χάσει λίγο την αιχμηρότητά του. Σαν να ήθελε να το παίξει λίγο safe. Στην αρχή της ταινίας κι ενόσω δεν μας δίνεται κάποια απτή αξήγηση για το για ποιον λόγο πυροβολούνται οι θαμώνες του συγκεκριμένου μπαρ σαν τα κοτόπουλα, νιώθουμε ότι παρακολουθούμε κάτι σαν μια εντελώς meta εκδοχή του «Εξολοθρευτή άγγελου»! Οι θαμώνες δεν μπορούν να βγουν – είναι εγκλωβισμένοι στο μπαρ και δεν ξέρουν γιατί! Όταν όμως μας δίνεται η εξήγηση που μας δίνεται (δεν θα κάνω σπόιλερ, προς Θεού να πούμε), είναι τόσο downer όλο αυτό που σε χαλάει. Αντί δηλαδή ο σκηνοθέτης να εμμείνει σε ένα μεταφυσικό whodunnit and why, επιλέγει τη ρασιοναλιστική οπτική των πραγμάτων, για να μην χάσει το μεγάλο κοινό.

Η αλήθεια είναι πως... μεγάλο κοινό ποτέ δεν είχαν ποτέ οι ταινίες του, κάτι που μάλλον δεν θα αλλάξει ούτε με αυτήν αλλά τέλος πάντων! Το να μας δείχνει υπονόμους γεμάτους σκατά στους οποίους πρέπει να βυθιστούν καθωσπρέπει εκπρόσωποι της αστικής δημοκρατίας, εντάξει, έχει τον χαβά του. Αλλά δεν μας λέει κάτι πέρα από τα προφανή. Ότι δηλαδή σε μια κρίσιμη κατάσταση συμβαίνουν ταυτόχρονα και αδιαίρετα και το «ο θάνατός σου η ζωή μου» και το «πάμε όλοι μαζί παιδιά, θα τα καταφέρουμε». Και εγωισμός και αίσθημα αυτοσυντήρησης αλλά και συλλογική προσπάθεια και αλτρουισμός. Οι λάτρεις του σκηνοθέτη μάλλον δεν θα μείνουν ικανοποιημένοι, ίσως πάντως να προσθέσει νέους φίλους του έργου του. Εμείς, αν κάτι πρέπει να διαλέξουμε και να ξεχωρίσουμε από την ταινία είναι η θεάρα Blanca Suárez, που παίζει την Ελένα. Η σκηνή όπου, φορώντας μόνο τα κατάλευκα εσώρουχά της, πασαλείβεται με λάδι προκειμένου να... γλιστρήσει και να χωρέσει από μια τσιμεντένια τρύπα, η οποία οδηγεί από το υπόγειο του μπαρ, στο αποχετευτικό σύστημα της Μαδρίτης, προκαλεί μεγάλο, εθνικό ξεσηκωμό! Έτσι!

Kaygı Berlinale 2017

Οι Τούρκοι συνεχίζουν να μας βάζουν τα γυαλιά με τον κινηματογράφο που φτιάχνουν. Πχ, η ταινία Kaygı της Ceylan Özgün Özçelik, που προβλήθηκε στο τμήμα Panorama Special. Η σκηνοθέτιδα (που δούλεψε δύο χρόνια και ως κριτικός κινηματογράφου σε μεγάλο τηλεοπτικό κανάλι της χώρας της!) είναι 37 ετών, έχει πίσω της δυο μικρού μήκους ταινίες και αυτή είναι η πρώτη της μεγάλου μήκους. Και είναι τόσο δυνατή, τόσο σύγχρονη, τόσο σπουδαία, τόσο τολμηρή, που σε κάνει να αναρωτιέσαι αν έχει κάτι το... νερό στη γείτονα χώρα!

Η υπόθεση: Η Χασρέτ είναι μια 30χρονη κοπέλα που δουλεύει σε ένα μεγάλο τηλεοπτικό κανάλι της Τουρκίας. Το μότο του καναλιού είναι: «Ό,τι βλέπετε είναι η αλήθεια. Ό,τι ακούτε είναι η αλήθεια»! Ξαφνικά, τα πράγματα αρχίζουν να αλλάζουν. Στους μοντέρ δίνονται κατευθυντήριες οδηγίες να μην σχολιάζουν δηλώσεις συγκεκριμένων πολιτικών και να κόβουν δηλώσεις άλλων πολιτικών, οι ειδήσεις γενικώς μανιπουλάρονται και η χρήση των κοινωνικών δικτύων απαγορεύεται δια ροπάλου. Η Χασρέτ, που ετοίμαζε ένα τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ για το κανάλι, προς μεγάλη της δυσαρέσκεια και παρά τις διαμαρτυρίες της, μετατίθεται στο τμήμα μοντάζ. Η καθημερινότητα στο χώρο εργασίας της φαίνεται πως αρχίζει να επηρεάζει την ψυχική της υγεία. Στο διαμέρισμά της αρχίζει να έχει παραισθήσεις και να βλέπει εφιάλτες: παράξενοι ήχοι ακούγονται, οι τοίχοι κινούνται και οι κουρτίνες πιάνουν φωτιά. Και αρχίζει να αναρωτιέται για κάτι ακόμα, περισσότερο απειλητικό: μήπως οι αγαπημένοι της γονείς δεν σκοτώθηκαν σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα πριν από 20 χρόνια, όπως τις έχουν πει; Μήπως της κρύβουν κάτι, πιο τρομακτικό;

Η άποψή μας: Πραγματικό κατόρθωμα τούτη η ταινία. Μια ταινία της οποίας το σενάριο αναπτύχθηκε με τη βοήθεια του ινστιτούτου Σάντανς. Μια ταινία η οποία πήρε χρήματα από το Υπουργείο Πολιτισμού της Τουρκίας. Κι όλα αυτά ενώ τα χώνει πανταχόθεν στην κυβέρνηση Ερντογάν! Μιλάει ξεκάθαρα για κατευθυνόμενα media, για ανελευθερία στον Τύπο, για ανελευθερία στην προσωπική έκφραση. Και προχωράει ακόμα παραπέρα: μιλάει για μαζική ύπνωση! Σαν η χώρα, η Τουρκία, να έχει κατακτηθεί από τους εξωγήινους του «Ζουν ανάμεσά μας» και κανείς να μην... θυμάται τίποτε! Οι ειδήσεις συμβάλλουν στη μαζική ύπνωση. Και τεράστιοι, ομοιόμορφοι ουρανοξύστες υψώνονται κατά δεκάδες σε ολόκληρη τη χώρα, αλλάζοντας τη μορφολογία της, συμβάλλοντας επίσης στο σβήσιμο της μνήμης. Γιατί, κάτι άλλο ήταν χτισμένο κάποτε εκεί που τώρα ανυψώνονται μεγαθήρια, σωστά;

Η ταλαντούχα σκηνοθέτιδα, με την οποία θα ασχοληθούμε σίγουρα και στο μέλλον, λέει όσα λέει επιλέγοντας εύστοχα τη φόρμα του ψυχολογικού θρίλερ. Δεν είναι τυχαίο πως, ιδίως οι σκηνές στο διαμέρισμα, θυμίζουν την «Αποστροφή» του Polanski! Μόνο που η συγκεκριμένη πρωταγωνίστρια, εν αντιθέσει με την Deneuve, δεν τρελαίνεται λόγω καταπιεσμένης σεξουαλικότητας αλλά αρχίζει να θυμάται. Μόνη της εναντίον όλων, χωρίς καμία βοήθεια από πουθενά, με φανερή αμφισβήτηση από τους πάντες. Δεν τρελαίνεται, θυμάται. Εξαιρετική ταινία, που δεν χαρίζεται στον θεατή (θέλω να πω, οι εμπορικές της δυνατότητες είναι περιορισμένες) αλλά μας χαρίζει σπουδαίες στιγμές και σηματοδοτεί τη γέννηση ενός σπουδαίου ταλέντου. Η μοναδική τούρκικη ταινία φέτος στο Βερολίνο κάνει και μια τελική αναφορά στο γεγονός που έδωσε την έμπνευση για να γυριστεί. Στις 2 Ιουλίου 1993 στη Σεβάστεια, στην Ανατολική Τουρκία, φανατικοί Ισλαμιστές επιτέθηκαν στο ξενοδοχείο Madımak όπου διεξάγονταν πολιτιστικό φεστιβάλ των Αλεβιτών και έβαλαν φωτιά προκαλώντας το θάνατο 33 Αλεβιτών καλλιτεχνών και δύο υπαλλήλων του ξενοδοχείου. Το γεγονός αυτό είναι γνωστό ως Σφαγή της Σεβάστειας. Κι άντε άμα θες, ξέχασέ το...

When the Day Had No Name Berlinale 2017

Αντίθετα με τη συνάδελφό της, η επίσης Βαλκάνια Teona Strugar Mitevska από τη FYROM, δεν καταφέρνει να κάνει καλή ταινία με το When the Day Had No Name, που προβλήθηκε και αυτή στο τμήμα Panorama Special. Η σκηνοθέτιδα του «Είμαι από το Τίτο Βέλες» ξεκίνησε, όπως η Τουρκάλα συνάδελφός της, ορμώμενη από ένα πραγματικό γεγονός, το τελικό αποτέλεσμα, όμως, δεν τη δικαιώνει...

Η υπόθεση: Απρίλιος 2012, λίγο πριν το Πάσχα. Ο Μίλαν, ο Πέταρ, ο Ράπε, ο Άσε και ο Βλάνταν είναι όλοι έφηβοι. Και σαν όλους τους έφηβους παντού στον κόσμο βιώνουν ανάλογες καταστάσεις: δυσλειτουργικές οικογένειες, έλλειψη χρημάτων και μια απροσδιόριστη ελπίδα για το μέλλον. Αποφασίζουν να πάνε εκδρομή για ψάρεμα σε μια λίμνη λίγο έξω από τα Σκόπια. Μέσα στις επόμενες 24 ώρες θα γνωρίσουν ο ένας τον άλλο καλύτερα και θα αφήσουν τις μάσκες τους να πέσουν. Θα παίξουν με τα αισθήματα ο ένας του άλλου, θα χορέψουν με παλιά ποπ τραγούδια, θα μαλώσουν με μερικούς Αλβανούς και θα νοικιάσουν μια πιτσιρίκα για να την πηδήξουν ο ένας μετά τον άλλο σε ένα άθλιο διαμέρισμα (η σειρά έχει σημασία). Κι όλα αυτά προσπαθώντας να βρουν έναν τρόπο να εκφράσουν το πάθος τους για τη ζωή σε μια κοινωνία που τους πλακώνει...

Η άποψή μας: Οι τέσσερις από τους πέντε νεαρούς θα βρεθούν δολοφονημένοι στις όχθες της λίμνης, σε μια ιστορία που συγκλόνισε πριν λίγα χρόνια την κοινωνία των Σκοπίων κι ακόμα δεν έχει διαλευκανθεί. Πρώτο, χοντρό, πάρα πολύ χοντρό φάουλ της Mitevska: αφήνει να εννοηθεί πως η δολοφονία ήταν έργο των Αλβανών με τους οποίους μάλωσαν τα παιδιά στο πέρασμα της μέρας. Δίνει δηλαδή στην ταινία της εθνικιστικό περιεχόμενο από το πουθενά! Έτσι κι αλλιώς το γειτονικό κρατίδιο έχει θέμα εθνικής ταυτότητας, δανείζεται από αλλού και ταλανίζεται από την ισχυρή παρουσία Αλβανών εκεί. Κι ένα από τα σχέδια που επί χρόνια ακούγονται είναι πως η FYROM θα διαλυθεί, ένα τμήμα της θα δοθεί στην Αλβανία κι ένα άλλο στη Βουλγαρία (για την Ελλάδα ούτε λέξη, μουάχαχαχαχαχαχα).

Αλλά και χωρίς την εθνικιστική κορώνα, η ταινία δεν είναι καλή. Γιατί η wasted youth που παρουσιάζει εξαντλείται πολύ γρήγορα ως χαρακτηριστικά. Σε ταινία συνολικής διάρκειας 84 λεπτών με τους τίτλους τα 35 τουλάχιστον λεπτά λαμβάνουν χώρα μέσα και κυρίως έξω από το διαμέρισμα όπου η τσακαλοπαρέα πάει να πηδήσει την κοπελίτσα! Επί χρήμασι, εννοείται. Και το τι λένε περιορίζεται στο πόσο μεγάλη την έχουν ή αν έχουν ξανακάνει σεξ και πότε και αν λένε ψέματα, ξεμπροστιάζοντας ο ένας τον άλλο. Λίγα πράγματα, πρόκληση για την πρόκληση και φτηνές ψυχαναλύσεις του τύπου «πουθενά οι πατεράδες», «οι μητέρες είναι ή θετές ή κατατονικές» και «το μέλλον της χώρας ανήκει στις γυναίκες». Ok, προσπερνάμε...

Golden Exits Berlinale 2017

Τελευταία ταινία για την οποία θα σας μιλήσουμε είναι το Golden Exits του Alex Ross Perry, που μετά την προβολή της στο φεστιβάλ του Σάντανς έλαβε μέρος και στη Berlinale, στο τμήμα Forum. Να είναι καλά η Faliro House του Κωνσταντακόπουλου, γιατί διαφορετικά ο ανεξάρτητος Αμερικάνος σκηνοθέτης δεν θα μπορούσε να γυρίσει καμία μα καμία ταινία, ποτέ!

Η υπόθεση: Η Ναόμι είναι μια όμορφη νεαρή κοπέλα από την Αυστραλία, που πηγαίνει στη Νέα Υόρκη προκειμένου να δουλέψει για τον Νικ. Τι δουλειά κάνει ο Νικ; Αρχειοθέτης! Η τελευταία του δουλειά είναι να αρχειοθετήσει τα προσωπικά αντικείμενα και τα κείμενα του νεκρού πατέρα της συντρόφου του, της Αλίσα. Είναι Απρίλιος και η δουλειά πρέπει να ολοκληρωθεί γρήγορα. Ο Νικ πήρε τη δουλειά από την αδελφή της Αλίσα, την Γκουέν. Οι δύο αδελφές δεν εμπιστεύονται τον Νικ σε ότι αφορά τις νεαρές βοηθούς που κατά καιρούς παίρνει στο γραφείο του – τους έχει δώσει βέβαια κι αυτός τα ανάλογα δικαιώματα. Η Ναόμι δεν γνωρίζει κανέναν στην πόλη εκτός από τον Μπάντι, τον οποίο είχε συναντήσει όταν ήταν παιδί. Ο Μπάντι είναι ιδιοκτήτης στούντιο ηχογραφήσεων το οποίο διευθύνει η σύζυγός του, η Τζες, που ήταν υπάλληλός του. Η καλύτερη φίλη της Τζες είναι η Σαμ, η οποία είναι προσωπική βοηθός της Γκουέν. Και η άνοιξη προχωρά και δίνει σιγά σιγά τη θέση της στο καλοκαίρι...

Η άποψή μας: Πραγματικά, λαμπάδα πρέπει να ανάβει ο Alex Ross Perry στον Χρήστο Κωνσταντακόπουλο της Faliro House. Έχω δει τις τρεις από τις πέντε μεγάλου μήκους ταινίες του. Κάθε φορά κάνει το ίδιο πράγμα. Κάθε φορά λέω πως δεν θα δω την επόμενη ταινία του. Κι όμως τη βλέπω! Και το μετανιώνω! Κάθε φορά! Οι ιστορίες που αφηγείται, δεν μπορώ να πω, έχουν ενδιαφέρον, σε μυθιστορηματικό επίπεδο. Θα μπορούσαν δηλαδή να γίνουν μια χαρά βιβλία. Κι έχει τον τρόπο να ελκύει πάντα πολύ καλούς ηθοποιούς για να παίξουν στα φιλμ του. Εδώ πχ παίζουν μεταξύ των άλλων οι Emily Browning, Mary-Louise Parker, Chloë Sevigny, Analeigh Tipton και ο πάντα απαραίτητος Jason Schwartzman! Οι ταινίες του όμως, αχ, οι ταινίες του: το χειρότερο είδος του ανεξάρτητου αμερικάνικου κινηματογράφου. Και καλά μπεργκμανικές και καλά αποστασιοποιημένες και καλά βαθιές μέσα στην μπανάλ καθημερινότητα που μας μεταφέρουν. Ο θεατής απλά δεν μπορεί να ταυτιστεί με κανέναν. Δεν υπάρχει κανενός είδους συναισθηματική εμπλοκή. Αδιαφορία υπάρχει. Τόσο μπουρδούκλωμα σε ότι αφορά τις αισθηματικές σχέσεις, τόσο άδειες από συναισθήματα ζωές, τόση ψύχρα μέσα στο καλοκαίρι! Και τόσο χοντρός κόκκος, ήμαρτον!

Και, για να κλείσουμε, σκεφτόμαστε από τη μια, στην επόμενη παρουσία μας σε φεστιβάλ, οι ανταποκρίσεις μας να είναι ανά φιλμ κι όχι συνολικές (πιο εύκολα διαβάζει κανείς μέχρι 700 – 800 λέξεις, παρά 2000 και 3000 χιλιάδες, σωστά;) και από την άλλη, εδώ σας παραθέτουμε τη λίστα με τους νικητές του φεστιβάλ:

Αναλυτικά τα βραβεία του 67ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου:

- Χρυσή Άρκτος: «Testről és lélekről» της Ildikó Enyedi (Ουγγαρία)
- Αργυρή Άρκτος - Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής: «Félicité» του Alain Gomis (Γαλλία, Σενεγάλη)
- Αργυρή Άρκτος Alfred Bauer Κινηματογραφικής Πρωτοπορίας: «Pokot» της Agnieszka Holland (Πολωνία)
- Καλύτερη Σκηνοθεσία: Aki Kaurismäki για το «Toivon tuolla puolen» (Φινλανδία)
- Καλύτερη Ανδρική Ερμηνεία: Georg Friedrich για το «Helle Nächte» (Γερμανία)
- Καλύτερη Γυναικεία Ερμηνεία: Kim Min-hee για το «Bamui haebyun-eoseo honja» (Νότια Κορέα)
- Βραβείο Σεναρίου: Sebastián Lelio, Gonzalo Maza για το «Una mujer fantástica» (Χιλή)
- Βραβείο Καλλιτεχνικού Επιτεύγματος: Dana Bunescu για το μοντάζ της ταινίας «Ana, mon amour» (Ρουμανία).
Θοδωρής Γιαχουστίδης

Berlin International Film Festival 2017 Live
Περισσότερα... »