Baby Driver PosterBaby Driver, 
του Edgar Wright. Με τους Ansel Elgort, Kevin Spacey, Lily James, Eiza González, Jon Hamm, Jamie Foxx, Jon Bernthal


I wonder how your engines feel...
του zerVo (@moviesltd)

Όπως συνέβη στην περίπτωση του, μάλλον λησμονημένου από τα 1978, The Driver, με τον μορφονιό της εποχής Ryan O'Neal να κάθεται πίσω από το βολάν, φιλμ που με χρονική κατάταξη όρισε το υπο-είδος, έτσι ακριβώς έγινε και δεκαετίες αργότερα, στο στυλιζαρισμένο Drive του 2011, με έναν άλλον Ryan, εξίσου χωστό όπως ο Gosling, να αλλάζει τις ταχύτητες στο σασμάν. Οι έτσι κι αλλιώς ενδιαφέρουσες heist movies, χάρη στην ευρηματική μέθοδο ανάπτυξης των ληστειών που περιγράφουν, απέκτησαν μια ιδιόμορφη προέκταση στην σχεδίαση τους; θέτοντας στο επίκεντρο όχι εκείνους που κρατούν τα πολυβόλα και φωνάζουν "Ακίνητοι", μα εκείνον τον αόρατων συνήθως, που με το χέρι στο τιμόνι και την μηχανή αναμμένη, καρτερούν το αγχωμένο πρόσταγμα "Ξεκίνα". Και η περίπτωση του Baby Driver, είναι μια πραγματικά σημαντική προσθήκη σε αυτή την αλυσίδα, που κεντρικός αστέρας είναι ο πιλότος και ουχί ο πιστολέρο.

Baby Driver Wallpaper
Λιγομίλητος, χαμηλών τόνων και μετριοπαθής, ο Μπέιμπι διαθέτει ένα σπουδαίο αυτοδίδακτο χάρισμα, στον αέρινο τρόπο που καταφέρνει να οδηγεί γρήγορες και πανάκριβες κούρσες στους δρόμους της Ατλάντα. Ικανότητα που δεν θα περάσει απαρατήρητη από τον μετρ στον σχεδιασμό ενόπλων ληστειών τραπεζών, ταχυδρομείων και πάσης φύσεως θησαυροφυλακίων, Ντοκ, που θα του αναθέσει τον ρόλο του οδηγού των ριψοκίνδυνων αποστολών, γνωρίζοντας εκ των προτέρων πως με ευκολία θα ξεφύγουν κλέφτες και λεία από τον στενό καταδιωκτικό κλοιό των αστυνομικών αρχών. Μάλιστα το εκκεντρικό αφεντικό, λειτουργώντας εκτός του προσωπικού κανόνα, ποτέ να μην χρησιμοποιεί την ίδια συμμορία σε δύο συνεχόμενα κόλπα, έχει μονιμοποιήσει τον μικρό στο κοκπιτ, θεωρώντας τον κάτι σαν χάντρα θαλασσιά του.

Συνεργασία όμως, παράνομη και παράτολμη, που δεν συνάδει με τα θέλω του νεαρού, που αναμένεται να λήξει σύντομα, καθώς το πρότερο χρέος του στον Ντον ολοκληρώνεται. Συνεπώς μια καινούργια, ελεύθερη, αδέσμευτη και το βασικότερο τίμια ζωή, καρτερεί τον Μπέιμπι, ειδικά από την στιγμή που ο έρωτας θα σημαδέψει την καρδούλα του, για τα όμορφα μάτια της σερβιτόρας του τοπικού καφέ, Ντέμπορα. Και θα γεννήσει στο μυαλό του την ιδέα, του να φύγουν μαζί, αγκαλιασμένοι κι ερωτευμένοι, για έναν κόσμο άλλο και μακρινό, που δεν θα του θυμίζει τίποτα από το μυστικό του, εκτός νόμου, παρελθόν. Όταν οι άνθρωποι κάνουν σχέδια, κάποιος εκεί ψηλά ξεκαρδίζεται, όμως...

Γιατί μπορεί ο πιτσιρίκος να επιθύμησε να βάλει τελεία και παύλα στο χθες, εκείνο όμως δεν θα σταματήσει δευτερόλεπτο να τον κατατρέχει, με σπουδαιότερη μανία από εκείνη που κοντράρει στις λεωφόρους τα μπατσικά. Και αναγκαστικά ο Μπέιμπι, μπροστά στον κίνδυνο να ταλαιπωρηθούν πρόσωπα του αγαπημένα, θα επιστρέψει στον δρόμο τον κακό, στο σούλαρε και φεύγα και στην συντροφιά με αποβράσματα του υποκόσμου, όπως ο αμείλικτος Μπατς, που δεν υπολογίζει ανθρώπινη υπόσταση ή το ζευγάρι των σε νιρβάνα τζάνκις, της Ντάρλινγκ και του Μπάντυ, που είναι πρόθυμοι να κάνουν το παν, για να γεμίσουν τις καλομαθημένες τσέπες τους με αιματοβαμμένα ντόλαρς.

Σε αυτόν τον κόσμο, δυστυχώς, είναι παγιδευμένος ο Οδηγός και ακόμη ατυχέστερα γι αυτόν, δεν διαφαίνεται η παραμικρή αχτίδα εξιλέωσης και σωτηρίας στον ορίζοντα. Μοναδικό γιατρικό, που ευφραίνει την ζορισμένη από τα μικράτα του - ως αυτόπτης μάρτυρας του τροχαίου, που του στέρησε την λατρεμένη του μητέρα - ψυχούλα του, το ζεστό χαμόγελο της (πλατωνικά προς το παρόν) καλής του, όπως το ορίζει με ροζουλί γοητεία η Cinderella Lily James. Καταφύγιο και ασπίδα του, τα ακουστικά, το φορητό του γουόκμαν και οι σοφά επιλεγμένες μουσικές του λίστες, που με ιδιαίτερο κόπο και προσοχή έχει συντάξει ο Μπέμπι την παραμονή του κάθε ληστρικού τρικ, δίχως τις οποίες δεν μπορεί καν να κινηθεί. Οι νότες κι οι στίχοι ορίζουν το λειτουργικό του σύστημα. σημαίνοντας του τον ηλεκτρικό αυτό παλμό που χρειάζεται, για να πάρει μπροστά.

Επεκτατικά λοιπόν, οι μελωδίες που αναπαραγάγει το i-pod, δεν κλειδώνονται στα αυτιά του ήρωα μας, αλλά ορίζουν το φυσικό σάουντρακ που συνοδεύει το κάθε πλάνο λαμβάνει χώρα, ταχύ (συνήθως) ή πιο ήρεμου τέμπο, στήνοντας με ιδιόμορφη μέθοδο το σενάριο που τυλίγει την δράση. Το γοητευτικότερο στην παρούσα περίπτωση είναι το γεγονός πως οι πασίγνωστοι καλλιτέχνες που δίνουν το παρόν στις playilists, δεν συμμετέχουν με τις πιο φημισμένες τους επιτυχίες, κάτι που ωθεί τον θεατή να δώσει βάση στους (σε αρκετές περιπτώσεις άγνωστους) στίχους - αναπόσπαστο στοιχείο της πλοκής. Δεδομένα λοιπόν όπου παίζει τραγουδάκι ονομαστό, χιτ που λέμε, το πράγμα τσουλάει ανετότερα και ασφαλέστερα. Όπου όχι, pick up your ears, παίζει λόγος σημαντικός.

Συντροφιά λοιπόν με τα μπιτς των ετερόκλητων (ειδών) Sam & Dave, Barry White, Blur, Queen, Steve Miller Band, Barbara Lewis μεταξύ άλλων - όπως της Βασίλισσας της Σόουλ Carla Thomas, που το τραγούδι της, συμμετέχει στην πιο vinyl δροσερή σκηνή του έργου - παίζουν κατά βάση οι καλοστημένες καταδιώξεις, οι σκιτσαρισμένες παρτίδες, το feelgood ρομάντζο. Που προσφέρονται όλα πακετάκι σε ένα εκκεντρικό, όπως είναι αναμενόμενο, παζλ, από τον ξεχωριστό Edgar Wright, γνώριμης φιλοσοφίας από τον καιρό των Shaun Of The Dead, Scott Pilgrim, The World's End και βεβαίως σεναρίστα του πρόσφατου Ant-Man, που με κέφι, χιούμορ, συγκίνηση ενίοτε, παλμούς και δημιουργική μαεστρία, κτίζει ένα πανέμορφο κι ελκυστικό καλοκαιρινό adventure, που πανεύκολα ξεχωρίζει από τον σωρό.

Προτείνοντας μάλιστα για αστεράκι της χρονιάς, τον άνετο στο ντύσιμο του Μπέιμπ, 23 μόλις Μαΐων Ansel Elgort, δίνοντας του την ώθηση να ξεφύγει από τις περιφερειακές εμφανίσεις σε young adult περιπέτειες τύπου Divergent και να εξελιχθεί σε ζεν πρεμιέ επιπέδου. Ο φροντισμένος και βαρύτατος σε ονόματα, υποστηρικτικός περίγυρος, με τον πεπειραμένο Κάιζερ Σόζε Kevin Spacey, τον αναπάντεχα απρόβλεπτο Jamie Foxx, τον "οφθαλμών που γυαλίζουν" Jon Hamm, επιβλέπει διαρκώς τον πιτσιρικά να μην πέσει σε παγίδες, αναδεικνύοντας τον τελικά σε (ουχί happy end) θριαμβευτή και σαφώς ένα από τα πρόσωπα του μπλοκμπαστερικού καλοκαιριού.

Κάτω από αυτές τις θετικές συνθήκες και με την γνώση πως ο Wright δεν ακολουθεί τα τετριμμένα ψάχνοντας με σθένος να παρουσιάσει κάτι το εναλλακτικά διαφορετικό, ο Baby Driver κερδίζει άκοπα το στοίχημα, διασκεδάζοντας το κοινό του, που δεν θα βρεθεί μπροστά σε ένα πάγκο με μια από τα ίδια. Μια περιπέτεια που ξεχειλίζει από συναίσθημα, όπως πηγάζει μέσα από την ψυχή του βασικού χαρακτήρα που στέκει στο επίκεντρο της. Του κινητήρα του στόρι, για να σταθούμε και στα λόγια του μέγα Paul Simon, όπως πηγάζουν από το άσμα του, που εδώ χαρίζει την μαρκίζα. I Wonder How Your Engines Feel...

Baby Driver Rating

Στις δικές μας αίθουσες? Στις 17 Αυγούστου 2017 από την Feelgood Ent.
Περισσότερα... »

150 mg (La fille de Brest) Poster150 mg
της Emmanuelle Bercot. Με τους Sidse Babett Knudsen, Benoît Magimel, Charlotte Laemmel, Isabelle De Hertogh


Η αντάρτισσα της Βρέστης!
του zerVo (@moviesltd)

Δεν χρειάζεται και πολλή σκέψη για να απαντήσει κανείς στο καίριο ερώτημα για το ποιου καταναλωτικού είδους και μάλιστα πρώτης ανάγκης, η βιομηχανία, είναι η πιο σαθρή, βρώμικη κι ανήθικη, μιας και στον βωμό των πέραν πάσης λογικής, οικονομικών κερδών, παίζονται ζαριές στις πλάτες των φουκαράδων ασθενών. Που απελπισμένοι στηρίζονται στις (υποτιθέμενες πολλές φορές) λύσεις που προτείνουν οι πολυεθνικοί κολοσσοί, αδόκιμα σε αρκετές περιπτώσεις και χωρίς να έχουν προηγηθεί οι κατάλληλοι έλεγχοι των είτε άμεσων, είτε μακροπρόθεσμων συνεπειών του δραστικού συστατικού, που πιθανόν να οδηγήσουν σε τραγικά αποτελέσματα. Σημασία έχει κάποια στιγμή, κανείς να ασχοληθεί σοβαρά με την αρνητική δράση του κάθε σκευάσματος και να συλλέξει σε μια significant μελέτη τα αποτελέσματα της έρευνας του, για να διαπιστώσουμε το πόσο "αθώο" είναι στην πραγματικότητα. Στην ταινία 150 mg (La Fille De Brest) παρακολουθούμε μια τέτοια υπόθεση, που συγκλόνισε συθέμελα το καλοσχηματισμένο και λαμπερό οικοδόμημα της παγκόσμιας εμπορίας φαρμάκου...

150 mg (La fille de Brest) Wallpaper
Με γνώση και εμπειρία δεκαετιών, η συνεπής πνευμονολόγος Ιρέν Φρασόν, δίνει καθημερινά τον καλύτερο της εαυτό στην κλινική της Βόρειας Γαλλίας που εργάζεται, αναπτύσσοντας και φιλικές, διαπροσωπικές σχέσεις με τους ασθενείς που κουράρει, δίνοντας τους χρόνο δυσανάλογο πολλές φορές, σε σχέση με αυτόν που διαθέτει για τα ίδια της τα παιδιά! Μελετώντας το πρόσφατο χρονικό διάστημα, την συμπεριφορά του σκευάσματος Mediator, που εδώ και τριάντα χρόνια διοχετεύεται στην γαλλική αγορά από την κραταιά μπράντα Servier, το οποίο σύμφωνα με τις πρώτες ενδείξεις, προκαλεί σημαντικά προβλήματα βαλβίδων σε όσους καρδιοπαθείς το έχουν χρησιμοποιήσει, που σε όχι λίγες περιπτώσεις, έχουν προκαλέσει τον θάνατο.

Υποστηριζόμενη από τον διευθυντή του νοσοκομείου, δόκτορα Λε Μπιάν, η επίμονη να αποκαλύψει τι κρύβεται πίσω από την αμφίβολη ποιότητα του Mediator, θα οδηγήσει την υπόθεση μέχρι το ελεγκτικό συμβούλιο του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων, ελπίζοντας σε μια δίκαιη αντιμετώπιση της μελέτης της. Τζίφος! Οι πανίσχυρη φαρμακευτική μπράντα, θα βγει ατσαλάκωτη από την προανακριτική διαδικασία και θα αθωωθεί πανηγυρικά, ελλείψει σοβαρών στοιχείων. Απόγνωση και πικρία θα συννεφιάσουν τον ουρανό της Ιρέν, που βλέποντας ασθενείς της να χάνουν τις ζωές τους, συνέπεια του αινιγματικού φαρμάκου, με τα χέρια της δεμένα, δεν έχει την δυνατότητα, παρότι γνωρίζει καλά την φονική του δράση, να κοντράρει στα ίσα τους διανομείς του, που συνεχίζουν να θησαυρίζουν.

Κοντά στις δύο χιλιάδες περιπτώσεις θανάτων ασθενών που ακολούθησαν θεραπεία με το συγκεκριμένο ενέσιμο, κατέγραψε στην τριετή στατιστική της έρευνα η δαιμόνια ιατρός, από το 2009, ίσαμε το 2011, όταν εντέλει πέτυχε την κατάργηση του από τον Γαλλικό ΕΟΦ. Μια συγκλονιστική υπόθεση, όπου πρωτοφανώς οι λυτρωτές της παγκόσμιας υγείας είναι οι εναγόμενοι, ελέω πλημμελούς R&D του θαυματουργού προϊόντος τους. Το χρονικό αυτής της συνταρακτικής ιστορίας, με σταθμούς στις σημαντικότερες ημερομηνίες της διαδρομής του, παρουσιάζει με γραμμικότητα στην αφήγηση της, αλλά και με τηλεοπτικό ύφος, η πενηντάχρονη Emmanuelle Bercot, στο πέμπτο μεγάλου μήκους δημιουργικό βήμα της καριέρας της. Από τα αβανταρισμένα πρόσωπα της φραντσέζικης σκηνής η Παριζιάνα, αν θυμηθούμε πως η προηγούμενη ταινία της La Tete Haute, είχε αποτελέσει ταινία έναρξης προηγούμενου φεστιβάλ Καννών.

Με συνέπεια και αξιοπρέπεια είναι δοσμένη η αγωνία της ντοτορέσσας, να βρει τα στοιχεία που θα ενοχοποιήσουν την Servier, βάζοντας πολύ πίσω σε προτεραιότητες την προσωπική της ζωή, την φροντίδα της φαμίλιας της, των (ου ολίγων) τέκνων της, του παραπεταμένου συζύγου της, που όμως ορίζει και τον κορυφαίο πυλώνα, ψυχολογικής τουλάχιστον, στήριξης της. Τα στιγμιότυπα από την ορθολογική μέθοδο εργασίας της γιατρού, κατεύθυνση που πολύ σύντομα βάζει στο παιχνίδι και δυναμικά συστατικά, όπως τα ΜΜΕ και ιδίως η τηλεόραση, σπάνε με την παρέμβαση του τεχνηέντως πνιγμού της, στα κρύα και σκοτεινά νερά του Ατλαντικού. Στιγμές που αλληγορικά και ποιητικά τονίζουν τον μοναχικό αγώνα που δίνει η ιδεαλίστρια, ενάντια στα μανιασμένα κύματα, όπως θεωρούνται οι αδηφάγοι καρχαρίες που στον άνισο αγώνα της κοντράρει.

Πολύ σημαντική ερμηνεύτρια η Σκανδιναβή Sidse Babett Knudsen, από τα μέσα της δεκαετίας του 90, έχει δώσει τα ποιοτικά διαπιστευτήρια της υποκριτικής της ικανότητας, αρχικά σε φιλμς Δανέζικης κοπής και κατοπινά σε προσεγμένες διεθνείς παραγωγές, επιπέδου L'Hermine, A Hologram For The King, ακόμη ακόμη και φανφάρες τύπου Inferno. Πειστικότατη ως ακτιβίστρια της Βρέστης η βορειοευρωπαία, ζωντανεύει ξανά μια ζεστή και ανθρώπινη παρουσία, φορώντας ταυτόχρονα ένα και αγωνιώδες και δραματικό και συγκινητικό και ευχάριστο πρόσωπο. Δίχως να απουσιάζει από έστω ένα πλάνο του φιλμ, σηκώνει στις πλάτες της την (όπως και να το κάνουμε, αγιοποιητική) βιογραφία της Φρασόν, παίρνοντας λιγοστές βοήθειες από το περιφερειακό καστ, που ηγείται ένας αγνώριστος, λόγω αμέτρητων επιβαρυντικών κιλών, Benoit Magimel, σαν φοβισμένος προϊστάμενος, που κάποια στιγμή, βαλλόμενος πανταχόθεν, αναγκάζεται να παραδώσει τα όπλα.

Σε γενικές γραμμές η τρικολόρ αναπαράσταση της Erin Brokovich, πάνω σε ένα ζήτημα που διακυβεύονται πολλαπλάσια ποσά από εκείνα του αμερικάνικου στόρι, συνεπώς με αυξημένα κάτω από το τραπέζι ύπουλα κτυπήματα. Διαφορά όμως, μη αναδεικνυόμενη στην εξέλιξη της πλοκής, που αποφεύγει να κορυφώσει δραματουργικά, δίχως ποτέ αυτό να σημαίνει πως στερείται ενδιαφέροντος, μιας και αφορά ένα ντοκουμέντο καυτό, που δεν γνωστοποιήθηκε διεθνώς όσο θα του άξιζε.

150 mg (La fille de Brest) Rating

Στις δικές μας αίθουσες? Στις 17 Αυγούστου 2017 από την Spentzos Films
Περισσότερα... »

Αβέβαιος θρίαμβος (Incerta glòria) PosterΑβέβαιος θρίαμβος
του Agustí Villaronga. Mε τους Núria Prims, Oriol Pla, Marcel Borràs, Bruna Cusí, Juan Diego, Terele Pávez, Roger Casamajor


Στον ιστό της γυναίκας – αράχνη
του Θόδωρου Γιαχουστίδη (@PAOK1969)

Το τέλος (;) των ιδεολογιών

Αυτή είναι η 8η μεγάλου μήκους ταινία μυθοπλασίας του 64χρονου γκέι Ισπανού σκηνοθέτη Agustí Villaronga και μόλις η δεύτερη που βλέπουμε εμπορικά στις αίθουσες στην Ελλάδα μετά την προπροηγούμενή του, το εντυπωσιακό «Μαύρο ψωμί» (Pa negre, 2010 – εμείς στη χώρα μας είδαμε την ταινία αυτή το 2014!!!). Το σενάριο της ταινίας βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Καταλανού συγγραφέα, Joan Sales. Λέγεται πως αυτό είναι το μοναδικό βιβλίο που περιγράφει τον Ισπανικό Εμφύλιο και από την πλευρά των φασιστών. Το βιβλίο εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1956 και είναι χωρισμένο σε τέσσερα μέρη. Το πρώτο έχει επιστολική μορφή και περιγράφει τα πράγματα από τη μεριά του Λουίς, το δεύτερο έχει επίσης επιστολική μορφή και περιγράφει τα πράγματα από τη μεριά της Τρίνι, και τα δύο επόμενα αποτυπώνουν τις μνήμες του Κρουέλς, ενώ καθολικού παπά πρώτα σε εκπαίδευση και μετά αφού φορέσει το Σχήμα. Στην ταινία, ο παπάς ίσα που αναφέρεται.

Αβέβαιος θρίαμβος (Incerta glòria) Quad Poster
Η Núria Prims, που υποδύεται εκπληκτικά το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου στην ταινία, την Καρλάνα, γεννήθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 1972, στη Βαρκελώνη. Την πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση την έκανε στην ταινία «Historias del Kronen» του Montxo Armendáriz, σε ηλικία 23 ετών. Από τότε έπαιξε σε άλλες 14 ταινίες μεγάλου μήκους, με τελευταία πριν από αυτήν, να είναι το «Trash» του Carles Torras το 2009! Είχε λοιπόν οχτώ ολόκληρα χρόνια να εμφανιστεί σε ταινία ή στην τηλεόραση! Και με την επιστροφή της βραβεύτηκε με το βραβείο καλύτερης γυναικείας ερμηνείας στο φεστιβάλ Turia!

Η υπόθεση: 1937, Ισπανία. Η χώρα μαστίζεται από τον εμφύλιο πόλεμο, με αντιπάλους από τη μια τους φασίστες του Φράνκο και από την άλλη τις δημοκρατικές δυνάμεις, στις οποίες συμμετείχαν από φιλελεύθεροι αστοί μέχρι (κυρίως) κομμουνιστές και αναρχικοί επαναστάτες. Ο Λουίς είναι ένας αξιωματικός στο στρατό των δημοκρατικών, ο οποίος παίρνει εντολή για μετάθεση στο ανενεργό – χωρίς δράση – μέτωπο της Αραγωνίας. Στην (ελεύθερη) Βαρκελώνη ζει η κοπέλα του, η Τρίνι και ο πιτσιρίκος γιος τους. Καθώς έχουν αρκετούς μήνες να βρεθούν, ο Λουίς νιώθει τα συναισθήματά του για την Τρίνι να ατονούν. Αντιθέτως, νιώθει πολύ μεγάλη ερωτική έλξη για την Καρλάνα, μια μοιραία, ώριμη γυναίκα, που ζει στο χωριό όπου τοποθετείται ο Λουίς.

Η Καρλάνα είναι μια γυναίκα που διψά για εξουσία. Χρησιμοποιεί τον Λουίς για να πετύχει τους σκοπούς της – γενικώς είναι μια γυναίκα που δεν σταματά πουθενά προκειμένου να πάρει αυτό που θέλει. Στην περιοχή, ο Λουίς βρίσκει και τον αδελφικό του φίλο, τον Σολέρας, ο οποίος είναι (κρυφά και τρελά) ερωτευμένος με την Τρίνι και απογοητευμένος από τον πόλεμο, τις ιδεολογίες, τα πάντα. Ο Σολέρας θα ξεφτιλίσει την Καρλάνα και η Καρλάνα θα βαλθεί να πάρει εκδίκηση. Την κατάλληλη στιγμή, ο Λουίς θα βρεθεί ξανά στο δρόμο της για να τον χρησιμοποιήσει και πάλι...

Η άποψή μας: Έπος! Όπως και στην ταινία με την οποία τον γνωρίσαμε στη χώρα μας, το «Μαύρο ψωμί», έτσι κι εδώ, ο Agustí Villaronga χρησιμοποιεί τον Ισπανικό Εμφύλιο ως ντεκόρ για να αφηγηθεί τη συναρπαστική ιστορία του – ή καλύτερα, τις ιστορίες του! Ο μαξιμαλισμός του κι εδώ είναι ιδιαζόντως παρόντας και η ταινία του ισορροπεί ανά πάσα στιγμή να ξεπέσει στο επίπεδο μιας τηλενουβέλας, σε ένα ποταμιαίο σίριαλ από αυτά που γεμίζουν τις απογευματινές ζώνες στον προγραμματισμό προγράμματος λαϊκών, δημοφιλών τηλεοπτικών σταθμών ανά τον κόσμο. Στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας του, όμως, ο σκηνοθέτης καταφέρνει και δεν πέφτει. Η ματιά του είναι απολύτως κινηματογραφική και οι υπερβολές του δεν μπορούν παρά να του συγχωρεθούν, ιδίως από τη στιγμή που αυτές είναι καταγεγραμμένες σε ένα άλλο προϊόν μιας άλλης τέχνης: μην ξεχνάμε δηλαδή πως η πρώτη ύλη για τούτη την ταινία είναι ένα βιβλίο. Ένα δημοφιλές, αναγνωρισμένο βιβλίο. Ένα best seller.

Οπότε, ναι, από τη στιγμή που (φαντάζομαι γίνεται κατανοητό με την έκταση στην οποία δίνεται και πιστευτό με τα επιχειρήματα με τα οποία παρουσιάζεται) στο βιβλίο μια άθεη αναρχική γίνεται... χριστιανή για να μην νιώθει μοναξιά (!!!) κι ένας απογοητευμένος από τη ζωή και τον έρωτα αγωνιστής των δημοκρατικών γίνεται... φασίστας με το να βγάλει τα ρούχα του και να μείνει γυμνός από ντύσιμο και ιδεολογίες, μπορεί να σε κάνει να... κλωτσάς αλλά... ντέφι να γίνει. Δεν σε αφήνει να χάσεις τη μεγαλύτερη εικόνα. Κι εδώ, όπως και στο «Μαύρο ψωμί» ο σκηνοθέτης επιμένει (και μάλλον συμφωνεί ιδεολογικά) πως ουσιαστικά ισχύει κάτι που λέει εδώ μια γυναίκα – δεύτερος ρόλος: «Συγνώμη που θα το πω καπετάνιο μου αλλά αδιαφορώ ποιος θα κερδίσει σε αυτόν τον πόλεμο. Το μόνο που θέλω είναι να σταματήσει επιτέλους». Αδιάφορο αν κερδίσουν οι φασίστες; Χμ, σαν να μην μας τα λες καλά αγαπητέ.

Γενικώς, ιδεολογικά και στο «Μαύρο ψωμί» ο σκηνοθέτης κινούνταν σε επικίνδυνο ναρκοπέδιο αλλά είπαμε, την έβγαζε καθαρή. Το ίδιο κάνει κι εδώ. Όλοι του οι ήρωες, τους οποίους αγαπάει ολοφάνερα, καλούνται να αντιμετωπίσουν τις αρχές τους. Βρίσκονται σε ηθικά διλήμματα και καλούνται να πάρουν αποφάσεις οι οποίες θα τους σημαδέψουν για μια ολόκληρη ζωή. Πιο ενδιαφέρον χαρακτήρας όλων είναι η Καρλάνα, που από μικρή, από τότε που ζούσε μόνο με τον πατέρα της, βίωσε την απόρριψη και την απαξίωση αλλά και την σεξουαλική κακοποίηση εξαιτίας του φύλου της. Είναι δυναμική, είναι μηχανορράφα, είναι δολοπλόκα και κυρίως είναι survivor. Την υποδύεται με πειθώ και δυναμισμό η Núria Prims, η οποία όντως δείχνει ότι μπορεί να προκαλέσει τα πάθη που βλέπουμε κι ακόμα περισσότερα.

Και πιο ενδιαφέρουσα σκηνή είναι η σκηνή που μοιράζονται λίγο πριν το τέλος οι δύο παλιοί φίλοι και σύντροφοι μέσα στην εγκαταλελειμμένη εκκλησία. Ο ένας δεν έχει σκοτώσει ποτέ, ο άλλος δεν έχει πλέον λόγο να ζήσει και η Καρλάνα θέλει ο δεύτερος να σκοτωθεί από το χέρι του πρώτου! Επειδή μπορεί! Επειδή αντιδρά πλέον στην καταπίεση και στον εξευτελισμό χρόνων. Εντάξει, η ατάκα που δίνει στον Λουίς όταν τον συναντά για να του «δανείσει» τη φοράδα της είναι από αυτές που σου μένουν: «είναι λυπημένη επειδή έχει μεγαλώσει και κανείς δεν την έχει καβαλήσει εδώ και καιρό»! Ευθύς παραλληλισμός με τη δική της κατάσταση! Μουάχαχαχαχα.

Χορταστική ταινία, γεμάτη πάθη, έρωτες, και δύσκολες αποφάσεις, με ιδεολογικό προσανατολισμό χωρίς πυξίδα είναι η αλήθεια αλλά με μια μεστή αφήγηση, η οποία δεν σε αφήνει να πάρεις τα μάτια σου από την οθόνη.

Αβέβαιος θρίαμβος (Incerta glòria) Rating
Στις δικές μας αίθουσες? Στις 17 Αυγούστου 2017 από την Weird Wave
Περισσότερα... »

Πλανητάριο (Planetarium) PosterΠλανητάριο
της Rebecca Zlotowski. Mε τους Natalie Portman, Lily-Rose Depp, Emmanuel Salinger, Amira Casar, Pierre Salvadori, Louis Garrel, Damien Chapelle


Μέντιουμ ή απάτη;
του Θόδωρου Γιαχουστίδη (@PAOK1969)

Ψέματα 24 καρέ το δευτερόλεπτο...

Η Rebecca Myriam Clara Zlotowski (όπως είναι το πλήρες της όνομα) γεννήθηκε στις 21 Απριλίου του 1980 στο Παρίσι. Είναι δηλαδή 37 ετών. Γυρίζει μία ταινία κάθε τρία χρόνια από το 2010 κι αυτή είναι η τρίτη της μεγάλου μήκους ταινία. Έχουν προηγηθεί οι ταινίες: «Belle épine» (2010), με την οποία έλαβε μέρος στην «Εβδομάδα Κριτικής» του φεστιβάλ Καννών εκείνης της χρονιάς και το Grand Central (2013), με την οποία έλαβε μέρος στο τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα» του φεστιβάλ Καννών. Και στις δύο πρώτες ταινίες της πρωταγωνίστρια ήταν η Léa Seydoux ενώ η δεύτερη προβλήθηκε εμπορικά στη χώρα μας τον Μάρτιο του 2014.

Πλανητάριο (Planetarium) Quad Poster
Αυτή είναι η πρώτη αγγλόφωνη ταινία της Zlotowski. Συμμετείχε στο περσινό φεστιβάλ Βενετίας, στο επίσημο πρόγραμμα αλλά εκτός συναγωνισμού. Το σενάριο της ταινίας συνυπογράφουν η Zlotowski μαζί με τον Robin Campillo. Με τον Campillo θα ασχοληθούμε στην κινηματογραφική σεζόν 2017 – 2018 που ξεκινά αυτήν την Πέμπτη ουσιαστικά, καθώς θα προβληθεί στους ελληνικούς κινηματογράφους η γεμάτη επαίνους ταινία του «120 battements par minute» την οποία είδαμε στο περασμένο φεστιβάλ Καννών.

Η υπόθεση: Παρίσι, Μεσοπόλεμος, τέλη της δεκαετίας του 1930. Η Λόρα και η Κέιτ Μπάρλοου είναι δύο αδελφές από τις ΗΠΑ, που μόλις έχουν ολοκληρώσει την ευρωπαϊκή τους περιοδεία. Η Λόρα είναι η μεγαλύτερη, ο κινητήριος νους και η μάνατζερ τίνι τρόπω, που αντιπροσωπεύει και τις δύο αδελφές και η Κέιτ είναι το ταλέντο, εκείνη που επικοινωνεί (;) με τον κόσμο των πνευμάτων. Κουρασμένες από την τουρνέ και αντιμετωπίζοντας τον ανταγωνισμό νέων, πιο λαοφιλών θεαμάτων, συναντούν τον Αντρέ Κορμπέν, έναν μεγάλο παραγωγό του κινηματογράφου. Ο Αντρέ είναι ένας οραματιστής, ιδιοκτήτης του μεγαλύτερου κινηματογραφικού στούντιο στη Γαλλία, ο οποίος νιώθει ότι το σινεμά έχει βαλτώσει και πως χρειάζεται νέες ιδέες για να πάει μπροστά. Έχοντας δει το σόου των δύο αδελφών κι έχοντας και ο ίδιος πάθος με τον πνευματισμό, τις καλεί για μια ιδιωτική σεάνς.

Το αποτέλεσμά της θα φέρει τον κόσμο του τα πάνω κάτω. Έτσι, κι επιμένοντας στη σκέψη πως το σινεμά πρέπει να εξελιχθεί μέσω την πρωτοτυπίας, αποφασίζει να γυρίσει την πρώτη ταινία στην οποία θα καταγράφονται αυθεντικά φαντάσματα! Ξοδεύει υπέρογκα ποσά για να αγοράσει ειδικά μηχανήματα προκειμένου να εκμεταλλευτεί το ταλέντο της Κέιτ. Μπροστά στο φακό, όμως, η Λόρα δείχνει να έχει χάρισμα και φωτογένεια. Πώς θα εξελιχθεί η σχέση των δύο αδελφών; Θα μπορέσει να καταγραφεί φάντασμα στον φακό; Θα καταφέρει η Κέιτ να αντέξει, καθώς κάθε της «επικοινωνία» με το επέκεινα δείχνει να την αρρωσταίνει; Και πώς θα νιώσει στο πετσί του ο Αντρέ το γεγονός ότι ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος πλησιάζει;

Η άποψή μας: Πολύ παράξενη είναι τούτη η ταινία της Zlotowski. Κι αυτό έχει διπλή έννοια: και καλή και κακή. Θέλω να πω, δεν ξέρω πως θα ανταποκριθεί το κοινό σε μια ταινία με τόσο χαλαρή δραματουργία. Τόσο γεμάτη ιδέες που όμως είναι συνδεδεμένες μεταξύ τους πολύ χαλαρά. Και που καμιά τους δεν αναπτύσσεται στο βαθμό που της αξίζει. Κι άντε να της δώσεις χαρακτηρισμό. Τι είναι αυτή η ταινία; Ένα ψυχολογικό δράμα; Μια ταινία με φαντάσματα; Ένα θρίλερ; Μια ταινία για τη σχέση ανάμεσα σε δύο αδελφές; Μια ταινία για τη φήμη; Μια ταινία για τον αντισημιτισμό; Μια ταινία για το ίδιο το σινεμά; Δεν μπορείς να την ταξινομήσεις εύκολα σε κατηγορία.

Από την άλλη, το γεγονός ότι η ταινία είναι αταξινόμητη αποτελεί μέρος της γοητείας της. Επίσης, όλο αυτό το παιχνίδι με την τέχνη του κινηματογράφου έχει πολύ ενδιαφέρον. Το πως το σενάριο κάνει έναν τραβηγμένο μεν ευνόητο δε παραλληλισμό ανάμεσα στον πνευματισμό και το σινεμά είναι εξόχως γαργαλιστικό και δίνει στο θεατή food for thought που λένε. Με τα πνεύματα ασχολούνται και τα δύο, έτσι δεν είναι; Γιατί, τι είναι το σινεμά; Μια αποτύπωση ιδεών. Το ζωντάνεμα επί της μεγάλης οθόνης άυλων εννοιών και καταστάσεων! Ακόμα, το γεγονός ότι όλη αυτή η πληθώρα ιδεών έστω ατάκτως ερριμμένων δεν επιτρέπουν σε καμιά περίπτωση στον θεατή να «προβλέψει» τι θα συμβεί στο επόμενο πλάνο! Το λες και θετικό στοιχείο αυτό, μιας που η προβλεψιμότητα είναι πλέον ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα του σύγχρονου κινηματογράφου.

Τέλος, το γεγονός ότι παίζει η Natalie Portman δεν είναι κακό από άποψη εμπορικότητας, έτσι; Και κάνει και γυμνική εμφάνιση (όσο πιο γυμνική μπορεί να κάνει τέλος πάντων η κοπέλα): αυτή η μπαρουτοκαπνισμένη ηθοποιός, που μέχρι το ρόλο που της χάρισε το Όσκαρ στον «Μαύρο Κύκνο» υποδυόταν μονίμως την ενζενί, εδώ μας δείχνει την... πίσω πλευρά της, η οποία φαίνεται εξίσου λαχταριστή με την μπροστά. Και είναι και καλή στο ρόλο της. Λαμπερή όταν χρειάζεται, στραπατσαρισμένη όταν πρέπει και αρκούντως αμφίσημη. Και η Lily-Rose Depp τα πάει πάρα πολύ καλά, όχι επειδή είναι καμία σπουδαία ηθοποιός (δεν μας έχει πείσει ακόμα για το ταλέντο της) αλλά επειδή το φυζίκ της και η φάτσα της αλλά και η... βαριεστημάρα που φαίνεται να κληρονόμησε από τον πατέρα της είναι ό,τι πρέπει για ρόλο. Λέγονται πολύ ενδιαφέροντα πράγματα για τη ζωή και το σινεμά, όμορφη ταινία είναι, έχει σκηνές εξαιρετικές (όπως εκείνη του πάρτι στην οποία όλοι οι συνδαιτυμόνες βγαίνουν έξω για να απολαύσουν την - ολοφάνερα ψεύτικη, έτσι; - χιονόπτωση ή εκείνη του φινάλε με τα άστρα) αλλά νιώθεις ότι είναι ανολοκλήρωτη.

Ας είναι: η ταινία έχει υλικό για να φτιαχτούν... 15 άλλες ταινίες! Και καλύτερα ένα φιλόδοξο κάτι από ένα σεμνό τίποτα. Σωστά;

Πλανητάριο (Planetarium) Rating
Στις δικές μας αίθουσες? Στις 17 Αυγούστου 2017 από την Seven Films
Περισσότερα... »

Ο Σύμβουλος (The Family Man) PosterΟ Σύμβουλος
του Mark Williams. Με τους Gerard Butler, Willem Dafoe, Alison Brie, Gretchen Mol, Max Jenkins, Alfred Molina


Την υγειά μας να έχουμε...
του zerVo (@moviesltd)

Εννιά στις δέκα καταλήξεις, στις καθημερινές κουβέντες για το πως πάνε τα πράγματα και αφού έχει προηγηθεί η γνωστή μεμψιμοιρία περί των πενιχρών οικονομικών εσόδων, των συνθηκών διαβίωσης που διαρκώς υποβαθμίζονται και φυσικά η απαρίθμηση των δυσμενών οιωνών για το αύριο που ξημερώνει, είναι "την υγεία μας να έχουμε". Και μας είναι αρκετό κάτι τέτοιο ως προϋπόθεση, για να αντιμετωπίσουμε με σθένος και ελπίδα κάθε καινούργια δύσκολη ημέρα, σε αντίθεση με το ενδεχόμενο του να έχουμε τα πάντα, να είμαστε πλήρεις υλικών αγαθών, μα κάποια βαρύτατη νόσος να έχει κτυπήσει την πόρτα του σπιτικού μας. Μια τέτοια περίπτωση ακριβώς περιγράφει η δραματική, συγκινητική, αν και επίπεδη σε κάθε τομέα της, ταινία The Family Man...

Ο Σύμβουλος (The Family Man) Wallpaper
Δεν υπάρχει καλύτερος στον τομέα του, από τον Ντέιν Τζένσεν, προϊστάμενο της μεγάλης φίρμας του Σικάγο, που ειδικεύεται στο να βρίσκει την κατάλληλη δουλειά σε ανέργους, έναντι αδράς αμοιβής. Και καθώς φαίνεται πολύ δύσκολα θα χάσει το πόστο του CEO, στην διάρκειας τριών μηνών κόντρας που προκήρυξε το αφεντικό της εταιρίας, ενάντια στην μικρότερη μα εξίσου αποδοτική συνάδελφο, θέση που θα κατακτήσει εκείνος που θα αποφέρει το υψηλότερο σκορ μέχρι την Πρωτοχρονιά που πλησιάζει. Αγώνας, όχι απόλυτα τίμιος κι ευγενής, που θα αποσπάσει ακόμη πιο πολύ τον Ντέιν από τις οικογενειακές του υποχρεώσεις, καθώς θα τον απομακρύνει κι άλλο από την όμορφη νοικοκυρά σύζυγό του και τα τρία πανέμορφα παιδιά τους.

Το μοτίβο των εβδομήντα ωρών ακατάπαυστης εργασίας την εβδομάδα, που προσφέρει η αλήθεια όλες τις ανέσεις διαβίωσης στην φαμίλια του, θα σπάσει μονομιάς στο άκουσμα της βαριάς αρρώστιας που κτύπησε το δεκάχρονο αγόρι του, το οποίο άμεσα θα πρέπει να εισαχθεί στην κλινική για νοσηλεία. Με την εργασιακή μονομαχία να διατηρείται ζωντανή, μαζί με τις πανύψηλες φιλοδοξίες του Ντέιν, εκείνος θα κληθεί να δώσει, τόσο στον εαυτό του όσο και στους οικείους του, άμεσα απαντήσεις, για το αν αξίζει περισσότερο η επαγγελματική καταξίωση και το χρήμα, από το να δείξει την απαιτούμενη αγάπη και στοργή στον λατρεμένο του γιο, που καθώς φαίνεται χάνει την μάχη με την ζωή.

Συνεπώς ο ανθρωποκυνηγός, που ψάχνει διαρκώς τους ιδανικούς για ανοικτά πόστα εργασίας, ώστε να κτυπήσει θριαμβευτικά το καμπανάκι της επιτυχίας, βρίσκεται μπροστά σε ένα περίεργο σταυροδρόμι, καλούμενος να πάρει ταχύτατες αποφάσεις. Μήπως στην πραγματικότητα η ίδια του η εργασία, που σε πρώτη όψη μοιάζει ακτιβιστική και ανθρωπιστική, έχει εξελιχθεί σε μάχη καρχαριών, που μοναδικό στόχο έχει το φούσκωμα των λογαριασμών? Άρα τι? Υπάρχει κάπου εκεί ψηλά ένας δίκαιος τιμωρός, που καταλαβαίνει πως δρας ανήθικα και εκτός κανόνων, που αποφασίζει να σου στείλει ένα σωφρονιστικό δεινό, προκειμένου να σε επαναφέρει σε κάποια τάξη?

Διότι κάπως έτσι επιχειρεί να προσεγγίσει τα πράγματα η πρώτη μεγάλου μήκους δημιουργία του Mark Williams, διάσημου στο σινεφίλ κοινό, από την καρέκλα του παραγωγού φιλμς όπως τα Flawless και The Accountant. Ρηχά και μάλλον ανέμπνευστα, επιχειρώντας να παρατραβήξει τα συναισθήματα στα άκρα και να πουσάρει την συγκίνηση, στην θωριά του σκληρά εργαζόμενου μπαμπά, που έχει μετατρέψει σε γραφείο το δωμάτιο του νοσοκομείου και κλείνει δουλειές έχοντας στην αγκάλη του το καμάρι του που ψυχορραγεί.

Καθαρά αμερικάνικης σύλληψης και επεξήγησης η ιδέα της συμμετοχής στο σκριπτ των έξι κτιρίων συμβόλων της Windy City, που συμβολίζουν μεν την ελευθερία και την ισχύ, ταυτόχρονα όμως την διατήρηση της παράδοσης και των αξιών, από τις οποίες με τον καιρό εξώκοιλε ο γερακομάτης Ντέιν. Χαρακτήρα που αποδίδει με πομπώδες ύφος, αλλά και με χαμηλότονη χαλαρότητα σε σύγκριση με τους πολυβολικούς πανζουρλισμούς που έχει πρωταγωνιστήσει ο Gerard Butler. Δεν είμαι βέβαιος πως ο εμφανώς πιο φουσκωμένος σε κιλά Λεωνίδας, αποτελεί την ιδανική επιλογή για να ενσαρκώσει τον σταδιακού ψυχικού πληγώματος γονιό. Πενιχροί στην συγγραφή και ανάλυση τους οι περιφερειακοί ρόλοι, αφού ούτε εκείνος της συζύγου (Gretchen Mol), ούτε αυτός της επαγγελματικής ανταγωνίστριας (Alison Brie), ούτε καν ετούτος του φιδίσιου μεγιστάνα (Willem Dafoe) ανεβάζουν την δραματουργία μισό, έστω επίπεδο. Όπως μάλλον το πετυχαίνει στα δύο, τρία λεπτά της παρουσίας του ο λατίνος Alfred Molina, απεικονίζοντας τον ηλικιωμένο άνεργο, που μαραζώνει παραμένοντας σε αναγκαστική φυλάκιση κατ οίκον...

Σε γενικές γραμμές Ο Σύμβουλος (πλήρως ανούσιος τιτλισμός από την εγχώρια διανομή) μάλλον σκοπό του δεν έχει να φέρει κοντά του τις πέραν της USA επικράτειας κινηματογραφικές αγορές, μιας και τα κοινά στοιχεία των όσων απεικονίζει με αυτά του ευρωπαϊκού κοινού, είναι ελάχιστα, σε σημείο που να υπάρχουν έκδηλες απορίες για το πως λειτουργεί σε ένα μεγάλο κοινωνικό της κομμάτι η Υπερδύναμη.

Ο Σύμβουλος (The Family Man) Rating

Στις δικές μας αίθουσες? Στις 10 Αυγούστου 2017 από την Tanweer
Περισσότερα... »

Κανείς δεν μπορεί να μας σώσει (Que Dios nos perdone) PosterΚανείς δεν μπορεί να μας σώσει
του Rodrigo Sorogoyen. Mε τους Antonio de la Torre, Roberto Álamo, Javier Pereira, Luis Zahera, Raúl Prieto, María de Nati, Mónica López, Andrés Gertrúdix


«Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες κιθάρες»...
του Θόδωρου Γιαχουστίδη (@PAOK1969)

Ταινία με serial killer made in Spain!

Ξεκινάμε την αναφορά μας – κριτική παρουσίαση για την ταινία με κάτι που πολύ μας άρεσε. Στο φινάλε του δελτίου τύπου που μας έστειλε η εγχώρια εταιρία διανομής υπάρχει η πολύ εύστοχη υποσημείωση: «Αφήστε τον ΘΕΟ στη ησυχία του... Αποφύγαμε την ακριβή μετάφραση του αυθεντικού τίτλου της ταινίας, που συμπεριλαμβάνει τον Θεό, γιατί πιστεύουμε ότι το πολύ το “Κύριε Ελέησον” εκτός από τον Ύψιστο, θα πρέπει να το έχει βαρεθεί και το κινηματογραφόφιλο κοινό». Ωραίοι τύποι! Το... ακόμα πιο ωραίον του πράγματος είναι ότι η ταινία βγαίνει στη χώρα μας την ίδια εβδομάδα που άλλο γραφείο διανομής, που παίζει πολύ το χαρτί «θεός» στην ελληνική απόδοση των τίτλων των ταινιών, βγάζει και πάλι ταινία με τη χρήση της λέξης «θεός» στον ελληνικό τίτλο, χωρίς μάλιστα να υπάρχει η λέξη στον πρωτότυπο τίτλο! Διαφορετικές προσεγγίσεις η αλήθεια είναι...

Κανείς δεν μπορεί να μας σώσει (Que Dios nos perdone) Quad Poster
Αυτή είναι μόλις η τρίτη μεγάλου μήκους ταινία μυθοπλασίας που σκηνοθετεί ο Rodrigo Sorogoyen – μάλιστα, στην πρώτη του συνσκηνοθέτησε μαζί με άλλον συνάδελφό του. Η ταινία έλαβε μέρος στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Σαν Σεμπαστιάν, όπου τιμήθηκε με το βραβείο σεναρίου ενώ ήταν υποψήφια και για έξι Goya (τα ισπανικά Όσκαρ) – ανάμεσά τους και για Goya καλύτερης ταινίας, εντέλει κέρδισε μόνον ένα, καλύτερου α' ανδρικού ρόλου, για τον Roberto Álamo. Η επόμενη ταινία του Sorogoyen ονομάζεται «El Reino», βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα κι αν ετούτη εδώ έχει ως βασικό της θέμα τη βία και δη τη βία ενάντια στις γυναίκες, η νέα ταινία του Ισπανού θα έχει ως βασικό της θέμα τη διαφθορά στην πολιτική. Στο «El Reino» πρωταγωνιστής θα είναι και πάλι ο Antonio de la Torre.

Η υπόθεση: Μαδρίτη, 2011. Ο πιο ζεστός Αύγουστος στην ιστορία της πόλης. Ενάμιση εκατομμύριο πιστοί περιμένουν την επίσκεψη του Πάπα και η πόλη επιτηρείται στενά από δυνάμεις ασφαλείας. Όμως, ξαφνικά η φαινομενικά πανηγυρική ατμόσφαιρα διακόπτεται βίαια όταν μια σειρά ανησυχητικών περιστατικών κάνει την εμφάνισή της: διάφορες ηλικιωμένες γυναίκες βρίσκονται δολοφονημένες με εμφανή σημάδια σεξουαλικής κακοποίησης. Ο Λουίς Βελάρδε και ο Χαβιέ Αλφάρο είναι δύο αστυνομικοί. Δύο ντετέκτιβ, τους οποίους κανείς δεν θέλει ως συνεργάτες, που αναγκάζονται να συνεργαστούν μεταξύ τους στην περίεργη αυτή υπόθεση, για την οποία έχουν λάβει την εξής ξεκάθαρη εντολή: εξιχνιάστε τα εγκλήματα όσο το δυνατόν συντομότερα αλλά με απόλυτη μυστικότητα. Το ανθρωποκυνηγητό τους θα τους κάνει να συνειδητοποιήσουν κάτι που δεν φαντάζονταν ποτέ: κανείς από τους δύο δεν είναι πολύ διαφορετικός από τον δολοφόνο...

Η άποψή μας: Τούτο το ισπανικό θρίλερ ασκεί μια ιδιαίτερη γοητεία. Δεν είναι τόσο το whodunnit της υπόθεσης: σ' αυτό το επίπεδο ας πούμε το πρόσφατο «Αόρατος επισκέπτης» τα πηγαίνει πολύ καλύτερα. Έχει και μεγαλύτερο σασπένς, και μεγαλύτερη παλαβομάρα και εκεί οι δημιουργοί (σκηνοθέτης και σεναριογράφοι) προσπάθησαν να ενώσουν τέλεια το παζλ έτσι ώστε οποιαδήποτε τραβηγμένη παλαβομάρα να γίνεται αποδεκτή από τον θεατή. Στο τωρινό θρίλερ αντιστοίχως οι δημιουργοί ενδιαφέρονται λιγότερο για το σασπένς. Μάλιστα, σχεδόν από τη μέση και μετά η ταυτότητα του serial killer γίνεται γνωστή στο κοινό. Σεναριακά μάλιστα δεν γίνεται καμιά ιδιαίτερη προσπάθεια για να καλυφθούν κάποια κενά. Πχ, ο ένας από τους αστυνομικούς «ανακαλύπτει» το δολοφόνο όταν βλέπει έναν τύπο να ταΐζει ένα γατάκι! Ναι, ο μοναδικός τύπος στη Μαδρίτη που ταΐζει γατάκι είναι ο δολοφόνος!!! Τραβηγμένο!

Όπως επίσης και η λύση του δράματος στο φινάλε: τρία χρόνια έχουν περάσει, ο serial killer αποτραβιέται αλλά ο Λουίς τον ανακαλύπτει. Πώς; Δεν κάθεται να μας το εξηγήσει η ταινία. Γιατί κάνει αυτό που κάνει στο φινάλε; Δεν κάθεται να μας το εξηγήσει η ταινία. Δεν ενδιαφέρονται οι δημιουργοί για τέτοια πράγματα, το ξαναείπαμε. Για λόγους εμπορικότητας κάνουν μια προσπάθεια να ικανοποιήσουν το κοινό που θα δει την ταινία προκειμένου να την απολαύσει με όρους θρίλερ με serial killer κλασικής, αμερικάνικης (γιατί όχι, χολιγουντιανής) κοπής. Ευτυχώς, όμως, η ταινία είναι πολλά πράγματα παραπάνω. Κουβαλάει μια απίστευτη μελαγχολία αρχικά. Γιατί; Μα γιατί οι ήρωές της καταλαβαίνουν ακριβώς αυτό που λέει ο τίτλος: κανείς δεν μπορεί να μας σώσει. Εντάξει, ο serial killer έχει ένα θέμα με τη μάνα του και μια διαταραγμένη ψυχολογία, που τον οδηγεί να κάνει ότι κάνει (κι εδώ σεναριακά η ταινία προσπαθεί χωρίς ιδιαίτερο βάθος να «κατανοήσει» τον βασικό «κακό» της ταινίας – δεν δίνει μια πειστική και ξεκάθαρη απάντηση στο ερώτημα «γιατί αυτός κάνει αυτά που κάνει»;).

Οι δύο αστυνομικοί όμως; Ο Λουίς είναι το «μυαλό» της δυάδας. Βλέπει αυτά που άλλοι συνάδελφοί του δεν βλέπουν. Είναι μεθοδικός, σχολαστικός, σπασαρχίδης κατά το κοινώς λεγόμενο. Δεν τον πολυγουστάρουν οι συνάδελφοί του, ίσως επειδή πέρα όλων των άλλων τραυλίζει κιόλας. Γιατί; Χμ... Κάποιο πρόβλημα σε σχέση με γυναίκα; Πάντως, με τη μοναδική γυναίκα με την οποία φαίνεται ότι μπορεί να έχει σχέση, τα κάνει λίγο μπάχαλο. Στην πρώτη τους προσέγγιση γίνεται βίαιος και ουσιαστικά της ορμάει! Αυτός, ο εκπρόσωπος του νόμου! Από την άλλη, ο Χαβιέ είναι περισσότερο «σωματικός» τύπος. Είναι παρορμητικός, κινείται βάσει ενστίκτου κι όχι λογικής, είναι αψύς και μαλώνει με τους πάντες! Ακόμα και με τους συναδέλφους του. Κι αυτός δεν έχει σχεδόν καμία συμπάθεια στο τμήμα στο οποίο υπηρετεί. Κινδυνεύει να απολυθεί εξαιτίας του γεγονότος ότι πλάκωσε στο ξύλο άλλον αστυνομικό, με τον οποίο διαφώνησε καθώς πίστευε ότι ο άλλος δεν έκανε σωστά τη δουλειά του. Ο Χαβιέ είναι παντρεμένος με παιδιά. Όμως, κι αυτός δεν τα πάει καλά, φανερά με την κόρη του και σε δεύτερο επίπεδο, όπως μαθαίνουμε αργότερα και με τη γυναίκα του. Βία, βία, βία και αδυναμία χειρισμού της.

Το βασικότερο: μια κοινωνία χωρίς ελπίδα. Οι αστυνομικοί της ταινίας γρήγορα απεκδύονται το ντύμα της γκλαμουριάς και της γυαλάδας με το οποίο συχνά πυκνά αντίστοιχα φιλμ τους έχουν φορέσει. Οι αστυνομικοί εδώ δεν είναι ούτε φοβεροί και τρομεροί ήρωες, που μπορούν να φέρουν εις πέρας και την πιο επικίνδυνη αποστολή, ούτε διεφθαρμένα κωλόπαιδα, έτοιμα να πουλήσουν τη μάνα τους για ένα κομμάτι ψωμί. Όχι. Οι αστυνομικοί είναι άνθρωποι (κι ας μην το ιδεολογικοποιήσουμε τώρα αυτό – δεν κοιτάζει έτσι τα πράγματα η ταινία). Είναι φθαρτοί, είναι σκάρτοι, είναι κι αυτοί μέλος της ουσίας που μπαίνει στην κιμαδομηχανή την οποία ονομάζουμε καθημερινότητα. Οι συγκεκριμένοι μπάτσοι λοιπόν τουλάχιστον προσπαθούν να κάνουν σωστά τη δουλειά τους. Και οι συγκεκριμένοι μπάτσοι αν μην τι άλλο, κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους, βρίσκουν ο ένας στον άλλον, έναν πιστό φίλο – κι ας ξεκινούν μισώντας ο ένας τον άλλον! Το τέλος θα τους βρει σε διαφορετική κατάσταση σε σχέση με την αφετηρία.

Όλο αυτό ο σκηνοθέτης το σκιαγραφεί με τόλμη και γνώση. Κι αν τολμούσε λίιιγο περισσότερο θα μιλούσαμε για αριστούργημα μεγέθους «Seven»! Και πάλι, όμως, έχουμε να κάνουμε με μια πολύ ενδιαφέρουσα ταινία.

Κανείς δεν μπορεί να μας σώσει (Que Dios nos perdone) Rating
Στις δικές μας αίθουσες? Στις 10 Αυγούστου 2017 από την Rosebud 21
Περισσότερα... »

Επίλεκτος πράκτορας Stratton (Stratton) PosterΕπίλεκτος πράκτορας Stratton
του του Simon West. Mε τους Dominic Cooper, Connie Nielsen, Tom Felton, Tyler Hoechlin, Gemma Chan, Thomas Kretschmann, Derek Jacobi, Austin Stowell


Το φτωχό ξαδελφάκι του Μποντ (Τζέιμς Μποντ)!
του Θόδωρου Γιαχουστίδη (@PAOK1969)

Φόβος και παράνοια στο Λονδίνο!

Αντιγράφουμε από το δελτίο τύπου της εγχώριας εταιρίας διανομής: «Η σειρά βιβλίων που ενέπνευσε το σενάριο, είναι δια χειρός Ντάγκλας Φάλκονερ, ενός πρώην πράκτορα των Ειδικών Δυνάμεων του Ναυτικού. Ο Φάλκονερ κατατάχθηκε στο Βρετανικό Ναυτικό στην ηλικία των 18 ετών, ενώ μετά την εκπαίδευση του ως κομάντο, αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του στο επίλεκτο τμήμα των Ειδικών Δυνάμεων (SBS), όντας ένας από τους 9 –σε αριθμό 147 υποψηφίων – που κατάφεραν να φέρουν εις πέρας την προκαταρκτική εκπαίδευση. Η εξαιρετικά ικανή ομάδα αυτή, μπορεί να συγκριθεί με τη βρετανική SAS και τους Αμερικανούς Navy Seals, αλλά είναι μικρότερη σε αριθμό και λιγότερο αναγνωρίσιμη. Μετά την αποχώρησή του από τις Ειδικές Δυνάμεις, ο Φάλκονερ δούλεψε για ένα χρόνο σε έναν οργανισμό που διεκπεραίωνε ζητήματα του Βρετανικού Υπουργείου Αμύνης, ενώ μετέπειτα βρέθηκε στην Κολομβία όπου ειδικεύτηκε στο χειρισμό διαπραγματεύσεων με απαγωγείς. Αργότερα, ακολούθησε η αυτοβιογραφία του, «First Into Action». Η επιτυχία του βιβλίου οδήγησε την Time Warner να του κάνει πρόταση για δύο μυθιστορήματα κι έτσι γεννήθηκε ο ήρωας Τζον Στράτον. Από το πρώτο βιβλίο της σειράς το 2003, μέχρι σήμερα, έχουν εκδοθεί 8 μυθιστορήματα με πρωταγωνιστή τον Βρετανό πράκτορα».

Επίλεκτος πράκτορας Stratton (Stratton) Quad Poster
Αυτή είναι η 9η μεγάλου μήκους ταινία μυθοπλασίας που σκηνοθετεί ο Βρετανός Simon West. Η καριέρα του ξεκίνησε εντυπωσιακά με ταινίες όπως «Απόδραση στον αέρα» (Con Air, 1997), «Η κόρη του στρατηγού» (The General's Daughter, 1999) και «Lara Croft: Tomb Raider» (2001). Μετά, πέρασε ένα διάστημα στο οποίο σκηνοθέτησε ταινίες με πρωταγωνιστή τον... Jason Statham (μεταξύ των οποίων και το «Οι αναλώσιμοι 2» - The Expendables 2, 2012) και τώρα του έλαχε αυτό! Αρχικά, πρωταγωνιστής της ταινίας στο ρόλο του Stratton ήταν να είναι ο Henry Cavill, ο οποίος όμως, σε μια σπάνια επίδειξη κοινού νου και αντανακλαστικών (!!!) αποχώρησε από την παραγωγή μια βδομάδα πριν ξεκινήσουν τα γυρίσματα λόγω «δημιουργικών διαφορών» - αυτό μεταφράζεται σε «εντέλει διάβασα εξ ολοκλήρου το σενάριο και είναι μάπα το καρπούζι»! Ο Simon West πάντως πίστευε πως έχει στα χέρια του υλικό για να προκύψει σειρά ταινιών, ανάλογων του James Bond ή του Jason Bourne! Απορώ πως ο Φάλκονερ αντί για John Stratton δεν βάφτισε τον ήρωά του John Blur ξέρω 'γω – τα αρχικά JB φαίνονται ιδιαζόντως πετυχημένα και πιασάρικα! Η επόμενη ταινία του West έχει πρωταγωνιστή τον Antonio Banderas ως... ροκ σταρ, τον οποίο κάποιοι απαγάγουν (ω, ρε μάνα μου, τι έχουν να δουν τα μάτια μας και πάλι – ψάξτε για φωτό του Banderas από τη συγκεκριμένη ταινία). Τίτλος της: «Salty» ή «Gun Shy»! Έξοδος μέσα στο 2017...

Η υπόθεση: Ο Στράτον, ένας Βρετανός μυστικός πράκτορας των Ειδικών Δυνάμεων του Ναυτικού (SBS: Special Boat Service), και ο Αμερικανός ομόλογός του (μέλος των περίφημων Navy Seals), Μάρτι, κατασκοπεύουν ένα σύμπλεγμα εργαστηρίων στο Ιράν Στόχος τους: να ανακαλύψουν, να κατάσχουν και να καταστρέψουν ένα ιδιαιτέρως επικίνδυνο βιολογικό όπλο, που έχει την κωδική ονομασία «Το χιόνι του σατανά». Αυτή η εξαιρετικά επικίνδυνη αποστολή, όμως, αποτυγχάνει οικτρά, και στο χάος που επικρατεί, ο Μάρτι σκοτώνεται. Πίσω στη βάση του, στο Λονδίνο, ο συντετριμμένος Στράτον καλείται από την προϊστάμενή του, τη Σάμνερ, σε ακρόαση. Ανταλλάσσοντας τις πληροφορίες που έχουν, καταλήγουν στο συμπέρασμα πως πίσω από όλα βρίσκεται ένας πρώην Ρώσος μυστικός πράκτορας, ο Μπαρόφσκι, ο οποίος έχει πλέον στην κατοχή του το βιολογικό όπλο, δεν γνωρίζουν όμως που και με ποιον τρόπο θα το χρησιμοποιήσει. Θεωρούμενος ως νεκρός τα τελευταία 20 χρόνια, πιστεύουν πως το κίνητρο του Μπαρόφσκι είναι η εκδίκηση. Ο Στράτον αποκτά νέο Αμερικάνο συνάδελφο, τον Χανκ, και με την ομάδα του προσπαθούν να αποτρέψουν την επερχόμενη καταστροφή. Αρχικά, όλοι οι δρόμοι τους οδηγούν στη Ρώμη ενώ η τελική αναμέτρηση θα λάβει χώρα... εντός έδρας. Θα τα καταφέρουν να σώσουν τον κόσμο;

Η άποψή μας: Η αρχική σεκάνς της ταινίας διαρκεί ίσα με 20 λεπτά. Περίπου το 1/5 ολόκληρης της ταινίας δηλαδή! Λαμβάνει χώρα κάπου στο Ιράν υποτίθεται, αλλά τίποτε από το σκηνικό ή το χώρο των γυρισμάτων δεν αποδίδει το ανάλογο «άρωμα»: θα μπορούσε να είχε γυριστεί οπουδήποτε! Είναι καλογυρισμένη η σεκάνς: διαθέτει και το απαραίτητο σασπένς και την ταχύτητα και τον εντυπωσιασμό (μέσω καταιγιστικού μοντάζ) που απαιτείται σε τέτοιες περιστάσεις. Τόσο που σκεφτόμουνα: «πώς και δεν έχουν γυρίσει μια ταινία όπου όλα θα λαμβάνουν χώρα σε ένα μέρος, και θα πέφτει πιστολίδι μέχρι να μείνει μόνο ένας ζωντανός – κι ας είναι από τους κακούς;». Θέλω να πω, σε παρασύρει τόσο πολύ η «χορογραφία» του πράγματος, που εννοείται ότι αδιαφορείς για πράγματα όπως η χαρακτηριολογία, το βάθος των χαρακτήρων και η αληθοφάνεια. Χρειάζεσαι απλά, καλούς, κακούς, μια αποστολή κι ένα διακύβευμα.

Φευ, με το που τελειώνει η συγκεκριμένη σεκάνς, με το θάνατο του Αμερικάνου φίλου, η ταινία πιάνει κατηφόρα με σπασμένα φρένα. Αν συνέχιζε στο ίδιο μοτίβο ο αποδεδειγμένα ικανός στο παρελθόν σκηνοθέτης Simon West, θα είχαμε το αντίστοιχο ενός βιντεογκέιμ τύπου «Call of Duty» σε ταινία. Όμως, αφού μέσω του σεναρίου επιλέχθηκε να βρεθούν τα «what» και τα «why» της κατάστασης «απλωμένα» και σε άλλες σεκάνς, το όλο πράγμα αποδυναμώθηκε. Γιατί αναγκαστικά, στην υπόλοιπη ταινία έπρεπε να αναπτυχθούν σχέσεις και δυναμικές. Ναι, ο Στράτον πολύ λυπήθηκε για τον χαμό του συναδέλφου του, που θα ξεκινούσε οικογένεια. Δεν πειράζει, η πατρίδα τον καλεί και δεν υπάρχει χώρος για θλίψη και θρήνο! Ναι, ο Στράτον ζει σε ένα πλοίο δεμένο στον Τάμεση και κάνει παρέα σε έναν μυστήριο γέρο, που είναι κάτι σαν μέντορας και κολλητός του – καλή φάση, μηδέν βάθος! Ναι, ο Μπαρόφσκι είναι πανούργος και οργανώνει καταστάσεις που απαιτούν χρόνο, χρήμα και μυαλό, αλλά παρέλειψε μια μικρή λεπτομέρεια όπως το τατουάζ ενός κρατουμένου (θα καταλάβετε όταν – όποιοι – δείτε την ταινία). Ναι, θέλει τέσσερα drones για να εξαπολύσει την επίθεσή του αλλά τελικά συμβιβάζεται και με το ένα (μα δεν μπορούσε να οργανώσει το όλο πράγμα εξαρχής με ένα;;;;).

Τρυπάρες στο σενάριο, κακό κάστινγκ (με τίποτε δεν πείθει ο Dominic Cooper για μπαρουτοκαπνισμένος πράκτορας και ο Κάμινγκς του γνωστού ως Draco Malfoy από τη σειρά Harry Potter, Tom Felton, είναι ένας «κακός» ήρωας τόσο... κακά σκιαγραφημένος, που αναρωτιέσαι τόσο για τα κίνητρά του όσο και για τις πράξεις του) και αγωνιώδης προσπάθεια κάλυψης σκηνοθετικά και μονταζιακά της έλλειψης χρημάτων με σκηνές που προσπαθούν να ξεγελάσουν το μάτι του θεατή. Πέρα από την αρχική σεκάνς, ενδιαφέρουσα είναι και η σκηνή με το κυνηγητό στον Τάμεση. Αλλά, γενικώς, λίγα πράγματα. Τίποτα το... επίλεκτο! Και μάλλον δεν θα δούμε ξανά ταινία με ήρωα τον Στράτον. Όχι αν δεν πέσει παραδάκι κι αν δεν αλλάξουν πολλά...

Επίλεκτος πράκτορας Stratton (Stratton) Rating
Στις δικές μας αίθουσες? Στις 10 Αυγούστου 2017 από την Odeon
Περισσότερα... »

Το Παρίσι Μπορεί να Περιμένει (Paris Can Wait) PosterΤο Παρίσι Μπορεί να Περιμένει
της Eleanor Coppola. Με τους Diane Lane, Alec Baldwin, Arnaud Viard


Πριν το...Παρίσι!
του zerVo (@moviesltd)

Δεν βλέπω τον λόγο γιατί να μην μπορεί να υπάρχει ζωντανό το ενδεχόμενο του ερωτικού σκιρτήματος, ακόμη και σε ηλικίες που κοιτάζουν μια ευθεία μόνο, πριν το κατώφλι του γήρατος. Ειδικά εκεί κάπου γύρω στα εξήντα, όταν έχει πραγματοποιηθεί μέσες άκρες και ο ρομαντικός απολογισμός μιας ολάκερης ζωής, οπότε η σούμα είτε θα είναι υπερθετική και ο καθείς μας θα είναι χορτασμένος (σαφώς το μικρότερο ποσοστό) είτε θα μοιάζει ελλιπής, κάπου στην διαδρομή της θα υπάρχει ένα κενό. Θέλεις αυτό να αφορά ανομολόγητο πάθος, έρωτα που ουδέποτε εκπληρώθηκε, πληγή που άφησε το έτερον ήμισυ? Εκεί ακριβώς στην εποχή της αναδρομής, αναζητείται το χαμένο λάγνο παζλ, έντονα μάλιστα, μιας και ο χρόνος που έχουμε μπροστά, για να το ανακαλύψουμε και να σημάνει η ώρα της απόλυτης ολοκλήρωσης, είναι, εξ ορισμού, περιορισμένος...

Το Παρίσι Μπορεί να Περιμένει (Paris Can Wait) Wallpaper
Για είκοσι ολόκληρα χρόνια η γοητευτική, σιμά εξηντάχρονη, Αν, στέκεται στο πλευρό του λατρεμένου της συζύγου Μάικλ, διακεκριμένου παραγωγού του Χόλιγουντ, με τεράστιες κινηματογραφικές επιτυχίες στο παλμαρέ του. Συνάμα όμως και στην σκιά του, μιας κι εκείνος, λαμπερός και διάσημος αποσπά κατ αποκλειστικότητα τα φωτογραφικά φλας σε οποιαδήποτε κοινή τους εμφάνιση, γεγονός που ούτε την προσβάλλει, ούτε την μειώνει προσωπικά όμως. Η Αν έχει συνηθίσει τον ρόλο τον δεύτερο, της αρκεί που κρατά την πρώτη θέση στην καρδιά του καλού της, ακόμη κι αν εκείνος, αφοσιωμένος ψυχή και σώμα στην δουλειά του, απουσιάζει συχνά από δίπλα της.

Όπως τώρα καλή ώρα, που το Φεστιβάλ των Καννών πλησιάζει στο τέλος του κι εκείνος πρέπει οπωσδήποτε να μεταβεί στο Βουκουρέστι, στα γυρίσματα της επόμενης του ταινίας, δίνοντας στην συμβία του ραντεβού για να συνεχίσουν μαζί τις ανοιξιάτικες διακοπές τους. Προκειμένου η Αν, να μην ταξιδέψει ολομόναχη από την Κρουαζέτ στην Πόλη του Φωτός, ο μπον βιβέρ Φραντσέζος Ζακ, στενός συνεργάτης του συζύγου της, θα προσφερθεί να την συνοδεύσει με το αυτοκίνητο του, διασχίζοντας οδικώς την μισή Γαλλία μέχρι τον τελικό τους προορισμό. Μια πορεία που δεν ξεπερνά χρονικά τις επτά ώρες, χάρη στις συνεχείς στάσεις που θα κάνει το μισού αιώνα ζωής διθέσιο Peugeot, θα αγγίξει το διήμερο...

Χμμμ, πονηρά πράγματα, σκέφτεται ο θεατής. Εντάξει, είναι κάπου και η σιτεμένη ηλικία που δεν συνηγορεί στο να ξεφύγει το σενάριο σε πολύ πιο πιπεράτες λεπτομέρειες, έλα όμως που όλα τα άλλα κτίζουν ένα περιβάλλον τέτοιο που πολύ δύσκολα δεν μπορεί να φανταστεί κανείς πως κάτι παραπάνω από το φιλικό συνέβη στην βόλτα του Paris Can Wait. Καταρχήν ελάχιστα μέρη, στον κόσμο ολόκληρο, μπορούν να κτίσουν ρομαντικό σκηνικό, ομορφότερο από αυτό της εαρινής Προβηγκίας, της πολύχρωμης, γεμάτης αρώματα, οσμές και παραμυθένια τοπία πανέμορφης Τρικολόρ ζώνης, που οι κοιλάδες της μοσχοβολούν λεβάντα, ενόσω τις χαϊδεύει απαλά ο καταγάλανος Ροδανός. Οπότε αποξαρχής εκτοξεύονται οι σπίθες του φλερτ που σιγοκαίει, ανάμεσα στον καλοβαλμένο, ευγενικό, διαχυτικό και προσεγμένο στην εμφάνιση του Ζακ και την Αμερικανίδα που είναι προφανές πως ο ερωτικός της βίος, εδώ και πολύ καιρό έχει σιγήσει.

Κάπου ανάμεσα στα ζάπλουτα, αποτελούμενα από γαστρονομικές λιχουδιές και επιλεγμένο εξαίσιο κρασί, δείπνα και τα λατρεμένα μέρη που διασχίζει το ιδιόμορφο road trip, ανεβάζει παλμούς το πιθανό ειδύλλιο, ενόσω εκείνος, πεπειραμένος Καζανόβας δεν το βάζει κάτω κι εκείνη αντιλαμβάνεται πως οι αναστολές της λυγίζουν. Πραγματικό το στόρι που στηρίζει το κεφάτο και ουδέποτε βαριεστημένο σκριπτ της ταινίας δρόμου, που υπογράφει ένα όνομα βαρύτατο σαν ιστορία. Όχι βέβαια εκείνου που το έκτισε προ πολλών δεκαετιών, ούτε καν της θυγατέρας του που το διατηρεί ολοζώντανο στις ημέρες μας. Μα της κυρίας της φαμίλιας FFC, της ονομαστής για την πορεία της στον χώρο του ντοκιμαντέρ Eleanor Coppola, που με αστείρευτο κέφι και Αρλεκίνα διάθεση, προσφέρει τις καλοσχηματισμένες της εικόνες, σαν να είναι βγαλμένες από φημισμένους πίνακες της ρομαντικής περιόδου.

Στα νιάτα της, μπορεί να είχε φτιάξει ένα σημαντικό όνομα, ως μούσα μάλιστα του Francis Ford, κούκλα την Diane Lane, δεν την αποκαλούσες με τίποτα. Στο δεύτερο, ώριμο στάδιο της καριέρας της, χάρη σε εκείνο το ξέφρενο ερωτικό θρίλερ του Unfaithful, η καλιφορνέζα σήκωσε ψηλά την παντιέρα της μεσήλικης γυναικείας επανάστασης. Σεξ απίλ που διατηρεί ολοζώντανο και στις ημέρες μας, μιας και οι ρυτίδες στο πρόσωπο, τής προσφέρουν μια ξεχωριστή σπινθηροβόλα λάμψη, καθιστώντας την ικανή να αντεπεξέλθει στην απαίτηση του μελαγχολικού βασικά, μα μετά από καμιά εκατοστή χιλιόμετρα, δροσερού ρόλου. Βοηθά τα μέγιστα σε αυτό άλλωστε και η τέλεια χημεία που κτίζει με τον Παριζιάνικου αέρα Arnaud Viard, που ανέμελος και λουσάτος δεν απεικονίζει τον ιδανικό εραστή, ίσα ίσα το αντίθετο κατά περιπτώσεις, που στο πίσω μέρος του νου, μοιάζει σαν ο απόλυτος τυχοδιώκτης ζιγκολό.

Χάρη στις ζεστές του εικόνες, τα πρόσχαρα μέρη που διασχίζει, την λάμψη των αστέρων του, τις γαστριμαργικές πόζες και τους διαλόγους που δεν βαραίνουν ποτέ, το geriatric φλερτάκι, ίσαμε να φτάσουμε στο Παρίσι, αποτελεί ένα πρώτης τάξης, ροζουλί φιλμάκι, σχεδιασμένο από την μαντάμ Coppola, για να το παρακολουθήσουν όλες οι συνομήλικες της, με τέτοιο κέφι, σαν να το βίωσαν οι ίδιες.

Το Παρίσι Μπορεί να Περιμένει (Paris Can Wait) Rating

Στις δικές μας αίθουσες? Στις 10 Αυγούστου 2017 από την Feelgood Ent.
Περισσότερα... »

Από άλλον πλανήτη (Des nouvelles de la planète Mars) PosterΑπό άλλον πλανήτη
του Dominik Moll. Με τους François Damiens, Vincent Macaigne, Veerle Baetens, Michel Aumont, Catherine Samie, Philippe Laudenbach, Léa Drucker


Οικογένεια, αυτοί οι... εξωγήινοι!
του Θόδωρου Γιαχουστίδη (@PAOK1969)

Αριστεία, βατράχια κι άλλες ιστορίες!

Νέα στήλη, ίδια λογική! Η αλήθεια είναι πως υπάρχουν μπόλικες ταινίες, που βγαίνουν στις κινηματογραφικές αίθουσες στη χώρα μας – παραπάνω σίγουρα από όσες μπορούμε να καταναλώσουμε! Υπάρχουν όμως άλλες τόσες... μπόλικες, οι οποίες βγαίνουν κατευθείαν σε dvd, μιας που δεν βρίσκεται χώρος για αυτές στις κινηματογραφικές αίθουσες. Και πολλές φορές ανάμεσα σε αυτές βρίσκουμε πραγματικά διαμάντια! Όπως τούτη εδώ, με την οποία σπάμε την παρθενιά της στήλης, την οποία εμείς δημιουργήσαμε (σημ: να ρωτήσω ψυχίατρο – ψυχολόγο, να μου πει πως λέγεται όλο αυτό, αν έχει όνομα δηλαδή). Υπάρχουν και περιπτώσεις ταινιών από σημαντικούς σκηνοθέτες, με ενδιαφέρον καστ, που απλά είναι τεράστιες... αποτυχίες (μιλώντας πρωτίστως καλλιτεχνικώς)! Και υπάρχουν και οι περιπτώσεις που οι ταινίες βγαίνουν κατευθείαν σε dvd επειδή οι εταιρίες διανομής που έχουν τα δικαιώματά τους, πιστεύουν πως κάποιες ταινίες οι οποίες δεν έχουν καμία εμπορική τύχη σε περίπτωση προβολής τους σε κινηματογραφική αίθουσα!

Από άλλον πλανήτη (Des nouvelles de la planète Mars) Quad Poster
Τούτη η ταινία έλαβε μέρος στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Βερολίνου του 2016. Εκεί την πρωτοείδαμε – μάλιστα, ήμουν σίγουρος πως είχαμε στείλει και ανταπόκριση. Αμ δε! Ήταν μία από τις ταινίες που είδαμε την τελευταία ημέρα της παρουσίας μας στο φεστιβάλ και δεν εδέησα να γράψω για αυτές. Τώρα που το ανέφερα, έχω και τέσσερις ταινίες από το περασμένο φεστιβάλ των Καννών, που είδα κατά την τελευταία ημέρα μου εκεί φέτος, για τις οποίες δεν πρόλαβα να γράψω! Note to myself: ε, μέχρι να ξεκινήσει το φεστιβάλ Βενετίας πρέπει να στείλω την τελευταία... ανταπόκριση από Κάννες!!! Αλλά ας ξαναγυρίσουμε στην ταινία μας! Είναι Γαλλοβελγική παραγωγή κι έχει ως πρωταγωνιστή έναν από τους πιο ενδιαφέροντες ηθοποιούς, που δουλεύουν αυτήν τη στιγμή στο γαλλόφωνο σινεμά: τον Βέλγο François Damiens. Ακόμα πιο ενδιαφέρουσα είναι η περίπτωση του σκηνοθέτη. Αυτή είναι η πέμπτη μεγάλου μήκους ταινία του γεννημένου στη Γερμανία 55χρονου Γάλλου σκηνοθέτη Dominik Moll. Σαματά γύρω από το όνομά του έφτιαξε με τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, το ιδιαίτερο θρίλερ «Χάρι, ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου» (Harry, un ami qui vous veut du bien, 2000), που είχε λάβει μέρος στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ των Καννών και ήταν και η ταινία του που πήρε διανομή στη χώρα μας στις αίθουσες.

Η υπόθεση: Ο Φιλίπ Μαρς είναι ένας λογικός άνθρωπος σε ένα παράλογο κόσμο. Είναι ένας διαζευγμένος 40something τύπος, που θα την «πει» στο δρόμο στον τύπο ο οποίος βλέπει το σκύλο του να χέζει στο πεζοδρόμιο αλλά δεν μαζεύει τα σκατά με σακούλα, ως οφείλει. Η πρώην γυναίκα του είναι δημοσιογράφος, που για να καλύψει μια κρίσιμη σύνοδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του αφήνει αμανάτι τα δυο παιδιά τους, κι ας μην είναι η σειρά του να τα προσέχει. Ο γιος του, που μπαίνει στην εφηβεία, έχει γίνει σκληροπυρηνικός vegan κι έχει... βρώμικα μηνύματα στο κινητό του από μια 12χρονη συμμαθήτριά του, η κόρη του είναι παθολογικά υπερφιλόδοξη, και θέλει να... πετύχει στη ζωή της με οποιοδήποτε κόστος, η αδερφή του πουλάει πορτραίτα των γυμνών γονιών του και του αφήνει επίσης αμανάτι το σκύλο της και ο συνάδελφός του Ζερόμ είναι απλά παράφρων. Τόσο, που σε μια ψυχωτική του κρίση, η οποία του κοστίζει τη δουλειά του, πετάει έναν... μπαλτά στον Φιλίπ, και του κόβει το αυτί του! Ο Φιλίπ, που το επίθετό του σημαίνει «Άρης», όπως ο πλανήτης, ονειρεύεται συχνά πυκνά πως είναι αστροναύτης! Είναι το μόνο πράγμα που τον χαλαρώνει και τον ευχαριστεί. Επίσης, συχνά πυκνά, στον ξύπνιο του, βλέπει τους νεκρούς γονείς του. Η ζωή του είναι χάλια. Δεν μπορεί να ελέγξει τίποτε. Μήπως όμως η λύση δεν είναι να πετύχει τον απόλυτο έλεγχο αλλά να αφήσει το χάος να κάνει τη δουλειά του;

Η άποψή μας: Η αλήθεια είναι πως όταν είδα την ταινία στο φεστιβάλ, σε αίθουσα, με παρέα, πέρασα πολύ καλύτερα. Στη δεύτερη θέασή της, μόνος, στο καθημερινό, μπροστά στην τηλεόραση, από dvd, την εκτίμησα μεν αλλά δεν γέλασα. Κι αυτό είναι βασικό χαρακτηριστικό στις κωμωδίες: περνάς καλύτερα παρακολουθώντας τες, όταν τις βλέπεις μαζί με κόσμο. Κι αυτό επειδή το γέλιο είναι μεταδοτικό. Κι εύκολα μια εν ευθυμία ευρισκόμενη αίθουσα μπορεί να σε κάνει να γελάσεις – διάολε, το δικό σου γέλιο μπορεί να κάνει την αίθουσα να πάρει φωτιά. Όταν είσαι μόνος στο σπίτι και βλέπεις κωμωδία, τα πράγματα είναι πιο δύσκολα. Amyway. Η μεγάλη επιτυχία του Moll στη συγκεκριμένη ταινία είναι το γεγονός αυτό: το γεγονός ότι στο επίκεντρό της βρίσκεται ένας λογικός άνθρωπος ο οποίος προσπαθεί να τα βγάλει πέρα σε έναν κόσμο που είναι (τόσο όσο χρειάζεται για να τρελαθεί ο συγκεκριμένος άνθρωπος), παράλογος! Ο σκηνοθέτης λοιπόν τραβάει τις καταστάσεις τόσο όσο χρειάζεται έτσι ώστε από τη μια να υπάρχει εμφανέστατα αυτή η μάχη λογικής και παραλόγου από τη μια, αλλά να μην μπαίνει και σε καταστάσεις και σε βαθιά ύδατα σουρεαλισμού, όπως θα συνέβαινε πχ σε μια ταινία του Charlie Kaufman.

Ο Φιλίπ είναι ο καλόβολος άνθρωπος που προσπαθεί να είναι καλός στη δουλειά του, ακόμα κι αν αυτή είναι η πιο βαρετή δουλειά του κόσμου, που θα δει και θα επισημάνει τα κακώς κείμενα, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει πως θα τον... δείρουν, που θα αναγκαστεί να δεχτεί καταστάσεις τις οποίες δεν θέλει, επειδή διαφορετικά... Διαφορετικά; Ναι, νομίζει πως θα καταρρεύσει ο κόσμος. Έτσι νομίζει. Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε; Χμ, προφανώς όχι. Εννοείται ότι ο κόσμος χρειάζεται πολλούς, πάρα πολλούς Φιλίπ για να στρώσει. Χρειάζεται όμως και πάρα πολλούς Φιλίπ σαλταρισμένους. Από τη στιγμή που ξεπερνιούνται οι αντοχές του και ξεσπάει, ο Φιλίπ δεν γίνεται ένας άλλος άνθρωπος αλλά ένας βελτιωμένος άνθρωπος. Ένας άνθρωπος που αφήνει το χάος μέσα του, μιας που έστω και αργά καταλαβαίνει πως δεν μπορείς να τα ελέγχεις όλα. Σκατά, τίποτε δεν μπορείς να ελέγξεις: ούτε τη ζωή σου. Η... βόμβα μετράει αντίστροφα και θα σκάσει ενώ εσύ προσπαθείς να σώσεις βατράχια μέσα σε ντελαπαρισμένο όχημα (του Ζισκάρ Ντ' Εστέν παρακαλώ!) εκτός κι αν υπάρξει... από μηχανής Θεός! Οπότε, απόλαυσε τη ζωή όσο χάλια κι αν είναι! Διαφορετικά, θα είσαι ο γορίλας στο κλουβί της ιστορίας που αφηγείται η διαγνωσμένη τρελή, που δεν θέλει να την ακουμπάνε, με την οποία είναι ερωτευμένος ο τρελάρας συνάδελφος του Φιλίπ.

Γλυκιά, παράξενη κωμωδία, που αν είναι να τη νοικιάσετε για να τη δείτε σε dvd, φροντίστε να τη δείτε με παρέα. Και μια παρέα που της αρέσουν κι άλλα πράγματα πέρα από τα προφανή και τις χοντράδες μιας νεανικής αμερικάνικης χαζοκωμωδίας ή ο Σεφερλής...

Από άλλον πλανήτη (Des nouvelles de la planète Mars) Rating

Στις δικές μας αίθουσες? Κατευθείαν σε DVD!
Περισσότερα... »

Gun Shy PosterΣεξ, ναρκωτικά και μια απαχθείσα σύζυγος! Πρόκειται για μια περιπετειώδη κομεντί, που έχει περάσει από χίλια μύρια κύματα, αν δούμε πως ξεκίνησε με την μαρκίζα Salty την παραγωγική της διαδικασία και εντέλει κατέληξε να έχει τον επίσημο τίτλο της, Gun Shy, αυτόν δηλαδή που της έδωσε το όχι και τόσο γνωστό στο ευρύ κοινό στούντιο της Saban Films. Στο επίκεντρο της ιστορίας που αφηγείται το φιλμ, βρίσκεται η σύζυγός ενός ηλικιωμένου αρκετά, πρώην ροκ αστέρα, που επαγγέλλεται μοντέλο, όπου κατά την διάρκεια ενός ταξιδιού της στην Χιλή θα πέσει θύμα απαγωγής. Ο καλός της, συνηθισμένος να κάνουν τα πάντα για εκείνον όσοι έχει στην δούλεψη του, ανίκανος για το παραμικρό, πρέπει τώρα να την αναζητήσει στους σκοτεινούς δρόμους του Σαντιάγκο, περνώντας όχι και τόσο απαρατήρητος, αν και εφόσον επιθυμεί να την ξαναδεί ζωντανή. Η ταινία υπογράφεται από τον σκηνοθέτη Simon West που μάλλον έκανε τον κύκλο του στα μπλοκμπάστερς επιπέδου Lara Croft Tomb Raider, Con Air, The Mechanic, The Expendables 2 και Stolen και αναμένεται να κυκλοφορήσει στις αίθουσες των ΗΠΑ στις 8 Σεπτεμβρίου 2017. Όχι πάντως και με τις θετικότερες των προυποθέσεων, μιας και το τρέιλερ που μόλις εξέδωσε το στούντιο, δεν είναι και το πιο ελκυστικό για να τραβήξει την ματιά του υποψήφιου θεατή.

Gun Shy Movie

Ο Antonio Banderas που δεν περνά και τις πιο καλές ημέρες της καριέρας του, κρατά τον βασικό ρόλο του σιτεμένου λαοφιλή τραγουδιστή, ενώ την κυρά του που έχει πέσει στα χέρια των απαγωγέων υποδύεται η Olga Kurylenko. Συμμετέχουν ακόμη κι οι Ben Cura, Mark Valley, Aisling Loftus, David Mitchell, Jeremy Swift και Jesse Johnson.

Στις δικές μας αίθουσες? Ακόμη δεν έχει προγραμματιστεί.

Περισσότερα... »

Death Wish PosterΉρθαν για την οικογένεια του. Τώρα εκείνος έρχεται γι αυτούς! Η πιο φημισμένη σόλο κινηματογραφική στιγμή του ενός και μοναδικού Charles Bronson, που είχε τέτοια σημαντική εμπορική επιτυχία, ώστε να ακολουθήσουν όχι και λίγα σίκουελ, υπήρξε το Death Wish του 1974, η πιο ονομαστή στα χρονικά ιστορία προσωπικής εκδίκησης. Την εποχή του Taken λοιπόν και με όλους τους σημαντικούς action αστέρες των περασμένων δεκαετιών να έχουν πατήσει για τα καλά τα εξήντα τους χρόνια, μια χαρά ευκαιρία είναι για ένα σίκουελ του ορίτζιναλ, διασκευασμένο στα μέτρα του σήμερα. Από τον Eli Roth μας έρχεται η ολοκαίνουργη βερσιόν του μυθικού τίτλου, που βασίζεται στην νουβέλα του συγγραφέα Brian Garfield, που στο επίκεντρο της υπόθεσης της έχει τον Δόκτορα Πολ Κέρσι, διακεκριμένο χειρουργό, που καθημερινώς στο νοσοκομείο που βρίσκεται, γίνεται αυτόπτης μάρτυρας της ανεξέλεγκτης βίας που χαρακτηρίζει το σύγχρονο Σικάγο. Κατάσταση που δεν θα αργήσει να κτυπήσει και το δικό του σπίτι, καθώς η σύζυγός και η θυγατέρα του θα γίνουν θύματα επίθεσης στην κατοικία τους στα προάστια. Είναι ακριβώς η στιγμή που ο γιατρός θα αρματωθεί το όπλο του και θα θελήσει ολομόναχος να απονείμει δικαιοσύνη, αναζητώντας εκείνους που του κατέστρεψαν την οικογενειακή του γαλήνη. Ενδεικτικά του κλίματος τιμωρίας είναι τα ταχύτατα πλάνα που μας προσφέρει το τρέιλερ που μόλις έδωσε στην δημοσιότητα η Metro Goldwyn Mayer, για την εκρηκτική περιπέτεια που αναμένεται να φτάσει στις αίθουσες στις 22 Νοεμβρίου 2017.

Death Wish Movie

Ιδανική θα έλεγα η επιλογή για τον κεντρικό ρόλο ο βετεράνος του είδους Bruce Willis, που κέρδισε στην κούρσα της διεκδίκησης τους Liam Neeson και Mel Gibson, όπου εδώ αναζητάει εκδίκηση για τα δεινά που υπέστησαν η σύζυγος Elizabeth Shue και η κόρη του Camilla Morrone. Στην διανομή του φιλμ, που το σενάριο υπογράφει ο αξιόλογος Joe Carnahan, συναντάμε ακόμη και τους Vincent D'Onofrio, Dean Norris, Kimberly Elise.

Στις δικές μας αίθουσες? Ακόμη δεν έχει προγραμματιστεί.

Περισσότερα... »

Ο μαύρος πύργος (The Dark Tower) PosterΟ μαύρος πύργος
του Nikolaj Arcel. Με τους Idris Elba, Matthew McConaughey, Tom Taylor, Claudia Kim, Fran Kranz, Abbey Lee Kershaw, Jackie Earle Haley, Katheryn Winnick, Dennis Haysbert, Michael Barbieri, José Zúñiga, Alex McGregor, Nicholas Hamilton, De-Wet Nagel


God save the (Stephen) King!
του zerVo (@moviesltd)

Αν μέτρησα σωστά, η σχετική απογραφή κατέληξε στο νούμερο 41. Τόσες είναι οι φορές που έργο του ενός και μοναδικού, τόσο πετυχημένου, συγγραφέα φαντασίας, που έχουν πάρει την άγουσα από το χαρτί στο εκράν, μικρό τε και μεγάλο. Τα αποτελέσματα όλων των λογιών, που στις περισσότερες των περιπτώσεων έχουν να κάνουν με το ποιου κύρους δημιουργός συνεργάστηκε με το κυρίως θέμα, σφραγίδας Stephen King. Kubrick? De Palma? Darabont? Cronenberg? Carpenter? Εγγυημένο το αποτέλεσμα, σε βαθμό που η Shining, η Carrie, η Ρίτα Χέιγουορθ να θεωρούνται αξιολογικά ως οι τοπ επιλογές κοινού στα χρονικά κι όχι αποκλειστικά στο genre τους. Απεναντίας? Ποιος στην ευχή είναι ο Fraser Heston δημιουργός του Needful Things? Ο πενιχρός Tom Holland του Thinner? Ή ακόμη χειρότερα κάποιος Mick Garris που του έλαχαν να τον φάνε οι Νυχτοβάτες. Συνεπώς κοιτάζοντας το ποιος έχει το γενικό πρόσταγμα, σε σημαντικό ποσοστό γνωρίζεις από πριν και πως θα πάει το πράγμα. Έχουμε και λέμε το λοιπόν: Nikolaj Arcel. Ξέρεις ή μάλλον κατάλαβες...

Ο μαύρος πύργος (The Dark Tower) Wallpaper
Κανείς, σχεδόν ούτε ο κολλητός του φίλος, δεν παίρνει στα σοβαρά όσα λέει. Ο νεαρός Τζέικ Τσέιμπερς, μην μπορώντας να διαχωρίσει το όνειρο από την πραγματικότητα, με νου ταλαιπωρημένα μπερδεμένο, πιστεύει πως εκτός από τα οράματα του, οι μυστηριώδεις ξένοι με το πρόσθετο πρόσωπο, που αρπάζουν παιδιά για να χρησιμοποιήσουν την ψυχή τους ώστε να γκρεμίσουν τον Μαύρο Πύργο που ελέγχει το σύμπαν, κινούνται και ανάμεσα μας. Πίστη, όπως την καταγράφει στα πλήρους λεπτομέρειας σκίτσα του, που τον έχει καταστήσει σαν το φρικιό της τάξης, προβληματίζοντας συνάμα και την ανήμπορη να αντιδράσει μητέρα του, που μάλλον οδηγείται στην λύση να τον στείλει για ψυχολογική υποστήριξη σε ίδρυμα.

Ο μικρός, αντιλαμβανόμενος πως ο εγκλεισμός του στην κλινική, αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου από τα καθοδηγούμενα από τον μυστηριώδη Άνθρωπο με τα Μαύρα, τέρατα, θα αναζητήσει βοήθεια για να αποφύγει την αιχμαλωσία. Παντελώς απρόσμενα, θα βρει σύμμαχο, τον μαχητή Ρόλαντ Ντεσέιν, έναν περιπλανώμενο πιστολέρο που δρα στο ευρύτερο διάστημα και έχει δώσει όρκο να προστατεύει και να υπηρετεί, όλους όσους βρίσκονται στο στόχαστρο του διαβολικού μάγου Γουόλτερ. Βίαιου κακίστρου που ήδη βρίσκεται στο κατόπι του πιτσιρίκου, πιστεύοντας πως εκείνος διαθέτει την ισχύ του νου, για να καταστρέψει τον επιβλητικό Πύργο, που διατηρεί τις ισορροπίες σε όλους τους γνωστούς και αγνώστους κόσμους της πλάσης.

Οκτώ βιβλία, λέει το παλμαρέ, κανένα δεν έπεσε ποτέ στα χέρια μου, που έχουν συγγραφεί σε ένα εύρος κοντά εικοσαετίας, αποτελούν τον κύκλο σκοτεινού sci fi, που συνδυάζει τον τρόμο με το γουέστερν, την περιπέτεια με το μεταφυσικό. Συνεπώς δύο ειδών ενδέχεται να είναι και οι θεατές του παρόντος, όσοι έχουν την γνώση του τι θα δουν (και θα προσμένουν) και όσοι είναι αδαείς παντελώς και ούτε καν φαντάζονται τι μπορεί να προκύψει. Άρα διαβάζοντας κανείς άσχετος, για παράλληλα σύμπαντα, πιτσιρικάδες αλαφροίσκιωτους, μάγους με καμπαρντίνες που παίζουν σαν μαριονέτες ανθρωπάρια με δέρμα κουμπωτό σαν με φερμουάρ, πως θα αντιμετώπιζε την πιθανότητα να παρακολουθήσει κάτι ορθολογικό και στο πανί? Κακά τα ψέματα, αν τσεκάρει ο οποιοσδήποτε τα έργα που πέτυχαν στην μεταφορά τους στην μεγάλη οθόνη, από όσα ξεπήδησαν από την φαντασία του μετρ, τότε θα καταλάβει πως ήταν και τα λιγότερο περίπλοκα και εκκεντρικά.

Εδώ η γνωστή για τις φλόπες που έχει στήσει υπό την μαρκίζα της εσχάτως, παραγωγός Sony, συνεχίζει το ίδιο τροπάρι, της κατά παραγγελίαν adventure, γνωρίζοντας πως έχει στα χέρια της έναν μίνι θησαυρό, που ενδέχεται ως τίτλος, χαρακτήρες, πρότζεκτ να παραμείνει ζωντανός (αν όχι και για τα οκτώ) για ένα τρίπτυχο τουλάχιστον. Οπότε αυτό εδώ είναι το εισαγωγικό τεύχος, αυτό που λέμε της γνωριμίας, όπου συναντάμε για πρώτη φορά τα πρόσωπα του στόρι, αυτά που θα μας κρατήσουν συντροφιά και για τα επόμενα τσάπτερς. Καμία σχέση με ότι μας έχει διδάξει η Marvel λοιπόν, άντε και η DC. Πάρε θεατή μου σερβιρισμένο λες και τον ήξερες και από χθες, έναν μπόμπιρα προβληματικό, που δεν διαχωρίζει ρεαλισμό από εφιάλτες, τσίμπα και έναν έγχρωμο σούτερ, που πέφτει κυριολεκτικά εξ ουρανού και πάλεψε μονάχος για να καταλάβεις τι συμβαίνει με τις αστροπύλες, τα πέρα δώθε σε τόπο και χρόνο, τα στιγμιαία beam me up, λες και αποτελούν όλα αυτά τουσέ, μέρος της καθημερινότητας μας. Για να πεταχτούμε λιγουλάκι στην τοποθεσία 19-19, έτσι για βόλτα! Όσο για την επεξήγηση του τι μπορεί να σημαίνει, σε συσχετισμό και επί του συνόλου, ο Πύργος, εκεί μάλλον πρέπει να ριχτούν τα κόκαλα για να το μαντέψουν. Όλα στον αέρα, με την υπόθεση πως το κοινό γνωρίζει τι και πως. Ε, όχι δα.

Έτσι ακριβώς δικαιολογούνται και τα σκάρτα ενενήντα λεπτά της διάρκειας του φιλμ, με την έννοια πως ποτέ δεν κτίζεται σωστά το υπόβαθρο, δεν ορίζονται οι περσόνες, δεν φτιάχνεται η μαγιά που θα υποστηρίξει όχι απλώς το τρέχον κεφάλαιο, αλλά και όλα τα επόμενα. Να ένας δωδεκάχρονος φαντασιόπληκτος, να ένας αήττητος gunslinger, να μια κολεγιά που θα μας κρατήσει παρέα και στο μέλλον. Στο πόδι τα πάντα και κυρίως το σενάριο, όπου προφανώς συμμετέχει στην συγγραφή του, ο φημισμένος καταστροφέας Akiva Goldsman, κυρίως όμως το δέσιμο των πάντων, όπου πασιφανώς γίνεται από έναν δημιουργό ελάχιστα έμπειρο και εμπνευσμένο, σίγουρα όμως ικανό στο yes men φαστ φουντ σερβίρισμα, κατά πως ζητάει η παραγωγή. Αρπαχτή λες? Όχι δεν το πιστεύω, υπάρχει ένα μικρό περιθώριο να σωθεί το πρόγραμμα, χρειάζεται πάρα πολλή δουλειά όμως και συμμάζεμα. Α και να το επιτρέψει και ο King, που από όσα ακούγονται, μάλλον δεν έχει δει θετικά, ούτε το διπλό (καταστροφικό κυριολεκτικά) μοντάζ, ούτε την μέθοδο που διάλεξε η Sony για να οπτικοποιήσει το έργο του.

Υπάρχει τουλάχιστον μια μικρή θετική ηλιαχτίδα, η πιο απρόσμενη ίσως όλων, που ακούει στο όνομα Idris Elba και που αν μη τι άλλο, κάνει τα πάντα για να φουσκώσει το σωσίβιο. Ο Εγγλέζος με την εμπειρία που διαθέτει από παρόμοιας κομικένιας υφής πλάνα, έχει και τον αέρα και την άνεση και την πειθώ για να κρατήσει την πλατεία σιμά του μέχρι το φινάλε των μυρίων όσων αναίτιων σλόου μόσιον εκρήξεων. Ο ταλαίπωρος όμως είναι τόσο μόνος, υποδυόμενος τον loner, που νομίζει κανείς πως οι υπόλοιποι έστειλαν ολογράμματα τους στα γυρίσματα να αποδώσουν τους ρόλους. Και οκ, ο μικρός Taylor που ούτε καν οντισιόν δεν πρέπει να έλαβε χώρα για να επιλεγεί, αφού είναι τόσο άβολα κακός ως Τζέικ, σε σημείο να μην πιστεύεις στα μάτια σου, ας πούμε ότι δικαιολογείται. 15 χρονών αγοράκι είναι, ας πούμε ότι δεν έχουμε δει στο παρελθόν παιδιά θαύματα. Αυτός ο φημισμένος για τις προσεγμένες του επιλογές Τεξανός (είναι ιδέα μου ή μετά το όσκαρ κατηφορίζει?) είναι απορίας άξιο το πως δέχτηκε να τον απεικονίσουν με λείανση CGI, ανέκφραστο σαν να έχει πέσει στην μαρμίτα του μπότοξ και με στοιχεία μόστρας (εσπέσιαλυ το αλά Cage μαλλί, όλα τα λεφτά) σχεδόν καταστροφικά. Καμία συνοχή ερμηνευτική, καμία σκριπτική υποστήριξη της προσωπικότητας που υποδύεται, διαβάζουμε για McConaughey, μα τελικώς ο Matt είναι απόντας...

Παρόλα αυτά στηρίζοντας τις πανύψηλες προσδοκίες όσων γνωρίζουν τι σημαίνει επακριβώς ως μυθολογία το The Dark Tower, θα σεβαστώ τα ελάχιστα θετικά του και θα αφήσω ένα λαμπάκι ελπίδας αναμμένο, πως μπορεί το πράγμα να σουλουπωθεί μελλοντικά. Η φιγούρα του Ντεσέιν έχει δυναμική να κρατήσει το πράγμα ζωντανό και να μην το στείλει στα αζήτητα αποξαρχής, ένεκα ενός (ας το πω, στιγμιαίου) συνολικού σφάλματος. Δεν γίνεται να διαγραφεί μονοκοντυλιά και τόσο εύκολα κάποιος που οπλίζει το εξάσφαιρο, πιο γρήγορα κι από την σκιά του...

Ο μαύρος πύργος (The Dark Tower) Rating

Στις δικές μας αίθουσες? Στις 3 Αυγούστου 2017 από την Feelgood Ent.
Περισσότερα... »