Cannes Film Festival 2017 Live

του Θόδωρου Γιαχουστίδη

«Happy» end?

Ενός λεπτού σιγή ζητήθηκε με επίσημο δελτίο τύπου από το φεστιβάλ να τηρηθεί από όλους στις 15.00 τοπική ώρα εδώ στις Κάννες ως φόρος τιμής για τα θύματα της τρομοκρατικής επίθεσης στο Μάντσεστερ, σε συναυλία της Ariana Grande αν έχετε το θεό σας! Κι άλλοι νεκροί, αθώοι άνθρωποι που πήγαν να διασκεδάσουν, σε μια ποπ συναυλία. Τυφλά (;) χτυπήματα με στόχο νέους ανθρώπους. Ωραία ριζοσπαστικοποίηση, έτσι; Πέθανε και ο Roger Moore, μ' έπιασε και η νοσταλγία για την Ελλάδα, τη Θεσσαλονίκη, τη γυναίκα μου, την κόρη μου, τους δικούς μου, άστα να πάνε.

Εντωμεταξύ, σε κάποια από τις προηγούμενες ανταποκρίσεις μου σας είχα γράψει πως στο σήμα του φεστιβάλ με τις σκάλες που ανεβαίνουν από τον βυθό της θάλασσας στα αστέρια του γαλαξία υπάρχουν ονόματα σπουδαίων σκηνοθετών και στο πρώτο από τα πανομοιότυπα κλιπάκια που είχα δει, υπήρχε το όνομα του Ζιλ Ντασέν. Ε, βγήκαν κι άλλα όπως καταλαβαίνετε. Και σε κάθε ένα από αυτά προς μεγάλη μου έκπληξη, υπάρχει όνομα Έλληνα! Κώστας Γαβράς, Μιχάλης Κακογιάννης, Θόδωρος Αγγελόπουλος. Καλή φάση...

Happy End Cannes 2017

Μας μαύρισε την ψυχή και ο Haneke με τη νέα του ταινία «Happy End» και ήρθε και έδεσε το γλυκό! Ο 75χρονος γεννημένος στο Μόναχο Αυστριακός σκηνοθέτης γυρίζει την 12η μεγάλου μήκους ταινία του, έχοντας το... προνόμιο να έχει γυρίσει το «Funny Games» ο ίδιος και στην πρωτότυπη εκδοχή του αλλά και στο αμερικάνικο ριμέικ του (το συγκεκριμένο ριμέικ είναι μάλλον η χειρότερη στιγμή στην καριέρα του – απλά, δεν χρειαζόταν). Υπερ-αγαπημένος στο φεστιβάλ των Καννών, έχει ήδη κερδίσει δύο φορές τον Χρυσό Φοίνικα και μάλιστα είναι μόνο ο ένας από τους δύο σκηνοθέτες που το έχουν καταφέρει με δύο συνεχόμενες ταινίες τους! Την πρώτη φορά κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα για τη «Λευκή κορδέλα» (2009) και τη δεύτερη για το «Αγάπη» (2012). Πέντε χρόνια μετά (ποτέ δεν έχει περάσει τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα ανάμεσα σε δύο ταινίες του) συμμετέχει ξανά στο διαγωνιστικό τμήμα του αγαπημένου του φεστιβάλ. Αυτήν τη φορά ο Χρυσός Φοίνικας θα πάει κατά πάσα πιθανότητα αλλού. Λέμε τώρα: ποτέ δεν ξέρεις με τις Κάννες...

Η υπόθεση: Ο Ζορζ Λοράν είναι ένας 84χρονος μεγαλοαστός, που ζει στο έξοχο σπίτι του στο Καλέ, ένα σημαντικό λιμάνι στο στενό της Μάγχης, πόλη όπου πολλοί μετανάστες ζουν έτσι κι αλλιώς κι άλλοι βρίσκονται παγιδευμένοι σε σύγχρονα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ο Ζορζ είναι μοναχικός και θέλει να αυτοκτονήσει. Όταν δεν τα καταφέρνει ρίχνοντας το αυτοκίνητό του σε κολόνα, ψάχνει απεγνωσμένα κάποιον να τον βοηθήσει να τα καταφέρει, ενώ πλέον είναι καθηλωμένος και σε αναπηρικό καροτσάκι. Μαζί του στο σπίτι του μένουν η κόρη του, Αν, που έχει αναλάβει την οικογενειακή επιχείρηση εργολαβιών (που δεν πάει και πολύ καλά) και ο γιος του, Τομά, ο οποίος είναι γιατρός. Επίσης μαζί τους μένουν ο γιος της Αν, ο αψύς και οξύθυμος Πιέρ, στον οποίο η Αν θέλει να μεταβιβάσει τα ηνία της εταιρίας, η δεύτερη γυναίκα του Τομά, η Αναϊς και ο νεογέννητος γιος τους. Το παζλ συμπληρώνεται όταν στο σπίτι έρχεται να ζήσει και η 12χρονη κόρη του Τομά, από τον πρώτο του γάμο, η Ιβ, όταν η μητέρα της μυστηριωδώς (;) παθαίνει overdose από φάρμακα που παίρνει για την κατάθλιψη. Κάτω από την επιφανειακή ηρεμία βρίσκονται καλά κρυμμένα μυστικά και ντοκουμέντα...

Η άποψή μας: Ο Haneke βάζει σε ταινία του να ακουστεί το «Chandelier» της Sia σε μια σκηνή καραόκε!!! Ο Haneke καταγράφει μέσω ενός smartphone μια γυναίκα να κάνει διάφορα πριν κοιμηθεί και ένα 13χρονο κορίτσι (όπως καταλαβαίνουμε αργότερα) να τα σχολιάζει live καθώς λαμβάνουν χώρα, στο instagram! Ο Haneke δείχνει έναν πιτσιρικά στο youtube να κοροϊδεύει έναν άλλο πιτσιρικά με... κινηματογραφικό τρόπο! Ο Haneke δείχνει ερωτικό τσατ ανάμεσα σε έναν άνδρα και μια γυναίκα, που θυμίζει κάπως το ανάλογο (ψεύτικο όμως) στο «Εξ επαφής», το θεατρικό του Patrick Marber που έκανε ταινία ο Mike Nichols. Αυτά είναι πρωτόγνωρα πράγματα για ταινία του Haneke! Υπάρχουν όμως και τα γνωστά και αγαπημένα: σκηνές από κάμερες cctv που πιάνουν την κατάρρευση ενός χώρου κατασκευής μεγάλου έργου (εξαιρετική σκηνή), σκηνές κινηματογραφημένες από μακριά, όπου δεν ακούς τι διαμείβεται ανάμεσα στους συμμετέχοντες, ξαφνικές εκρήξεις βίας, ένα παζλ στο οποίο ο σκηνοθέτης όχι μόνο δεν σε βοηθάει να το ολοκληρώσεις, αλλά σου... κρύβει κομμάτια.

Είναι σαν ένα best of τούτη η ταινία του, με πιο κοντινό σημείο αναφοράς τον «Κρυμμένο». Η (μεγαλο)αστική τάξη βρίσκεται για άλλη μια φορά στο στόχαστρο του σκηνοθέτη. Η υποκρισία, η δήθεν καλοσύνη, η βαρεμάρα, η αδιαφορία για αυτό που συμβαίνει στον κόσμο, η ανάγκη για συνεχή και ολοένα και πιο έντονα ερεθίσματα για να νιώσει ζωντανή. Κι ένα παιδί... εξολοθρευτής άγγελος! Σαν να συμπυκνώνει το αθώο (;;;) αυτό πλάσμα, η 12χρονη Ιβ, ήτοι, η Εύα, όλη την κακία των προγόνων της. Σκοτώνει το χάμστερ της, κοροϊδεύει τη μητέρα της (ίσως της κάνει και κάτι παραπάνω), καταγράφει ωσάν ζόμπι την «πραγματικότητα» μέσα από την οθόνη του κινητού της. Ναι, θα μπορούσε κανείς να πει πως τούτη η ταινία του Haneke έχει πολλά κοινά στοιχεία με την ταινία του Zvyagintsev, με την οποία συνδιαγωνίζεται εδώ. Μόνο που, περιέργως, ο Haneke δείχνει πιο... πράος με τον μισανθρωπισμό του, που είναι το σήμα κατατεθέν του. Κάνει και μια αδιόρατη ένωση με το «Αγάπη», εδώ, σε μια ταινία που μόνο αγάπη δεν υπάρχει! Και το φινάλε της ταινίας είναι ταυτόχρονα ένα από τα πιο τρομακτικά και πιο αστεία (;;;;;) της φιλμογραφίας του – και ναι, εδώ μπορείς να το δεχτείς ως αστείο, όχι όπως στην περίπτωση του Λάνθιμου (εκεί εγώ, επιμένω). Η νέα γενιά έρχεται να ξεφορτωθεί το παλιό αλλά δεν πράττει: απλά καταγράφει. Υπάρχει κάτι περισσότερο απέλπιδο;

Δεν θα αρέσει στο πολύ κοινό η νέα ταινία του Haneke γιατί είναι πιο κρυπτική απ' ότι συνήθως και θέτει πολλά ερωτήματα δίχως να δίνει σχεδόν καμία απάντηση. Το αν παραβιάζει ανοιχτές θύρες είναι ένα ζήτημα επίσης που σηκώνει μεγάλη κουβέντα. Πάντως, σίγουρα, αδιάφορη ταινία δεν έκανε...

Sanpo suru shinryakusha Cannes 2017

Εκείνος που με εξέπληξε θετικά ήταν ο Kiyoshi Kurosawa. Ο πολυγραφότατος Ιάπωνας σκηνοθέτης έχει λάβει μέρος μία φορά στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Καννών με το «Κεφάλι της μέδουσας» (Akarui mirai / Bright Future, 2002). Στο «Ένα κάποιο βλέμμα», όμως, συμμετέχει συχνά πυκνά. Αυτή είναι η τέταρτη μεγάλου μήκους ταινία του λοιπόν, που συμμετέχει στο συγκεκριμένο τμήμα. Τίτλος της: «Sanpo suru shinryakusha» ή αγγλιστί «Before We Vanish». Και το σενάριό της βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Tomohiro Maekawa.

Η υπόθεση: Η Ναρούμι δεν τα πάει καλά με τον σύζυγό της, τον Σίνζι. Βρίσκονται στα πρόθυρα διαζυγίου. Μια ημέρα, ο Σίνζι εξαφανίζεται. Όταν επιστρέφει λίγο καιρό αργότερα, μοιάζει με κάποιον τελείως διαφορετικό άνθρωπο. Πλέον είναι ευγενικός και τρυφερός. Κάθε ημέρα, δε, βγαίνει για βόλτα, αν και φαίνεται να μην μπορεί να περπατήσει καλά. Την ίδια ώρα, μια οικογένεια δολοφονείται βάναυσα, και από το μακελειό βγαίνει ζωντανή μία κοπέλα μόνο. Ο δημοσιογράφος Σακουράι καλύπτει την ιστορία της δολοφονίας. Και θα γνωρίσει έναν παράξενο νεαρό. Που θα του εξομολογηθεί πως είναι... εξωγήινος. Μαζί με άλλους δύο εξωγήινους βρέθηκαν στην Ιαπωνία, δανείστηκαν ανθρώπινες μορφές, παίρνουν από τους ανθρώπους την αντίληψη που έχουμε για έννοιες άγνωστες για αυτούς, όπως ιδιοκτησία, δουλειά, χρήματα και προετοιμάζουν το έδαφος για μια εξωγήινη εισβολή που κοντοζυγώνει, στην οποία όλο το ανθρώπινο είδος θα εξαφανιστεί, εκτός από ελάχιστους που θα επιβιώσουν λειτουργώντας ως «δείγμα». Τι μπορεί να σταματήσει την επερχόμενη καταστροφή;

Η άποψή μας: Επιτέλους, μια ταινία του Kurosawa με χιούμορ! Και με ζεστασιά. Μακριά (εντάξει, όχι και τόσο) από τον εαυτό του, εκείνον που παρατηρεί από απόσταση και σχολιάζει το... alienation της ανθρωπότητας! Κι εδώ εννοείται ότι έχουμε αίμα αρκετό κι εδώ υπάρχει μια απειλητική ατμόσφαιρα, αλλά το βασικότερο είναι ότι υπάρχει χιούμορ, ότι ο σκηνοθέτης αντιμετωπίζει την επερχόμενη καταστροφή με διάθεση χαλαρού σχολιασμού. Το αποτέλεσμα είναι ότι πιο κοντινό σε «εμπορικό» σινεμά έχει ποτέ του γυρίσει! Είπαμε, υπάρχει το αίμα, δομικό στοιχείο των ταινιών του: η αρχική σκηνή με το χρυσόψαρο και το αιματοκύλισμα έχει τη σφραγίδα του. Υπάρχουν και σκηνές εντυπωσιακές: εκείνη όπου η αεροπορία της Ιαπωνίας ρίχνει βόμβες προκειμένου να σταματήσει τον δημοσιογράφο, που είναι με το μέρος των εξωγήινων (οποία κατάντια για το λειτούργημα, όπως το λέγαμε παλιά!!!) είναι πάρα πολύ δυνατές.

Μα η ταινία έχει καρδιά! Καμία σχέση με το «Creepy», που είδαμε τελευταία εμπορικά στις αίθουσες της χώρας μας (είδαμε, τρόπος του λέγειν – ελάχιστοι τίμησαν την ταινία με την παρουσία τους). Εδώ, οι τρεις εξωγήινοι και ιδίως εκείνος που μπήκε στο σώμα του Σίνζι, θέλουν να μάθουν. Είναι σαν μικρά παιδιά, που ξέρουν τα βασικά, αλλά θέλουν να μάθουν κι άλλα. Κι όταν, ακουμπώντας με το δάχτυλό τους το κεφάλι ενός ανθρώπου, αφού πρώτα του ζητήσουν να κάνει «εικόνα» την αντίληψη που έχει για κάποιο συγκεκριμένο θέμα, για το οποίο προφανώς δεν έχουν ιδέα οι ίδιοι ως κοινωνία, γίνονται ολοένα και πιο άνθρωποι, την ίδια ώρα που οι άνθρωποι φαίνονται ολοένα και πιο εξωγήινοι! Σκηνές όπως ο σκύλος που δαγκώνει τον εξωγήινο ή εκείνη όπου το καταπιεστικό αφεντικό της Ναρούμι γίνεται ξανά παιδί μετά την «παραχώρηση» της ιδέας για την εργασία στον Σίνζι βγάζουν πολύ γέλιο. Και το φινάλε είναι όλα τα λεφτά: Τι μπορεί να σταματήσει μια παγκόσμια εισβολή εξωγήινων, που μαθαίνουν να γίνονται άνθρωποι; Δεν σας το φανερώνω γιατί την απάντηση την νιώθετε ήδη, έτσι δεν είναι; Κι αυτό που λέει ο Σίνζι στην Ναρούμι, η οποία έχει «αδειάσει» μετά την τελευταία «αντίληψη» που έχει δώσει στον εξωγήινο (;) σύντροφό της είναι ότι πιο ελπιδοφόρο και όμορφο έχουμε δει τελευταία. Εύγε ρε μάγκα, σε βγάζω από τη μαύρη λίστα!

Ôtez-moi d'un doute Cannes 2017

Για το τέλος αφήσαμε κάτι πολύ πιο ανάλαφρο, που ενδεχομένως να μην είχε θέσει σε ένα φεστιβάλ τόσο μεγάλο και σοβαρό (ή σοβαροφανές, οι απόψεις διίστανται) όπως αυτό των Καννών. Μιλώ για την Γαλλοβελγική παραγωγή «Ôtez-moi d'un doute» (Just to be Sure) της 44χρονης Carine Tardieu. Αυτή είναι η τρίτη της μεγάλου μήκους ταινία και η πρώτη της με την οποία εμφανίζεται στις Κάννες, στο τμήμα «Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών».

Η υπόθεση: Ο Εργουάν εργάζεται ως πυροτεχνουργός, μια δουλειά πολύ επικίνδυνη, η οποία απαιτεί μεγάλη προσοχή και ακρίβεια. Είναι πολύ τυπικός, ακολουθεί τους νόμους και οι άλλοι μπορούν να βασίζονται επάνω του. Είναι χήρος, καθώς η γυναίκα του πέθανε και έχει αναθρέψει σχεδόν μόνος του την κόρη του, τη Ζουλιέτ, η οποία δουλεύει σε γραφείο ευρέσεως εργασίας και είναι έγκυος χωρίς να ξέρει (;) ποιος είναι ο πατέρας του παιδιού της. Κι επειδή η αδελφή του Μπαστιέν, πατέρα του Εργουάν, πέθανε από μια κληρονομική πάθηση, ο Εργουάν και η κόρη του προβαίνουν σε μια σειρά από αιματολογικές εξετάσεις. Τα αποτελέσματα σοκάρουν τον Εργουάν: ο Μπαστιέν δεν είναι πατέρας του! Ψάχνοντας να βρει τον βιολογικό του πατέρα, βάζει μια ντετέκτιβ να κάνει τη δουλειά. Και τον βρίσκει: είναι ο Ζοζέφ, ένας συναρπαστικός γεράκος, με τον οποίο ο Εργουάν περνάει καλά. Το θέμα είναι πως ο Ζοζέφ έχει μια κόρη, την γιατρό Άννα, την οποία ο Εργουάν ερωτεύεται! Ποιος είναι ο πατέρας του παιδιού της κόρης του; Πώς θα αποκαλύψει την αλήθεια στον Μπαστιέν; Και πώς θα ξεπεράσει τον κίνδυνο να μην κάνει... αιμομιξία;

Η άποψή μας: Έτσι ακριβώς όπως τα διαβάσατε παραπάνω. Αυτά ισχύουν στην – κι όμως ενδιαφέρουσα – κωμωδία. Βοηθάει το γεγονός ότι πρωταγωνιστούν δύο από τους μεγαλύτερους σταρ του Βελγίου αυτήν τη στιγμή: ο πάντα αξιόπιστος François Damiens και η πολύ γοητευτική (χωρίς να είναι όμορφη) και πολύ ταλαντούχα Cécile De France! Το ότι επίσης στους ρόλους των γηραιών πατεράδων εμφανίζονται οι André Wilms και Guy Marchand δεν είναι κακό! Το θέμα της πατρότητας και της ενδεχόμενης αιμομιξίας θα μπορούσε να δώσει ένα πρώτης τάξεως υλικό για κάτι σαν αρχαία τραγωδία – και η πλάκα είναι πως φέτος στις Κάννες είχαμε πολλές αναφορές σε αρχαίες τραγωδίες. Ευτυχώς, η σκηνοθέτιδα αντιμετωπίζει το θέμα της με χιούμορ και όμορφο τρόπο, τέτοιο ώστε να μην το γελοιοποιεί αλλά μέσω του γέλιου να θέτει ενδιαφέροντα ερωτήματα. Ποιος είναι ο πραγματικός πατέρας (κατ' επέκταση, γονέας): εκείνος που έδωσε το σπέρμα του και μετά την έκανε για αλλού ή εκείνος που μεγαλώνει το παιδί γνωρίζοντας ή μη ότι το παιδί δεν είναι δικό του; Οι διάλογοι είναι ιδιαίτερα δουλεμένοι και οι σχέσεις αποδίδονται όμορφα. Από τη μία έχουμε: τη σχέση του Εργουάν με την κόρη του, τη σχέση του με αυτόν που γνώριζε ως πατέρα του και τη νέα σχέση του με τον βιολογικό (;) πατέρα του, με τον οποίο περνάει πολύ καλά, καθώς εκείνος έζησε τον γαλλικό Μάη στους δρόμους, αγωνιζόμενος.

Από την άλλη έχουμε τη σχέση της Άννας με τον δικό της πατέρα αλλά και με τον Εργουάν, ο οποίος δεν της αποκαλύπτει από την αρχή την πιθανή αλήθεια, κάτι που την μπερδεύει. Αρχικά, όταν ο Εργουάν γνωρίζει την Άννα, δεν γνωρίζει ότι είναι κόρη του Ζοζέφ, του κατά πάσα πιθανότητα δικού του βιολογικού πατέρα. Οπότε την φλερτάρει έντονα. Μετά, είναι λογικό να «συγκρατείται» κάθε φορά που είναι κοντά της. Η σκηνή που εκείνη τον φλερτάρει κι εκείνος κάνει πίσω βγάζει πολύ γέλιο και είναι πολύ ανθρώπινη. Το μεγάλο comic relief όμως έρχεται από τον ηθοποιό που λέγεται Esteban, τον άνθρωπο που άφησε έγκυο την κόρη του Εργουάν. Εμφανιζόμενος ωσάν μαστούρης και όχι πολύ έξυπνος, δίνει ακόμα περισσότερο ανάλαφρο τόνο σε μια πολύ διασκεδαστική ταινία, που δεν ξεπουλιέται για φτηνά γέλια και βάζει στο επίκεντρο κάτι που αξίζει τον κόπο να δει κανείς.

Ευτυχώς, δεν μοιάζει με τις φτηνές γαλλικές κωμωδιούλες, που ανταγωνίζονται πλέον σε χαζομάρα τις αντίστοιχες αμερικάνικες.

Θοδωρής Γιαχουστίδης

Cannes Film Festival 2016 Live
Περισσότερα... »



Cannes Film Festival 2017 Live

του Θόδωρου Γιαχουστίδη

Βρε μπας και ο βασιλιάς είναι... ημίγυμνος;

Το καλό όταν δεν προλαβαίνεις να στείλεις ανταπόκριση στην ώρα σου είναι πως στο εντωμεταξύ έχεις δει κι άλλες ταινίες και επιλέγεις από όοοοολες όσες έχεις δει και για τις οποίες δεν έχεις γράψει, κάθεσαι και... γράφεις! Κανονικά, για την Κυριακή 21 Μαΐου θα έπρεπε να σας στείλω ανταπόκριση, σωστά; By the way, Χρόνια Πολλά σε όλους τους Κωνσταντίνους, τις Κωνσταντίνες και τις Ελένες που γιόρταζαν την Κυριακή. Την Κυριακή ήταν η μέρα που παίχτηκε η νέα ταινία του Haneke στο διαγωνιστικό. Στην απογευματινή δημοσιογραφική προβολή γινόταν της πόρνης!!! Στη βραδινή, πέρα από την ταλαιπωρία του να περιμένεις να ξεκινήσει η προβολή στις 22.00, να πάει 22.40 και να μην έχει κουνηθεί φύλλο, δεν μπήκαμε και πάλι! Αιτία της ταλαιπωρίας: ο Roman Polanski αν έχετε το θεό σας!!! Κάτι έκανε στη Bazin με μια χούφτα συνοδοιπόρους, μας καθυστέρησε όλους και πολλοί από εμάς δεν μπήκαμε στην αίθουσα. Τουλάχιστον είδαμε τον αξιολάτρευτο ζουμπά από κοντά!

Συσσωρεύτηκε και η κούραση, υπήρχε φόβος για το αν θα μπω στην πρωινή προβολή της ταινίας του Λάνθιμου, οπότε έπεσα νωρίς για ύμνο (συγκλονιστικά όλα αυτά, το ξέρω, στα κάκαλά σας όλα αυτά, αλλά ρε παιδιά, νιώστε λίγο, είμαι τέτοιο άτομο, θέλω να εξηγώ γιατί κάνω κάτι και γιατί δεν κάνω κάτι άλλο. Εντέλει, μπήκα στον Λάνθιμο (μιλάμε για το πρωί της Δευτέρας, έτσι;) οπότε μιας που το θέμα έχει... εθνικό ενδιαφέρον, θα ξεκινήσω από αυτόν. Και βλέπουμε!

The Killing of a Sacred Deer Cannes 2017

Γιώργος Λάνθιμος λοιπόν. Η νέα του ταινία έχει τίτλο «The Killing of a Sacred Deer». Είναι η πέμπτη του μεγάλου μήκους ταινία (συν τη συνσκηνοθεσία που είχε στο «Ο καλύτερός μου φίλος»). Είναι η τρίτη του ταινία που προβάλλεται στο φεστιβάλ των Καννών. Με τον «Κυνόδοντα» είχε κερδίσει το βραβείο στο τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα». Με την πρώτη του αγγλόφωνη ταινία, τον «Αστακό», συμμετείχε στο διαγωνιστικό των Καννών για πρώτη φορά και κέρδισε το Βραβείο της Επιτροπής. Και τώρα, με τη δεύτερη αγγλόφωνη ταινία του, παίρνει μέρος στο διαγωνιστικό τμήμα των Καννών για δεύτερη φορά. Πρόβλεψη, αντίθετη με το ρεύμα; Δεν θα κερδίσει τίποτε αυτήν τη φορά. Γιατί κάτι δεν πήγε καλά αυτήν τη φορά. Θα εξηγήσω...

Η υπόθεση: Ο Στίβεν Μέρφι είναι ένας πετυχημένος καρδιοχειρουργός κι ένας ευτυχισμένος οικογενειάρχης. Ζει με την οφθαλμίατρο, πανέμορφη σύζυγό του, Άννα, σε ένα υπέροχο σπίτι στα suburbs κι έχει δύο αξιολάτρευτα παιδιά, την 14χρονη Κιμ και τον 12χρονο Μπομπ. Όλα δείχνουν ειδυλλιακά και ασυννέφιαστα. Μέχρι που στην εικόνα μπαίνει ο Μάρτιν. Ο Μάρτιν είναι συμμαθητής της Κιμ και θέλει να γίνει καρδιοχειρουργός κι αυτός, έτσι λέει τουλάχιστον. Επισκέπτεται ολοένα και συχνότερα τον Στίβεν, ο οποίος φέρεται παράξενα απέναντι στον συγκεκριμένο νεαρό. Του αγοράζει πανάκριβα ρολόγια, του δείχνει τρυφερότητα, μέχρι που τον καλεί και στο σπίτι του για φαγητό. Και ο Μάρτιν καλεί τον Στίβεν στο σπίτι του, να γνωρίσει τη μητέρα του – ο πατέρας του έχει πεθάνει...

Μια μέρα ο Μπομπ δεν μπορεί να σηκωθεί από το κρεβάτι. Δεν μπορεί να κουνηθεί. Παραλύει! Μεταφέρεται άρον άρον στο νοσοκομείο όπου δουλεύει ο πατέρας του, αρχίζουν μια σειρά από εξετάσεις: δεν φαίνεται κάποιο πιθανό, παθολογικό αίτιο για την κατάστασή του. Λίγο καιρό μετά, το ίδιο παθαίνει και η Κιμ, η οποία καταρρέει κατά τη διάρκεια πρόβας σε χορωδία. Τι σχέση έχει ο Μάρτιν με όλα αυτά; Και γιατί ζητάει από τον Στίβεν να πάρει μια απόφαση από αυτές που κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να πάρει χωρίς να τον σημαδέψει για πάντα;

Η άποψή μας: Πρέπει να αναφέρουμε εδώ μερικά απαραίτητα στοιχεία για να γίνουν πιο κατανοητά και ο τίτλος της ταινίας και το context της. Πολλοί τα γνωρίζουν όλα αυτά αλλά καλό είναι να πάρουμε όλοι μια ιδέα. Παίρνουμε τη βοήθεια της ελληνικής Βικιπαίδειας: «Ο Αγαμέμνονας είχε προκαλέσει την οργή της θεάς Αρτέμιδας σκοτώνοντας το ιερό ελάφι της, με αποτέλεσμα η θεά να προκαλέσει άπνοια και να μη μπορεί να αποπλεύσει ο στόλος των Αχαιών από την Αυλίδα για την Τροία. Ρώτησαν τον μάντη Κάλχα τι έπρεπε να κάνουν κι εκείνος απάντησε ότι η οργή της θεάς θα έφευγε μόνο αν ο Αγαμέμνων θυσίαζε τη θυγατέρα του, την Ιφιγένεια, η οποία τότε βρισκόταν στις Μυκήνες. Αρχικώς ο Αγαμέμνων αρνήθηκε να το πράξει, αλλά πιέσθηκε από τον Μενέλαο και τον Οδυσσέα, καθώς και οι μήνες περνούσαν, και κάλεσε την κόρη του με την πρόφαση ότι θα την αρραβώνιαζε με τον Αχιλλέα. Η Ιφιγένεια ήρθε στην Αυλίδα και τότε ο Αγαμέμνονας την παρέδωσε στον Κάλχα για να τη θυσιάσει στην Άρτεμη. Η Κλυταιμνήστρα δεν μπόρεσε ποτέ να του συγχωρήσει το γεγονός ότι θυσίασε το ίδιο τους το παιδί για την εκστρατεία «του» και προέβαλε αυτό το τραγικό γεγονός ως δικαιολογία για το φόνο του άντρα της άμα την επιστροφή του από την Τροία. Την τελευταία όμως στιγμή η θεά λυπήθηκε την Ιφιγένεια, την άρπαξε από τον βωμό της θυσίας και έβαλε στη θέση της ένα ελάφι. Μετά οδήγησε την κόρη στην Ταυρίδα, όπου την έκανε ιέρειά της. Αυτή είναι η γνωστότερη μορφή του μύθου». Και ο Ευριπίδης παρουσιάζει αυτόν τον μύθο στην τραγωδία του «Ιφιγένεια εν Αυλίδι».

Ωραία ως εδώ; Ωραία. Έτσι κι αλλιώς η Ιφιγένεια αναφέρεται στο σενάριο της ταινίας, μιας που η κόρη των Μέρφι αριστεύει σε σχετική εργασία στο σχολείο της. Ο Λάνθιμος με τον Φιλίππου αριστεύουν; Χμ. Δύσκολα μπορείς να απαντήσεις καταφατικά. Υπάρχουν πολλά πράγματα που λειτουργούν υπέρ της ταινίας. Οι δύο συνσεναριογράφοι στήνουν έναν κόσμο ιδιαίτερο, που κινείται μεταξύ ρεαλισμού και σουρεαλισμού. Θέλω να πω, σε ποιον κόσμο δημοσίως, μια κοπέλα πληροφορεί έναν άγνωστο ότι της ήρθε περίοδος για πρώτη φορά κι ένας πιτσιρικάς ζητάει από τον καλεσμένο του να δείξει τις τρίχες στις μασχάλες του, για να τις συγκρίνει με εκείνες του πατέρα του; Ε; Επίσης, έχετε ακουστά τη σεξουαλική στάση «ολική αναισθησία»; Πιθανό πάντως είναι δυο γιατροί να συζητάνε για το στα πόσα μέτρα βάθους νερού αντέχουν τα ρολόγια τους. Είπαμε, μεταξύ ρεαλιστικού και σουρεαλιστικού. Γνωστή μανιέρα του διδύμου (πρέπει να δούμε ταινία του Λάνθιμου χωρίς υπογραφή Φιλίππου για να τον προσεγγίσουμε ως μονάδα) οι ατάκες, οι χαριτωμενιές, τα παράδοξα. Και ναι, πολλές ήταν οι φορές που ο κόσμος γελούσε μέσα στην αίθουσα με τα weird που έβλεπε και κυρίως άκουγε!

Κορυφαίο παράδειγμα η πεντάλεπτη (και πολύ λέω) εμφάνιση της αγνώριστης Alicia Silverstone, στο ρόλο της μητέρας του Μάρτιν. Την «πέφτει» στον γιατρό μας, του γλύφει τον αντίχειρα «και τι ωραία χέρια έχεις γιατρέ μου», ε, ο δικός μας νιώθει άβολα, πάει να φύγει, και τι του λέει η δικιά μας:«I won’t let you leave until you’ve tasted my tart!». Σ' ωραίος! Και υπάρχουν και σκηνές πραγματικής ποπ ποίησης! Όπως εκείνη όπου η πιτσιρίκα κόρη τραγουδάει ακαπέλα μια επιτυχία της εποχής (γαμώτο, την ξέχασα, και το ξέρω το τραγούδι) κάτω από ένα δέντρο, όντας κατά πως φαίνεται ερωτευμένη με τον Μάρτιν! Όλοι σε μια κατάσταση ύπνωσης, όλοι σε μια κατάσταση «ζόμπι», ζουν, ζουν καλά κι όμως είναι σαν νεκροί. Κανένα συναίσθημα, καμία «em-pa-thy», καμιά προσευχή για τους πεθαμένους. Και μετά το κυρίαρχο (;) θέμα: η εκδίκηση. Ο χειρουργός θεός έκανε λάθος και πρέπει να πληρώσει. Με τον πιο σκληρό για εκείνον τρόπο. Με μια θυσία. Το έκανε και ο Γλυκοφρύδης (!!!) με το υπέροχο «Με τη λάμψη στα μάτια». Ναι, αλλά ο Λάνθιμος και ο Φιλίππου δεν θέλουν συναισθηματική αντίδραση από τους θεατές.

Η προσέγγισή τους είναι κλινική. Και αυτό που θέλουν είναι να σοκάρουν! Ο alpha male δεν μπορεί να πάρει την ευθύνη για το πρώτο του λάθος και δεν μπορεί να πάρει την ευθύνη για την επιλογή του «ποιος, ποιος, ποιος θα φαγωθεί, οεοε, οεοε». Άντε, εντάξει, και η λύση του δράματος (;) είναι ok, με έναν μισάνθρωπο, αλά (παλιό) Haneke τρόπο (ακόμα και οι κουκούλες παραπέμπουν στο «Funny Games». Να πω τι με ενόχλησε πιο πολύ; Η δήλωση του Λάνθιμου στη συνέντευξη τύπου: «Έλεγα συνέχεια στη Nicole πως αυτό που γυρίζουμε είναι κωμωδία». Σόρι, αλλά ακόμα και η παράδοξη ρώσικη ρουλέτα (!!!) που επιλέγει ο καλός γιατρός σε κάνει να γελάς (;) βγάζοντας τον χειρότερο εαυτό σου. Γιατί η καραμπίνα σκοτώνει. Κι αυτό δεν είναι αστείο. Γιατί όλο το προηγούμενο ύφος δεν παραπέμπει σε μαύρη κωμωδία. Στυλιστικά υπέροχος, σε στιγμές ανεπανάληπτος, με ιδέες πανέξυπνες, και ως σκηνοθέτης ωριμάζει, αλλά το σοκ που προκαλεί η ταινία υπερβαίνει τα εσκαμμένα. Και η μισανθρωπιά δεν είναι ποπ. Λέει ο μικροαστός μέσα μου...

Fortunata Cannes 2017

And now for something completely different, που θα έλεγαν και οι Monty Python. Εντάξει, το να συγκρίνεις ως σκηνοθέτη τον Λάνθιμο με τον Sergio Castellitto είναι τουλάχιστον ιεροσυλία! Ιδίως από τη στιγμή που καμία από τις πέντε προηγούμενες ταινίες που σκηνοθέτησε ο καλός Ιταλός ηθοποιός δεν μπόρεσε να ξεφύγει από την μετριότητα. Και οι δύο του που είδαμε στην Ελλάδα στις αίθουσες ήταν πραγματικά χυδαία μελοδράματα της κακιάς ώρας. Με τη «Fortunata» του όμως, τη νέα του ταινία, με την οποία συμμετέχει στο «Ένα κάποιο βλέμμα», φτιάχνει κάτι αν μη τι άλλο έντιμο, που ξέρει να παίζει με τους κώδικες του μεγάλου κοινού, χωρίς να ξεπέφτει στον λαϊκισμό και στις ευκολίες. Μια καλή ταινία για να τη δει πολύς κόσμος και να την φχαριστηθεί λοιπόν!

Η υπόθεση: Η Φορτουνάτα είναι μια όμορφη, φτωχή γυναίκα, που ζει στην περιοχή Tor Pignattara της Ρώμης. Το όνομά της σημαίνει «καλότυχη», αλλά κάθε άλλο παρά τέτοια δείχνει. Βρίσκεται σε διάσταση με τον βίαιο σύζυγό της και περιμένει να της υπογράψει τα χαρτιά του διαζυγίου της και να προχωρήσει στη ζωή της. Βγάζει τα προς το ζην κουρεύοντας κατ' οίκον στις άλλες φτωχές γυναίκες της περιοχής της. Όνειρό της είναι να ανοίξει δικό της κομμωτήριο, στο ένα τμήμα του οποίου ο φίλος της Τσικάνο, θα μπορεί να χτυπάει τατουάζ σε πελάτες που θα του το ζητάνε. Η Φορτουνάτα έχει και μια 8χρονη κόρη, με περίεργη συμπεριφορά: κατά βάση φτύνει τους πάντες! Αναγκαστικά, η μικρή θα πρέπει να επισκεφτεί παιδοψυχολόγο, για να μπορέσει να λυθεί το πρόβλημα. Ο ψυχολόγος βρίσκει πολύ ενδιαφέρουσα και την Φορτουνάτα και σύντομα οι δυο τους θα γίνουν ζευγάρι. Θα μπορέσει η Φορτουνάτα να πραγματοποιήσει το όνειρό της; Θα καταφέρει επιτέλους να ζήσει μια στάλα ευτυχίας; Ποιο είναι το σκοτεινό μυστικό που κρύβει; Και θα της πέσουν ποτέ τα νούμερα του λότο που παίζει με παρότρυνση του Τσικάνο;

Η άποψή μας: Κι εδώ με κάτι σαν αρχαία ελληνική τραγωδία έχουμε να κάνουμε, όπως στην ταινία του Λάνθιμου. Όμως, το σινεμά του Castellitto εδώ είναι λαϊκό (με την καλή έννοια): είναι φτιαγμένο για να τραβήξει κόσμο στις αίθουσες, να χαρίσει δύο ώρες όπου οι θεατές θα γελάσουν, θα συγκινηθούν, θα προβληματιστούν. Κι αν στον Λάνθιμο η βάση είναι η Ιφιγένεια, εδώ πρωτεύοντα ρόλο έχει η Αντιγόνη. Εκείνη που παράκουσε δηλαδή τις εντολές του βασιλιά και έθαψε τον αδελφό της – δεν τον άφησε άταφο. Ευτυχεί πολλαπλώς ο σκηνοθέτης. Κυρίως για το γεγονός ότι διαθέτει στον πρωταγωνιστικό ρόλο ένα αιλουροειδές με το όνομα Jasmine Trinca. Η 36χρονη Ρωμαία τα δίνει όλα στο ρόλο της. Είναι σέξι, είναι χυμώδης, είναι γελαστή, είναι κουρασμένη, τα βάζει συνεχώς με όλους, έχει ένα όνειρο, είναι μητέρα που αγαπά πραγματικά το παιδί της αλλά δεν μπορεί να του δώσει όλα όσα θέλει, είναι καταπιεσμένη, είναι στιγματισμένη από ένα τραγικό γεγονός στην παιδική της ηλικία, είναι θύμα ενός κακού γάμου στον οποίο μπήκε μικρή. Μια ευκαιρία θέλει να ξεφύγει. Μισή. Σε μια γειτονιά γεμάτη Κινέζους και μουσουλμάνους μετανάστες η ζωή αλλάζει δίχως να κοιτάζει τη μελαγχολία της Φορτουνάτα.

Και ξαφνικά η ζωή της χαμογελά. Μισό χαμόγελο. Το όνειρο παίρνει σχήμα, μορφή, σχεδόν μπορεί να το ακουμπήσει. Φευ... Η Hanna Schygulla έχει έναν μικρό αλλά χαρακτηριστικό ρόλο, αυτόν της γηραιάς μητέρας του Τσικάνο, που στα νιάτα της ήταν σπουδαία ηθοποιός, με μεγαλύτερή της επίδοση την ερμηνεία της στην «Αντιγόνη», πλέον όμως πάσχει από Αλτσχάιμερ, δυσκολεύοντας τη ζωή του γιου της. Σε μια κομβική σκηνή ακούμε και το «Αστέρι μου φεγγάρι μου» από τη «Φαίδρα» (άλλη τραγωδία, ε;) ερμηνευμένο από τη Μελίνα Μερκούρη! Εύγε του. Γενικώς, ελέγχει μια χαρά το υλικό του ο Castellitto. Το σενάριό του είναι καλογραμμένο, υπάρχει ισορροπία ανάμεσα στο κωμικό και στο δραματικό και βγάζει πολύ καλές ερμηνείες από τους ηθοποιούς του. Υπάρχουν συνεχείς ανατροπές. Και το ακόμα πιο έξυπνο που κάνει είναι να δίνει ένα happy end, που δεν είναι κλασικό happy end. Κάποιοι θα μπορούσαν να πουν πως δεν είναι καν happy end! Η Φορτουνάτα δεν είναι τυχερή. Το όνειρο δεν γίνεται πραγματικότητα. Και προδίδεται από κάποιον που εμπιστεύεται χωρίς να ξέρει ότι προδίδεται! Μήπως όμως εντέλει είναι η πραγματικά τυχερή; Ωραιότατη!

Tehran Taboo Cannes 2017

Οι ταινίες κινουμένων σχεδίων που προβάλλονται στα διάφορα επίσημα τμήματα εδώ στις Κάννες γράφουν – συνήθως – ιστορία. Πέρσι ήταν η «Κόκκινη χελώνα» και το «Ma vie de Courgette». Φέτος είναι η σειρά του ιρανικού «Tehran Taboo» του Ali Soozandeh να κλέψει τις εντυπώσεις, προβαλλόμενο στο τμήμα «Εβδομάδα της Κριτικής».

Η υπόθεση: Τεχεράνη, σήμερα. Η Παρί είναι μια πόρνη που όσο εργάζεται (ακόμα και μέσα σε αυτοκίνητα «πελατών») ο βωβός γιος της, Ελίας μασάει τσίχλα ή περιμένει έξω από καταγώγια τη μαμά του να τελειώσει. Δεν μπορεί να βρει άλλη δουλειά για να ζήσει καθώς ο άνδρας της είναι φυλακή για υπόθεση ναρκωτικών και η γραφειοκρατία του θεοκρατικού καθεστώτος δεν συναινεί ώστε να βγάλει διαζύγιο. Ένας δικαστής θρησκευτικού δικαστηρίου υπόσχεται να τη βοηθήσει, αρκεί να του... κάθεται από καιρού εις καιρόν. Της παραχωρεί ένα διαμέρισμα σε μια καλή γειτονιά της Τεχεράνης και η Παρί βλέπει τη ζωή της να βελτιώνεται λιγάκι. Η νέα της γειτόνισσα είναι η Σάρα, μια έγκυος σύζυγος τραπεζικού υπαλλήλου, που θέλει να δουλέψει αλλά ο άντρας της, της το απαγορεύει. Στο ίδιο συγκρότημα ζει και ο Μπαμπάκ, ένας μουσικός που προσπαθεί να γίνει γνωστός. Ένα βράδυ σε κλαμπ όπου για λίγο παίζει μουσική, παίρνει έκστασι από φίλο του και καταλήγει στις τουαλέτες με την Ντόνια, με την οποία και κάνει σεξ. Μόνο που η Ντόνια ήταν παρθένα! Και σε μια βδομάδα παντρεύεται! Οπότε, ο Μπαμπάκ είναι υποχρεωμένος να βρει χρήματα για να γίνει παρθενορραφή και να σωθεί η τιμή και η υπόληψη της Ντόνια, καθώς αν το μάθει ο αρραβωνιαστικός της ότι δεν είναι παρθένα, ο Μπαμπάκ την έχει άσχημα πατήσει...

Η άποψή μας: Εντάξει, προφανώς και η εικόνα που βλέπουμε για την κοινωνία στη σύγχρονη Τεχεράνη, στο Ιράν, μέσω αυτής αλλά και άλλων ανάλογων ταινιών μάλλον δεν αντικατοπτρίζει εντελώς την αλήθεια. Θέλω να πω, είναι η εικόνα που «πουλάει» στους δυτικούς θεατές κι αυτό επιθυμούν και οι εταιρίες που δίνουν τα χρήματά τους για να γυριστούν τέτοιου είδους ταινίες, όπως εδώ η Celluloid Dreams. Ο μεγαλωμένος στη Γερμανία Ιρανός σκηνοθέτης ενδεχομένως και να το παρακάνει, παρουσιάζοντας μια κοινωνία εντελώς ανελεύθερη όπου πορνεία, ναρκωτικά, διαφθορά και υποκρισία καλύπτονται κάτω από το... τσαντόρ του θεοκρατικού καθεστώτος. Προφανώς, μια τόσο αντι-ιρανική ταινία δεν θα μπορούσε να γυριστεί στην Τεχεράνη. Γι' αυτό και ο σκηνοθέτης της, για να δώσει αυθεντικότητα, τη γύρισε ως ταινία κινουμένων σχεδίων. Χρησιμοποίησε πραγματικούς ηθοποιούς τους οποίους «γύρισε» ροτοσκοπικά και μέσω 3D αλλά και ζωγραφισμένων εικόνων έβγαλε μια εικόνα απίστευτη! Η ταινία είναι πραγματικά εντυπωσιακή ως αποτέλεσμα. Κι αν αφαιρέσουμε την (ενδεχόμενη) υπερβολή και τη μανία με την οποία χτυπιέται το ιρανικό καθεστώς, θα μπορούσαμε να πούμε πως έχουμε να κάνουμε με κάτι σαν ταινία του Farhadi αλλά σε κινούμενα σχέδια! Το γαϊτανάκι των σχέσεων που στήνει ο σκηνοθέτης είναι δουλεμένο σταυροβελονιά και οι διαφορετικές ιστορίες μπλέκονται μεταξύ τους με εξαιρετικό τρόπο. Ο πιο θετικός ήρωας είναι τελικά η πόρνη και ο πιο τραγικός η γειτόνισσα, η Σάρα. Η ταινία εντυπωσιάζει ποικιλοτρόπως και διαθέτει και χιούμορ. Πριν προχωρήσουν στην ακριβή λύση της παρθενορραφής, ψάχνοντας για εναλλακτική, ο Μπαμπάκ και Ντόνια πηγαίνουν σε αμφιβόλου ποιότητας «παντοπωλείο» όπου πωλούνται παρθενικοί υμένες made in China!!! Ο θεατής μένει καρφωμένος να παρακολουθεί (και η μουσική είναι εξαιρετική) καθώς πέρα όλων των άλλων, υπάρχουν και συνεχόμενες ανατροπές για να τον κρατάνε στην τσίτα. Πραγματικά πολύ καλή δουλειά.

Mobile Homes Cannes 2017

Τελευταία ταινία για σήμερα, μια ταινία από τον Καναδά, σε συμπαραγωγή με τη Γαλλία, που προβλήθηκε στο τμήμα «Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών». Τίτλος της «Mobile Homes», δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Vladimir de Fontenay.

Η υπόθεση: Η Άλι είναι μια νεαρή μητέρα ενός 8χρονου παιδιού, του Μπον. Μαζί τους ζει και ο ναρκομανής Άιβαν, με τον οποίο η Άλι είναι ερωτευμένη βαθιά. Τόσο που δεν αντιδράει καθόλου όταν ολοφάνερα την εκμεταλλεύεται τόσο εκείνη όσο και τον γιο της. Έχει κάνει το όνειρό του και δικό της όνειρο. Στόχος του(ς) είναι να μαζέψουν χρήματα και να αποκτήσουν ένα δικό τους σπίτι. Μέχρι τότε μετακινούνται από εδώ κι από εκεί, κάνοντας μικροκλοπές, μη πληρώνοντας σε εστιατόρια που τρώνε και λαμβάνοντας μέρος σε παράνομους αγώνες κοκορομαχίας. Κάποια στιγμή, ενώ ο Άιβαν βάζει τον Μπον να ντιλάρει ναρκωτικά μέσα σε ένα μπαρ γίνεται έφοδος της αστυνομίας. Η Άλι και ο Μπον βρίσκουν καταφύγιο σε κάτι που αποδεικνύεται τροχόσπιτο! Ο ιδιοκτήτης του, το πηγαίνει σε συγκεκριμένο μέρος, όπου βρίσκονται κι άλλα τροχόσπιτα, προκειμένου κάποια στιγμή να το πουλήσει. Μέχρι τότε αφήνει μητέρα και γιο να ζουν μέσα σε αυτό. Η νέα ζωή είναι καλή για τους δυο τους και προσαρμόζονται εύκολα. Έως ότου τους βρίσκει και πάλι ο Άιβαν. Και πάλι ωθεί την Άλι σε παράνομες ατραπούς. Για να βρει μια θέση στον κόσμο, η Άλι πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στην ελευθερία και την ευθύνη της ως μητέρα.

Η άποψή μας: Πάντα με βάση τις ταινίες που τυχαίνει να επιλέξεις σε ένα φεστιβάλ όπου προβάλλονται εκατοντάδες φιλμ, προβαίνεις σε συμπεράσματα τα οποία πιθανότατα να είναι λανθασμένα. Κι όμως, νομίζω πως δεν είναι τυχαίο πως έως τώρα στις Κάννες έχουμε δει πάρα πολλές ταινίες στις οποίες πρωταγωνιστούν παιδιά, έχοντας γονείς ανώριμους και επικίνδυνους για τη σωματική και την πνευματική τους υγεία. Έτσι κι εδώ, ο μικρούλης Μπον μπαίνει από μικρός στα βάσανα καθώς έχει μια μητέρα η οποία προφανώς τον απέκτησε μικρή σε ηλικία και δεν ξέρει πως να τον διαχειριστεί. Δεν έχει σπίτι, δεν πηγαίνει σχολείο, δεν έχει παιδιά με τα οποία να μπορεί να παίζει. Μόνη του παρέα είναι τα διάφορα... κοκόρια που χρησιμοποιούνται για τις κοκορομαχίες! Ωραίος τρόπος για να μεγαλώνει ένα παιδί! Η ταινία είναι χαρακτηριστικά φεστιβαλική. Κι αυτό που ξεχωρίζει είναι η ερμηνεία της Imogen Poots στο ρόλο της μητέρας, όπου εμφανίζεται βρώμικη, παραιτημένη, άβαφη, γυμνή, μακριά από οποιαδήποτε κολακευτική εικόνα που θα μπορούσε να κρατήσει αν επένδυε στην κοκεταρία της. Και η όλη διαδρομή της ταινίας, που η αλήθεια είναι πως σε πολλά σημεία της κουράζει και φαίνεται βαρετή, δικαιώνεται στο πολύ όμορφο φινάλε της.

Ναι, αυτό που αφηγείται μέσα στην ταινία η Άλι, τη γνωστή ιστορία με τον βασιλιά Σολομώντα ο οποίος για να βρει σε ποια από τις δύο μητέρες που διεκδικούν ένα μωρό είναι η πραγματική, ζητάει να το κόψουν στη μέση και να δώσουν και στις δύο από ένα μισό, δείχνει την κατάστασή της. Πιστεύει πως το παιδί της θα μπορούσε να ζήσει μια πολύ καλύτερη ζωή μακριά από αυτήν παρά μαζί της. Εσείς τι λέτε; Ποια είναι η γνώμη του παιδιού; Από τα πιο όμορφα φινάλε που είδαμε τελευταία σε μια ταινία που δεν έχει να επιδείξει κάτι πραγματικά καινούργιο.

Θοδωρής Γιαχουστίδης

Cannes Film Festival 2016 Live
Περισσότερα... »



Cannes Film Festival 2017 Live

του Θόδωρου Γιαχουστίδη

Παντρεύτηκε η Πίπα!

Ρε τα καλύτερα χάνουμε όντας εδώ στη μαύρη ξενιτειά! Μνημόνια ψηφίζονται, η Θεσσαλονίκη δεν έχει λεωφορεία ούτε αποκομιδή σκουπιδιών, ο Ολυμπιακός με αυτόν τον απίθανο Σπανούλη περνάει στον τελικό του φάιναλ φορ στο μπάσκετ και ο αγαπημένος μας Σόιμπλε λέει το εντελώς ξεκάθαρο: δεν θα δεχτεί, λέει, μείωση του χρέους της Ελλάδας. Για να δούμε, δεν θα εφαρμόσει τελικά η κυβερνησάρα μας το μνημόνιο, όπως είχε... υποσχεθεί; (μουάχαχαχαχαχαχα). Και πώς να μείνουμε για πάντα εδώ στο εξωτερικό; Βαρετό να ζεις στις Κάννες αν δεν έχεις λεφτά. Γενικά, βαρετό να ζεις οπουδήποτε αν δεν έχεις λεφτά. Αχ... Τυχερή και η Πίπα που παντρεύτηκε. Δεν θα ζήσει καθόλου βαρετά φαντάζομαι...

Η σημερινή ημέρα είχε πολύ ενδιαφέρον ποικιλοτρόπως. Μέχρι και προληπτική εκκένωση αίθουσας είχαμε εξαιτίας μιας... ύποπτης τσάντας που εντοπίστηκε στην αίθουσα Debussy. Οπότε, όσοι ήθελαν να δουν την καινούργια ταινία του Hazanavicius ταλαιπωρήθηκαν λίγο. Κι αντί η προβολή να ξεκινήσει στις 19.00 όπως ήταν προγραμματισμένο, ξεκίνησε μετά από πάνω από μία ώρα. Αυτά είναι. Φυλάμε τα ρούχα μας για να έχουμε τα μισά. Κάθισα κι εγώ στην ουρά αλλά τελικά, την έκανα. Μουάχαχαχαχα, ο θαρραλέος λάκισα! Σε ότι αφορά τις ταινίες που είδαμε υπήρξε ευρεία επιλογή από διάφορα τμήματα. Με τα πάνω τους και τα κάτω τους. Και ξεκινάμε.

120 battements par minute Cannes 2017

O Robin Campillo είναι περισσότερο γνωστός ως σεναριογράφος παρά ως σκηνοθέτης. Έχει γράψει σενάρια κυρίως για ταινίες του Laurent Cantet όπως τα «Ελεύθερος ωραρίου», «Ανάμεσα στους τοίχους» αλλά και το «L' atelier» που θα δούμε φέτος στο φεστιβάλ στο τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα». Η πρώτη ταινία που σκηνοθέτησε ήταν το «Les revenants» (2004), το οποίο ο ίδιος μετέτρεψε σε τηλεοπτική σειρά, το υπέροχο και ιδιαίτερα στυλίστικο «Αυτοί που επιστρέφουν», με ένα μουσικό θέμα από τους Mogwai εντελώς ανατριχιαστικό. Πέρασαν εννιά ολόκληρα χρόνια για να γυρίσει τη δεύτερη ταινία του, το «Eastern Boys» (2013). Και φέτος, με την τρίτη του ταινία, συμμετέχει για πρώτη φορά στην καριέρα του στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ των Καννών. Τίτλος της ταινίας: «120 battements par minute» (BPM).

Η υπόθεση: Αρχές δεκαετίας του '90. Το Aids (ή Sida, όπως το ονομάζουν οι γαλλόφωνοι) είναι μια επιδημία που εξαπλώνεται σαν... ιός, οδηγώντας στο θάνατο χιλιάδες ομοφυλόφιλους, αλλά και ετεροφυλόφιλους, τοξικομανείς, φυλακισμένους, ιερόδουλες, ομάδες υψηλού κινδύνου, καθώς πρόκειται για ασθένεια κατά βάση σεξουαλικώς μεταδιδόμενη. Στη Γαλλία το ποσοστό των θανάτων είναι ιδιαζόντως υψηλό και η γκέι κοινότητα κατηγορεί ευθέως την κυβέρνηση του προέδρου Μιτεράν, ότι αδιαφορεί και δεν κάνει όλα όσα πρέπει να κάνει. Σε αυτούς τους ταραγμένους καιρούς εμφανίζεται η οργάνωση ακτιβιστών Act Up. Δυναμικά, διεκδικούν το αυτονόητο. Να επισπευσθούν οι διαδικασίες, να δοθούν χρήματα και τα φαρμακευτικά εργαστήρια να μην κωλυσιεργούν. Οι δράσεις τους είναι και πολλές και δυναμικές και πρωτότυπες. Μέσα στο πλαίσιο αυτό ένας έρωτας αναπτύσσεται ανάμεσα στον Σον και τον Νατάν.

Η άποψή μας: «In France, a skinny man died of a big disease with a little name»... Τα έλεγε ο συχωρεμένος ο Prince από τα 1987 στο «Sign o' the times», ίσως ένα από τα καλύτερα τραγούδια όλων των εποχών. Μεγάλη μάστιγα το Aids, κάποια εποχή ήταν ο φόβος και ο τρόμος για τους πάντες. Υπήρχε άγνοια, υπήρχε προκατάληψη, υπήρχαν μέχρι και απόψεις ότι η συγκεκριμένη αρρώστια ήταν ένα είδος θεϊκής τιμωρίας (;;;;) για την ακόλαστη ζωή που ζούσαν οι ομοφυλόφιλοι. Κάθε νόμισμα όμως έχει δύο όψεις. Εξαιτίας της αρρώστιας κινητοποιήθηκαν οι ομοφυλόφιλοι, διεκδίκησαν τα δικαιώματά τους, έβγαλαν τον εαυτό τους από το περιθώριο όπου τους είχε βάλει η κοινωνία και δήλωσαν δυναμικά «παρών».

Η ταινία αποτελεί τη δραματοποιημένη εκδοχή των κινήσεων της Act Up του Παρισιού. Εδώ προβάλλονται όλες οι ενέργειες της οργάνωσης που προκάλεσαν πάταγο, ιδίως εκείνη στην οποία ο Σηκουάνας βάφτηκε κόκκινος από τους ακτιβιστές. Μια εικόνα που είναι η πιο εντυπωσιακή της ταινίας, σου καρφώνεται στο μυαλό και ως σύμβολο λειτουργεί εκατοντάδες φορές καλύτερα από απεργίες και κινητοποιήσεις στο δρόμο. Όχι ότι δεν χρειάζονται κι αυτές, έτσι; Βλέπουμε και τις συνεδριάσεις των μελών της οργάνωσης, τα επιχειρήματα και τα αντεπιχειρήματα για το πώς πρέπει να δράσουν, αν είναι απαραίτητη η βία ή όχι, αν θέλουν να εκδικηθούν, αν μπορούν να περάσουν σωστά το μήνυμά τους. Για να μην είναι μια ταινία συνεχούς λόγου και διαλόγου ο σκηνοθέτης παίρνει δύο από τους πρωταγωνιστές του και επικεντρώνεται στην ερωτική τους ιστορία. Διαφορετικά, θα μπορούσε απλά να γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ για την Act Up.

Η ερωτική ιστορία του παθιασμένου και επαναστάτη Σον με τον δυναμικό και τυχερό Νατάν λειτουργεί ως το συναισθηματικό επίκεντρο του φιλμ, για να κρατήσει το ενδιαφέρον των θεατών, γκέι και στρέιτ. Έχει τις στιγμές της αυτή η ιστορία και συγκινεί ακριβώς επειδή δεν έχει καλό τέλος. Επειδή η αρρώστια δεν κάνει διακρίσεις. Στάχτη νεκρού σε κοσμικό γεύμα μπουρζουάδων! Βρε τους μπαγάσες, έκαναν καλή δουλειά. Είθε να δημιουργηθεί μια Act Up και στη χώρα μας εναντίον των μνημονίων! Εντάξει, λαϊκίζω και σταματώ εδώ. Ενδιαφέρουσα ταινία, ακούγεται και μια παραλλαγή του ύμνου των Bronski Beat «Smalltown Boy», μια ταινία που θα συγκινήσει περισσότερο το γκέι κοινό, καθώς δεν έχει το wide appeal που είχε φερ' ειπείν το «Moonlight».

Las hijas de Abril Cannes 2017

Ο Μεξικάνος Michel Franco είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση σκηνοθέτη. Στα 38 του χρόνια έχει προκαλέσει πολλές συζητήσεις γύρω από το όνομά του – κι όχι αδίκως. Συζητήσεις που άλλοτε είναι για καλό, όπως πχ για την περίπτωση της ταινίας «Μετά τη Λουτσία» η οποία το 2012 του χάρισε το βραβείο καλύτερης ταινίας στο τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα» εδώ στις Κάννες, κι άλλοτε για κακό, όπως πχ για την περίπτωση της ταινίας «Chronic», με την οποία συμμετείχε για πρώτη φορά στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ των Καννών, αλλά παρά το γεγονός ότι τιμήθηκε με το βραβείο σεναρίου (!!!) μάλλον είναι μια ταινία που και ο ίδιος θέλει να ξεχάσει! Φέτος έρχεται για τρίτη φορά στις Κάννες με την πέμπτη μεγάλου μήκους ταινία του – και το αποτέλεσμα είναι αρκούντως ενδιαφέρον. Τίτλος της ταινίας: «Las hijas de Abril» (April's Daughter) και επιστροφή στο (τυχερό;) «Ένα κάποιο βλέμμα».

Η υπόθεση: Η Βαλέρια είναι μια 17χρονη, όμορφη κοπέλα. Ζει στο Πουέρτο Βαγιάρτα με την ασχημούλα ετεροθαλή αδελφή της, την Κλάρα, στο εξοχικό σπίτι της ευκατάστατης μητέρας τους, της Ισπανίδας Αβρίλ. Η (ζωντοχήρα) μαμά είναι απούσα εδώ και καιρό και η Βαλέρια θέλει να συνεχίσει αυτή η κατάσταση ως έχει. Δεν θέλει με τίποτε να μπλέξει στα πόδια τους η ταραχοποιός μητέρα τους, ιδίως από τη στιγμή που η μικρή είναι έγκυος: περιμένει τον καρπό του έρωτά της από τη σχέση της με τον συνομήλικό της Ματέο. Η πιο πρακτική Κλάρα, όμως, καταλαβαίνει πως θα χρειαστούν βοήθεια, ιδίως από τη στιγμή που τα οικονομικά τους είναι στενάχωρα. Έτσι, τηλεφωνεί στη μητέρα τους, χωρίς να ενημερώσει την Βαλέρια. Και η Αβρίλ καταφθάνει με ολοφάνερη διάθεση να βοηθήσει, χωρίς να κρίνει (έτσι φαίνεται τουλάχιστον) την επιλογή της κόρης της. Σύντομα, το παιδί της Βαλέρια και του Ματέο έρχεται στον κόσμο. Και η Αβρίλ δείχνει το πραγματικό της πρόσωπο, εκείνο που έκανε τις δύο κόρες της να είναι δισταχτικές στο να την καλέσουν...

Η άποψή μας: Δεν είναι μικρό επίτευγμα για έναν σκηνοθέτη να δημιουργήσει έναν ρόλο που να προκαλεί βαθύ και αγνό μίσος από μέρους των θεατών! Βοηθάει βέβαια και το σενάριο και ο ηθοποιός που ερμηνεύει το ρόλο. Εδώ μιλάμε για την Emma Suárez, την ηθοποιό που υποδύεται την Αβρίλ, την ηθοποιό που γνωρίσαμε καλύτερα, πάλι σε ρόλο μητέρας στην πρόσφατη «Julieta» του Almodovar. Κρατιέμαι πάρα πολύ για να μην σας απαριθμήσω τις χυδαιότητες στις οποίες υποβάλλει τις δύο κόρες της και ιδίως τη Βαλέρια. Βλέπετε, με κατηγορούν για σποϊλερά και μάλλον έχουν δίκιο. Απλά να σας πω πως έχω να μισήσω έτσι χαρακτήρα από την νοσοκόμα Ράτσετ της Louise Fletcher από τη «Φωλιά του κούκου»! Τόσο πολύ. Η Αβρίλ είναι ειπαρμένη, εγωίστρια, φαντασμένη, ανόητη, εκμεταλλεύτρια, επιφανειακή, μανιπουλίτρια (ήμαρτον) με καθόλου μητρικό ένστικτο (!) και λίμπιντο ακμαιότατη και on fire. Το τελευταίο βεβαίως δεν είναι κακό, γίνεται κακό όμως από ηθικής απόψεως όταν χρησιμοποιεί άνδρες που δεν γίνεται, δεν επιτρέπεται να τους έχει, πώς να το κάνουμε!

Ο Franco σκηνοθετεί με το γνωστό, αποστασιοποιημένο του ύφος, με μεσαία πλάνα και δείχνει πόσο σκληρός μπορεί να γίνει ένας άνθρωπος απέναντι στον συνάνθρωπό του, πόσο μάλλον απέναντι στο ίδιο του το αίμα! Πιάνεται η ψυχή σου σε κάποιες σκηνές πραγματικά. Αυτό που διαφοροποιείται σε σχέση με τις προηγούμενες ταινίες του που έχουμε δει είναι πως η ιστορία δεν έχει κοινωνικό σχολιασμό (πρέπει να το τραβήξεις το όλον από τα μαλλιά για να υποστηρίξεις κάτι τέτοιο) και πως, παραδόξως, κλείνει με ένα ανοιχτό μεν, χάπι, δε έντινγκ. Η πιο μικρή σε ηλικία γυναίκα είναι η πιο ώριμη από όλους τους χαρακτήρες και θα επιλέξει απλά μια ελεύθερη ζωή, διεκδικώντας αυτό που της ανήκει. Και φεμινιστικό μήνυμα. Μια χαρά!

A Ciambra Cannes 2017

Ο Jonas Carpignano είναι ένας σχετικά νεαρός Ιταλοαμερικάνος σκηνοθέτης. Η πρώτη του ταινία, το «Mediterranea» προβλήθηκε στο φεστιβάλ των Καννών το 2015 στην «Εβδομάδα της Κριτικής». Η δεύτερή του ταινία μεγάλου μήκους ονομάζεται «A Ciambra» και προβάλλεται εδώ στο «Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών». Και πάλι παίρνει αφορμή και έμπνευση από πραγματικούς ανθρώπους. Τον πιτσιρικά πρωταγωνιστή του τον γνώρισε όταν δούλευε για μια άλλη ταινία, και του ζήτησε τσιγάρο στο δρόμο! Το σύνολο σχεδόν των ηθοποιών στην ταινία είναι ερασιτέχνες, κάτι που συνέβαινε και με την πρώτη ταινία του σκηνοθέτη. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Martin Scorsese ζήτησε να βοηθήσει στην προώθηση της ταινίας βάζοντας το όνομά του ανάμεσα σε εκείνα των executive producers. Τελικά, βοήθησε με μερικές συμβουλές, ιδίως σε ότι αφορά το μοντάζ της ταινίας. Δεν το λες και μικρό πράγμα αυτό, έτσι;

Η υπόθεση: Η Ciambra είναι μια μικρή κοινότητα μη νομάδων Ρομά στην περιοχή Gioia Tauro στην Καλαβρία. Ο πιτσιρίκος Πίο Αμάτο βιάζεται να μεγαλώσει, να γίνει ενήλικας. Στα 14 του χρόνια πίνει αλκοόλ, καπνίζει και είναι από τους λίγους που μπορούν να «ξεγλιστρήσουν» τόσο εύκολα ανάμεσα στις «φυλές» που ζουν στην περιοχή του. Τα πάει καλά τόσο με τους ντόπιους Ιταλούς, όσο και με τους μπόλικους Αφρικανούς μετανάστες της περιοχής και εννοείται με τους Ρομά. Ο Πίο έχει πολλά αδέλφια, εκείνον που θαυμάζει περισσότερο, όμως, είναι ο Κόσιμο, τον οποίο και ακολουθεί παντού! Έτσι, αποκτά τις απαραίτητες εμπειρίες και μαθαίνει τα κόλπα για να μπορέσει να επιβιώσει στους δρόμους της ιδιαίτερης πατρίδας του. Όταν ο Κόσιμο εξαφανίζεται και τα πράγματα αρχίζουν να στραβώνουν, ο Πίο αποφασίζει να δείξει σε όλους πως είναι έτοιμος να πάρει τη θέση του αδελφού του. Σύντομα όμως θα κληθεί να αντιμετωπίσει μια πολύ δύσκολη κατάσταση και να πάρει μια απόφαση που θα αποτελέσει τη γέφυρά του στο να γίνει πραγματικός άνδρας, χάνοντας για πάντα την αθωότητά του...

Η άποψή μας: Είναι ενδιαφέρον αυτό που κάνει ο Carpignano. Πλάθει ιστορίες τις οποίες ακούει από αυθεντικούς τυπάρες, τους οποίους βάζει τελικά να πρωταγωνιστήσουν κιόλας στις ταινίες του! Όχι ακριβώς δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ αλλά με μια αυθεντικότητα όπως μόνο ένα ντοκιμαντέρ μπορεί να εξασφαλίσει. Ο σκηνοθέτης μας μπάζει σε έναν συγκεκριμένο μικρόκοσμο, με τους δικούς του κανόνες, τους δικούς του κώδικες τιμής, την δική του ιεραρχία. Ο Πίο είναι τσακαλάκι. Είναι ερωτευμένος. Ότι χρήματα βγάζει από μικροκλοπές τα παραδίδει σαν καλός γιος στη μητέρα του, την αρχηγό των πάντων. Καταλαβαίνει τον ρατσισμό που βιώνει η φυλή του, τον βλέπει καθημερινά μπροστά του: από την αστυνομία, από φασίστες, από κωλόπαιδα. Καίνε και ρημάζουν γιατί οι Ρομά είναι αποβράσματα. Λες και η κοινωνία έχει φροντίσει να τους δώσει κάποια δυνατότητα για κάτι παραπάνω, για να ξεφύγουν από τον φαύλο κύκλο. Μπα. Ο Πίο θαυμάζει τον αδελφό του, ο κολλητός του φίλος όμως είναι ένας Αφρικανός μετανάστης. Και δεν καταλαβαίνει πως μπορούν άνθρωποι της φυλής του, που βιώνουν τον ρατσισμό, να δείχνουν ρατσισμό απέναντι στους Αφρικάνους.

Το φινάλε της προδοσίας είναι πραγματικά συγκλονιστικό. Όπως κι όλες οι σκηνές με τον παππού του και το άλογο. Το σύμβολο της ελευθερίας. Ο παππούς, νέος. Ο παππούς, γέρος. Ο παππούς, νεκρός. Και ο Πίο να μεγαλώνει. Να γίνεται άνδρας. Με τον πιο σκληρό τρόπο που θα μπορούσε να του συμβεί. Με ένα στίγμα που σίγουρα θα τον σημαδεύει για μια ολόκληρη ζωή. Το ωραίο είναι πως ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί συχνά πυκνά μέσα στην ταινία σύγχρονα ποπ τραγούδια, όπως συμβαίνει και με το τραγούδι στο φινάλε. Μια ωραία ταινία, με έναν νεαρό πρωταγωνιστή, που εύκολα θα μπορούσε από μικροαπατεώνας να γίνει σταρ του σινεμά!!!

Θοδωρής Γιαχουστίδης

Cannes Film Festival 2016 Live
Περισσότερα... »



Cannes Film Festival 2017 Live

του Θόδωρου Γιαχουστίδη

Ναι, μπορεί να συμβεί και στα καλύτερα φεστιβάλ!

Πανικός στην πρωινή δημοσιογραφική προβολή του «Okja» του Bong Joon Ho. Τα πράγματα δεν πήγαν καλά με την προβολή (προβολή σε λάθος aspect ratio) σε σημείο οι παρευρισκόμενοι δημοσιογράφοι να αρχίσουν να γιουχάρουν! Το Netflix, που έχει τα δικαιώματα της ταινίας, έβγαλε δελτίο τύπου ζητώντας συγνώμη και παίρνοντας εν μέρη την ευθύνη για το πρόβλημα που εμφανίστηκε στην προβολή επάνω του. Στη συγκεκριμένη προβολή επέλεξα να μην παρευρεθώ. Για ιδεολογικούς λόγους. Τι νόημα έχει να δω μια ταινία που δεν θα βγει στις κινηματογραφικές αίθουσες αλλά σε λίγες εβδομάδες θα μπορούμε να τη δούμε στο ιδιότυπο συνδρομητικό κανάλι (για να μην αρχίσω να λέω για... κατεβάσματα;). Τι γυρεύει αυτή η ταινία σε ένα φεστιβάλ κινηματογράφου, όπως αυτό των Καννών, και μάλιστα στο διαγωνιστικό τμήμα; Πείτε με παλιομοδίτη αλλά όχι, ευχαριστώ, δεν θα πάρω. Για μια τιμή και μια αξιοπρέπεια ζούμε. Κι αν το μέλλον του σινεμά είναι η τηλεόραση, so be it! Μέχρι τότε όμως τις ταινίες τις βλέπουμε στις κινηματογραφικές αίθουσες, για τις οποίες είναι γυρισμένες. Τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Netflix στην tv!

Κατά τα άλλα ένα ψιλόβροχο νωρίς το πρωί κι ένας δυνατός αέρας νωρίς το απόγευμα ήρθαν για να διαταράξουν ελαφρώς τη λιακάδα που βιώνουμε εδώ πέρα. Σε ότι αφορά τα φάουλ των διοργανωτών, θα επανέλθω.

The Square Cannes 2017

Για σήμερα σας έχω τρεις ταινίες. Και ξεκινάμε κλασικά με εκείνη από το διαγωνιστικό τμήμα. Ένα διαγωνιστικό τμήμα που μέρα με τη μέρα δείχνει ότι είναι δομημένο από σπουδαία φιλμ. Που χάνουν – οι περισσότερες από όσες είδαμε ως τώρα – τον τίτλο του αριστουργήματος στα σημεία. Αλλά, ναι, προκαλούν συζητήσεις, βάζουν το μυαλό να δουλέψει, αναγκάζουν τον θεατή όχι απλά να παρακολουθεί αλλά να παίρνει θέση. Όπως πχ η νέα ταινία του Σουηδού Ruben Östlund «The Square». Αυτή είναι η 4η από τις πέντε ταινίες μεγάλου μήκους που έχει γυρίσει, η οποία προβάλλεται στις Κάννες και η πρώτη που συμμετέχει στο επίσημο διαγωνιστικό τμήμα. Η προηγούμενή του, το σπουδαίο «Ανωτέρα βία» είχε συμμετάσχει το 2014 στο «Ένα κάποιο βλέμμα», όπου και είχε κερδίσει το Βραβείο της Επιτροπής.

Η υπόθεση: Ο Κρίστιαν είναι ο ευυπόληπτος έφορος του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης στην Στοκχόλμη, ένας διαζευγμένος πατέρας δύο ανήλικων κοριτσιών, που οδηγεί ηλεκτρονικό αυτοκίνητο μάρκας Tesla κι ένας άνθρωπος που βοηθάει τους επαίτες γύρω του όποτε μπορεί – πολλές φορές, όμως απλά τους λέει πως δεν έχει μετρητά. Επόμενο μεγάλο έκθεμα του μουσείου είναι το Τετράγωνο ή η Πλατεία, μια εγκατάσταση μιας καλλιτέχνιδας από την Αργεντινή, που καλεί τους περαστικούς να επιδείξουν αλτρουισμό, θυμίζοντάς τους το ρόλο ενός υπεύθυνου στην κοινωνία ατόμου. Αλλά καμιά φορά είναι δύσκολο να παραμείνεις πιστός στα ιδανικά σου.

Μια μέρα, χωρίς να το καταλάβει, ο Κρίστιαν πέφτει θύμα ενός καλοστημένου κόλπου μέσω του οποίου του κλέβουν το πορτοφόλι και το κινητό του. Με την παρότρυνση ενός συνεργάτη του αντιδράει επιθετικά, που από τη μια έχει αποτέλεσμα (του επιστρέφονται τα κλεμμένα), από την άλλη όμως υπάρχουν και παρενέργειες. Κι έχει να αντιμετωπίσει και μια δημοσιογράφο, με την οποία κάνει σεξ, αλλά και τους μαρκετίστες που προσλαμβάνει το μουσείο για να προωθήσει την έκθεση, οι οποίοι ετοιμάζουν μια καμπάνια τουλάχιστον ανήθικη. Η έκρηξη του ανεξέλεγκτου Κρίστιαν οδηγεί αυτόν, όπως και το μουσείο, σε κρίση.

Η άποψή μας: Ο Κρίστιαν είναι όμορφος. Ο Κρίστιαν είναι ετοιμόλογος. Ο Κρίστιαν ξέρει να λέει μπούρδες να ακούγονται ωραία. Ο Κρίστιαν ξέρει από σύγχρονη τέχνη. Ή προσποιείται ότι ξέρει. Το σίγουρο είναι ότι οι άλλοι πείθονται. Ο Κρίστιαν είναι ένας μεσοαστός. Ξέρει κόσμο. Ξέρει πολύ κόσμο. Ξέρει έναν από τους 251 πλουσιότερους ανθρώπους στον κόσμο, από αυτούς που έχουν στην κατοχή τους τον μισό πλούτο ολάκερης της γης! Ξέρει τη σημασία να είσαι αυθεντικός και αυθόρμητος, οπότε τα προβάρει και τα δύο. Όταν (νομίζει πως) σταματάει μια επίθεση ενός άντρα απέναντι σε μια γυναίκα που φωνάζει πως θα τη σκοτώσουν, νιώθει δυνατός, σαν να ξυπνάει μέσα του το αρσενικό, που έχει μετατραπεί σε μετροσέξουαλ. Νιώθει έξαψη. Όταν καταλαβαίνει πως όλο αυτό ήταν κόλπο για να τον κλέψουν δημοσίως θίγεται ο ανδρικός εγωισμός του. Και βάζει πλώρη να πάρει εκδίκηση.

Ο σκηνοθέτης παίρνει όλα τα όπλα του και πυροβολεί αδιακρίτως. Το χιούμορ του και ο σουρεαλισμός του παραπέμπουν από τον συμπατριώτη του Andersson και τον Bunuel μέχρι τον Haneke και τον Carax! Στην πρώτη γραμμή του πυρός, η τέχνη. Τι είναι τέχνη; Τι είναι σύγχρονη τέχνη; Το να μπει οποιοδήποτε αντικείμενο σε ένα μουσείο το κάνει αντικείμενο τέχνης; Είναι 20 βουναλάκια από χαλίκια μαζεμένα σε έναν μουσείο, τέχνη; Είναι 10 καρέκλες μπλεγμένες η μία πάνω στην άλλη, ακατάστατα, συνοδευμένες από τον ήχο της κατάρρευσης τους σε λούπα, τέχνη; Μπορεί οι ζωγραφιές ενός χιμπατζή να είναι τέχνη; Σύγχρονη τέχνη ρε φίλε. Ένας ακόμα τρόπος να διαχωρίζονται οι φτωχοί από τους πλούσιους. Οι μεγαλοαστοί θαυμάζουν την τέχνη – εννοείται ότι δεν καταλαβαίνουν γρι. Κι όταν η τέχνη είναι διαδραστική, ζωώδης, πηγμένη στα ένστικτα, η τέχνη είναι... επικίνδυνη! Τους τρομοκρατεί. Τους γελοιοποιεί: είναι καταπληκτική η σκηνή με τον Ρώσο καλλιτέχνη που «κάνει» τον χιμπατζή σε ένα πάρτι γεμάτο από την αφάν γκατέ της σουηδικής κοινωνίας και τα κάνει γιάμπαλο! Τρόμο να δουν τα μάτια σας!

Αλλά πάντα σε πρώτο πλάνο ο Κρίστιαν. Ο καλός αυτός άνθρωπος. Που βοηθάει τους επαίτες: ξεχασμένοι στο περιθώριο, μόνο ως... εκρηκτική πρώτη ύλη για viral βίντεο μπορούν να χρησιμεύσουν! Ο εραστής: η σκηνή του σεξ με την Elisabeth Moss και η τύχη του... προφυλακτικού, είναι από τις πολύ αστείες της ταινίας. Ο δίκαιος: ζητάει δικαιοσύνη και βάζει να ακούσει... Justice!!! Ένα τίποτα είναι. Ένας κενός άνθρωπος που δείχνει ωραίος μέσα στα ακριβά του κουστούμια. Και η σύγχρονη τέχνη κάποτε θα είναι κλασική τέχνη, όπως σήμερα κλασική τέχνη είναι η τέχνη που κάποτε ήταν σύγχρονη: η τύχη του αγάλματος με τον έφιππο μπροστά από το μουσείο, που πρέπει να φύγει για να τοποθετηθεί εκεί το Τετράγωνο, η Πλατεία, είναι επίσης από τις πολλές αστείες σκηνές της ταινίας. Μιας ταινίας που μιλάει πέρα από τη σύγχρονη τέχνη και για τη σύγχρονη κοινωνία, που βρίσκεται ολοφάνερα σε ελεύθερη πτώση. «Θέλετε να βοηθήσετε να σωθεί ένας άνθρωπος;» ρωτάει μια ακτιβίστρια τους περαστικούς στο δρόμο. «Όχι σήμερα» είναι η απάντηση ενός, από εκείνους που δίνουν απάντηση! Ρε φίλε, κατάντια. Όσο οδεύουμε όμως προς το φινάλε νιώθεις να πλησιάζει με φόρα μια... αμηχανία!

Μετά από δυόμιση ώρες ταινίας ο σκηνοθέτης αφήνει υποπλοκές ανολοκλήρωτες (πχ τι γίνεται η σχέση του κεντρικού ήρωα με την Moss;) και θαρρείς και φοβάται να το τραβήξει το πράγμα μέχρι τέλους. Κι εκεί που σκοτώνει με το βαμβάκι και μας κάνει να γελάμε με τα χάλια των δυτικών κοινωνιών, στο τέλος σοβαρεύει. Και ο αμοραλιστής ήρωάς του γίνεται άνθρωπος. Άτσαλα. Βιαστικά. Παρά φύσιν. Παρά τρίχα αριστούργημα!

Aala Kaf Ifrit Cannes 2017

Από την Αφρική μας έρχεται η δεύτερη ταινία της ημέρας και συγκεκριμένα από την Τυνησία. Τίτλος της: «Aala Kaf Ifrit» (Beauty and the Dogs) της Kaouther Ben Hania. Είναι η τρίτη της μεγάλου μήκους ταινία και η δεύτερη (μετά την πρώτη της) που εμφανίζεται στις Κάννες. Η πρώτη βέβαια προβλήθηκε στο ημιεπίσημο τμήμα ACID, στο οποίο προβάλλονται ταινίες οι οποίες έχουν πίσω τους μόνο ανεξάρτητες εταιρίες παραγωγής. Τούτη η ταινία, που βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, συμμετέχει στο τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα».

Η υπόθεση: Η Μαριάμ είναι μια νεαρή και όμορφη Τυνήσια φοιτήτρια. Είναι 21ος ετών, σπουδάζει στην Τύνιδα, ζει σε εστίες για κορίτσια όντας από την επαρχία και είναι μια δραστήρια κοπέλα, γεμάτη ζωή. Μια νύχτα, στην οποία το μόνο που θέλει είναι να χορέψει στη ντίσκο, σε μια εκδήλωση που η ίδια οργανώνει για να μαζευτούν χρήματα, γνωρίζει τον Γιούσεφ, έναν νεαρό που την κοιτάζει επίμονα. Θέλουν να μιλήσουν, βγαίνουν από τη ντίσκο όπου γίνεται το πάρτι και περπατούν στην αμμουδιά της παρακείμενης παραλίας. Αλλά κάτι το τρομερό συμβαίνει. Τρεις αστυνομικοί τη βλέπουν να φιλιέται με τον Γιούσεφ. Προσποιούμενοι ότι κάνουν έναν έλεγχο ρουτίνας, ο ένας κλέβει χρήματα από τον Γιούσεφ (που με αυτόν τον τρόπο – μετά χρήματα δηλαδή – πιστεύει πως θα τους αφήσουν ήσυχους) και οι άλλοι δύο βιάζουν τη Μαριάμ, αφού τη βάζουν μέσα σε ένα περιπολικό. Κι αυτή είναι μόνο η αρχή της κόλασής της...

Η άποψή μας: Αυτό που σοκάρει πιο πολύ στην ταινία της Kaouther Ben Hania δεν είναι τόσο ο βιασμός. Ναι, ξέρω, ακούγεται κάπως αυτό. Αλλά όντας αράβικη παραγωγή, έτσι κι αλλιώς ο βιασμός δεν μπορεί να παρουσιαστεί «γραφικά», όπως πχ θα μπορούσε να γίνει με μια ευρωπαϊκή ή μια αμερικάνικη παραγωγή. Η «Αραβική Άνοιξη» βρίσκεται στα σπάργανα, υποτίθεται πως κάποια δικαιώματα έχουν κερδηθεί, κάποιες ελευθερίες είναι πλέον δεδομένες, αλλά και πάλι η εμφάνιση μιας κοπέλας με πλούσιο στήθος και φόρεμα ολίγον τι προκλητικό εύκολα οδηγεί στο να χαρακτηριστεί «πουτάνα». Ότι «τα ήθελε ο κώλος της». Και να παρουσιαστεί ο βιασμός, έστω και από μακριά, έστω και κεκαλυμμένα, θα δημιουργούσε σκάνδαλο. Μα έτσι κι αλλιώς η σκηνοθέτιδα δεν θέλει να προκαλέσει. Όχι. Θέλει να δείξει τις δομές μιας χώρας που μπορεί να βίωσε μια επανάσταση αλλά ζει ακόμα βουτηγμένη στη διαφθορά από τη μια και στην αδιαφορία από την άλλη.

Στη μακριά νύχτα που καλείται να διαβεί η Μαριάμ μετά το βιασμό της, ευτυχώς με συμπαραστάτη τον Γιούσεφ, που είναι ανοιχτόμυαλος και προοδευτικός, θα βιώσει επαλειμμένους «βιασμούς». Από αστυνομικούς που, για να προστατέψουν τους συναδέλφους τους, δεν παίρνουν στα σοβαρά την κατηγορία της, την κάνουν να αισθάνεται άσχημα, της κάνουν ψυχολογικό πόλεμο, προσπαθούν με κάθε τρόπο να την αναγκάσουν να μην προχωρήσει σε επίσημη καταγγελία του γεγονότος. Από γιατρούς και νοσοκόμους, που αδιαφορούν για την κατάστασή της: «μια χαρά φαίνεσαι» της λέει μια γιατρός στην ιδιωτική κλινική που πηγαίνει αρχικά. Η γραφειοκρατεία εκεί δεν της επιτρέπει να εξεταστεί για να έχει έγγραφη πραγματογνωμοσύνη από γιατρό ότι όντως βιάστηκε. Στο δημόσιο νοσοκομείο, το χάος. Να χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Άντε να βρεις άνθρωπο να ασχοληθεί με την περίπτωσή της. Με τα πολλά, με τη βοήθεια μιας συμπονετικής νοσοκόμας και του ιατροδικαστή καταλαβαίνει η Μαριάμ πως πρώτα πρέπει να κάνει την καταγγελία στην αστυνομία και από εκεί να την στείλουν να κάνει την εξέταση. Φτου και από την αρχή, σε άλλο τμήμα. Και νέοι εκφοβισμοί: θα τα πούμε όλα στον μπαμπά σου. Και νέος πόλεμος και νέοι χαρακτηρισμοί. Η Μαριάμ βρίσκεται πολύ κοντά στο σημείο να τα παρατήσει. Εκεί βρίσκει ως συμπαραστάτη τον Γιούσεφ, που της δίνει κουράγιο. Μόνο που τον... συλλαμβάνουν για αντίσταση κατά της αρχής! Και η Μαριάμ μένει μόνη της. Κι όχι μόνον αυτό: αναγνωρίζει τους βιαστές της στο αστυνομικό τμήμα!

Η σκηνοθέτιδα θέτει την κάμερά της στην υπηρεσία της ιστορίας. Δεν κάνει κόλπα, αφηγείται στρωτά και από καιρού εις καιρόν διακόπτει την αφήγηση, τόσο μόνο ώστε να βγάλει ένα νούμερο στην οθόνη. Όλη η ιστορία σε εννέα πράξεις. Η νεαρή που παίζει την Μαριάμ είναι πολύ καλή στο ρόλο της. Και η κάμερα συλλαμβάνει όλες τις παθογένειες μιας κοινωνίας που μπορεί να είναι ελεύθερη θεωρητικά, ουσιαστικά όμως δεν έχει αλλάξει. Οι γυναίκες μπορούν ανά πάσα στιγμή να πέσουν θύματα ανδρικής βίας. Ακόμα και η έγκυος γυναίκα αστυνομικός δεν πιστεύει την Μαριάμ – κι αυτή έχει στο μυαλό της προκαταλήψεις και ιδέες του στυλ «τα ήθελε και τα έπαθε».

Προς το τέλος το όλον γίνεται και αστείο! Για να την πείσουν να μην προχωρήσει σε καταγγελία οι αστυνομικοί επικαλούνται τον πατριωτισμό της! «Δεν την αγαπάς την Τυνησία; Κάν'το για την Τυνησία! Διαφορετικά θα κράξουν την αστυνομία. Την αστυνομία που είναι ό,τι μας χωρίζει από τους λύκους». Όπου «λύκοι» οι φονταμενταλιστές. Για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολύ. Θέλει ανθρώπους να επιμένουν και να διεκδικούν τα δικαιώματά τους. Θέλει γυναίκες να μην τα παρατάνε. Ενδιαφέρουσα ταινία θεματικά χωρίς κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον κινηματογραφικά.

Ava Cannes 2017

Κι ερχόμαστε στην προβολή της ταινίας κατά την οποία οι Γάλλοι διοργανωτές τα έκαναν λίγο κουλουβάχατα. Η ταινία «Ava» της Léa Mysius είναι η πρώτη της μεγάλου μήκους και συμμετέχει στο τμήμα «Εβδομάδα της Κριτικής», ενώ παράλληλα διεκδικεί και τη Χρυσή Κάμερα, βραβείο το οποίο διεκδικούν όλες οι πρώτες ταινίες, σε όποιο τμήμα κι αν συμμετέχουν! Όλα ξεκίνησαν καλά. Η αίθουσα ήταν γεμάτη, ο αρχηγός έβγαλε έναν ωραιότατο λόγο, παρουσιάστηκαν οι παραγωγοί, η σκηνοθέτιδα και οι ηθοποιοί της ταινίας, ξεκίνησε η προβολή και... πάπαλα οι υπότιτλοι! Το λες και χοντράδα. Δυο φορές βγήκα έξω να ενημερώσω και οι Φραντσέζοι μέσα στην αίθουσα μου έκαναν «σσσς», γιατί τους ενοχλούσα. Μωρέ τι λέτε ρε Γαλλάκια; Κλασικά, τα πήρα κρανίο, έκανα φασαρία, έριξα και μπινελίκια, κάτι fuckin’ και κάτι assholes για τα οποία ομολογώ πως δεν είμαι ιδιαίτερα περήφανος, αλλά η προβολή σταμάτησε! Και ξανάρχισε από την αρχή, με υποτίτλους αυτήν τη φορά. Όχι, παίζουμε! Χε χε χε...

Η υπόθεση: Η Άβα είναι ένα παράξενο 13χρονο κορίτσι, που περνάει τις καλοκαιρινές της διακοπές σε ένα παραθαλάσσιο θέρετρο. Έχει πρόβλημα με τα μάτια της και στην τελευταία της επίσκεψη στον οφθαλμίατρο μαθαίνει τα άσχημα νέα. Εξαιτίας πάθησης που δεν αναστρέφεται αρχικά θα χάσει την ικανότητά της να βλέπει στο ημίφως και στο σκοτάδι και σταδιακά θα χάσει εντελώς το φως της. Η μητέρα της (που έχει ακόμα μια κόρη, μωρό εκείνη, χωρίς κανέναν πατέρα στον ορίζοντα) αποφασίζει να συνεχίσουν τις διακοπές τους όσο καλύτερα μπορούν. Για χάρη της Άβα. Να διασκεδάσει και να δει όσα περισσότερα μπορεί μέχρι να πάψει να βλέπει πια. Η Άβα όμως αποφασίζει να πάρει την τύχη της στα χέρια της. Συναντά έναν νεαρό τσιγγάνο. Αρχικά, του «κλέβει» τον σκύλο. Μετά εκείνος «κλέβει» την καρδιά της. Είναι λίγο μεγαλύτερος από εκείνην και τον κυνηγά η αστυνομία. Πώς θα τα βάλουν, αυτοί, δύο πιτσιρίκια, μόνοι απέναντι σε όλους;

Η άποψή μας: Για να πω την μαύρη αλήθεια εγώ κάτι σαν το περσινό «Raw» περίμενα να δω. Την ενηλικίωση δηλαδή μιας νεαρής κοπέλας μέσω κανιβαλισμού! Εδώ, με την εμφάνιση του μαύρου σκύλου, που τον βαφτίζει «Λούπο» η Άβα, σκέφτηκα «χμ, μάλλον με λυκανθρώπους θα έχουμε να κάνουμε». Καμία σχέση. Μια όμορφη, τρυφερή, ερωτική και ώρες ώρες αστεία ιστορία είναι τούτη εδώ. Με κοινωνικές αιχμές για την αντιμετώπιση των Τσιγγάνων από τη γαλλική κοινωνία και με λίγο από... «Μπόνι και Κλάιντ»!

Βασικό ατού της ταινίας η νεαρή της πρωταγωνίστρια. Η Noée Abita είναι πραγματικά σπουδαία στον κεντρικό ρόλο. Δείχνει τόλμη, θάρρος, θράσος, τσαμπουκά. Όλη η ταινία είναι χτισμένη επάνω της και σε τρεις άξονες: στο πως αντιμετωπίζει την αρρώστιά της, στο πως είναι δομημένη η σχέση της με τη μητέρα της και στο πως νιώθει τα πρώτα σκιρτήματα του έρωτα για τον νεαρό Τσιγγάνο. Υπάρχουν σκηνές ονείρου που παραπέμπουν σε Bunuel της εποχής του «Ένας ανδαλουσιανός σκύλος». Υπάρχουν σκηνές όπου οι δύο νεαροί εραστές, γυμνοί, με όπλα στο χέρι και καλυμμένοι από άργιλο, ορμάνε σε γυμνιστές αστούς στην παραλία και τους κλέβουν, σε κάτι που παραπέμπει στον... «Τρελό Πιερό»! Υπάρχουν σκηνές όπως εκείνη όπου η μάνα της κάνει σεξ με τον νεαρό εραστή της και η Άβα μαζεύει παιδιά από τη γειτονιά για να δουν το ακατάλληλο για ανηλίκους θέαμα: πολύ γέλιο. Υπάρχει σκηνή τσιγγάνικου γάμου κατευθείαν βγαλμένη από το σύμπαν του Kusturica! Υπάρχει σκηνή όπου η μικρή τραγουδάει στο ρυθμό ενός γνωστού ποπ τραγουδιού. Ακούγεται δις μέσα στην ταινία ο αγαπημένος «Μπαλαμός», του Διονύση Τσακνή, που έγινε γνωστός από τον Γιώργο Κάτσαρη: βέβαια, στην ταινία το ακούμε από μια γυναίκα Τσιγγάνα!

Γενικώς, μια ιστορία έρωτα και αναρχίας, πολύ όμορφα δοσμένη, με ένα τελευταίο στοπ καρέ βγαλμένο από την καλύτερη παράδοση ανάλογων ταινιών. Όμορφο ντεμπούτο για την ενηλικίωση μιας κοπέλας και για τον ρατσισμό μιας ολόκληρης κοινωνίας. Και ο ωκεανός ρε παιδιά, η θάλασσα, με τα τεράστια κύματά της, απλά συγκλονιστική!

Θοδωρής Γιαχουστίδης

Cannes Film Festival 2016 Live
Περισσότερα... »



Cannes Film Festival 2017 Live

του Θόδωρου Γιαχουστίδη

Πρωτόγνωρα μέτρα ασφαλείας και ταινίες που απασφαλίζουν!

Εντάξει, λογικό είναι με τόσα που έχουν ήδη γίνει και στη Γαλλία σε σχέση με τρομοκρατικές επιθέσεις, οι άνθρωποι έχουν λάβει τα μέτρα τους. Υπέρ το δέον! Μέχρι και έφιππους της αστυνομίας έχουμε δει. Δρόμοι κλειστοί, κυκλοφοριακές ρυθμίσεις, μποτιλιάρισμα για τους εποχούμενους και τσεκάρισμα σε κάθε έναν που θέλει να μπει μέσα σε αίθουσα εξονυχιστικό. Πώς μας τσεκάρουν όταν πάμε να πετάξουμε στο αεροδρόμιο; Καμία σχέση! Δέκα φορές πιο αυστηροί οι Φραντζέζοι. Ιδίως σε ότι έχει να κάνει με το κέντρο του φεστιβάλ, την Grande Salle Lumiere. Κι εντάξει ρε παιδιά, έστω ότι αν έχεις κάτι υγρό που μοιάζει με νερό, να είναι εύφλεκτο και να βάλεις φωτιά ξέρω 'γω. Το έρημο το σάντουίτς μου γιατί μου το κατάσχεσαν; Και τη μπανάνα μου; Άλλο φονικό όπλο αυτό! Να κορακιάζεις για δύο ώρες μέσα στην αίθουσα και να μην σου επιτρέπουν να έχεις λίγο νεράκι του θεού ρε παιδί μου! Έστω, να το πουλάνε μετά το σημείο ελέγχου! Τίποτα! Και τα πάντα εδώ είναι πανάκριβα, μην τα ξαναλέμε αυτά.

Τώρα, κάτι που δεν ανέφερα στη χθεσινή ανταπόκριση. Το φεστιβάλ των Καννών όπως κι εκείνο του Βερολίνου, είναι από τα ελάχιστα φεστιβάλ του κόσμου που έχουν το ίδιο οπτικό σήμα πριν την έναρξη των ταινιών, εδώ και εκατομμύρια χρόνια! Στις Κάννες λοιπόν υπάρχει το υπέροχο εκείνο σήμα όπου ο θεατής με το βλέμμα του παρακολουθεί μια σκάλα να ανεβαίνει σταδιακά από τον πάτο της θάλασσας και να φτάνει στα αστέρια, λίγο πριν εμφανιστεί το σήμα του Χρυσού Φοίνικα. Ε, λοιπόν φέτος είχαμε μια μικρήηηηη παραλλαγή: στο πάχος κάθε σκαλιού εμφανίζεται το όνομα ενός σπουδαίου σκηνοθέτη! Στην κορυφή της σκάλας είναι ο Orson Welles. Τιμητικότατη θέση έχει κι ένας σκηνοθέτης που έχει πολιτικογραφηθεί ως Έλληνας: ο Jules Dassin. Και στο τέλος εμφανίζεται κι ένα «70» για να μας θυμίσει τα πόσα κλείνει το φεστιβάλ.

Wonderstruck Cannes 2017

Με τα... αστέρια τα «βάζει» ο Todd Haynes στη νέα του ταινία «Wonderstruck», που διεκδικεί τον Χρυσό Φοίνικα συμμετέχοντας στο διαγωνιστικό τμήμα, όπως είχε κάνει και πριν δύο χρόνια με το «Carol», για το οποίο είχε τιμηθεί με το βραβείο γυναικείας ερμηνείας (έστω κι εξ ημισείας) η Rooney Mara. Όπως κι ο Zvyagintsev έτσι κι αυτός ο sui generis Αμερικάνος σκηνοθέτης έχει γυρίσει λίγες ταινίες σε σχέση με τα χρόνια που είναι ενεργός κινηματογραφικά. Αυτή είναι μόλις η 7η μεγάλου μήκους ταινία του για να καταλάβετε. Και το σενάριό της υπογράφεται από τον Brian Selznick, ο οποίος βασίστηκε στο δικό του ομώνυμο βιβλίο του 2011. Ένα βιβλίο με μπόλικο κείμενο αλλά και πολλές σελίδες κόμικ χωρίς λόγια. Να θυμίσουμε ότι ο Selznick είχε γράψει και το «The Invention of Hugo Cabret», το 2008, το οποίο έγινε ταινία με την υπογραφή του Martin Scorsese και τίτλο απλώς «Hugo» το 2011.

Η υπόθεση: Ιούνιος 1977. Ο 12χρονος Μπεν ζει με τον αδελφό του και τη θεία του λίγα μίλια μακριά από το σπίτι του, που βρίσκεται στο Gunflint Lake της Μινεσότας. Η μητέρα του, που ήταν βιβλιοθηκάριος, σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Και τον πατέρα του δεν τον γνώρισε ποτέ – κι ας ρωτούσε συνέχεια τη μητέρα του για την ταυτότητά του. Κατά τη διάρκεια μιας καταιγίδας κατά την οποία ο Μπεν μιλάει στο τηλέφωνο, ένας κεραυνός θα πέσει στο σπίτι, το ρεύμα θα περάσει από την τηλεφωνική γραμμή και ο Μπεν θα ξυπνήσει στο νοσοκομείο όντας (προσωρινά;) κουφός. Έχοντας βρει όμως έναν σελιδοδείκτη σε ένα παλιό βιβλίο της μητέρας του, όπου γράφει «Με αγάπη, Ντάνι», αποφασίζει να το σκάσει, να πάει στη Νέα Υόρκη και να ψάξει για το βιβλιοπωλείο απ' όπου είναι ο σελιδοδείκτης, με την ελπίδα να βρει τον πατέρα του...
Οκτώβριος 1927. Η πιτσιρίκα Ρόουζ είναι κωφάλαλη. Το σκάει από το σπίτι της στο Νιου Τζέρσεϊ και πηγαίνει στη Νέα Υόρκη, στο Μπρόντγουεϊ, για να συναντήσει το είδωλό της, τη μεγάλη αστέρα του θεάτρου και του κινηματογράφου, την Λίλιαν Μέιχιου. Η Λίλιαν είναι πέρα όλων των άλλων η μητέρα της! Οι γονείς της Ρόουζ είναι χωρισμένοι. Και η υποδοχή που επιφυλάσσει η Λίλιαν στην Ρόουζ δεν είναι αυτή που περιμένει. Το ξανασκάει για να βρει τον αδελφό της, τον Γουόλτερ. Ο οποίος τυγχάνει να έχει ένα βιβλιοπωλείο. Ποια η σχέση του Μπεν με τη Ρόουζ;

Η άποψή μας: Αν το «Hugo» ήταν μια ερωτική επιστολή στον κινηματογράφο γενικότερα τούτη η ταινία είναι μια ερωτική επιστολή στον βωβό κινηματογράφο ειδικότερα. Ιδίως οι σκηνές με τη Ρόουζ όταν είναι πιτσιρίκα, γυρισμένες σε ασπρόμαυρο, είναι κανονικά μια ταινία βωβού κινηματογράφου! Αυτό που προσπαθεί να πετύχει ο Haynes είναι μεγαλεπήβολο. Να είναι Scorsese και Spielberg μαζί με ολίγη από... Kaufmann (του «Συνεκδοχή, Νέα Υόρκη»). Καθόλου η τυπική «παιδική» ταινία, έτσι; Είναι φορές που σε ταινίες τα επιμέρους συστατικά δεν πιάνουν υψηλές επιδόσεις, στο σύνολο όμως κολλάνε και δίνουν αριστουργήματα. Όπως ποδοσφαιρικές ομάδες, με όχι καλούς παίκτες, που όμως είναι πραγματικές ομάδες, έχουν ομαδικό πνεύμα, πνεύμα νικητή. Και υπάρχει και η... αντίθετη περίπτωση: η ομάδα να έχει πρωτοκλασάτους παίκτες αλλά το σύνολο να μην πείθει. Εδώ, ο Haynes προδόθηκε από τις φιλοδοξίες του και το μέγεθός τους. Επιμέρους, τα πράγματα είναι μέχρι και συναρπαστικά! Κι ας είναι δομημένα από όχι ακριβώς πρωτότυπα υλικά. Θέλω να πω, μια χαρά ταιριάζει ο Όσκαρ Ουάιλντ και το γνωστότερο τσιτάτο του «είμαστε όλοι μέσα στο βούρκο, αλλά μερικοί από εμάς κοιτάζουμε τ' αστέρια» στην ταινία. Μια χαρά και το «Space Oddity» του David Bowie – επαναλαμβανόμενο: έτσι νιώθει ο Μπεν, πως ο μπαμπάς του είναι διαστημάνθρωπος! Έξοχες οι ηχητικές σφήνες από το «Also sprach Zarathustra» του Strauss, για πάντα συνυφασμένες με την «Οδύσσεια του διαστήματος». Γενικά, η ηχητική μπάντα είναι άψογη – και το βασικό score του εκ των μονίμων συνεργατών του Haynes, Carter Burwell, είναι απίθανο και μιλάει κατευθείαν στην καρδιά. Γενικά, η μουσική παίζει πολύ μεγάλο ρόλο: είπαμε, έχουμε να κάνουμε με κάτι σαν βωβό κινηματογράφο. Σκηνογραφία (άψογη αναπαράσταση της Νέας Υόρκης των 20's και των 70's), διεύθυνση φωτογραφίας, μοντάζ, όλα χτυπάμε κορυφή. Λείπει όμως το γαμημένο συναίσθημα. Λείπει εκείνο το υλικό που θα απογειώσει την ταινία. Λείπει εκείνο που θα τη φτάσει στα αστέρια. Τρομερή η ιστορία με τους λύκους, απίθανης λεπτομέρειας η μακέτα της Νέας Υόρκης σε ένα μουσείο, αναφορές για τη σημασία των μουσείων, αναφορές για τη σημασία της φιλίας, too much. Συναρπαστική ταινία που πονάει περισσότερο η μη επίτευξη του στόχου της καθώς χάνει αυτό που επιθυμεί πιο πολύ: να συγκινήσει τον θεατή. H ηθοποιός – φετίχ του Haynes, η Julianne Moore (έχουν συνεργαστεί στις τέσσερις από τις επτά ταινίες του) διαθέτει έναν υποστηρικτικό ρόλο: οι πραγματικοί πρωταγωνιστές είναι οι δύο πιτσιρικάδες. Αλλά, ρε παιδιά, πόσο μακρινή φαίνεται η εποχή του «Safe», ε; Εκείνο, μάλιστα, ένα αριστούργημα και λίγα λέω! Πάμε γι' άλλα!

Jupiter holdja Cannes 2017

7η μεγάλου μήκους είναι και η ταινία «Jupiter holdja» (Jupiter's Moon) του Ούγγρου Kornél Mundruczó, ο οποίος όμως είναι 14 χρόνια μικρότερος από τον Haynes και γύρισε την πρώτη του μεγάλου μήκους 9 χρόνια αφότου γύρισε την αντίστοιχη δική του ο Αμερικάνος συνάδελφός του. Συχνός φιλοξενούμενος στις Κάννες επιστρέφει, στο διαγωνιστικό τμήμα αυτήν τη φορά, από το 2014, οπότε και τιμήθηκε με το βραβείο καλύτερης ταινίας στο τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα» για το εξαιρετικό «Λευκός Θεός» (Fehér isten). Ο 42χρονος σκηνοθέτης αγαπάει επίσης την αλληγορία, όπως ο Zvyagintsev, φλερτάροντας με τον σουρεαλισμό. Και μας δίνει άλλη μια ταινία με την οποία παθαίνεις πλάκα!

Η υπόθεση: Ο Άριαν είναι ένας νεαρός Σύριος από την πόλη Χομς, η οποία σπαράζεται από την εμφύλια διαμάχη. Μαζί με τον πατέρα του και άλλους «λαθρομετανάστες» προσπαθεί να βρει καλύτερη ζωή στην Ευρώπη. Καθώς όμως περνάνε τα σύνορα από τη Σερβία στην Ουγγαρία γίνονται αντιληπτοί από περίπολο. Ο αρχηγός του τοπικού καταυλισμού και σκληρός διώκτης των μεταναστών εντοπίζει τον Άριαν, που έχει καταφέρει να μην πνιγεί στο ποτάμι, και τον πυροβολεί τρεις φορές, στο κορμί, θεωρώντας ότι τον έχει σκοτώσει. Ο Άριαν όμως, για κάποιον μυστήριο λόγο, όχι απλά δεν πεθαίνει αλλά αποκτά πλέον την ικανότητα να αψηφά τους νόμους της βαρύτητας και να αιωρείται. Ψάχνοντας τον πατέρα του πηγαίνει στον καταυλισμό, όπου ο δρόμος του συναντιέται με εκείνον του γιατρού Στερν. Ο Στερν είναι ένας κυνικός και σε δυσμένεια γιατρός, που από τη στιγμή που σκότωσε εξ αμελείας έναν νεαρό αθλητή ασθενή, βγάζει τα προς το ζην ως γιατρός στον καταυλισμό. Βλέποντας τι μπορεί να κάνει ο Άριαν καταλαβαίνει πως μπροστά του έχει κάτι υπερβατικό, κάτι που ξεπερνάει την ανθρώπινη λογική. Και αποφασίζει να το εκμεταλλευτεί για να βγάλει χρήματα! Ποια θα είναι η κατάληξη αυτής της παράξενης σχέσης, ιδίως από τη στιγμή που εκείνος που πυροβόλησε τον Άριαν προσπαθεί μανιωδώς να τον συλλάβει;

Η άποψή μας: Η αρχή και το φινάλε τούτης της ταινίας παίζουν τεράστιο ρόλο στην κατανόηση των όσων βλέπουμε ενδιαμέσως. Στην αρχή μια σειρά από μεσότιτλους μας πληροφορούν πως το μεγαλύτερο φεγγάρι του πλανήτη Δία ενδέχεται κάτω από την παγωμένη επιφάνειά του να κρύβει αλμυρό νερό. Άρα, υπό προϋποθέσεις, να μπορεί να υποστηρίξει ζωή. Όλως τυχαίως (;) αυτός ο δορυφόρος ονομάζεται... Ευρώπη! Και στο φινάλε έχουμε την παραλλαγή του παιχνιδιού που παίζαμε πιτσιρίκια, του κρυφτού, όπου ο ένας «τα φυλούσε» και μετρούσε «5, 10, 15, 20... φτου και βγαίνω». Ε, στα αγγλικά το πράγμα είναι πιο συμβολικό: «ready or not, here I come» λέει το προσφυγόπουλο. Οπότε, αρχικά, το μυαλό και η ψυχή του καλλιτέχνη βρίσκονται στη σωστή θέση. Θέλετε δεν θέλετε παλιοφασίστες (και στην Ουγγαρία έχει πολλούς) οι μετανάστες ήρθαν για να μείνουν, γκέγκε; Είναι λοιπόν αυτή μια ταινία για τους μετανάστες; Σίγουρα ναι, αλλά εντελώς διαφορετική από οτιδήποτε ανάλογο νομίζετε πως έχετε δει! Γιατί παράλληλα είναι μια χριστιανική παραβολή (στα βήματα σχεδόν του «Black Out» του Καραμαγγιώλη, κι ας μην το αποδέχτηκε ποτέ αυτό!): η ταινία θα μπορούσε να λέγεται και «Θαύμα στη Βουδαπέστη», κατά το «Θαύμα στο Μιλάνο» του τιτανομέγιστου Vittorio De Sica. Βέβαια, ο De Sica, πέρα από φοβερός τζογαδόρος, ήταν και κομουνιστής. Ο Mundruczó διαπνέεται από έναν χριστιανικό ουμανισμό. Η κριτική του απέναντι στη χώρα του και τους συμπατριώτες του είναι σκληρή και δεν χαρίζει κάστανα. Και ο διεφθαρμένος γιατρός σιγά σιγά βρίσκει το δρόμο του, τις αξίες του, το... θεό. Εδώ κάπου ο σκηνοθέτης φαίνεται να χάνει τον έλεγχο. Η πυξίδα του μοιάζει απομαγνητισμένη. Για ποιον λόγο ήρθε ο Άριαν, ο γιος ενός ξυλουργού (;;;) στην Ευρώπη; Για να τη σώσει; Για να την καταστρέψει; Για να αναγκάσει επιτέλους τους ανθρώπους να κοιτάξουν ψηλά (στο Θεό), εκείνους τους ανθρώπους που κοιτάνε κάτω σκυθρωποί ή μόνο οριζόντια, στις πάσης φύσεως οθόνες τους; Τίποτα από όλα αυτά κι όλα αυτά μαζί; Υπάρχουν και σημεία του διαλόγου που ακούγονται κάπως... cheesy, που θα έλεγαν και οι Αμερικάνοι: «δεν μπορείς να γιατρέψεις μια κοινωνία που είναι πληγωμένη στην ψυχή της». Εντάξει. Εκεί που δίνει ρέστα ο Ούγγρος σκηνοθέτης είναι στην εικόνα. Απλώς κάνει... παπάδες! Κάθε σκηνή αιώρησης συγκλονίζει πραγματικά και απορείς πώς την έχει γυρίσει – ιδίως εκείνη στο σπίτι του ρατσιστή αρρώστου, όπου έχουμε και αλλαγή στο χωρόχρονο!!! Σαν Ινσέπσιο ένα πράγμα! Αλλά και η σκηνή του κυνηγητού με αυτοκίνητα στο κέντρο της Βουδαπέστης, γουάου! Μπορεί να αποτελέσει από μόνη της λόγο για να δουν την ταινία άνθρωποι που πηγαίνουν σινεμά μόνο για κάτι «Fast and Furious». Ε, ο Mundruczó τους βάζει τα γυαλιά. Απίθανη ταινία, οπτικά συναρπαστική που «πάσχει» από έναν απίστευτο μαξιμαλισμό. Μερικές φορές αυτή δεν είναι και η χειρότερη «αρρώστια» που μπορείς να προσάψεις σε μια ταινία.

Barbara Cannes 2017

Την Πέμπτη ήταν και η επίσημη έναρξη όλων των παράλληλων προγραμμάτων – μεταξύ αυτών και του τμήματος «Ένα κάποιο βλέμμα». Οπότε, πολύς κόσμος στην αίθουσα Debussy, πολύ επίσημοι, με την κριτική επιτροπή του τμήματος παρούσα – και ναι, η Uma Thurman, πρόεδρος της επιτροπής, μάζεψε όλο το χειροκρότημα όντας απαστράπτουσα. Εκεί ήταν και o Gilles Jacob, που έχει συνδέσει το όνομά του με το φεστιβάλ των Καννών και ο Arnaud Desplechin, του οποίου η νέα ταινία «Les fantômes d'Ismaël» αποτέλεσε την ταινία έναρξης του επίσημου προγράμματος, και δεν ακούσαμε και τα καλύτερα λόγια απ' όσους την είδαν, παρά το φοβερό καστ: Mathieu Amalric, Marion Cotillard, Charlotte Gainsbourg. Τι έκπληξη: ο Desplechin μπορεί να είναι και ο πιο υπερτιμημένος Γάλλος σκηνοθέτης των τελευταίων χρόνων! Ο Mathieu Amalric βρισκόταν επίσης στην τελετή έναρξης καθώς είναι ο σκηνοθέτης και ο πρωταγωνιστής της ταινίας «Barbara». Αυτή είναι η πέμπτη μεγάλου μήκους ταινία που σκηνοθετεί ο ιδιαίτερος ηθοποιός. Και τα κάνει λίγο... κουλουβάχατα. Μαζί του στη σκηνή ανέβηκε και η πρωταγωνίστριά του, Jeanne Balibar.

Η υπόθεση: Η Monique Andrée Serf (γεννημένη στις 9 Ιουνίου του 1930 – απεβίωσε στις 24 Νοεμβρίου του 1997), ήταν μια διάσημη Γαλλίδα τραγουδίστρια γνωστή με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Barbara. Το ψευδώνυμό της το πήρε από τη γιαγιά της, μια Ρωσίδα από την Οδησσό. Το τραγούδι της «L'Aigle noir» πούλησε ένα εκατομμύριο κόπιες μέσα σε 12 ώρες! Ήταν γνωστή για τη σχέση της με τον Jacques Brel. Ο Ιβ είναι ένας σκηνοθέτης τρελαμένος με την Barbara και αποφασίζει να γυρίσει μια ταινία για τη ζωή της. Προσλαμβάνει την Brigitte, μια ηθοποιό – τραγουδίστρια κι αρχίζουν οι πρόβες και τα γυρίσματα. Η Brigitte δουλεύει τον χαρακτήρα, τη φωνή, τα τραγούδια, τις παρτιτούρες, τις χειρονομίες, το... πλέξιμο, μπαίνει στο πετσί του ρόλου. Και ο Ιβ, μαγεμένος από το ίνδαλμά του, δεν μπορεί να αντεπεξέλθει στη συγκίνηση που νιώθει καθώς κάνει το όραμά του πραγματικότητα.

Η άποψή μας: Κάτι σαν τη «Dalida», έτσι; Καμία σχέση! Η Dalida και πιο γνωστή τραγουδίστρια ήταν από την Barbara και η κινηματογραφική βιογραφία που της επιφύλαξε η Lisa Azuelos είχε ολοφάνερα το βλέμμα στραμμένο στο κοινό, χωρίς να κάνει συμβιβασμούς. Ήταν μια ταινία που είτε σου άρεσε είτε δεν σου άρεσε, μπορούσες τουλάχιστον να την παρακολουθήσεις. Ο Amalric κάνει κάτι τόσο μπερδεμένο, τόσο διανοουμενίστικο, τόσο... βαρετό εντέλει, που είναι να απορείς. Πάει χαράμι η παρουσία της για άλλη μια φορά εξαιρετικής Jeanne Balibar. Βλέπουμε ολόκληρες σκηνές και φαίνεται ότι είναι σκηνές από γυρίσματα από τα γυρίσματα της ταινίας (ταινία μέσα στην ταινία δηλαδή). Αυτοσχεδιασμοί, αδιάφορες σκηνές, μοντάζ ότι να'ναι, και καλά στο όνομα μιας προχωρημενιάς. Και αν δεν ανατρέξεις τελικά στη wikipedia δεν βγαίνεις σοφότερος σχετικά με το ποια ήταν η Barbara! Αποσπασματικότητα και το γνωστό τι είναι ζωή και τι αναπαράσταση και πόσο το σινεμά μπορεί να «συλλάβει» την αλήθεια. Ωραία όλα αυτά αλλά τελικά, μηδέν εις το πηλίκο. Ας γυρίσει κάποιος μια... κανονική βιογραφία για τη γυναίκα, που φαίνεται πολύ ενδιαφέρουσα (ομολογώ πως δεν την γνώριζα). Μέχρι και με το Aids τα έβαλε. Αλλά ο Amalric το λέει χαρακτηριστικά σε μια από τις ειλικρινείς σκηνές της ταινίας. Όταν τον ρωτάει η Balibar «τελικά αυτή η ταινία είναι για την Barbara ή για εσάς;» εκείνος απαντάει: «το ίδιο δεν είναι;». Ε, όχι ρε φίλε μου, δεν είναι το ίδιο...

Western Cannes 2017

Και κλείνουμε την σημερινή μας ανταπόκριση με μια πολύ ενδιαφέρουσα ταινία και πάλι από το τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα». Το «Western» είναι μια συμπαραγωγή Γερμανίας, Αυστρίας και Βουλγαρίας και αποτελεί την τρίτη μεγάλου μήκους ταινία της Valeska Grisebach. Να σημειώσουμε πως η σκηνοθέτιδα εργάστηκε ως σύμβουλος σεναρίου στο «Toni Erdmann»!!!

Η υπόθεση: Μια ομάδα οικοδόμων από τη Γερμανία προσλαμβάνεται για μια εργολαβία που έχει να κάνει με ένα έργο στη Βουλγαρία, έξω από ένα χωριό κοντά στα σύνορα με την Ελλάδα. Ουσιαστικά θέλουν να φτιάξουν ένα υδροηλεκτρικό εργοστάσιο και να βελτιώσουν την υποδομή της περιοχής. Με λεφτά της Ευρωπαϊκής Ένωσης φυσικά. Από την ομάδα των Γερμανών ξεχωρίζουν δύο: ο καλότροπος μοναχικός πενηντάρης Μάινχαρτ, που πιάνουν τα χέρια του κι έχει καταταγεί και στην Λεγεώνα των Ξένων παλαιότερα και ο τσαμπουκαλής, χωρίς τρόπους, γερμαναράς Βίνσεντ. Όσο ο Μάινχαρτ προσπαθεί να πλησιάσει τους ντόπιους, να τους καταλάβει, να σεβαστεί τις συνήθειές τους και τον τρόπο ζωής τους, άλλο τόσο ο Βίνσεντ κάνει του κεφαλιού του, δεν δίνει σημασία σε τίποτε, λειτουργεί ως... κατακτητής και θέλει απλά να τελειώσει η δουλειά. Και να... πηδήξει και καμιά ντόπια, αν του κάτσει. Και η ζέστη του καλοκαιριού δεν βοηθάει τα πράγματα...

Η άποψή μας: Ας ξεκινήσουμε από τον τίτλο της ταινίας: «Western». Εντάξει, έχει άλογα, έχει σκληρούς άντρες (όχι ακριβώς καουμπόηδες), έχει κώδικες τιμής αλλά δεν έχει καμία σχέση με την... Άγρια Δύση! Με την Ανατολή έχει να κάνει, με τα ταλαίπωρα Βαλκάνια, που όμως προβάλλουν πλέον ως νέο Ελ Ντοράντο (χμ...) για τις πλούσιες ευρωπαϊκές χώρες του βορρά. Και ιδού το πρώτο παράδοξο: ενώ το χωριό έχει ουσιαστικά ερημώσει από νεολαία, μιας που όλοι έχουν φύγει μετανάστες για δουλειά σε Αμερική, Γερμανία και... Ελλάδα (μουάχαχαχα, ισχύει και αυτό), οι Γερμανοί πηγαίνουν στη Βουλγαρία για δουλειά! Όπως λέει και ο προφανώς φασίστας Βίνσεντ «70 χρόνια μετά είμαστε και πάλι εδώ»! Το φόκους της ταινίας είναι πάνω στον Μάινχαρτ. Οι ηθικοί του κώδικες δεν έχουν καμία σχέση με εκείνους που ας πούμε ότι έχει ο Βίνσεντ. Ο Μάινχαρτ είναι άπατρης (καθόλου τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι πήγε να δουλέψει στη Λεγεώνα των Ξένων), δεν νιώθει νοσταλγία για καμία «πατρίδα», πατρίδα του είναι όλη η γη, σύντροφός του ο κάθε άνθρωπος. Νιώθει καλά εκεί που βρίσκεται πλέον. Με τους ντόπιους, τους πιο πολλούς τουλάχιστον τα πάει εξαιρετικά κι ας υπάρχει πραγματικό πρόβλημα επικοινωνίας και συνεννόησης. Βλέπετε, στο χωριό ελάχιστοι μιλάνε γερμανικά ή έστω αγγλικά κι άντε να βγάλεις άκρη στη σύγχρονη αυτή μικρογραφία της Βαβέλ. Αποκτά φίλο που ονοματίζει «αδελφό» του, φλερτάρει με μια όμορφη γυναίκα της ηλικίας του, μαθαίνει ήθη και έθιμα του χωριού, μαθαίνει να καβαλάει άλογο, μαθαίνει να πασταλιάζει καπνό (ρε τι μου θύμισε η συγκεκριμένη σκηνή), μαθαίνει να αγαπάει την απόλυτα άναρχη φύση, την τόσο μακρινή από την τακτοποιημένη Ευρώπη. Υπάρχει όμως και ο Βίνσεντ. Ο εθνικιστής. Ο κατακτητής. Ο αρπάζων και δεν πληρώνων. Που έχει βάλει στο μάτι την νεαρή, όμορφη του χωριού. Ε, για να του τη βγει, ο Μάινχαρτ του την παίρνει κι ας είναι ολοφάνερο πως η συνομήλική του είναι για εκείνον. Τελικά, όμως και οι δύο άντρες θα βγουν ηττημένοι από όλη την περιπέτεια. Ο Βίνσεντ από τον Μάινχαρτ και ο Μάινχαρτ από τους χωριανούς που δεν τον χωνεύουν. Τουλάχιστον θα δεχτεί την ήττα του με αξιοπρέπεια. Κι έναν χορό που μόλις μαθαίνει να χορεύει. Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα η ταινία της Grisebach, με ερασιτέχνες ηθοποιούς, λέει αυτά που θέλει καθαρά και σταράτα. Μια μικρή, θετική έκπληξη.

Θοδωρής Γιαχουστίδης

Cannes Film Festival 2016 Live
Περισσότερα... »



Cannes Film Festival 2017 Live

του Θόδωρου Γιαχουστίδη

Το λείψανο της Αγίας Ελένης, το λείψανο του ελληνικού ποδοσφαίρου, το λείψανο της ελληνικής κοινωνίας κι ένας Ρώσος που δεν αστειεύεται!

Μμμ, ωραίος τίτλος, δεν συμφωνείτε; Συνδυάζω να 'ουμ με ηρωισμό και πολύ πάθος όλα αυτά που απασχολούν την πραγματικότητα nowaday, πριν δώσω πάσα για την ταινία – και τι ταινία! Η κυβερνησάρα μας έφερε για πρώτη φορά το σκήνωμα (καλά τα λέω;) της Αγίας Ελένης! Μέγα ιστορικό γεγονός – χιλιάδες λαός προσκυνάει. Έτσι! Στο ματσάκι των πλέι οφ μεταξύ του Παναθηναϊκού και του ΠΑΟΚ ένα κουτί μπύρας (μάρκας Άλφα – πλέον οι βάζελοι δεν έχουν λεφτά για ακριβότερες μπύρες!) πετάχτηκε από την κερκίδα και προσγειώθηκε στο κεφάλι της προπονητάρας μας, του Βλάνταν Ίβιτς! Στο νοσοκομείο ο Βλάνταν! Στη Βουλή ο Κασιδιάρης «λογομάχησε» (ε, χμ) με τον Δένδια, επειδή πέρασε μπροστά του όταν μιλούσε! Και σήμερα Τετάρτη (χθες για εσάς, αφού θα διαβάσετε το κείμενο την Πέμπτη, μουάχαχαχαχαχα), υπήρξε γενική 24ωρη απεργία στη χώρα! Τέλεια!

Με πρωτοφανή κωλοφαρδία για την αφεντομουτσουνάρα μας (δεν με έχω συνηθίσει έτσι) η πτήση μου για Νίκαια μέσω Ζυρίχης από Θεσσαλονίκη ήταν η τελευταία που έφυγε πριν από την τετράωρη στάση εργασίας των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας. Ξέρω, ξέρω: εδώ ο κόσμος καίγεται και ο οπορτούνας την πάρτη του. Ας είναι. Με τα πολλά, φτάσαμε στις Κάννες, πήραμε την διαπίστευσή μας (από κίτρινη πέρσι, ανεβήκαμε στη μπλε φέτος – εμ, δεν πήγαν τσάμπα οι 187 χιλιάδες λέξεις που έγραψα από το 69ο φεστιβάλ ο ακάματος!) και ντζουπ, straight του Salle Bazin για να δούμε την πρώτη μας ταινία για φέτος. Και ναι, ήταν ταινιάρα!

Eshtebak Cannes 2016

Η ταινία «Nelyubov» (Loveless) του Andrey Zvyagintsev είναι μόλις η πέμπτη μεγάλου μήκους της φιλμογραφίας του! Ξεκίνησε το 2003 με την «Επιστροφή» (Vozvrashchenie), που με την πρώτη του χάρισε τον Χρυσό Λέοντα στο φεστιβάλ της Βενετίας. Ακολούθησε η «Αποξένωση» (Izgnanie, 2007), με την οποία συμμετείχε για πρώτη φορά στο φεστιβάλ των Καννών και κέρδισε το βραβείο καλύτερης ανδρικής ερμηνείας για τον πρωταγωνιστή του. Η «Έλενα» (Elena, 2011), προβλήθηκε επίσης στις Κάννες, στο τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα» και κέρδισε το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής – κι ας είναι η μικρότερη σε φιλοδοξίες ταινία του. Μετά, ακολούθησε το «Λεβιάθαν» (Leviafan, 2014) η καλύτερή του ταινία (και πέσ'τε να με φάτε ρε σεις), που πήρε μέρος στο διαγωνιστικό των Καννων και κέρδισε το βραβείο σεναρίου! Κάθε του ταινία και βραβείο λοιπόν! Αν και είναι νωρίς, και είναι μόλις η πρώτη ταινία που είδαμε από όλο το διαγωνιστικό, κάτι μου λέει πως πάει βουρ για βραβείο σκηνοθεσίας αυτήν τη φορά!

Η υπόθεση: Ο Μπόρις και η Ζένια δεν είναι ένα ευτυχισμένο ζευγάρι. Εκείνος δουλεύει σε μια εταιρία χριστιανού φονταμενταλιστή (!!!) που επιβάλει οι υπάλληλοί του να είναι παντρεμένοι και βαφτισμένοι! Οι διαζευγμένοι απολύονται! Εκείνη δουλεύει (;) σε ένα ινστιτούτο ομορφιάς. Και βρίσκονται στα πρόθυρα διαζυγίου. Σε προχωρημένο στάδιο! Ετοιμάζονται να πουλήσουν το διαμέρισμά τους, να πάρει ο καθένας το μερτικό του και να συνεχίσουν τις ζωές τους. Έτσι κι αλλιώς ο Μπόρις έχει ήδη μια νέα και όμορφη γκόμενα, την οποία έχει καταστήσει έγκυο και η Ζένια ζει το μεγάλο της έρωτα με έναν μεγαλύτερό της πλούσιο, διαζευγμένο εραστή. Μέχρι να κάνουν το επόμενο βήμα, όμως, τρώγονται σαν τα σκυλιά! Οι φωνές, οι διαφωνίες, οι κραυγές και οι αψιμαχίες αποτελούν καθημερινό φαινόμενο. Έτσι, κανείς δεν μοιάζει να νοιάζεται και να ενδιαφέρεται για τον 12χρονο γιο τους, το μοναχικό και ευαίσθητο Αλιόσα. Έως ότου ο Αλιόσα εξαφανίζεται...

Η άποψή μας: Μεγάλος μαέστρος ο Zvyagintsev. Τεράστιος σκηνοθέτης. Οικοδομεί ένα σύμπαν με τόσο βαθιά θεμέλια και τόσο περίτεχνη αρχιτεκτονική, που υπάρχουν στιγμές όπου απλά παρακολουθείς με ανοιχτό το στόμα. Και ναι, ξέρει να γίνεται ακόμα και επιδειξίας: δεν θα δείτε πιο όμορφες σκηνές χιονόπτωσης (ιδίως οι βραδινές λήψεις είναι απίστευτες) και βγάζει... μάτι ακόμα και με το να κινηματογραφεί απλά τον δίσκο σε ένα εστιατόριο επιχείρησης να γεμίζει με πιάτα και ποτά! Όμως, αυτό είναι το έλασσον. «Αυτός που δεν αγάπησαν ποτέ» του τίτλου παραπέμπει στον μικρό Αλιόσα. Αλλά και ποιος αγαπήθηκε από όλους αυτούς του ρημαγμένους ανθρώπους; Πηχτή δυστυχία τους έχει ποτίσει μέχρι τα τρίσβαθα της ψυχής τους. Δεν έχουν να νοιαστούν για την επιβίωσή τους: είναι φραγκάτοι, ζουν σε υψηλό επίπεδο διαβίωσης, φαινομενικά τα έχουν όλα. Δεν έχουν όμως αγάπη. Ιδίως ο Αλιόσα, που σπαράζει καθώς ακούει τους γονείς του να μαλώνουν. Έχουν όμως επιφάνεια.

Μονίμως με το κινητό στο χέρι: μηνύματα, facebook, instagram, πάμε και μια σέλφι, «μου χαρίζεις το νούμερό σου;». Ναι, είναι η εποχή της αποξένωσης, όπου ζεις μόνο αν δείξεις ότι ζεις: στους followers, στους «φίλους» σου, στον ίδιο σου τον εαυτό. Το τραβάει εδώ ο σκηνοθέτης. Φτάνει στιγμή που πιάνεις τον εαυτό σου να σκέφτεται: «νισάφι, το καταλάβαμε». Δεν ηθικολογεί όμως, δεν πέφτει στην παγίδα αυτή. Καταγράφει. Επιφάνεια. Ένα τζάμι που μας χωρίζει από τον κόσμο. Νοτισμένο, μια διαφάνεια που μας αφήνει να βλέπουμε χωρίς να μας βλέπουν. Ανοίγεις το τζάμι κι ακούγεται ο ήχος από έξω. Κλείνει ο συναγερμός του αυτοκινήτου και ακούγεται ο ήχος της κλειδαριάς από μέσα. Στη φύση, μόνο ο ήχος από το νερό του ποταμιού και από το χιόνι που πέφτει. Και σεξ, πολύ σεξ, πρώτη φορά τόσο πολύ σεξ σε ταινία του Ρώσου. Όχι άλλο φίλοι, μόνο σεξ!

Κι από ένα σημείο και μετά το όλο πράγμα αλλάζει. Ο Αλιόσα εξαφανίζεται! Για πρώτη φορά οι γονείς του πραγματικά ανησυχούν. Χωρίς να παύουν να είναι εχθροί μεταξύ τους. Η σκηνή στο αυτοκίνητο όπου πηγαίνουν μαζί στη γιαγιά του Αλιόσα, τη μάνα της Ζένια, μήπως έχει κρυφτεί εκεί, αποτελεί μια εφιαλτική εκδοχή σκηνής βγαλμένης από τον «Πόλεμο των Ρόουζ». Και να η αστυνομία, να μην μπορεί να κάνει πολλά και να μια ομάδα εθελοντών (!!!) πολύ οργανωμένων, που βοηθούν στις έρευνες. Και μέσα σε όλο αυτό το ζοφερό κλίμα να υπάρχουν σκηνές ατόφιας τρέλας, χιουμοριστικά ιντερλούδια τόσο – όσο. Στα ραδιόφωνα παλαβοί να ενημερώνουν για το τέλος του κόσμου που πλησιάζει, ειδήσεις για διαφθορά στην κυβέρνηση, βολές κατά του Πούτιν. Και οι συμβολισμοί, εκεί, για όσους θέλουν να τους δουν και να τους αποκωδικοποιήσουν. Στην Ουκρανία γίνεται χαμός, σκοτώνονται «μα τι φταίμε εμείς, είμαστε απλοί ανθρακωρύχοι». Και το παιδί να μην βρίσκεται. Μόνο αφίσες του ξεχασμένες σε στύλους και στάσεις λεωφορείων. Και η ζωή συνεχίζεται. Με τη Ζένια να τρέχει μόνη της στον κυλιόμενο διάδρομο, έξω στο κρύο, φορώντας (τυχαίο;) φόρμα που γράφει φαρδιά πλατιά «Ρωσία». Και να μας κοιτάζει στα μάτια. Φταίει, ναι, είναι σίγουρο. Αλλά... ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω.

Σωστά; Πολύ μεγάλη ταινία!

Θοδωρής Γιαχουστίδης

Cannes Film Festival 2016 Live
Περισσότερα... »