Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 2016 TIFF 16 Live

του Θόδωρου Γιαχουστίδη

So long Leonard...

Χθες Πέμπτη, ο Ντόναλντ Τραμπ και η Μελάνια ξεναγήθηκαν στο Λευκό Οίκο (ωχ ωχ ωχ). Χθες Πέμπτη, συγκροτήθηκε το ΕΣΡ (ωχ ωχ ωχ). Χθες Πέμπτη, έγινε σεισμός αισθητός στη Θεσσαλονίκη (ωχ ωχ ωχ). Και τα ξημερώματα της Παρασκευής που σηκώθηκα για να ξεκινήσει άλλη μια υπέροχη μέρα (!!!) διαβάζω ότι πέθανε ο Leonard Cohen στα 82 του. Νταξ, το λες και κωλοκατάσταση...

Bezbog TIFF 2016

Από φέτος έχει ξεκινήσει μια στενότερη συνεργασία ανάμεσα στο ΦΚΘ και το φεστιβάλ του Λοκάρνο. Ασχέτως της συνεργασίας, ήδη από τα προηγούμενα χρόνια δεν ήταν σπάνιο το φαινόμενο να προβάλλονται εδώ ταινίες που διακρίθηκαν στην ιταλόφωνη πόλη της Ελβετίας. Όπως συμβαίνει και τώρα: η ταινία Δίχως Θεό (Bezbog) της Ralitza Petrova από τη Βουλγαρία, προβάλλεται στο ΦΚΘ Εκτός Συναγωνισμού ενώ προηγουμένως έχει τιμηθεί με τη Χρυσή Λεοπάρδαλη καλύτερης ταινίας στο Λοκάρνο, όπου κέρδισε και το βραβείο καλύτερης γυναικείας ερμηνείας αλλά και το βραβείο της Οικουμενικής Επιτροπής.

Η υπόθεση: Η Γκάνα είναι μια νοσοκόμα σε μια μικρή πόλη της Βουλγαρίας η οποία κλέβει και διακινεί στη μαύρη αγορά τις ταυτότητες ασθενών που πάσχουν από άνοια. Η σχέση της μ’ έναν μηχανικό αυτοκινήτων δεν της προσφέρει ερωτικό καταφύγιο, καθώς η σεξουαλική έλξη έχει σβήσει κι έχει απομείνει μόνο ο εθισμός της στη μορφίνη. Τίποτα δεν μοιάζει να βαραίνει τη συνείδησή της, ακόμα κι όταν δολοφονείται μια ασθενής της που απειλεί να καταγγείλει την παράνομη δραστηριότητά της. Αλλά όλα αλλάζουν εξαιτίας ενός νέου ασθενή της, του Γιόαν, του οποίου την ταυτότητα επίσης έβγαλε στην αγορά. Ενός ασθενή που διευθύνει κατά κάποιον τρόπο χορωδία για ψαλμούς κι αυτά που ακούει η Γκάνα την εντυπωσιάζουν και τη γαληνεύουν. Το ενδιαφέρον της (που διαρκώς μεγαλώνει) για τον συγκεκριμένο ηλικιωμένο, ξεκλειδώνει τη ναρκωμένη της συνείδηση. Όταν όμως τον συλλαμβάνουν για απάτη (οι κλεμμένες ταυτότητες χρησιμοποιούνται για κάθε λογιών απάτες) η Γκάνα αντιλαμβάνεται πως το να κάνεις το σωστό καμιά φορά πληρώνεται ακριβά...

Η άποψή μας: Θυμάστε την ταινία του Alejandro G. Iñárritu, το ανορθόγραφο «Biutiful», που αποτελεί ανορθογραφία στη φιλμογραφία του σπουδαίου Μεξικανού σκηνοθέτη, καθώς είναι μια ταινία που αποθεώνει τη μιζέρια, με όρους... πορνό; Ε, εδώ η Βουλγάρα συνάδελφός του φαίνεται πως έχει στόχο να τον ξεπεράσει σε μιζέρια! Άθλια, ερειπωμένη πόλη, χωρίς ήλιο, με χαλασμένα κτίρια και μικρά διαμερίσματα όπου ζουν άνθρωποι μέσα στην αθλιότητα. Διεφθαρμένοι άνθρωποι παντού: από την αστυνομία μέχρι τη δικαιοσύνη. Σεξουαλικά όργια εκτόνωσης, έτσι, χωρίς ουσιαστικά ηδονή. Ανοιχτές πόρτες που μας αφήνουν να δούμε γυναίκα να κάνει στοματικό έρωτα σε άνδρα την ώρα που ένα μικρό κορίτσι μπαίνει μέσα στο διαμέρισμα. Άθλιο φαγητό, άρρωστοι γέροντες, όλα γκρίζα, όλα μαύρα. Και η Γκάνα σαν ζόμπι να κινείται, να κάνει τη δουλειά της (την οποία παραδόξως κάνει καλά), να κλέβει ταυτότητες και να «ηρεμεί» μόνο όταν κάνει μορφίνη: μόνο τότε η ψυχή της βρίσκει λίγη χαρά μέσα στο συναισθηματικό μούδιασμα. Έως ότου γνωρίζει τον Γιόαν και τη χορωδία του με τους ψαλμούς του. Κι αν τα πράγματα μέχρι εδώ ήταν χάλια για την ταινία, τα πράγματα γίνονται χειρότερα! Ο Γιόαν είχε κυνηγηθεί από τους κομουνιστές! Και υπάρχει μνημείο των ανθρώπων που υπέφεραν από τον κομουνισμό! Την ίδια ώρα που μια γραία επαναλαμβάνει διαρκώς πόσο καλοί ήταν οι Γερμανοί Ναζί – εντάξει, υποτίθεται πως έχει άνοια, αλλά έλεος! Ναι, μερικές φορές ακόμα και τα μεγαλύτερα φεστιβάλ παίρνουν αποφάσεις αδικαιολόγητες και βραβεύουν ταινίες που δεν έχουν να προσφέρουν απολύτως τίποτε! Προσπεράστε άφοβα!

(η ταινία ολοκληρώνει τις προβολές της στο φεστιβάλ την Παρασκευή 11 Νοεμβρίου στις 12.45 στην αίθουσα Τζον Κασσαβέτης – δεν έχει ακόμα διανομή για τη χώρα μας)

Maudite Poutine TIFF 2016

Η πρώτη από τις δύο ταινίες του διαγωνιστικού τμήματος μας έρχεται από το γαλλόφωνο Καναδά. Τίτλος της: Μπάχαλο (Maudite Poutine) και είναι η πρώτη μεγάλου μήκους του Karl Lemieux. Καθώς ο πρωτότυπος τίτλος του μου θύμισε το «Gazon maudit» της Josiane Balasko, που στη χώρα μας βγήκε με τον τίτλο «Για όλα φταίει το γκαζόν», ενώ ο πρωτότυπος παρέπεμπε στην τριχωτή ήβη των γυναικών, ήθελα να δω αν ο τίτλος της καναδέζικης ταινίας αποτελεί κάποιον ιδιωματισμό, που σημαίνει κάτι διαφορετικό από το «μπάχαλο». Το «maudite» από μόνο του σημαίνει «καταραμένο» ενώ το poutine είναι ένα πιάτο της τοπικής κουζίνας του Κεμπέκ, που περιλαμβάνει τηγανιτές πατάτες, τυρί και μια ελαφριά σος. Oh well, το καθήκον μας το κάναμε. Και τη βλακεία μας: τα έλεγε όλα τα παραπάνω και ο κατάλογος του φεστιβάλ γμτ! Ε, νομίζω ότι εγώ τα έγραψα καλύτερα! Η ταινία έλαβε μέρος στο τμήμα «Ορίζοντες» του περασμένου φεστιβάλ Βενετίας.

Η υπόθεση: Ο 27χρονος Βενσάν είναι ο ντράμερ ενός ροκ συγκροτήματος που παίζει κάτι σαν αυτό που έπαιζαν οι πρώιμοι Husker Du. Μαζί με τα άλλα μέλη του συγκροτήματος, όμως, κάνουν το λάθος να κλέψουν μεγάλη ποσότητα χασίς από μια συμμορία με σκοπό να την πουλήσουν και να βγάλουν γρήγορα χρήματα. Η κίνησή τους δεν περνάει απαρατήρητη και οι μαφιόζοι που διακινούν το χασίς ξυλοφορτώνουν άσχημα τους ροκάδες προσπαθώντας με αυτόν τον τρόπο να τους νουθετήσουν, ενώ επιπλέον δίνουν διορία για να λάβουν 10 χιλιάδες δολάρια, όσο κοστολογείται η ποσότητα του χασίς που εκλάπη. Αλλιώς, οι συνέπειες θα είναι μοιραίες, όπως αφήνουν να εννοηθεί. Ο Βενσάν τη γλυτώνει με μια απλή σφαλιάρα καθώς ένα από τα τσιράκια των μαφιόζων είναι ο μεγαλύτερος αδελφός του. Έτσι, τα δύο αδέλφια ξαναβρίσκονται μετά από πολύ καιρό που είχαν χαθεί μεταξύ τους. Τα πράγματα πάντως δεν θα εξελιχθούν με τον καλύτερο τρόπο για τα δύο αδέλφια...

Η άποψή μας: Φωτορρυθμικά ικανά να προκαλέσουν επιληψία. Φαζάρισμα, ηλεκτρικές κιθάρες, θόρυβος. Μια live συναυλία σε slo mo και σε ασπρόμαυρο. Έτσι ξεκινάει τούτη η ταινία, που πάντως δεν δικαιώνει ποτέ τις προσδοκίες της. Κι αυτό επειδή ο Lemieux (ο οποίος έχει ενεργή σχέση με τη μουσική, καθώς μεταξύ των άλλων ετοιμάζει τα οπτικά που συνοδεύουν τις συναυλίες των Godspeed You! Black Emperor, προβαλλόμενες από προτζέκτορα 16mm) ενδιαφέρεται περισσότερο για τη φόρμα της ταινίας του παρά για την ουσία της. Επίσης, δεν αφήνει στον μοντέρ του να παίξει πλήρως το ρόλο του αφήνοντας αδιανοήτως σκηνές να ξεχειλώνουν χωρίς να κόβονται. Αλλά και το σενάριο είναι γεμάτο ευκολίες και ακατανόητες κινήσεις από τους βασικούς πρωταγωνιστές. Μια αυτοκτονία πχ από τη μέση και μετά δεν δικαιολογείται επ' ουδενί. Η κοπέλα που σπουδάζει κλασική μουσική και προτείνει στον Βενσάν να ακούσει Σιμπέλιους, εξαφανίζεται, χωρίς να έχει κάποια δραματουργική επίδραση σε όλο το φιλμ. Μια κουβέντα, που φαίνεται να αποτελεί την ιδεολογική βάση της ταινίας, δεν έχει την αναμενόμενη αντίστιξη με τα δρώμενα. Είναι η ιστορία που λέει η μάνα του στο Βενσάν: η ιστορία με το πουλί. Μέσες άκρες λέει πως μερικές φορές είναι πράξη καλοσύνης για ένα τραυματισμένο πουλί να το σκοτώνει κάποιος, καθώς θα τυραννηθεί αν προσπαθήσει κάποιος να το φροντίσει κι ενδεχομένως να μην ξαναπετάξει ποτέ. Εντέλει, αυτό που μας προσφέρει είναι ένα εντυπωσιακό πλάνο στο φινάλε από πουλιά που πετάνε στον ορίζοντα – εκατομμύρια πουλιά! Δυστυχώς, λίγα πράγματα...

(η ταινία ολοκληρώνει τις προβολές της στο φεστιβάλ την Παρασκευή 11 Νοεμβρίου στις 18.00 στην αίθουσα Φρίντα Λιάππα – δεν έχει ακόμα διανομή για τη χώρα μας)

Άφτερλωβ TIFF 2016

Και τώρα έφτασε η στιγμή της αποθέωσης! Άφτερλωβ παιδιά, του Στέργιου Πάσχου! Ότι πιο φρέσκο, μοντέρνο, δυνατό, υπέροχο, λατρεμένο είδαμε στο φετινό φεστιβάλ! Μακριά από τις μιζέριες και τη σοβαροφάνεια που πλήττει σχεδόν εν ολοκλήρω το σύγχρονο ελληνικό σινεμά! Ο 31χρονος σκηνοθέτης με την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία τα δίνει όλα και μας κάνει να ελπίζουμε πως αυτή η νέα φωνή του κινηματογράφου μας έχει να μας πει πολλά και ενδιαφέροντα πράγματα προσεχώς. Καθόλου τυχαία στο περασμένο φεστιβάλ του Λοκάρνο η ταινία τιμήθηκε με τη Χρυσή Λεοπάρδαλη των Δημιουργών του Παρόντος! Μεγάλη τιμή, indeed!

Η υπόθεση: Μπρατισλάβα, φθινόπωρο του 1983. Είναι η αρχή της σχολικής χρονιάς και η μεσήλικη κυρία Drazdechova μπαίνει στην τάξη. Θα τους διδάξει Τσέχικα, Ρώσικα και κάτι που έχει να κάνει με την ηθική. Ζητά από κάθε μαθητή που ακούει το όνομά του, να σηκώνεται, να παρουσιάζεται και να αναφέρει τι δουλειά κάνουν οι γονείς του! Υψηλόβαθμο στέλεχος του κομουνιστικού κόμματος, χήρα υψηλόβαθμου στρατιωτικού και με αδελφή που ζει στη Μόσχα, η δασκάλα έχει μάθει να παίρνει αυτό που θέλει εμμέσως. Χρησιμοποιεί λοιπόν τους μαθητές της για να χειραγωγήσει τους γονείς για το δικό της προσωπικό συμφέρον. Οι περισσότεροι γονείς υποκύπτουν στην πίεση και της προσφέρουν διάφορες υπηρεσίες και δώρα. Ωστόσο, τρεις οικογένειες αποφασίζουν να πατήσουν πόδι και να προσπαθήσουν να επιλύσουν την κατάσταση μαζί με τη διευθύντρια σε μια μυστική συνάντηση γονέων και κηδεμόνων κι ενώ έχουν συμβεί διάφορα περίεργα πράγματα.

Η άποψή μας: Θα ήθελα να διευκρινίσω κάτι: μεγάλες ταινίες δεν είναι απαραίτητα αυτές που ασχολούνται με «μεγάλα» θέματα. Μπορεί ξέρω 'γω ένας σκηνοθέτης να θέλει να βγάλει προς τα έξω τους προβληματισμούς του για τον ρατσισμό, την πείνα, τη φτώχεια, την ανεργία, τον μιλιταρισμό, την οικολογική καταστροφή and so on, και να κάνει κακή ταινία. Και μπορεί κάποιος άλλος να θέλει να κάνει ένα φιλμ για τον έρωτα και για το πού πάει η αγάπη όταν τελειώνει και να φτιάχνει αριστούργημα! Όπως κάνει ο Στέργιος Πάσχος στην πολύ ώριμη, πολύ έξυπνη, πολύ αστεία, πολύ μελαγχολική ταινία του. Δεν θα σταθώ στους στίχους του Τάσου Λειβαδίτη που πέφτουν στην οθόνη και απαγγέλλονται συνάμα από τους δύο πρωταγωνιστές με παράξενο τρόπο. Όχι. Γιατί έχουμε τόσο πολλά να πούμε για την ταινία. Και εννοείται ότι δεν θα σας τα πούμε όλα για να νιώσετε κι εσείς την ευχάριστη έκπληξη παρακολουθώντας την – αν και τώρα που το σκέφτομαι, και όλα να τα λέγαμε, πάλι υπέροχα θα περνούσατε στην ταινία γιατί αλλιώς είναι να τα λες κι αλλιώς είναι να τα δείχνεις.

Ο Πάσχος πάντως και τα λέει και τα δείχνει κατά πως πρέπει. Κι ευτυχεί να διαθέτει ένα τρομερό πρωταγωνιστικό δίδυμο. Η Ηρώ Μπέζου είναι εξαιρετική ως Σοφία, εκείνος όμως που παίρνει την ταινία επάνω του είναι καθαρά και αδιαμφισβήτητα ο Χάρης Φραγκούλης. Που αποδεικνύει εδώ πως όταν βρίσκεται σε αγαστή συνεργασία με τον σκηνοθέτη του μπορεί να λάμψει και να μην βγαίνει μη πειστικός, όπως πχ στο ρόλο του στην πιο μεγάλη ελληνική ταινία στην οποία έχει συμμετάσχει, το «Ουζερί Τσιτσάνη». Δεν ξέρω κατά πόσο δόθηκε η ελευθερία στους ηθοποιούς να αυτοσχεδιάσουν ή αν όλα όσα βλέπουμε επί της μεγάλης οθόνης είναι αποτέλεσμα πολλών και εξαντλητικών προβών, το τελικό αποτέλεσμα πάντως είναι τέλειο! Τέλειος συγχρονισμός ανάμεσα στους δύο ηθοποιούς, φοβερή αίσθηση της ατάκας, ρυθμός και δύο άνθρωποι που μιλάνε όπως μιλάνε οι νέοι σήμερα κι όχι ως ήρωες μυθιστορήματος με βαρύγδουπες εκφράσεις και δηθενιές. Ο Νίκος θέλει να μάθει γιατί τον χώρισε η Σοφία. Αυτό. Και για να το πετύχει την κλειδώνει μαζί του στο διαμέρισμα – στούντιο του φίλου του. Εγκλεισμός και δύο άνθρωποι που έζησαν για κάποιο χρονικό διάστημα (μικρό, μεγάλο, δεν έχει σημασία) μαζί και βίωσαν ολοφάνερα έναν πολύ μεγάλο έρωτα. Η Σοφία δεν του δίνει καμία απάντηση. Την απάντηση, πάντως, την αντιλαμβάνεται ο Νίκος στο φινάλε. Πού πάει η αγάπη όταν τελειώνει; Δεν γίνεται να φτάσεις στο πικ στη σχέση σου με έναν άλλο άνθρωπο, να έχεις βιώσει τον απόλυτο έρωτα και να συνεχίσεται να είστε μαζί. Η μεγάλη τελική σκηνή του love making ίσως φανεί κουραστική σε κάποιους. Την κερδίζει όμως με το σπαθί του ο Πάσχος. Γι' αυτό έχουν προηγηθεί όλα τα προηγούμενα κωμικά ιντερλούδια, που, πιστέψτε με, βγάζουν πολύ γέλιο! Γι' αυτό ο ρυθμός ήταν ταχύτατος, όλα κυλούσαν σφαίρα, το πράγμα τσουλούσε γρήγορα και όμορφα. Για να δούμε σε όλο τους το μεγαλείο δύο ανθρώπινα κορμιά να κάνουν έρωτα. Χωρίς βιασύνη. Παίρνουν το χρόνο τους. Ερεθίζονται, φιλιούνται, χαμουρεύονται, γαμιούνται. Ο Νίκος κλαίει. «Μην φοβάσαι», του λέει η Σοφία. Κι όμως, κλαίει. Γιατί καταλαβαίνει. Δεν μπορεί να υπάρξει κάτι καλύτερο από αυτό. Και μετά, η αμηχανία του τέλους. Και η φυγή. Υπέροχη ταινία με έναν απίστευτο Φραγκούλη που μιλάει τη γλώσσα του σήμερα. Και θα σας παραθέσω κι ένα μικρό διάλογο ανάμεσα στους δύο πρωταγωνιστές, που ειρήσθω εν παρόδω, συχνά (ιδίως ο Νίκος) σπάζουν τον τέταρτο τοίχο, απευθύνονται στο κοινό και δεν κρύβουν ότι αυτό που βλέπουμε είναι αναπαράσταση, είναι σινεμά, είναι σκηνοθετημένο, είναι το πιο όμορφο ψέμα. Έχουμε και λέμε λοιπόν:
 Νίκος (απευθυνόμενος στη Σοφία): «Έχεις καύλες;»
 Σοφία: Ναι...
 Νίκος: Οπότε, είμαστε ακόμα κάπως ζωντανοί...
Ταινιάρα!!!

(η ταινία ολοκληρώνει τις προβολές της στο φεστιβάλ την Παρασκευή 11 Νοεμβρίου στις 20.00 στην αίθουσα Τώνια Μαρκετάκη - έχει διανομή και θα βγει στις αίθουσες της χώρας μας από την Strada Films με άγνωστη προς το παρόν ημερομηνία εξόδου)

El ciudadano ilustre TIFF 2016

Μια πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση είναι η ταινία Ο επιφανής πολίτης (El ciudadano ilustre) των Gastón Duprat και Mariano Cohn. Μια ταινία, που φέρνει στο νου κάτι από το «Κυνήγι» του Thomas Vinterberg αλλά και από τον «Βασιλιά» του Νίκου Γραμματικού, σε πιο χαλαρούς τόνους πάντως. Αποτελεί την επίσημη πρόταση της Αργεντινής για το ξενόγλωσσο Όσκαρ κι εμείς την είχαμε δει στο Market του περασμένου φεστιβάλ των Καννών, οπότε είχαμε γράψει κείμενο για την ταινία, το οποίο παραθέτουμε παρακάτω, επ' αφορμής της προβολής της συγκεκριμένης ταινίας στο τμήμα «Ανοιχτοί Ορίζοντες» του ΦΚΘ, ελαφρώς παραλλαγμένο.

Η υπόθεση: Ο Ντανιέλ Μαντοβάνι είναι ένας συγγραφέας παγκοσμίου φήμης, την οποία επικυρώνει με τη βράβευσή του με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας (πριν τη βράβευση του Bob Dylan προφανώς...). Τα βιβλία του πουλάνε τρελά και καθημερινά δέχεται δεκάδες προσκλήσεις για συνεντεύξεις (τηλεοπτικές, ραδιοφωνικές, γραπτές), για παρουσίαση σε διάφορες εκδηλώσεις τόσο φιλανθρωπικού όσο και κοσμικού χαρακτήρα, για ομιλίες σε πανεπιστήμια ανά τον κόσμο. Ο ίδιος όμως είναι μοναχικός άνθρωπος και προτιμά να βρίσκεται στο ησυχαστήριό του, στη Βαρκελώνη. Τη μόνη παρέα που ανέχεται είναι αυτή της ιδιαιτέρας γραμματέως – βοηθού του. Κάποια μέρα τον περιμένει μια έκπληξη: τον καλούν να τον τιμήσουν από την γενέτειρά του, μια μικρή πόλη στην Αργεντινή. Ενώ αρχικά αρνείται την πρόσκληση εντέλει αποφασίζει να κάνει το μεγάλο ταξίδι. Εξάλλου, η γενέτειρά του πάντα αποτελούσε πηγή έμπνευσης για τα βιβλία του κι έχει να την επισκεφτεί για πάρα πολλές δεκαετίες. Μόνο που αλλιώς έχει αυτήν την επίσκεψη στο κεφάλι του κι αλλιώς έρχονται τα πράγματα μόλις πατάει το πόδι του εκεί όπου μεγάλωσε.

Η άποψή μας: Το αργεντίνικο σινεμά, γενικά το σινεμά της λατινικής Αμερικής είναι από τα πιο δημιουργικά και ενδιαφέροντα αυτή τη στιγμή. Στην Αργεντινή παράγονται ταινίες που απευθύνονται στο μεγάλο κοινό υπάρχουν όμως και καλλιτεχνικά δημιουργήματα υψηλής αισθητικής αξίας. Τούτη η ταινία είναι εμπορική: δεν είναι τυχαίο ότι τη διανομή της έχει αναλάβει το αργεντίνικο τμήμα της Ντίσνεϊ για την ίδια τη χώρα. Αυτό όμως πλέον δεν αποτελεί κριτήριο για να κρίνουμε μια ταινία. Αυτό αποτελεί απλώς μια επιπλέον πληροφορία. Γιατί η ταινία είναι καλή. Πολύ καλή μάλιστα. Ο βασικός χαρακτήρας, ο Ντανιέλ Μαντοβάνι, σε κανένα σημείο του φιλμ δεν αποκαλύπτει τον πραγματικό του εαυτό. Είναι αυτά που λέει; Είναι αυτά που γράφει; Ή απλά υποδύεται ρόλο; Ας πούμε, ο λόγος που εκφωνεί μετά τη βράβευσή του από τη Σουηδική Ακαδημία με το βραβείο Νόμπελ, δείχνει έναν άνθρωπο που δεν τον ενδιαφέρουν οι βραβεύσεις, έναν αντισυμβατικό τύπο, χορτάτο, που τον νοιάζουν πολύ πιο σημαντικά πράγματα από γιορτές και παράτες. Ισχύει; Ή το παίζει; Γιατί όταν φτάνει στη γενέτειρά του μέχρι και σε πυροσβεστικό άρμα θα ανεβεί, ωσάν... ποδοσφαιριστής για να χαιρετίσει τους συμπολίτες του που έχουν βγει στους δρόμους (καλά, μην φαντάζεστε πλήθος – από τις έξυπνες και αστείες σκηνές της ταινίας) για να τον προϋπαντήσουν. Στη γενέτειρά του θα συναντήσει ξανά τον μεγάλο του έρωτα, μια γυναίκα παντρεμένη με παιδί πια. Ο άντρας της ήταν φίλος με τον Ντανιέλ και θέλει να τα πάνε καλά. Η κόρη... μεγάλη ιστορία.

Τα πράγματα στραβώνουν όταν ένας γιατρός που βλέπει τον πίνακά του να απορρίπτεται από κριτική επιτροπή στην οποία προεδρεύει τιμής ένεκεν ο Ντανιέλ, τον κατηγορεί ότι ουσιαστικά είναι ατάλαντος και πως κλέβει τις πραγματικές ιστορίες των συμπολιτών του, τις καταγράφει στα βιβλία του, και με αυτόν τον τρόπο καρπώνεται επιτυχία και χρήματα. Η ένταση κλιμακώνεται και το φινάλε (μπορεί και να) είναι τραγικό. Οι δύο σκηνοθέτες παρουσιάζουν τον κόσμο της διανόησης μέσω του ήρωά τους ως λίγο ψεύτικο, λίγο δήθεν, αλλά ανθρώπινο, γεμάτο ανάγκες, λάθη, πάθη και ιδιαιτερότητες. Γίνεται όμως και το σχόλιο για την Τέχνη οποιασδήποτε μορφής, της 7ης συμπεριλαμβανομένης. Τι είναι Τέχνη; Η αναπαράσταση της πραγματικότητας; Είναι ηθικό να στήνουμε ένα ολόκληρο έργο τέχνης πάνω στις ζωές των άλλων; Λέει αλήθειες χρησιμοποιώντας ψέματα ή λέει ψέματα χρησιμοποιώντας αλήθειες; Ποιος ορίζει αν ένα έργο τέχνης είναι «καλό» ή «κακό», «πρωτότυπο» ή «αντιπατάρα». Δυνατή ταινία, άξια προσοχής, με εξαιρετικό στον κεντρικό ρόλο τον Oscar Martínez.

(η ταινία προβάλλεται για μία και μοναδική φορά στο φεστιβάλ την Παρασκευή 11 Νοεμβρίου στις 20.30 στην αίθουσα Φρίντα Λιάππα - έχει διανομή και θα βγει στις αίθουσες της χώρας μας από την One From The Heart με άγνωστη προς το παρόν ημερομηνία εξόδου)

Eshtebak TIFF 2016

Η Κλούβα (Eshtebak) του Mohamed Diab ήταν η πρώτη ταινία που είδαμε στο περασμένο φεστιβάλ των Καννών. Ήταν η ταινία με την οποία άνοιξε την αυλαία του το παράλληλο με το επίσημο διαγωνιστικό τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα». Μια ταινία από την Αίγυπτο, που μιλάει για την πρόσφατη ιστορία της Αιγύπτου κι έχει το βλέμμα της στραμμένο σε όλο τον κόσμο. Και ναι, είναι μια πάρα πολύ καλή ταινία, που αποτελεί την επίσημη πρόταση της χώρας για το ξενόγλωσσο Όσκαρ. Στο ΦΚΘ προβάλλεται στο τμήμα «Ανοιχτοί Ορίζοντες» και κλασικά, όπως σε όλες τις ταινίες για τις οποίες έχουμε ήδη γράψει όταν τις είχαμε πρωτοδεί σε φεστιβάλ του εξωτερικού, σας παραθέτουμε το κείμενο της ανταπόκρισης ελαφρώς διαφοροποιημένο.

Η υπόθεση: Κάιρο, καλοκαίρι του 2013, δυο χρόνια μετά την Αιγυπτιακή Επανάσταση. Ο δικτάτορας Μουμπάρακ ανατράπηκε, φυλακίστηκε και μετά από δημοκρατικές εκλογές την εξουσία ανέλαβε ο Μόρσι. Μόνο που τα σχέδιά του για ισλαμοποίηση της χώρας δεν άρεσαν στις κοσμικές δυνάμεις της Αιγύπτου και ο κύριος εκφραστής τους, ο στρατός, τον ανέτρεψε. Οπότε, καθημερινά γινόταν διαδηλώσεις. Από τη μια, οι υποστηρικτές του στρατού που δεν ήθελαν την ισλαμοποίηση της χώρας και από την άλλοι οι ισλαμιστές, οπαδοί του πρώην προέδρου Μόρσι και του κόμματός του, «Αδελφοί Μουσουλμάνοι». Ένας φωτογράφος κι ένας δημοσιογράφος του Associated Press καλύπτουν κάποια διαδήλωση. Από παρεξήγηση, ένας αξιωματικός του στρατού που τους παρατηρεί, θεωρεί ότι κάνουν προπαγάνδα υπέρ των «Αδελφών Μουσουλμάνων», οπότε τους συλλαμβάνει και τους βάζει μέσα σε ένα φορτηγό – κλούβα. Οι δημοσιογράφοι θα καλέσουν σε βοήθεια και θα σπεύσουν να τους βοηθήσουν υποστηρικτές του στρατού. Και πάλι, όμως, η παρεξήγηση θα οδηγήσει μια χούφτα από αυτούς στην ίδια κλούβα. Αργότερα, μέσα στην κλούβα θα μπουν και πραγματικοί «Αδελφοί Μουσουλμάνοι», που συλλαμβάνονται από το στρατό. Κι ενώ βίαιες διαμαρτυρίες συνταράσσουν την αιγυπτιακή πρωτεύουσα, όσοι βρίσκονται μέσα στην κλούβα, διαφορετικής κουλτούρας, πολιτικών διαθέσεων και θρησκευτικών πιστεύω, αποτελούν μια μικρογραφία του εξωτερικού κόσμου της χώρας τους, έτοιμη να εκραγεί! Θα καταφέρουν να συνεννοηθούν για να αυξήσουν τις πιθανότητές τους να επιβιώσουν;

Η άποψή μας: Έξι χρόνια έχουν περάσει από τότε που ο Mohamed Diab ολοκλήρωσε την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, το «Οι γυναίκες του λεωφορείου 678» (678), την μοναδική αιγυπτιακή ταινία, αν δεν μας απατά η μνήμη μας, η οποία προβλήθηκε την τελευταία χιλιετηρίδα στη χώρα μας – με τρία χρόνια καθυστέρηση βέβαια από την ολοκλήρωσή της, αλλά έστω! Να σημειώσουμε εδώ ότι και στις δύο ταινίες πρωταγωνίστρια είναι η Nelly Karim, μια από τις καλύτερες (και ομορφότερες) ηθοποιούς της Αιγύπτου – γεννημένη μάλιστα στην Αλεξάνδρεια (όχι τον Γιδά ρε, της Αιγύπτου!). Με τούτη εδώ την ταινία ο 39χρονος πλέον σκηνοθέτης δείχνει ότι έχει ωριμάσει ως δημιουργός, ότι ελέγχει πολύ καλύτερα τα εκφραστικά του μέσα, ότι γενικώς έχει βελτιωθεί τα μάλα. Κατά πως φαίνεται, του αρέσει οι ιστορίες του να διαδραματίζονται σε κινούμενους κλειστούς χώρους: λεωφορείο στην πρώτη ταινία, αστυνομική κλούβα στη δεύτερη. Μόνο που εδώ ο συμβολισμός αναδεικνύεται πολύ πιο στοχευμένα και επιτυχημένα. Με υποκειμενικά πλάνα ουσιαστικά μόνο μέσα από την κλούβα – ποτέ έξω από αυτήν – (όσοι βρίσκονται μέσα κοιτάνε είτε προς τα έξω από τα σιδερόφρακτα παράθυρα είτε προς τα μέσα, ο ένας τον άλλο), μας κάνει κοινωνούς μιας μικρογραφίας της αιγυπτιακής κοινωνίας κι αν θέλουμε να το επεκτείνουμε το πράγμα λίιιιγο παραπάνω, της ανθρώπινης κοινωνίας γενικότερα.

Μέσα στον περιορισμένο χώρο της κλούβας άνθρωποι κάθε ηλικίας, μόρφωσης, πολιτικών και θρησκευτικών πιστεύω θα αναγκαστούν να ζήσουν (για λίγο;) μαζί. Άρα, θα είναι σε απόσταση αναπνοής με τον «εχθρό». Θα πρέπει να συνδιαλλαγούν μαζί του. Εκρηκτικό μείγμα, έτσι; Μια σπίθα αρκεί για να γίνει η έκρηξη. Η αναγκαστική αυτή γειτνίαση, όμως, περιορίζει κατά πολύ και τις προκαταλήψεις ένθεν κι ένθεν. Πολύ χαρακτηριστικά, σε μια από τις λίγες κωμικές σκηνές της ταινίας, καθώς οι έγκλειστοι κάνουν κύκλους μέσα στην κλούβα ώστε όλοι να παίρνουν αέρα από τα παράθυρα (είπαμε, καλοκαίρι στην Αίγυπτο, έτσι;), κάποιος την «αμολάει». Λέει ένας από τους «Αδελφούς Μουσουλμάνους»: «κάτι μυρίζει άσχημα από τη δική σας πλευρά». Και η πληρωμένη απάντηση: «γιατί, οι αδελφοί μουσουλμάνοι δεν κλάνετε;». Σε κάποια στιγμή αυτοί οι... εχθροί θα έρθουν κοντά: θα συζητήσουν, θα θυμηθούν, θα τραγουδήσουν, θα γελάσουν. Too good to be true, έτσι; Ή να το πούμε αλλιώς: οι άνθρωποι μπορούν κατά βάση να είναι καλοί. Ο κόσμος όμως όχι. Και θέλει πολύ αγώνα και κουράγιο για να αλλάξει. Μεγάλο κατόρθωμα του σκηνοθέτη να βγάλει τόση ένταση και όλη την παλέτα των ανθρώπινων συναισθημάτων μέσα από μια κλούβα. Κι ενώ υπάρχουν καλές προθέσεις, ο εκτροχιασμός πάντοτε ελλοχεύει. Και είναι δύσκολο να τον αποφύγεις...

(η ταινία προβάλλεται για μία και μοναδική φορά στο φεστιβάλ την Παρασκευή 11 Νοεμβρίου στις 21.30 στην αίθουσα Παύλος Ζάννας - έχει διανομή και θα βγει στις αίθουσες της χώρας μας από την Weirdwave με άγνωστη προς το παρόν ημερομηνία εξόδου)

Θοδωρής Γιαχουστίδης

Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 2016 TIFF 16 Live
Περισσότερα... »



Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 2016 TIFF 16 Live

του Θόδωρου Γιαχουστίδη

Γυναίκες στο επίκεντρο

Η πεντάδα των ταινιών στις οποίες θα αναφερθούμε στη σημερινή μας ανταπόκριση έχουν στο κέντρο του κάδρου τους γυναίκες. Ως ερωτικό αντικείμενο του πόθου ενός πιτσιρικά στην τούρκικη κι ενός μποξέρ στη φιλανδική ταινία. Ως ισχυρή περσόνα, που διεκδικεί το δικαίωμα στον έρωτα στο βρετανικό και που κάνει κατάχρηση εξουσίας στο τσέχικο φιλμ. Κι έχουμε και μία ταινία που μας δείχνει το πορτρέτο τριών γυναικών! Τι να κάνουμε, δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς γυναίκες, έτσι δεν είναι; Πηγή έμπνευσης, μούσες, τα πάντα όλα! Σε άλλα νέα, ο Ντόναλντ Τραμπ είναι ο νέος πλανητάρχης (!!!) και κάποιοι έβαλαν φωτιά στο εξοχικό σπίτι του Μπίκα, η τοποθέτηση του οποίου ως επικεφαλής της επιτροπής εξυγίανσης μάλλον «χάλασε» κάποιους που θέλουν το ελληνικό ποδόσφαιρο δέσμιο μιας εγκληματικής οργάνωσης! Α, και μην ξεχάσετε σήμερα Πέμπτη, παράλληλα με το πρόγραμμά σας για το φεστιβάλ, να σημειώσετε εκείνα τα νούμερα του τζόκερ που θα σας κάνουν πλούσιους. Σας το εύχομαι (ψέμααααααααααααα)...

Rauf TIFF 2016

Για μένα ο καλύτερος τρόπος για να «ψηθώ» για μια ταινία είναι να ακούσω να αποθεώνεται με ζέση από ανθρώπους που εκτιμώ και εμπιστεύομαι. Αντιστρόφως, αυτό επιθυμώ να πετυχαίνω μέσα από τα κείμενά μου για τις ταινίες που γράφω: να μεταδώσω τον πυρετικό ενθουσιασμό μου σε ανθρώπους που με διαβάζουν και με εμπιστεύονται. Το Ραούφ (Rauf) των Τούρκων δημιουργών Soner Caner και Baris Kaya αρχικά φάνταζε ως μία ακόμα από τις ταινίες στο επίσημο πρόγραμμα του τμήματος «Ματιές στα Βαλκάνια», που πάντα διαθέτει διαμαντάκια! Ε, δεν χώρεσε στον αρχικό προγραμματισμό μου. Όταν όμως τόσο ο Δημοσθένης, όσο και ο Στράτος και ο Μάριος μου είπαν τόσο πολλά καλά πράγματα για την ταινία αποφάσισα να εκμεταλλευτώ το videoroom (μία από τις αβάντες του να είσαι κριτικός κινηματογράφου, χε χε χε) και να τη δω κι εγώ. Έπαθα πλάκα! Αυτό είναι που λέμε with a little help from my friends είδα μια από τις καλύτερες, πιο πολιτικές, πιο όμορφες, πιο τρυφερές ταινίες του φεστιβάλ!

Η υπόθεση: Ο Ραούφ είναι ένας εννιάχρονος πιτσιρίκος που ζει σε ένα χωριό Κούρδων στη βορειοανατολική Τουρκία. Στα παρακείμενα βουνά οι Κούρδοι αντάρτες πολεμάνε τον αγώνα τον καλό εναντίον των Τούρκων, προκειμένου να αποκτήσουν την πολυπόθητη ανεξαρτησία τους. Κάθε οικογένεια στο χωριό έχει τα δικά της θύματα, τα δικά της παιδιά που μάχονται, χωρίς να γνωρίζουν οι δικοί τους πολλές φορές αν ζουν ή αν έχουν πεθάνει. Καθώς ο πατέρας του Ραούφ βλέπει ότι δεν τα παίρνει τα γράμματα (κι όμως, τα παίρνει...) αποφασίζει να τον στείλει να δουλέψει ως μαθητευόμενος σε έναν μαραγκό, ο οποίος έχει τον άχαρο ρόλο να κατασκευάζει τα φέρετρα που τόσο πολύ μεγάλη ζήτηση έχουν στην περιοχή τους. Ο μαραγκός έχει μια κόρη, την πανέμορφη Ζάνα, με την οποία ο Ραούφ είναι ερωτευμένος! Όταν η Ζάνα ζητήσει από τον Ραούφ στην επικείμενη επίσκεψή του στην παρακείμενη πόλη να της αγοράσει ένα ροζ λουλουδιαστό φουλάρι, ο Ραούφ πιστεύει πως το ροζ χρώμα είναι εκείνο που θα τον βοηθήσει να κερδίσει τη Ζάνα. Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα: δεν ξέρει πως μοιάζει το ροζ χρώμα...

Η άποψή μας: Τι ταινιάρα είναι αυτή ρε παιδιά! Από τις στιγμές που χαίρεσαι για τις συγκινήσεις που σου προσφέρει η πιο λαϊκή από όλες τις τέχνες, ο κινηματογράφος. Η συγκεκριμένη ταινία ξεκίνησε το μακρύ της ταξίδι από το περασμένο φεστιβάλ Βερολίνου, όπου συμμετείχε στο τμήμα «Generation Kplus», τμήμα δηλαδή με ταινίες που απευθύνονται σε παιδιά. Μόνο που η ταινία δεν απευθύνεται μόνο σε παιδιά. Καλύτερα: απευθύνεται σε ενήλικες και μπορούν να την παρακολουθήσουν και παιδιά μιας κάποιας ηλικίας. Ουσιαστικά, η ταινία σκιαγραφεί το πορτρέτο της μετάβασης ενός πιτσιρικά από την παιδική ηλικία στην απότομη ενηλικίωση μέσα από τον έρωτα και τον πόλεμο! Γι' αυτό και η εμμονή – επιμονή διέλευσης του ήρωα μέσα από πόρτες ή καδραρισμάτων μέσα από χτίσματα. Το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας εξελίσσεται το χειμώνα. Τα βουνά είναι χιονισμένα, το λευκό κυριαρχεί και είναι αυτό που αντανακλά από τη μια την απέριττη ομορφιά και από την άλλη την αίσθηση της παγωμάρας και της αναμονής.

Οι δύο σκηνοθέτες δεν κωλώνουν να εκμεταλλευτούν την ομορφιά του τοπίου ούτε να επιμείνουν στη χρήση μιας υπέροχης μουσικής που κάποια στιγμή είναι υπέρ του δέοντος λυρική! Η εξέλιξη της ιστορίας γίνεται γραμμικά, με μια σειρά από επεισόδια που έχουν συνάφεια αλλά λειτουργούν και αυτόνομα. Η ταινία διαθέτει απαραίτητες ανάσες χιούμορ, κυρίως όταν ο Ραούφ βρίσκεται με τα δύο φιλαράκια του και παίζουν ή συζητάνε με την αθωότητα της ηλικίας τους, προσπαθώντας πχ να δώσουν τον ορισμό του έρωτα! Έχει σκηνές εκπληκτικές, όπως εκείνες όπου ο Ραούφ αποφασίζει να πάει στον μαραγκό για να δει την κόρη του με τα πόδια, καθώς λόγω χιονόπτωσης έχουν κλείσει οι δρόμοι και το λεωφορείο που συνήθως τον μεταφέρει μένει εκτός λειτουργίας! Ο Ραούφ ζηλεύει, καθώς βλέπει τη Ζάνα να διαβάζει γράμματα, τα οποία νομίζει πως της τα στέλνει ο αγαπημένος της. Είναι βαθιά νυχτωμένος όμως. Και ο πόλεμος, αόρατος μεν, πανταχού παρών δε. Τα επαναλαμβανόμενα πλάνα με τη γιαγιά που κάθεται αμίλητη έξω σε ένα παγκάκι και κοιτάζει με τα άγρια μάτια της τον ορίζοντα, αναμένοντας το παιδί της, είναι σπουδαία και φορτίζονται προς το φινάλε όταν επιτέλους η γιαγιά μιλάει. Και εξηγεί στο μικρό που θα μπορέσει να δει το ροζ χρώμα.

Το φινάλε αυτό καθ' αυτό είναι από τα πιο συγκινητικά που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια! Έβλεπα την ταινία στο videoroom και δάκρυζα σαν κοριτσάκι! Και δεν είχα την κάλυψη της σκοτεινής αίθουσας, έτσι; Δεν ήξερα πως να κρυφτώ. Τι φινάλε έφτιαξαν οι μπαγάσες! Ο μικρός μεγαλώνει, βιώνει την απώλεια και κάνει τη μέγιστη κίνηση αγάπης! Η σκηνή που βλέπει τα λουλούδια στο βουνό, τα ροζ λουλούδια, είναι απερίγραπτα όμορφη! Και ναι, θα φτιάξει και στη γιαγιά ένα μπαστούνι: η νέα γενιά, σε μια υπέροχη αντιστροφή των συνηθισμένων, θα είναι εκείνη που θα δώσει την απαραίτητη στήριξη και – γιατί όχι; - ένα καλύτερο μέλλον σε όλους τους ανθρώπους! Το ξέρω ότι τελείωσαν οι προβολές της ταινίας αλλά όπου τη βρείτε μην τη χάσετε επ' ουδενί. Ατόφιο, καθάριο, λυτρωτικό σινεμά!

(η ταινία ολοκλήρωσε τις προβολές της στο φεστιβάλ – δεν έχει ακόμα διανομή για τη χώρα μας)

Certain Women TIFF 2016

Η Kelly Reichardt είναι παλιά αγαπημένη του φεστιβάλ μας. Νομίζω πως καθεμιά από τις εφτά μεγάλου μήκους ταινίες της φιλμογραφίας της έχουν προβληθεί στο ΦΚΘ. Η τελευταία της ταινία, το Κάποιες γυναίκες (Certain Women) προβάλλεται στο νέο τμήμα «Δυο, τρία πράγματα που ξέρω γι' αυτήν» (τμήμα, που δεν ξέρουμε αν θα μονιμοποιηθεί ή απλά παίζει το ρόλο του αποκλειστικά και μόνο φέτος). Από τις συμμετοχές της ταινίας σε διάφορα φεστιβάλ ανά τον κόσμο εκείνη που ξεχωρίζει είναι η προβολή της στο πρόσφατο φεστιβάλ του Λονδίνου, όπου κέρδισε το βραβείο καλύτερης ταινίας – πρόεδρος της κριτικής επιτροπής ήταν η Αθηνά – Ραχήλ Τσαγγάρη!

Η υπόθεση: Με φόντο τον μεγάλο ουρανό του νότου της Μοντάνα, σ’ ένα απέραντο και ασάλευτο τοπίο, κάποιες γυναίκες γεμάτες θέληση αναζητούν τρόπους ν’ αλλάξουν τον κόσμο γύρω τους. Μια δικηγόρος βρίσκεται αντιμέτωπη με σεξιστική συμπεριφορά εντός του γραφείου της, αλλά και με μια συνθήκη ομηρίας. Μια σύζυγος και μητέρα αποφασισμένη να χτίσει το σπίτι των ονείρων της, έρχεται σε αντιπαράθεση με όλους τους άνδρες που βρίσκονται στη ζωή της. Μια μοναχική Ινδιάνα που φροντίζει άλογα σε μια φάρμα αναπτύσσει μια αμφιλεγόμενη σχέση με μια απόφοιτο νομικής η οποία κάνει τα πρώτα της επαγγελματικά βήματα...

Η άποψή μας: Η ιέρεια του ανεξάρτητου αμερικάνικου σινεμά φτιάχνει ταινίες που, το ομολογούμε, δεν κόβουμε και φλέβα γι' αυτές. Θέλω να πω, είναι ολοφάνερη (ιδίως εδώ) η αγάπη της για τους παλιούς Ευρωπαίους μάστορες, όπως ο Antonioni, βγάζει εξαιρετικές ερμηνείες από το πρωτοκλασάτο γυναικείο καστ της (καλύτερη όλων η Laura Dern, πρωταγωνίστρια της πρώτης ιστορίας, από κοντά η Michelle Williams, πρωταγωνίστρια της δεύτερης ιστορίας και τρίτη αλλά με επίσης καλές επιδόσεις, η Kristen Stewart, που δεν είναι η πρωταγωνίστρια της τρίτης ιστορίας, αλλά το αντικείμενο του πόθου της γυναίκας σ' αυτήν) αλλά είναι φλατ – ή μήπως είναι η ιδέα μου;

Θέλω να πω πως οι τρεις ταινίες εξελίσσονται, η καθεμιά ξεχωριστά για να δώσει τη σκυτάλη στην επόμενη, κατά μία έννοια διαπλέκονται (πολύ αδρά πάντως) και στο τέλος βλέπουμε το φινάλε καθεμιάς από αυτές. Χωρίς δραματική κορύφωση. Χωρίς κάτι άξιο προσοχής. Ήσυχες ζωές στις οποίες συμβαίνουν κάποια πράγματα ενδεχομένως και συναρπαστικά (αν μη τι άλλο, η υπόθεση ομηρείας δεν είναι κάτι που συμβαίνει κάθε μέρα) αλλά χωρίς να τις αλλάζουν, χωρίς να τις διαφοροποιούν, χωρίς να τις ταρακουνούν. Μόνο η Ινδιάνα βρίσκει τον τρόπο να εξομολογηθεί τον έρωτά της στη νεαρή δικηγόρο χωρίς πάλι να το κάνει ευθέως αλλά πλαγίως, σαν να μην θέλει να εκτεθεί ενώ έχει οδηγήσει ολόκληρη νύχτα για να πετύχει αυτό που θέλει. Και επιστρέφει μετά στην καθημερινή της ρουτίνα. Ok. Δεν ψήνομαι. Να πούμε πως το σενάριο της ταινίας βασίζεται σε διηγήματα της Maile Meloy.

(η ταινία ολοκληρώνει τις προβολές της στο φεστιβάλ την Πέμπτη 10 Νοεμβρίου στις 13.00 στην αίθουσα Τώνια Μαρκετάκη και η είσοδος σ' αυτήν είναι ελεύθερη με έκδοση μηδενικού εισιτηρίου – δεν έχει ακόμα διανομή για τη χώρα μας)

Ucitelka TIFF 2016

Ο Jan Hrebejk είναι μάλλον ο πιο διάσημος σύγχρονος Τσέχος σκηνοθέτης. Τον γνωρίσαμε στο ΦΚΘ με την ταινία του Παιχνίδια διχασμού και... εγκυμοσύνης (Musíme si pomáhat, 2000) που αργότερα βγήκε και στις αίθουσες και έκανε μεγάλη (αναλογικά) επιτυχία. Μάλιστα, μέσω αυτής προέκυψε κι ένα θεατρικό, το «Τα παιδιά τα φέρνει ο πελαργός» των Ρέππα – Παπαθανασίου, που σημείωσε πιένες. Πολλές κατοπινές του δημιουργίες παρουσιάστηκαν στη Θεσσαλονίκη στο πλαίσιο του φεστιβάλ. Αυτήν τη φορά μας έρχεται με την 20η μεγάλου μήκους ταινία της καριέρας του. Τίτλος της: Η δασκάλα (Ucitelka) και είναι μία από τις ταινίες στις Ειδικές Προβολές του φεστιβάλ.

Η υπόθεση: Μπρατισλάβα, φθινόπωρο του 1983. Είναι η αρχή της σχολικής χρονιάς και η μεσήλικη κυρία Drazdechova μπαίνει στην τάξη. Θα τους διδάξει Τσέχικα, Ρώσικα και κάτι που έχει να κάνει με την ηθική. Ζητά από κάθε μαθητή που ακούει το όνομά του, να σηκώνεται, να παρουσιάζεται και να αναφέρει τι δουλειά κάνουν οι γονείς του! Υψηλόβαθμο στέλεχος του κομουνιστικού κόμματος, χήρα υψηλόβαθμου στρατιωτικού και με αδελφή που ζει στη Μόσχα, η δασκάλα έχει μάθει να παίρνει αυτό που θέλει εμμέσως. Χρησιμοποιεί λοιπόν τους μαθητές της για να χειραγωγήσει τους γονείς για το δικό της προσωπικό συμφέρον. Οι περισσότεροι γονείς υποκύπτουν στην πίεση και της προσφέρουν διάφορες υπηρεσίες και δώρα. Ωστόσο, τρεις οικογένειες αποφασίζουν να πατήσουν πόδι και να προσπαθήσουν να επιλύσουν την κατάσταση μαζί με τη διευθύντρια σε μια μυστική συνάντηση γονέων και κηδεμόνων κι ενώ έχουν συμβεί διάφορα περίεργα πράγματα.

Η άποψή μας: Καθώς παρακολουθούσα την πραγματικά καλοφτιαγμένη αυτή ταινία έψαχνα παράλληλα τρόπους στο μυαλό μου για να την ακυρώσω. Θέλω να πω όσο περνούσε η ώρα σε έκανε να αισθάνεσαι πιο άσχημα από τη στιγμή που είσαι αριστερός (δεν θα πω κομουνιστής, γιατί κάποιους τους τρομάζει πάρα πολύ αυτή η λέξη). Στην ταινία παρουσιάζεται με τη χρήση έξυπνου χιούμορ η κατάχρηση εξουσίας που ασκεί μια συντρόφισσα στους γονείς των παιδιών που διδάσκει. Δεν φτιάχνεις κύριε μαραγκέ το πορτατίφ που χάλασε; Δεν παίρνει καλούς βαθμούς το παιδί σου. Δεν διορθώνεις κύριε υδραυλικέ το πλυντήριο; Δεν παίρνει καλούς βαθμούς το παιδί σου. Δεν στέλνεις το γλυκό που ετοίμασα (εντάξει, που έφτιαξε μια μητέρα ενός άλλου παιδιού!) στην αδελφή μου στη Μόσχα; Δεν παίρνει καλούς βαθμούς το παιδί σου. Δεν μου... κάθεσαι κύριε αντικαθεστωτικέ αστρονόμε, που η γυναίκα σου διέφυγε προς τη δύση; Δεν παίρνει καλούς βαθμούς το παιδί σου.

Μιλάμε πως η Zuzana Maurery, που υποδύεται την εν λόγω δασκάλα, είναι εξαιρετική στο ρόλο της, τόσο πολύ που θέλεις να τη δείρεις! Καθόλου τυχαία λοιπόν η βράβευσή της στο πρόσφατο φεστιβάλ του Κάρλοβι Βάρι. Έλεγα λοιπόν: είναι ψέματα όλα όσα δείχνει η ταινία, είναι προπαγάνδα. Έτσι, όμως, θα έπεφτα στη λούμπα της αντίπαλης πλευράς, που ονοματίζει προπαγάνδα οποιαδήποτε ναζιστική θηριωδία. Σκεφτόμουν: κανένα σύστημα δεν είναι τέλειο (αναφέρεται και στην ταινία!) - το ίδιο όμως μπορεί να χρησιμοποιηθεί και από την αντίπαλη μεριά. Νευρίαζα: μα οι κομουνιστές έχουμε το ηθικό πλεονέκτημα, τι κάνει αυτός, αστικές παπαριές μας αραδιάζει. Χμ, μάλλον έτσι είχαν τα πράγματα στα αλήθεια. Οπότε, άραξα και... απόλαυσα το φιλμ. Που πέρα όλων των άλλων έδειχνε εξαιρετικά το πόσο δύσκολο είναι να καταγγείλεις την εξουσία ξεπερνώντας το φόβο σου. Οι γονείς που καταγγέλλουν τη δασκάλα έχουν να αντιμετωπίσουν χαφιέδες, μυστικούς πράκτορες (!), έναν ολόκληρο κρατικό μηχανισμό και κυρίως τους άλλους γονείς που τα έχουν καλά με την εξουσία, καρπώνονται τα καλά της υποταγής τους κι επειδή είναι ηθικά λερωμένοι προσπαθούν με κάθε τρόπο να μειώσουν τη δυναμική των καταγγελλόντων.

Έξυπνο το σχόλιο του σκηνοθέτη όπως και να το κάνουμε. Το Κακό προελαύνει όταν καλοί άνθρωποι το βλέπουν και δεν κάνουν κάτι γι' αυτό. Κι ενώ σκεφτόμασταν να μην κάνουμε ούτε καν παρουσίαση της ταινίας εδώ και να τη θάψουμε όταν θα έβγαινε στις αίθουσες για αντικομουνιστική προπαγάνδα (θα ήθελα να δω τι θα έγραφα) κάνει μια πανέξυπνη γυριστή ο σκηνοθέτης στο φινάλε, εκεί που πέφτουν τα γράμματα, τέτοια που μας κάνει να αναφωνήσουμε: είσαι τεράστιος! Δεν έχουν σημασία τα πολιτικά καθεστώτα εντέλει, μας λέει ο Hrebejk. Παντού υπάρχουν άνθρωποι που απλά τα εκμεταλλεύονται. Άνθρωποι για όλες τις εποχές. Άνθρωποι ΟΦΑ (όπου φυσάει ο άνεμος). Σ' ωραίος!

(η ταινία ολοκληρώνει τις προβολές της στο φεστιβάλ την Πέμπτη 10 Νοεμβρίου στις 15.00 στην αίθουσα Τζον Κασσαβέτης - έχει διανομή και θα βγει στις αίθουσες της χώρας μας από την Rosebud.21 μέσα στον ερχόμενο Δεκέμβριο)

Lady Macbeth TIFF 2016

Η πρώτη από τις δύο ταινίες του διαγωνιστικού τμήματος που θα παρουσιάσουμε σήμερα είναι βρετανικής παραγωγής κι έχει τον τίτλο Λαίδη Μάκμπεθ (Lady Macbeth). Και είναι από εκείνες της ταινίες του συγκεκριμένου τμήματος που παίρνει θετικό πρόσημο – πολύ θετικό indeed! Αυτή είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του θεατρικού σκηνοθέτη William Oldroyd. Είναι βασισμένη στη νουβέλα του 19ου αιώνα «Lady Macbeth of Mtsensk District» του Nikolai Leskov, που αργότερα μεταφέρθηκε σε όπερα και εννοείται πως με τη σειρά της είναι βασισμένη στο αρχετυπικό δράμα του Shakespeare. Στο φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν κέρδισε το βραβείο των κριτικών της FIPRESCI.

Η υπόθεση: Κάπου στην Αγγλία, το σωτήριον έτος 1865, η Κάθριν είναι μια νεαρή γυναίκα που παντρεύεται στο πλαίσιο μιας εμπορικής συναλλαγής. Ουσιαστικά, ο πατέρας της την πουλάει στον μεγιστάνα του κάρβουνου, Μπόρις, ο οποίος την παντρεύει με τον γιο του, τον Αλεξάντερ, που έχει τα διπλά χρόνια από εκείνη. Ο Μπόρις και ο Αλεξάντερ δεν αφήνουν στην Κάθριν να βγει έξω κι έτσι η νεαρή γυναίκα ζει μέσα σε ένα ασφυκτικό περιβάλλον. Όταν και οι δύο άρχοντες του σπιτιού φύγουν από αυτό για δουλειές για μεγάλο χρονικό διάστημα, η Κάθριν αρχίζει να ανασαίνει επιτέλους. Κι όχι μόνον αυτό: γνωρίζει τον έρωτα στο πρόσωπο του σταβλίτη της, του Τζέιμς. Οι δυο τους βιώνουν την κατάσταση ως απόλυτη ευτυχία. Όλα τα καλά πράγματα, όμως, έχουν ένα τέλος. Χμ, η Κάθριν δεν συμφωνεί. Και θα κάνει ότι περνά από το χέρι της για να διατηρήσει τα κεκτημένα της...

Η άποψή μας: Γουάου! Να τι συμβαίνει λοιπόν όταν μια ταινία εποχής ξεπερνά τα δεσμά του είδους της και κινηματογραφείται με εντελώς σύγχρονους τρόπους. Είναι μία από αυτές τις ταινίες που σε αρπάζει από το πρώτο λεπτό και δεν σε αφήνει παρά μόνον μετά τους τίτλους τέλους της. Είναι μια από αυτές τις φεμινιστικές ταινίες που δεν σε πρήζουν με την ατζέντα τους καθώς σε ενθουσιάζουν και περνούν αυτά που θέλουν χωρίς στράτευση. Είναι ταινία αισθητικά άψογη, με τρομερό σενάριο και εξαιρετική σκηνοθεσία. Και είναι από τις ταινίες που χωρίς την πρωταγωνίστρια τους δεν θα ήταν το ίδιο καλές όσο φαίνονται. Η Florence Pugh στη δεύτερη κινηματογραφική της εμφάνιση σε μεγάλου μήκους ταινία αφήνει τα διαπιστευτήριά της και μας συστήνεται υπενθυμίζοντάς μας σε κάθε πλάνο στο οποίο εμφανίζεται πως θα μας απασχολεί για πάρα πολλά χρόνια με το ταλέντο της! Ερμηνεία ζωής πραγματικά! Συλλαμβάνει όλα όσα είναι η Κάθριν που υποδύεται.

Μια κοπέλα που δεν φοβάται. Που έχει λίγη περιέργεια για το σεξ κι ας είναι να γίνει (όπως νομίζει) αρχικά με έναν άνδρα τον οποίο δεν αγαπά – τον σύζυγό της. Που βαριέται απίστευτα! Πρώτη φορά σε ταινία ένιωσα τόσο πολύ το αίσθημα της βαρεμάρας από έναν ήρωα! Χασμουριέται μέσα στο έντονα μπλε άψογο φόρεμά της, δεν ξέρει πώς να σκοτώσει την ώρα της μέσα στο χρυσό κλουβί της, βαριέται! Και μετά, ήρθε ο έρωτας. Και θαρρείς πως την κάνει να ανθίζει. Η μικρή κοπελίτσα που βαριόταν γίνεται μια δυναμική γυναίκα που ορίζει τη ζωή της, που απολαμβάνει αυτά που η ζωή της προσφέρει απλόχερα, που γεύεται με απίστευτη όρεξη τον έρωτα. Κι ας κάνει το πρώτο βήμα ο αυθάδης σταυλικός της: του αντιστέκεται αρχικά, γίνεται δική του στη συνέχεια και μετά παίρνει εκείνη το πάνω χέρι! Οδηγεί τις καταστάσεις, παίρνει τις αποφάσεις, είναι ψύχραιμη, υπολογίστρια και δεν δέχεται να υποταγεί ποτέ ξανά στη ζωή της. Το γεγονός ότι για να διατηρήσει τα κεκτημένα οδηγείται σε ειδεχθείς πράξεις, όχι μόνο μία φορά, και οι θεατές συνεχίζουν να είναι μαζί της, αποτελεί κατόρθωμα της τρομερής νεαρής ηθοποιού με το εκφραστικότατο πρόσωπο!

Κατά μία έννοια μοιάζει με τον Jonathan Rhys Meyers στο ρόλο που έχει στο «Match Point»: έχει εγκληματήσει αλλά οι θεατές δεν θέλουμε να συλληφθεί! Τρομερή ταινία, απολαυστική, υπέροχη, για τις διεκδικήσεις μιας δυναμικής γυναίκας σε έναν σωβινιστικό κόσμο. Στο τέλος, προδομένη από τον εραστή της, θα χρησιμοποιήσει κάθε ένα από τα δικαιώματα που χρησιμοποιούν οι άνδρες για να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα. Και θα πει ψέματα. Και θα μείνει ατιμώρητη. Και μόνη. Μάλλον, όμως, δεν θα βαρεθεί ποτέ ξανά στη ζωή της...

(η ταινία ολοκληρώνει τις προβολές της στο φεστιβάλ την Πέμπτη 10 Νοεμβρίου στις 15.30 στην αίθουσα Φρίντα Λιάππα - έχει διανομή και θα βγει στις αίθουσες της χώρας μας από την Strada Films με άγνωστη προς το παρόν ημερομηνία εξόδου)

Hymyilevä mies TIFF 2016

Και κλείνουμε τη σημερινή μας ανταπόκριση με άλλη μια ταινία από το διαγωνιστικό τμήμα. Τίτλος της: Η πιο ευτυχισμένη μέρα του Όλλι Μάκι (Hymyilevä mies) του Juho Kuosmanen από τη Φινλανδία. Μια βιογραφική ταινία βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα, η οποία έλαβε μέρος στο τμήμα «Ένα Κάποιο Βλέμμα» του περασμένου φεστιβάλ των Καννών, κερδίζοντας το αντίστοιχο βραβείο καλύτερης ταινίας!

Η υπόθεση: Το καλοκαίρι του 1962, ο Φιλανδός Πρωταθλητής Ευρώπης, ερασιτέχνης πυγμάχος, Όλλι Μάκι, είναι έτοιμος να αγωνιστεί για τον τίτλο του Πρωταθλητή Κόσμου στην κατηγορία φτερού απέναντι στον έχοντα τον τίτλο Αμερικάνο Πρωταθλητή. Ο δρόμος για την επιτυχία, από την επαρχία της Φινλανδίας μέχρι την καρδιά του Ελσίνκι, μοιάζει να είναι στρωμένος. Το μόνο που χρειάζεται ο Όλλι Μάκι είναι να χάσει βάρος και να συγκεντρωθεί στην προπόνηση, υπό την επίβλεψη του πρώην πρωταθλητή πυγμαχίας Έλις Άσκ. Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα... Ο Όλλι έχει ερωτευτεί τη Ράιγια!

Η άποψή μας: Κοίτα να δεις τώρα: μια ασπρόμαυρη ταινία γυρισμένη σε φιλμ 16mm και θέμα της την πυγμαχία να βγάζει παρά την τεστοστερόνη που βρίσκεται στα ύψη, μπόλικο συναίσθημα! Αρχικά να πούμε πως ο σκηνοθέτης επέλεξε το ασπρόμαυρο καθώς τα μέρη στα οποία κινούνταν ο Όλλι Μάκι έχουν αλλάξει πάρα πολύ τα τελευταία 50 χρόνια και το έγχρωμο δεν θα μπορούσε να κρύψει τις αλλαγές – το ασπρόμαυρο το πέτυχε αυτό. Το δεύτερο και σημαντικότερο που πέτυχε ο σκηνοθέτης είναι να παρουσιάσει ένα αισθηματικό δράμα (!) μασκαρεμένο ως αθλητική ταινία πυγμαχίας! Ναι, ο Όλλι Μάκι δίνει μπουνιές, προπονείται, κάνει σάουνα για να χάσει κιλά, κινείται πάνω στο ρινγκ, στην πραγματικότητα, όμως, λίγο τον ενδιαφέρει ο αγώνας. Λίγο τον ενδιαφέρει το αποτέλεσμα του αγώνα. Λίγο τον ενδιαφέρει αν θα γίνει εθνικός ήρωας. Δυσανασχετεί που η ζωή του μπαίνει κάτω από το μικροσκόπιο. Δεν του αρέσουν ούτε οι φωτογραφήσεις ούτε οι συνεντεύξεις ούτε οι διαφημίσεις στις οποίες συμμετέχει ούτε οι συναθροίσεις με τους σπόνσορες! Έχει το γνώθι σαυτόν, είναι μοναχικός, βγάζει μια μελαγχολία, θέλει το χρόνο του, θέλει το χώρο του και πάνω απ' όλα, θέλει τη συντοπίτισσα του από τη μικρή πόλη Κοκόλα, τη Ράιγια, την οποία γνωρίζει σε έναν γάμο.

Η ταινία διαθέτει χιούμορ (όλη η συζήτηση μέσα στην εκκλησία για το πως είναι δυνατόν στην κατηγορία φτερού να αγωνίζονται αθλητές με μεγαλύτερο βάρος από εκείνους στην κατηγορία πετεινού!) και εμμέσως μιλάει και για το θέμα της αναπαράστασης και του κινηματογράφου, μέσω του ευρήματος του κινηματογραφικού συνεργείου που παρακολουθεί τον Όλλι Μάκι από κοντά κάνοντάς τον να ετοιμάζεται σε πρόβες για να βγαίνει πιο αληθινός! Ομορφότατη και γλυκύτατη η Oona Airola στο ρόλο της Ράιγια, εξαιρετικός ο Jarkko Lahti στο ρόλο του Όλλι Μάκι και το φινάλε της ταινίας είναι απλά υπέροχο. Μπορεί πάνω στο ρινγκ να έρθει η νίκη ή ήττα όμως... «Έρως ανίκατε μάχαν» και η συνάντηση με το γηραιό ζευγάρι (που είναι οι πραγματικοί Όλλι Μάκι και Ράιγια!) δίνει μια εξαιρετική ατάκα περί ευτυχίας. Τυχερός ο Όλλι Μάκι. Κι ευτυχισμένος για όλους τους σωστούς λόγους...

(η ταινία ολοκληρώνει τις προβολές της στο φεστιβάλ την Πέμπτη 10 Νοεμβρίου στις 18.00 στην αίθουσα Φρίντα Λιάππα - έχει διανομή και θα βγει στις αίθουσες της χώρας μας από την Weirdwave με άγνωστη προς το παρόν ημερομηνία εξόδου)

Θοδωρής Γιαχουστίδης

Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 2016 TIFF 16 Live
Περισσότερα... »

Sieranevada PosterSieranevada
του Cristi Puiu. Με τους Mimi Brănescu, Judith State, Bogdan Dumitrache, Dana Dogaru, Sorin Medeleni, Ana Ciontea, Rolando Matsangos, Cătălina Moga, Marin Grigore, Tatiana Iekel, Marin Ralea, Ioana Crăciunescu, Ilona Brezoianu


Ένα, δύο, τρία, πολλά μνημόσυνα!
του Θόδωρου Γιαχουστίδη (@PAOK1969)

Οικογενειακή γιορτή – της κακομοίρας!

O Cristi Puiu γεννήθηκε στο Βουκουρέστι το 1967 και σπούδασε κινηματογράφο στην École Supérieure d’Arts Visuels της Γενεύης. H πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία «Γερή μπάζα» (Marfa si banii, 2001) προβλήθηκε στο Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών στις Κάννες καθώς επίσης και στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Θεσσαλονίκης όπου τιμήθηκε με το βραβείο ανδρικού ρόλου καθώς επίσης και με το βραβείο της FIPRESCI. Η δεύτερη ταινία του «Η Οδύσσεια του κυρίου Λαζαρέσκου» (2005) διακρίθηκε με το βραβείο του τμήματος «Ένα Κάποιο Βλέμμα» του Φεστιβάλ των Καννών. Τούτη εδώ είναι η πέμπτη μεγάλου μήκους ταινία του κι έλαβε μέρος στο διαγωνιστικό τμήμα του περασμένου φεστιβάλ των Καννών. Παράλληλα, αποτελεί την επίσημη πρόταση της Ρουμανίας για το ξενόγλωσσο Όσκαρ.

Sieranevada Wallpaper
Αναπαράγοντας φράσεις – κλισέ, το λέμε κι εμείς: ο Puiu έχει χαρακτηριστεί ο νονός του Νέου Ρουμανικού Κύματος. Και είχαμε την ευκαιρία να τον δούμε κι από κοντά μιας που η Sieranevada προβλήθηκε μόλις την περασμένη Τρίτη 8 Νοεμβρίου στην κατάμεστη αίθουσα «Σταύρος Τορνές» στο Λιμάνι, παρουσία του σκηνοθέτη, που ήρθε προσκεκλημένος του φεστιβάλ. Το στοίχημα που μένει να κερδηθεί είναι το εξής: μπορεί η ταινία να γεμίσει τις αίθουσες στις οποίες προβάλλεται εκτός φεστιβάλ; Για να δούμε...

Η υπόθεση: Ο Λάρι οδηγεί το SUV του μάρκας BMW στους δρόμους του Βουκουρεστίου. Μαζί του είναι η γυναίκα του, η Λάουρα, με την οποία μιλούν επί παντός επιστητού. Ο Λάρι ήταν γιατρός και πλέον είναι πωλητής ιατρικών μηχανημάτων. Μόλις έχει επιστρέψει από το εξωτερικό και κατευθύνεται στο σπίτι των γονέων του προκειμένου να παραβρεθεί στο τρισάγιο για τα 40 από το θάνατο του πατέρα του, Εμίλ, τρεις μέρες μετά από την τρομοκρατική επίθεση στο περιοδικό Charlie Hebdo στο Παρίσι.

Στο διαμέρισμα στήνονται οι τελευταίες λεπτομέρειες: τα κόλλυβα είναι έτοιμα και οι λαχανοντολμάδες θέλουν ακόμα 20 λεπτά ψήσιμο. Γεμάτο το σπίτι από συγγενείς και φίλους, πλήθος οι συζητήσεις... επί παντός επιστητού. Όσο δεν έρχεται ο παπάς που θα τελέσει το τρισάγιο, τόσο περισσότερες και πιο παράξενες γίνονται οι συζητήσεις, τόσο κανείς δεν τρώει φαγητό ενώ όλοι πεινάνε – ιδίως ο Λάρι – και τόσο βγαίνουν στη φόρα μυστικά και ψέματα...

Η άποψή μας: Διάρκεια 173 λεπτά! Σχεδόν τρεις ολόκληρες ώρες. Και για παραπάνω από τις δυόμιση ώρες υπάρχει λόγος και διάλογος. Ακατάπαυστες ομιλίες! «Θα βαρεθούμε;» θα ρωτήσετε. «Όχι», θα σας απαντήσω ευθαρσώς. Γιατί για μένα ο Puiu μας τοποθετεί σε μια κατάσταση την οποία έχουμε βιώσει όλοι μας! Μεγάλες οικογενειακές συγκεντρώσεις όπου γίνεται της πουτάνας! Κουβέντες, αστεία, μπηχτές, αθλητικά, γκομενιλίκια, το τέλος του κόσμου, δυνατές φωνές, παρεξηγήσεις κι αν ξεφύγει το πράγμα, να 'σου και οι αποκαλύψεις. Εγώ τα έχω βιώσει όλα αυτά με την οικογένειά μου – είμαι σίγουρος ότι τα έχετε βιώσει κι εσείς. Γιατί όλο αυτό κάνει την ταινία του Puiu ενδιαφέρουσα; Μα επειδή λέμε πολλά και δεν λέμε τίποτα! Μιλάμε δυνατά και κρύβουμε μια εκκωφαντική εσωτερική σιωπή! Ποζάρουμε τις βεβαιότητές μας όντας τρομερές αβεβαιότητες. Ανταλλάσσουμε «απόψεις» ακόμα και για πράγματα για τα οποία δεν ξέρουμε την τύφλα μας. Κι αν δώσει ο... θεός, τρώμε και πίνουμε, ερχόμενοι στο τσακίρ κέφι! Γεια μας!

Ο Puiu στη συντριπτική διάρκεια της ταινίας γυρίζει με την κάμερά του μέσα στο διαμέρισμα κι έχει και δύο σκηνές εκτός διαμερίσματος – οι οποίες συνοδεύονται από σκηνές μέσα σε αυτοκίνητο. Η πρώτη σκηνή είναι η εισαγωγική. Κρατάει αρκετά, δεν ακούμε τι λένε οι ηθοποιοί, βλέπουμε όμως τη λωρίδα που «τυλίγει» τα έργα που γίνονται στους στενούς δρόμους του Βουκουρεστίου: «προσοχή, κίνδυνος έκρηξης»! Τυχαίο; Δεν νομίζω. Όλα είναι σφιχτά, νιώθεις την ασφυξία: δεν χωράει να περάσει το αμάξι της DHL. Στο δρόμο για την οικογενειακή συγκέντρωση, μέσα στο αμάξι, η πρώτη μεγάλη κουβέντα ανάμεσα στον Λάρι και την Λάουρα. Για τους ήρωες της Disney που έχουν προκύψει από παραμύθια. Για την εικόνα που έχουμε πάρει για αυτούς μέσω των ταινιών, εικόνα που έχει περάσει στο ασυνείδητο των πάντων και δεν χωράει καμία παρέκκλιση! Για το που θα πάνε διακοπές: όχι μωρέ στην Ελλάδα, σαν να πηγαίνουμε σε δουλειά είναι (!!!), ας πάμε στην Ταϊλάνδη. Και να πάμε να ψωνίσουμε στα Carrefour; Τι ώρα κλείνουν; Τέτοιες συζητήσεις, από αυτές που κάνουν τα παντρεμένα ζευγάρια.

Μετά, έρχεται η ώρα του διαμερίσματος. Η κάμερα παρακολουθεί τα πάντα! Κινείται ευρισκόμενη σε μια γωνία, από δωμάτιο σε δωμάτιο. Είμαστε εμείς οι θεατές, ο αόρατος επιπλέον επισκέπτης; Ή μήπως το φάντασμα του Εμίλ; Κι εδώ ασφυξία. Κι εδώ δεν χωράμε όλοι. Σφιχτά πλάνα, πολλοί άνθρωποι, σε κάποια στιγμή βρίσκονται στο διαμέρισμα 16 άνθρωποι! Συζητήσεις, συζητήσεις, συζητήσεις. Για την επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου στους Δίδυμους Πύργους και τις θεωρίες συνωμοσίας. Για το ίντερνετ μέσα στο οποίο βρίσκεις τα πάντα. Για τον κομουνισμό, προ Τσαουσέσκου, που έδωσε στο λαό δωρεάν παιδεία και δωρεάν υγεία και δουλειές για όλους. Για τη θρησκεία και τους πνευματικούς ταγούς. Για τις διώξεις. Για τα έθιμα. Για τις διαφορές μιας σούπας σε σχέση με μια άλλη σούπα. Για το αν κερατώνεις μια γυναίκα επειδή δεν σου κάνει καλό στοματικό έρωτα αλλά μένεις παντρεμένος μαζί της επειδή είναι... στενή εκεί κάτω! Για μια Κροάτισσα: είναι φοιτήτρια, είναι μεθυσμένη, είναι τζανκιό;

Υπάρχουν σκηνές που τις βλέπεις και βιώνεις ντεζαβού: δεν τις έχει δει απλά, τις έχεις ζήσει! Πχ, η αδελφή του Λάρι, μητέρα ενός μικρού παιδιού, είναι αυταρχική απέναντι στο σύζυγό της, έτσι, χωρίς λόγο και τον βάζει να κάνει δουλειές, να αλλάζει θέση τη στιγμή που το θέλει, έτσι, χωρίς λόγο ή μάλλον με μόνο λόγο να κάνει αισθητή την ύπαρξή της! Η Λάουρα πάει να ψωνίσει – ο παπάς αργεί να εμφανιστεί και στο μυαλό μας έρχονται δύο λατρεμένες ταινίες του Μπουνιουέλ: «Ο εξολοθρευτής άγγελος» όπου οι καλεσμένοι ενός δείπνου δεν μπορούν να φύγουν από το σπίτι και «Το φάντασμα της ελευθερίας» όπου οι καλεσμένοι ενός γεύματος δεν κατορθώνουν να φάνε καθώς πάντα κάτι συμβαίνει που τους διακόπτει! Η Λάουρα καλεί τον Λάρι: κάποιος την έχει κλείσει από πίσω στο χώρο που έχει παρκάρει. Πάλι εγκλωβισμός λοιπόν, πάλι αδυναμία διαφυγής, και μάλιστα αυτήν τη φορά υπάρχει αντιπαράθεση και απειλή βίας! Ο Λάρι ξεσπάει. Μέσα στο αυτοκίνητο και πάλι με τη γυναίκα του, της λέει μια ιστορία απίστευτου ψεύδους που είπε ο αδελφός του στον πατέρα του, τόσο απίστευτου που ο πατέρας του το πίστεψε! Ο πατέρας του, μεγάλος ψεύτης κι εκείνος, πίστεψε ένα απίστευτο ψέμα! Κι εδώ κάτι σαν να εξομολογείται ο Λάρι, κάτι για πιθανή δική του εξωσυζυγική σχέση. «Θα σκεφτώ αυτά που μου είπες τις επόμενες μέρες και θα σου απαντήσω» του λέει η Λάουρα. Όλη η ουσία της ταινίας σε μια φράση.

Αυτό θέλει ο Puiu από τους θεατές του: να σκεφτούν όσα ακούν στην ταινία και να βγάλουν την ετυμηγορία τους αργότερα. Στο τέλος ο Λάρι λέει το κορυφαίο: «καλώς να ανταμώσουμε ξανά – να το ξανακάνουμε» με έντονη κωμική διάθεση. Γενικώς, ακόμα και στις πιο δραματικές σκηνές υπάρχει ένα υποδόριο χιούμορ που σε βγάζει ασπροπρόσωπο. Ο Puiu φτιάχνει μια μεγάλη ταινία – τόσο κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά. Στο χέρι και στο μάτι των θεατών είναι να την εκτιμήσουν. Εμάς, πάντως, μας κέρδισε οριστικά και αμετάκλητα.

Sieranevada Rating




Στις δικές μας αίθουσες? Στις 10 Νοεμβρίου 2016 από την Seven Films
Περισσότερα... »

Αντιρρησίας Συνείδησης (Hacksaw Ridge) PosterΑντιρρησίας Συνείδησης
του Mel Gibson. Με τους Andrew Garfield, Vince Vaughn, Sam Worthington, Luke Bracey, Hugo Weaving, Ryan Corr, Teresa Palmer, Rachel Griffiths, Richard Roxburgh, Luke Pegler, Richard Pyros, Ben Mingay, Firass Dirani


Mad Mel Redemption
του gaRis (@takisgaris)

Ιστορικές στιγμές. Τον είπαν νούμερο, σοσιοπαθή, φοροφαγά κον άρτιστ, ρατσιστή, φασίστα βιαστή και εν ολίγοις ακατάλληλο να κυβερνήσει. Τα δεδόμενα που μας ξημέρωσαν εδώ στο πλανητοχώρι λένε το εντελώς έτερο, το συγκλονιστικά απλό. Ο Donald Trump είναι ο εν αναμονή 45ος Πρόεδρας του Αμερικανικού πόπολου. Ποιοι κλαίγουσι κι ολοφύρονται ουδεμιά αξία έχει. Μια υπερδύναμη λειτουργεί ανεξαρτήτως ηγεσίας, με υπομόχλια και πάνω σε πλατφόρμες μακρινές από την λαϊκή ψήφο. Εγώ κρατώ λοιπόν το άλλο. Ότι ο Ντόνυ εκλέχτηκε από το 25% των αμερικανώνε, εκ των οποίων μπορεί και οι μισοί να μη γουλάρουν μήτε το κρυολόγημά του. Δηλαδή ΤΟ άντερντογκ. Ο βδελυρός, ο απεταξάμην, ο πτι (βλ. φτου) κακά. Τολοιπό, μηδένα προ του τέλους κακάριζε. Μη μπερδεύεσαι. Εξακολουθώ να σου γράφω για το Hacksaw Ridge του Mel Gibson, του μεγαλύτερου εδώ και μια δεκαετία παρία του Planet Hollywood.

Αντιρρησίας Συνείδησης (Hacksaw Ridge) Wallpaper
Τους μπήκε στο μάτι με το The Passion Of The Christ (αγαπημένη μου ταινία ανεξαρτήτως γένους για πολύ προσωπικούς / ιδεολογικούς λόγους) και το τερμάτισε με τις αντι-ιουδαϊκές του ρατσιστικές ασυναρτησίες στη σύλληψή του, για μεθύσι στο τιμόνι. Και μετά ξαφανιζόλ. Ρολάκια σε μπιμούβια (πέραν του συγκινητικού The Beaver) αλλά για σκηνοθεσία ούτε σέντσι. Στην αρχικαραφασισταριόζικη πολιτικορθοτητίλα ο σκυλίτσης Αυστραλός δεν είχε πια στασίδι, παρά τον πρότινο καθολικό θρίαμβο ενός Braveheart (1995), κατάδικος σε αιώνια στέρηση καλλιτεχνικής έκφρασης. Ο φαμελιάρης (9τεκνος) αντεβεντιστής της 7ης ημέρας όμως έχει εναποθέσει τις ελπίδες του με μια βαθιά πίστη σε δυο πράγματα. Το ένα είναι ο Θεός ως Αγάπη. Το άλλο ο Πόνος ως λύτρωση.

Το Hacksaw Ridge είναι ένα ύψωμα στην Οκινάουα, θέατρο επιχειρήσεων στη μητέρα των αμερικανο-γιαπωνέζικων μαχών (Β' Παγκόσμιος, 1945), όπου ο χιλιμπίλης αδελφός εν Κυρίω του Μελ, ονόματι Ντέσμοντ Ντος (Andrew Garfield), υγειονομικάριος / αντιρρησίας συνείδησης, θα σώσει 75 φαντάρους, ανάμεσά τους και Ιάπωνες, χωρίς να ρίξει μια σφαίρα. Μέσα στη φρίκη κορμιών να κονιοριοποιούνται, φλέγονται, κατακερματίζονται, να τρώγονται από αρουραίους και να στοιβάζονται ως σωροί αποβλήτων, η ιστορία του αγαθιάρη Ντέσμοντ είναι η Δευτέρα Παρουσία του Θεού - Αγάπη και η Ανάσταση των ζωντανών - νεκρών στα ματωμένα αλώνια. Αυτά στο δεύτερο μέρος, αφότου προηγηθεί η εξιστόρηση της πορείας του Ντος, από την οικογένεια του σκληρού μεθύστακα βετεράνου (όταν το PTSD ήταν άγνωστο αρκτικόλεξο) πατέρα (ο συγκινητικός στο δράμα του Hugo Weaving) στην μαρτυρική στρατιωτική εκπαίδευση (έκπληξη ο καραβανάς εκπαιδευτής Vince Vaughn) με κατάληξη την αποθεωτική του δικαίωση στα μάτια των δύσπιστων συμμαχητών του (επιτέλους ο Sam Worthington πείθει ως θεσπιεύς).

Η αυστραλιανή παραγωγή διαθέτει πρώτης γραμμής ήχο (σίγουρο οσκαρικό στοίχημα), ρεαλιστικά στιλπνή εικονογραφία και την αναμενόμενα παλιομοδίτικη εκφορά αφήγησης, μουσικής επένδυσης και μοντάζ. Ηθελημένα. Ο Gibson είναι μέγας πλάστης φευγαλέων οραμάτων βιαιότητας, ανάμεσα σε Ιερώνυμο Μπος και Σαμ Πένκιπα, όμως θέλει τον απλοϊκό θεατή μαζί του. Στα μάτια του ημιδαούς η ανεπανάληπτη σεκάνς της μάχης (ποιος Στρατιώτης Ράιαν είπες;) στο Hacksaw Ridge ποικίλλει (ανάλογα αν υποστήριξες Τραμπ ή Χίλαρυ) από επική απόδοση τιμών στους ήρωες ως αηδιαστικά πορνογραφική ειδωλοποίηση της βίας. Η αλήθεια είναι εξόφθαλμη. Όσο κι αν ο Gibson το κάνει μονίμως πανδύσκολο να ξεχωρίσεις το έργο από τον καλλιτέχνη, είναι η ίδια του η αντίφαση που απογειώνει (και) δαύτη του τη δήλωση μετανοίας. Στοχευμένο ευθέως στο κοινό που αγαπά το σινεμά περισσότερο για αυτό που το κάνει να αισθάνεται - βλ. το κλάμα της πίστης - παρά να στέκεται κριτικά απέναντί της, το Hacksaw Ridge δικαιούται να είναι η κινηματογραφική εξιλέωση του τρελο Mel στα μάτια όσων τον θεωρούσαν από χρόνια ξεγραμμένο.

Αντιρρησίας Συνείδησης (Hacksaw Ridge) Rating


Στις δικές μας αίθουσες? Στις 10 Νοεμβρίου 2016 από την Spentzos Films
Περισσότερα... »

Το Φως Ανάμεσα Στους Ωκεανούς (The Light Between Oceans) PosterΤο Φως Ανάμεσα Στους Ωκεανούς
του Derek Cianfrance. Με τους Michael Fassbender, Alicia Vikander, Rachel Weisz, Bryan Brown, Jack Thompson, Caren Pistorius


Να Χάνει η Μάνα το Παιδί
του gaRis (@takisgaris)

Μπρος στα μάτια μια ταινία όπου ο κορμός (σοκολάτα κάστανο) είναι ούλοι τρισαγαπημένοι μου. Fassbender - Vikander - Weiss με σκηνοθετάρα - Derek Cianfrance. Εκ των προτέρων η ψυχανεμισά κροάζει ότι η ομώνυμη νουβέλα (2012) κάποιου M.L.Stedman δεν ακουμπά καν Thomas Hardy και πως ο ρημαδοπήχης μετά το θρυλικό Blue Valentine (2010) και το οικογενειακό έπικ The Place Beyond The Pines (2012) έχει πιάσει ύψη στραβολαιμαριάς. Θε να το λατρέψω για τα πολύτιμα υλικά του αλλά όταν μπερδεύονται Disney με Dreamworks δια της Touchstone Pictures (αχ ρημαδιασμένα 80ς!) αρχίζει να πέφτει μπόρα η υποψία πως μια εν δυνάμει καραμπομπάτη ιστορία θα χειραγωγηθεί σε πολίτικλι κορέκτ τύπου Lifetime κανάλι. Μοιάζει με εκείνο το ντόμινο των εφτάμισα χιλιάρικα κομματιώνε που το έχεις περάσει από ξηρά και ωκεανούς, λίμνες και βουνά, για να σκαλώσει στην τελική γυροβολιά πριν το γκραν φινάλε.

Το Φως Ανάμεσα Στους Ωκεανούς (The Light Between Oceans) Wallpaper
Διότι το στόρυ έχει πυρήνα το Μπρεχτικό του Κύκλου με την Κιμωλία: Μάνα είναι η κυοφορούσα ή μάλλον η τροφός του παιδιού; Ο Cianfrance που έχει μάθει την αρχαιοελληνική τραγωδία κι από την ανάποδη δοξάζει το πάθος που κάμνει το άχθος ύβρι: Μετά το πέρας του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, ο λιγομίλητος βετεράνος Τομ (Fassbender) γίνεται φαροφύλακας στο τέρμα του κόσμου, μεταξύ Ινδικού και Ανταρκτικής, Δυτική Αυστραλία μεριά. Τον παντρεύεται η νεαρά σκαμπρόζα Ιζαμπέλ (Vikander) που ζει με το (σποϊλεριά) τραγικό όνειρο να κάνουν παιδάκια, μαζί εκεί, απομονωμένοι στο μικρό τους παραδείσι. Εκεί που θερίζει η θύελλα της απογοήτευσης, ο Από Μηχανής, στέλνει μωρό σε βάρκα από το πουθενά με έναν νεκρό συνεπιβάτη. Ο αρχετυπικός αρσενικός Fassy ετοιμάζεται να το παραδώσει στις Αρχές. Η Alicia ούτε το συζητά. Ποιος θα επικρατήσει; H Χάνα (Rachel Weisz), βιολογική μητέρα της μικρής Λούσι / Γκρέις, αρχίζει σταδιακά να μπαίνει στο κάδρο, προετοιμάζοντας μια συναισθηματική (χωρίς να υπολείπεται διόλου ως προς το αστυνομικού τύπου ενδιαφέρον) κορύφωση με υπογραφή Cianfrance, διεύθυνση φωτογραφίας καρτ-ποστάλι Adam Arkapaw (Macbeth) και μπαγκέτα μαέστρου Alexander Desplat (φυσικά).

Η δραματουργία, διεκπεραιωτική ως πλοκή αλλά εύστοχη (μέχρι λίγο πριν την τελική έκβαση) χαρακτηρολογικά, χτίζει κοντά το 2ωρο για να κλωτσήσει στο τελευταίο 20λεπτο. Το ζευγάρι (και στη ζωή διαμέσου των γυρισμάτων) να πετά βαρελότα υποκριτικά, καθότι της ιδίας σχολής με χημική ένωση Hepburn - Tracey και βάλε, η Rachel να κεντά και ξάφνου ο Cianfrance βάζει τη Vikander να κάνει μια επιλογή ακραία αντίθετη στο χαρακτήρα της που ισοπεδώνει το ντεμαράζ της cineσθηματικής μη-κάθαρσης. Στρογγύλεμα γωνίας και Disneyϊκή (εδώ είμαστε) λύτρωση για να μη μας πούνε και ανήθικους (ποιοί;) Αν ο στόχος ήταν τα Kleenex να πάρουν αμπάριζα στην αίθουσα, παίρνει άριστα 10, γιατί είμαι μάρτυρας του γεγονότος. Αν πάλι τον κυρίευσε αυτή η ενοχλητική αίσθηση πως αυτή τη φορά πρέπει να αρπάξει το χρυσόμαλλο δέρας της αποδοχής κριτικών / κοινού με μια ακόμη ενοχλητικότερη για την ίδια την αλήθεια του έργου του Σολομώντεια λύση, κάποιος πρέπει να του σφυρίξει το μυστικό: Καλύτερα να παίξει Λόττο, μεγαλύτερες πιθανότητες έχει για 6άρι.

Το Φως Ανάμεσα Στους Ωκεανούς (The Light Between Oceans) Rating



Στις δικές μας αίθουσες? Στις 10 Νοεμβρίου 2016 από την Odeon
Περισσότερα... »

Jack Reacher: Ποτέ μη Γυρίζεις Πίσω (Jack Reacher: Never Go Back) PosterJack Reacher: Ποτέ μη Γυρίζεις Πίσω
του Edward Zwick. Με τους Tom Cruise, Cobie Smulders, Aldis Hodge, Danika Yarosh, Patrick Heusinger, Holt McCallany, Austin Hebert, Robert Catrini, Robert Knepper


The Guy You Didn't Count On!
του zerVo (@moviesltd)

Έναν σμπάρο ρίχνει, τρία πουλάκια (που δεν κάθονταν) πετυχαίνει ετούτη εδώ, μια ακόμη, φιλόδοξη περιπέτεια δράσης, που υπόσχεται ένα γεμάτο δίωρο πανζουρλισμού, εκρηκτικής ταχύτητας και αγωνίας. Αρχικώς να επιβεβαιώσει πως εκείνο το πρώτο επεισόδιο με κεντρικό ήρωα τον απόστρατο του US Army, μια χαρά τα πήγε εμπορικά για την Paramount, ώστε πανεύκολα να ανάψει το πράσινο φως για μια ακόμη (τουλάχιστον) συνέχεια. Ακολούθως να προσθέσει ακόμη ένα κρικάκι στην μακρά όπως εξελίσσεται αλυσίδα των action θρίλερς όπου μπαμπάς σώσει (συνήθως μπερδεμένη έως παραστρατημένη) θυγατέρα από του Χάρου (κυριολεκτικά) τα δόντια. Και τέλος να ανακοινώσει στο ευρύ κοινό που θα την παρακολουθήσει, πως ο βασικός της αστέρας και για να μην κρυβόμαστε, ουσιαστικός λόγος να παρακολουθήσει κάποιος το Jack Reacher: Never Go Back, στα 55 του χρόνια, αυτό το ημι-απόμαχο, ακόμη κι αν τα κατορθώματα του ξεπερνούν σε μέγεθος εκείνα του super hero, κοστούμι θα ντυθεί στο εφεξής, έχοντας μόλις διαβεί το οριακό κατώφλι της ηλικίας που επιτρέπει να παίζει, μα να πείθει κιόλας, τον αέρινο κασκαντέρ στο εκράν.

Jack Reacher: Ποτέ μη Γυρίζεις Πίσω (Jack Reacher: Never Go Back) Wallpaper
Αποτραβηγμένος εδώ και καιρό από τις δράσεις της Υπηρεσίας που για δεκαετίες πρόσφερε τα πάντα, ο άριστα εκπαιδευμένος στον πόλεμο, πρώην Ταγματάρχης Τζακ Ρίτσερ, ζει ολομόναχος στην μίζερη επαρχία του Νότου, φροντίζοντας αραιά και που να αποδίδει ολομόναχος το δίκαιο, εκεί που δεν φτάνει το χέρι του Νόμου. Σε μια τέτοια μοναχική μικροαποστολή, για να αποφύγει την σύλληψη, θα ζητήσει την φιλική αρωγή της παλιάς του συντρόφου, ενδεχόμενα και κάτι παραπάνω από φίλης, ισόβαθμης του Σούζαν Τέρνερ, που έχει αναλάβει πλέον τα καθήκοντα που ο ίδιος κατείχε πριν συνταξιοδοτηθεί, ελέγχοντας τον νευραλγικό τμήμα της Στρατονομίας. Εις ανταπόδοση της χάρης, επισκεπτόμενος τα παλιά του λημέρια, ελάχιστες ημέρες αργότερα, θα πληροφορηθεί πως η ικανή στην δική του ματιά στρατιωτικός, όχι απλώς έχει καρατομηθεί αιφνιδίως, αλλά κατηγορείται για κατασκοπεία και ανήθικη συνεργασία με τον (Αφγανό) εχθρό.

Μην πιστεύοντας στιγμή στιγμή την ενοχή της προφυλακιστέας Μέιτζορ, ο Ρίτσερ θα κάνει τα πάντα για να την εντοπίσει, να την ελευθερώσει και κατοπινά να ψάξουν μαζί την άκρη του νήματος που θα τους οδηγήσει στους πραγματικούς ενόχους που σκάρωσαν την μηχανορραφία. Ταυτόχρονα όμως ακόμη ένας προσωπικός μπελάς θα προστεθεί σε όσους ήδη έχει στο μυαλό του ο απένταρος ex-officer, εφόσον οι εσωτερικές υποθέσεις του στρατού θα τον ενημερώσουν για την ύπαρξη μιας 15χρονης, που ισχυρίζεται πως είναι κόρη του και μέσω της (προβληματικού χαρακτήρα) μητέρας της, έχει κινήσει διαδικασία απαίτησης μηνιαίας διατροφής.

Διπλή δηλαδή είναι η αποστολή που καλείται να φέρει εις πέρας ο δυναμικός και παρόλες τις δεκαετίες που βαρύνουν την πλάτη του, αεικίνητος marine, από την μια να βοηθήσει την αντικαταστάτρια του να καθαρίσει το μέτωπο της, από την άλλη να ανακαλύψει τα ίχνη του άγνωστου ύπαρξης μέχρι τα χτες σπλάχνου του, που όλες οι ενδείξεις από τον φάκελο που συνέταξε ο Στρατός, δείχνουν πως δεν έχει πάρει και τον καλύτερο δρόμο. Δύο απαιτήσεις του σεναρίου, που βασίζεται στην δεύτερη από τις δεκαοκτώ νουβέλες του συγγραφέα Lee Child, με βασικό πρωταγωνιστή τον Ρίτσερ, οι οποίες για μεγάλο κομμάτι της ταινίας κινούνται παράλληλα, χωρίς να υπάρχει σαφής λόγος διασταύρωσης τους. Τα πάντα βεβαίως αλλάζουν όταν το πρόσωπο του αντιπάλου / διεφθαρμένου κατά τις προσταγές κομματιού της Υπηρεσίας, θα αρχίσει να διαμορφώνεται και οι επαγγελματίες εκτελεστές θα πληροφορηθούν πως ο από μηχανής Εχθρός, έχει θυγατέρα, που νοιάζεται γι αυτήν και μια χαρά μοχλός πίεσης θα είναι για εκείνον, ώστε να αποσυρθεί από την μέση, μια καλά σχεδιασμένη απαγωγή της.

Οπότε νάσου και δημιουργείται ένας κλώνος του πιο επιτυχημένου της σχετικής υποκατηγορίας Father Figure Action Adventures, Taken, με τον πανέξυπνο, δραστήριο και ακόμη με μια του κίνηση, φονικό Ρίτσερ, παρεάκι με την μεγαλοκοπέλα GI Jane που την αναζητά όλο το Πεντάγωνο, δίπλα του, να πολεμάει να βάλει τάξη, εκεί που δεν τα καταφέρνουν ούτε όλες οι μαχητικές διμοιρίες της Υπερδύναμης. Αν μη τι άλλο δηλαδή, από υπερβολές και παρατραβήγματα, το πόνημα που σερβίρει εδώ ο Ed Zwick, Οσκαρούχος σαν παραγωγός του Shakespeare In Love και μια φορά κι έναν καιρό σκηνοθέτης του γκλόριους εμφυλιοπολεμικού Glory, είναι πλήρες και όσο εξελίσσεται το τιγκάτο στις σκριπτικές ατασθαλίες στόρι, είναι πιθανό και να ζορίσει τον ορθολογιστή θεατή του, που δεν μπορεί να πιστέψει παραμύθια τόσο πανύψηλου βεληνεκούς.

Που ναι μεν δεν διαφέρουν από καμία άλλη περιπέτεια αναλόγου ύφους, με τον Loner τιμωρό που τα βάζει με τους πάντες και τα πάντα, αυτό ακριβώς όμως το στοιχείο είναι που δεν μετατρέπει και το Never Go Back σε κάτι το ιδιαίτερο, το ξεχωριστό, αυτό που θα σε κάνει να θυμάσαι όσα αφηγείται για καιρό μετά την πτώση των τίτλων τέλους. Εκτός βεβαίως από την παρουσία του ενός και μοναδικού Tom Cruise, που δεν δέχεται με κανέναν τρόπο να το βάλει κάτω και να κτυπήσει παλάμη παραίτησης στο ταπί, συνεχίζοντας να απασχολεί τους φανς του με ρόλους που περιστρέφονται εκείνου του Ίθαν Χαντ, που κακά τα ψέματα είναι κι αυτός που τον διατηρεί στο προσκήνιο εδώ και δύο δεκαετίες. Επιπροσθέτως εδώ ο (όχι και τόσο πια) Baby Face, που σημειωτέον παίζει έναν χαρακτήρα σημαντικά διαφοροποιημένο από εκείνον του μυθιστορήματος (δίμετρος, υπέρβαρος, ενόσω όλοι μας γνωρίζουμε το...πρώτο μπόι του Thomas), αναγκάζεται εκ των πραγμάτων να μπει στο ρούχο του συναισθηματικού γονιού, μάλλον αργοπορημένα, όχι όμως και τόσο δικαιολογημένα. Αφού οι συνάδελφοι του που το έπραξαν, σαν τον Neeson, τον Sean Penn, προσφάτως στο Blood Father τον Gibson, μάλλον δεν είχαν στα χέρια τους και τίποτα άλλες πιο σοβαρές προτάσεις να διεκπεραιώσουν, οπότε αναγκαστικά το γύρισαν στο Σούπερμαν - Μπαμπάς.

Οπότε εκπλήξεις δεν έχουμε να περιμένουμε σωρό από τον δεύτερο κινηματογραφικό Jack Reacher, που κινούμενος μέσα στην γνώριμη φασαριόζικη ρουτίνα του, δεν θα απογοητεύσει τους οπαδούς του είδους, σίγουρα πάντως δεν θα τους αφήσει και με το στόμα ανοικτό. Α, εκτός ίσως από την σεκάνς που η σέξι καλογυμνασμένη καναδέζα των 34 Μαΐων Cobie Smulders ως στρατιωτίνα ποζάρει με (μόνο) το αισθησιακό της ούλτραμπρα, οπότε αυτομάτως έχουμε και το unforgettable χάιλαιτ ολάκερου του φιλμ!

Jack Reacher: Ποτέ μη Γυρίζεις Πίσω (Jack Reacher: Never Go Back) Rating






Στις δικές μας αίθουσες? Στις 10 Νοεμβρίου 2016 από την UIP
Περισσότερα... »



Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 2016 TIFF 16 Live

του Θόδωρου Γιαχουστίδη

Κι εκλογές διαθέτουμε!

Οι Αμερικάνοι συρρέουν για να ψηφίσουν τον Πρόεδρο που θα αντικαταστήσει τον Μπαράκ Ομπάμα. Και είναι λίγο να τους λυπάσαι. Μα είναι δυνατόν; Χίλαρι Κλίντον ή Ντόναλντ Τραμπ; Σκύλα ή Χάρυβδη; Και μετά σου λέει υπερδύναμη ο άλλος. Δημοκρατικοί εναντίον Ρεπουμπλικάνων, που σημαίνει... Δημοκρατικοί στα λατινικά! Κι εντάξει, αυτοί ας βγάλουν τα μάτια τους κι ας έχουν τους ηγέτες που τους αξίζουν. Τον πλανητάρχη, όμως, θα τον λουστούμε όλοι! Ώι ώι μάνα μου. Τες πα, πάμε εμείς στις ταινιούλες μας να στανιάρουμε. Και να σημειώσουμε, πριν προχωρήσουμε στο παρασύνθημα, πως το βράδυ της Τρίτης είδαμε μία από τις καλύτερες ταινίες του φεστιβάλ, το Sieranevada του Cristi Puiu. Η ταινία δεν έχει επαναληπτική προβολή στο φεστιβάλ. Και μιας που βγαίνει στο εμπορικό κύκλωμα την ερχόμενη Πέμπτη 10 Νοεμβρίου, θα διαβάσετε τη γνώμη μας γι' αυτήν, την Πέμπτη!

Los decentes TIFF 2016

Έχοντας δει έως τώρα αρκετά μεγάλο αριθμό ταινιών από το φετινό διαγωνιστικό τμήμα του ΦΚΘ (στόχος μας είναι τις δούμε όλες – και θα τον καταφέρουμε!) πρέπει να πούμε πως το πρόγραμμα των 17 ταινιών είχε ενδιαφέρον μέσα στην πολυμορφία και τα πολλά διαφορετικά θέματα αλλά και τις αισθητικές αναζητήσεις. Η ταινία Οι ενάρετοι (Los decentes) του Lukas Valenta Rinner πχ, μια συμπαραγωγή Αργεντινής, Αυστρίας και Νότιας Κορέας δείχνει μπάσταρδο παιδί του Λάνθιμου με τον Zeidl! Προχωρημένα πράγματα σας λέω!

Η υπόθεση: Η Μπελέν είναι μια γυναίκα στα ύστερα νιάτα της και με βήμα προς την ωρίμανση της μέσης ηλικίας. Είναι αγέλαστη και δείχνει μονίμως κουρασμένη και χωρίς πάθος για ζωή. Αναζητώντας δουλειά, θα προσληφθεί ως οικιακή βοηθός σε μια βίλα μέσα σε μια περιφραγμένη κοινότητα πλουσίων λίγο έξω από το Μπουένος Άιρες. Θα φροντίζει μια μεσήλικη προς γηραιά (μα κραταιά) κυρία και τον έφηβο και παθιασμένο με το τένις γιο της. Όμως, η κοινότητα των πλουσίων γειτνιάζει με μια περιοχή στην οποία ζει και διασκεδάζει μια ομάδα γυμνιστών σουίνγκερς. Αυτό που χωρίζει τους μεν από τους δε, πέρα από κάποιες μεγάλες ξύλινες πόρτες, είναι ένας ηλεκτροφόρος φράχτης. Η Μπελέν θα νιώσει να έλκεται από τη συγκεκριμένη ομάδα, θα αρχίσει να κάνει επισκέψεις εκεί, θα ασπαστεί τη φιλοσοφία της. Και με αφορμή τη δράση του ηλεκτροφόρου φράχτη θα ξεκινήσει μια επανάσταση!

Η άποψή μας: Δεν αλλάζει κατά πολύ την προβληματική του ο Rinner σε σχέση με την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, το «Parabellum» (2015). Κι εκεί είχαμε μια ιδιαίτερη, κλειστή κοινότητα, με έναν δάσκαλο τένις, η οποία προετοιμαζόταν για το τέλος του κόσμου. Εδώ, ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί την Μπελέν ως την αντιπρόσωπο των θεατών μέσα στα δρώμενα. Η Μπελέν είναι καλή στη δουλειά της αλλά δεν δείχνει κανένα συναίσθημα. Υπακούει αγόγγυστα σε υποδείξεις, κρατάει παρέα στην κυρία της όταν εκείνη την ξυπνάει εν το μέσον της νυκτός, ανταποκρίνεται (θεωρητικά) στο φλερτ του φύλακα, αλλά ουσιαστικά δεν της καίγεται καρφί. Θα αρχίσει να αλλάζει και να ξυπνάει από το ζόμπι mood στο οποίο βρίσκεται μόλις βρει την πόρτα για τον παράδεισο και τους πρωτόπλαστους! Στην αρχή ντρέπεται βλέποντας τόσους πολλούς ανθρώπους γυμνούς. Έλκεται όμως και από αυτό που βλέπει. Και δεν αργεί να συμμετάσχει. Όσα βλέπει, όσα ακούει, όσα αισθάνεται, τα γουστάρει τρελά. Αρχίζει να συνειδητοποιείται, αρχίζει μέσω της γύμνιας και του ταντρικού (αλλά όχι μόνον!) σεξ να ξυπνάει ερωτικά αλλά και ταξικά! Επιτέλους, στη σκηνή του ομαδικού σεξ, χαμογελάει, δείχνει συναίσθημα. Γιατί μέχρι τότε δεν έδειχνε απολύτως τίποτε.

Αυτή είναι η «Decent Woman» στην αγγλική απόδοση του τίτλου. Ο σκηνοθέτης στήνει κάδρα τέλεια, προσεγμένα, όμορφα, ψυχρά. Ο «Κυνόδοντας» έρχεται στο μυαλό, όχι ως θεματική αλλά ως εκτέλεση. Η Μπελέν σπάζει κατά λάθος ένα πιατάκι και μετά σπάζει επίτηδες και το ποτήρι που το συνοδεύει. Ώπα η επανάσταση! Οι γυμνοί θα πάρουν τα όπλα! Οι γυμνοί θα σκοτώσουν τους αστούς! Γαία πυρί μιχθήτω! Θα ταρακουνήσουν το σύστημα αλλά το σύστημα έχει οργανωμένους στρατούς για να καταπνίγουν τις όποιες επαναστάσεις. Ας είναι: η αρχή έχει γίνει. Και η έκρηξη πλησιάζει. Η έλλειψη πολλών διαλόγων, η αποστασιοποίηση, το ράθυμο στυλ ίσως κουράσουν κάποιους θεατές. Το φινάλε βελτιώνει την κατάσταση. Το ποτήρι είναι μισογεμάτο...

(η ταινία ολοκληρώνει τις προβολές της στο φεστιβάλ την Τετάρτη 9 Νοεμβρίου στις 15.15 στην αίθουσα Φρίντα Λιάππα – δεν έχει ακόμα διανομή για τη χώρα μας)

Sameblod TIFF 2016

To Αίμα των Σάμι (Sameblod) της Amanda Kernell αποτελεί μια συμπαραγωγή Σουηδίας, Νορβηγίας και Δανίας. Είναι η πρώτη της σκηνοθέτιδας και τιμήθηκε με το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη στο τμήμα «Venice Days» του περασμένου φεστιβάλ Βενετίας. Στο ΦΚΘ διεκδικεί – με αξιώσεις θα λέγαμε – τον Χρυσό Αλέξανδρο, καθώς προβάλλεται στο διαγωνιστικό τμήμα.

Η υπόθεση: Η Κριστίνα είναι μια γηραιά κυρία που ζει στην Ουψάλα της Σουηδίας. Όταν πεθαίνει η Νίνα, η μικρότερη αδελφή της, με την οποία είχαν να βρεθούν για πάρα πολλές δεκαετίες, θα αναγκαστεί να παραβρεθεί στην κηδεία της, παρέα με τον γιο της και την εγγονή της. Η Κριστίνα μόλις πατάει το πόδι της στο σουηδικό βορρά, στη Λαπωνία, όπου ζουν τα μέλη της φυλής των Σάμι, θέλει να εξαφανιστεί το ταχύτερο από εκεί. Είναι πληγωμένη, δεν τη χωράει ο τόπος, ασφυκτιά. Καθώς χαλαρώνει, θυμάται. Θυμάται τον εαυτό της, 14 ετών, τότε που ζούσε εκεί και την έλεγαν Έλε-Μάργια. Η Έλε-Μάργια ζούσε σε δύσκολες συνθήκες με την οικογένειά της, που όπως όλοι οι Σάμι, ασχολούνταν με την εκτροφή ταράνδων. Όταν πεθαίνει ο πατέρας της η μητέρα της αναγκάζεται να στείλει τις δύο κόρες της σε ένα οικοτροφείο. Εκεί, η Έλε-Μάργια έρχεται σε επαφή με τον ρατσισμό στη χειρότερη μορφή του. Έρχεται, όμως, σε επαφή και με τα γράμματα. Η Έλε-Μάργια αρχίζει να ονειρεύεται μια άλλη ζωή. Αλλά για να καταφέρει να ζήσει το όνειρό της, πρέπει να γίνει κάποια άλλη και να σπάσει όλους τους δεσμούς με την οικογένεια και την κουλτούρα της.

Η άποψή μας: Ευτυχώς στην Ελλάδα δεν περάσαμε Διαφωτισμό! Γιατί οι ευρωπαϊκές χώρες που τον πέρασαν μετά τον Διαφωτισμό το ρίξανε στον ρατσισμό και προετοίμαζαν ως κοινωνίες το καλωσόρισμα του ναζισμού! Ας πούμε, όπως δείχνει και τούτη η ταινία, οι Άριοι Σουηδοί, ψηλοί, ξανθοί, ευθυτενείς, με γαλάζια μάτια, φέρονταν στους ιθαγενείς Σάμι οι οποίοι κατοικούσαν στη Λαπωνία, στα βόρια της χώρας, σαν ζώα! Είναι χαρακτηριστική η σκηνή όπου μια ομάδα... Μένγκελε επισκέπτεται το οικοτροφείο όπου φοιτά η Έλε-Μαργία για να εξετάσουν τα παιδιά, τα οποία χειρίζονται σαν ζώα: μετράνε τη διάμετρο της κεφαλής, τσεκάρουν τα δόντια και βγάζουν βιαίως γυμνές φωτογραφίες, τη συνοδεία δηλώσεων του στυλ «ο εγκέφαλος των Σάμι είναι μικρότερος από των Σουηδών» και τέτοια. Καλοί άνθρωποι.

Η Έλε-Μαργία, όμως, όχι μόνο δεν αποθαρρύνεται (μάλιστα, κάποιο αγόρι βγάζει όλο του το μίσος επάνω της κόβοντας το αυτί της, έτσι όπως οι Λάπωνες μαρκάρουν τους ταράνδους!) αλλά με περισσό θάρρος στα όρια του θράσους κυνηγάει αυτό που θέλει πιο πολύ: να μην ξεχωρίζει. Να ενταχθεί. Και να μάθει γράμματα. Η ταινία που φτιάχνει η Kernell βασιζόμενη σε δικό της σενάριο είναι πάρα πολύ καλή. Η αφήγηση είναι στρωτή, χωρίς κενά, χωρίς υστερίες, χωρίς άχρηστους συναισθηματισμούς και υπερβολές. Δεν ξεπέφτει ποτέ στην παγίδα του μελοδράματος η ταινία, αλλά κρατάει και τους θεατές καρφωμένους με τα μάτια τους στη μεγάλη οθόνη, καθώς τους εμπλέκει συναισθηματικά. Τους νοιάζει – μας νοιάζει η τύχη της Έλε-Μαργία. Με φοβερή αυτοπεποίθηση η δημιουργός καταθέτει μια ταινία ξεκάθαρων προθέσεων, που δεν κραυγάζει το θέμα της, δίνει όμως μπόλικη τροφή για σκέψη.

Πάντως, είναι από τις ταινίες που λες πως δεν θα ήταν η ίδια αν δεν διέθετε το συγκεκριμένο καστ και ιδίως τη συγκεκριμένη πρωταγωνίστρια. Η Lene Cecilia Sparrok που υποδύεται την Έλε-Μαργία όταν είναι νεαρή, διαθέτει το πρόσωπο, το βλέμμα και τη σωματική στάση όχι απλά για να μας πείσει στο ρόλο της αλλά για να μας συνεπάρει. Και μια γαργαλιστική λεπτομέρεια, άσχετη με την ουσία της ταινίας, αλλά still: τη Σουηδέζα δασκάλα υποδύεται η Hanna Alström, η οποία υποδυόταν τη βασίλισσα της Σουηδίας στην ταινία «Kingsman», την οποία πηδάει οθωμανικό τω τρόπω υποτίθεται ο πρωταγωνιστής της ταινίας! Μα τι μαθαίνετε εδώ ρε παιδιά, τς τς τς...

(η ταινία ολοκληρώνει τις προβολές της στο φεστιβάλ την Τετάρτη 9 Νοεμβρίου στις 18.00 στην αίθουσα Φρίντα Λιάππα – δεν έχει ακόμα διανομή για τη χώρα μας)

À peine j'ouvre les yeux TIFF 2016

Η ταινία Με τα μάτια ανοιχτά (À peine j'ouvre les yeux) της Leyla Bouzid είναι μία από τις τρεις ταινίες τις υποψήφιες για το βραβείο LUX του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Το σκηνοθετικό ντεμπούτο της Leyla Bouzid έκανε το... κινηματογραφικό του ντεμπούτο στο φεστιβάλ Βενετίας του 2015 (στο τμήμα Venice Days), πήρε το βραβείο της ένωσης κριτικών FIPRESCI στο φεστιβάλ της Καρθαγένης, στην Τυνησία και συμμετείχε σε πολλά ακόμα φεστιβάλ. Εμείς, είδαμε την ταινία στη... Λεμεσό, στο πλαίσιο του φεστιβάλ «14ες Κινηματογραφικές Μέρες Κύπρου 2016». Και κλασικά, αυτό που ακολουθεί είναι το κείμενο που γράψαμε για την ταινία στην ανταπόκρισή μας, ελαφρώς παραλλαγμένο.

Η υπόθεση: Τύνιδα, καλοκαίρι 2010, λίγους μήνες πριν από την επανάσταση. Η Φάρα είναι μια 18χρονη κοπέλα η οποία περνάει στις εισαγωγικές εξετάσεις που δίνει. Όλοι περιμένουν πως θα επιλέξει να σπουδάσει ιατρική, εκείνη όμως προτιμά τη μουσικολογία. Η οικογένειά της είναι αρκετά ευκατάστατη ώστε να διαθέτει οικιακή βοηθό, κι ας είναι ο πατέρας της μακριά, σε άλλη πόλη, χωρίς να μπορεί να πάρει μετάθεση, καθώς δεν έχει υπογράψει για να γίνει μέλος του «κόμματος», της κυβερνούσας δικτατορίας του Μπεν Αλί δηλαδή (η οποία βρίσκεται στην εξουσία για 26 ολόκληρα χρόνια). Η Φάρα είναι τραγουδίστρια ροκ συγκροτήματος, ερωτευμένη και σε σχέση με τον ηγέτη του γκρουπ, τον Μπορέν. Οι στίχοι των τραγουδιών παραείναι επαναστατικοί για τα γούστα της κυβέρνησης. Ένας πρώην γνωστός (;) της Χαγιέτ, μητέρας της Φάρα, την προειδοποιεί ότι η κόρη της έχει μπλέξει και πως τα πράγματα είναι επικίνδυνα. Η Χαγιέτ θα προσπαθήσει να προστατέψει την κόρη της με πολύ αυταρχικό τρόπο. Πώς θα αντιδράσει η Φάρα;

Η άποψή μας: Η ταινία μας μεταφέρει στην πρωτεύουσα της Τυνησίας, λίγους μήνες πριν ξεσπάσει η λεγόμενη «Επανάσταση των γιασεμιών», η οποία έριξε τον δικτάτορα Μπεν Αλί από την εξουσία και σηματοδότησε την απαρχή της «Αραβικής Άνοιξης». Πέντε χρόνια μετά, βεβαίως, τα πράγματα δεν φαίνεται να έχουν αλλάξει προς το καλύτερο, αλλά αυτό δεν είναι το θέμα τούτης της ταινίας. Τούτη η ταινία είναι ταυτόχρονα ένα coming of age φιλμ, μια ταινία για τη σχέση μητέρας – κόρης, μια ματιά σε μια κοινωνία βαθιά συντηρητική κι ένα είδος μουσικού ντοκιμαντέρ, καθώς πολύ μεγάλο τμήμα από τη διάρκεια της ταινίας καλύπτεται από την ερμηνεία εξαιρετικών, είναι η αλήθεια, τραγουδιών, πρωτόγνωρων για τα αυτιά μας, καθώς συνδυάζουν αραβικά ακούσματα με τη ροκ και μερικούς πολύ δυνατούς, πολιτικά φορτισμένους στίχους.

Η σκηνοθέτιδα έχει φοβερή αυτοπεποίθηση και φέρει εις πέρας το δύσκολο εγχείρημά της. Κυρίως, μας συστήνει μια κοινωνία που δείχνει (ή μήπως είναι;) πιο συντηρητική ακόμα και από την ελληνική κοινωνία. Ναι, γιατί στην Τύνιδα τότε (δεν ξέρω για τώρα) υπήρχαν καφενεία μόνο για άντρες και η παρουσία μιας γυναίκας εκεί προκαλούσε το λιγότερο αναστάτωση. Ναι, γιατί ακόμα και οι πιο προοδευτικοί από τους άντρες εκεί, όπως ο αρχηγός του συγκροτήματος, θέλει να επωφεληθεί από την «ελευθεριότητα» αλλά δεν δέχεται η κοπέλα του να χορεύει δημοσίως και να τραβάει τα αντρικά βλέμματα – είναι αιτία χωρισμού αυτό! Ναι, γιατί αν δεν ήσουν γραμμένος στο κόμμα του δικτάτορα δεν μπορούσες να απολαύσεις προνόμια (χμ...). Ναι, γιατί υπήρχε στημένος ένας ολόκληρος κρατικός μηχανισμός που παρακολουθούσε τους πολίτες, οι οποίοι ζούσαν μέσα στο φόβο, καθώς δεν μπορούσαν να ξεχωρίσουν ποιοι είναι οι χαφιέδες.

Ενδιαφέρουσα ταινία με εξαιρετικό σάουντρακ (τα ιδιαίτερα αυτά τραγούδια σου μένουν στη μνήμη) με πολύ καλή ερμηνεία από την νεαρή πρωτοεμφανιζόμενη πρωταγωνίστρια Baya Medhaffer, αλλά κυρίως από την εξαιρετική, δυναμική, υπέροχη Ghalia Benali, στο ρόλο της μητέρας της.

(η ταινία προβάλλεται για μία και μοναδική φορά στο φεστιβάλ την Τετάρτη 9 Νοεμβρίου στις 13.00 στην αίθουσα Τζον Κασσαβέτης - έχει διανομή και θα βγει στις αίθουσες της χώρας μας από την One From The Heart με άγνωστη προς το παρόν ημερομηνία εξόδου)

Aquarius TIFF 2016

Η ταινία του Kleber Mendonça Filho, Aquarius έχει δημιουργήσει μεγάλη αναταραχή στη Βραζιλία. Όταν προβλήθηκε στο περασμένο φεστιβάλ των Καννών στο πλαίσιο του διαγωνιστικού τμήματος όπου συμμετείχε, οι δημιουργοί της ταινίας διαμαρτυρήθηκαν έντονα για την πολιτική κατάσταση στη χώρα τους. Στρέφονταν εναντίον της τότε προέδρου Dilma Rousseff καταγγέλλοντάς την για δικτατορία! Η κυβέρνηση ως αντίποινα αρχικά έδωσε στην ταινία τον χαρακτηρισμό «ακατάλληλη μέχρι 18 ετών» μειώνοντας τις πιθανότητες εμπορικής επιτυχίας της και κατόπιν δεν την επέλεξε ως εκπρόσωπο της χώρας για το ξενόγλωσσο Όσκαρ! Συμβαίνουν λοιπόν και αλλού τέτοια όμορφα πράγματα. Στη Θεσσαλονίκη η ταινία προβάλλεται στο πλαίσιο των «Ανοιχτών Οριζόντων» κι εμείς σας παρουσιάζουμε ελαφρώς παραλλαγμένη την ανταπόκρισή μας για την ταινία όπως τη στείλαμε από τις Κάννες.

Η υπόθεση: Η Κλάρα είναι μια 65χρονη χήρα και συνταξιούχος μουσικοκριτικός. Τα χρήματα δεν την απασχόλησαν ποτέ. Γεννήθηκε μέσα σε μια πλούσια, παραδοσιακή οικογένεια στο Ρεσίφε της Βραζιλίας. Και είναι η τελευταία κάτοικος στο Ακουάριους, ένα πρωτότυπο διώροφο συγκρότημα κατοικιών που χτίστηκε κατά τη δεκαετία του '40 στην γεμάτη ακριβά κτίσματα παραλία της πόλης. Όλα τα υπόλοιπα διαμερίσματα του Ακουάριους τα έχει αγοράσει μια τεχνική εταιρία που θέλει να γκρεμίσει το κτίσμα και να χτίσει κάτι πιο σύγχρονο, με προφανέστατο στόχο το κέρδος. Η Κλάρα αντιστέκεται. Το μόνο που ζητά είναι να την αφήσουν να ζήσει εκεί μέχρι να πεθάνει και μετά να κάνουν ότι θέλουν. Η κόντρα και οι παρενοχλήσεις, όμως, είναι συνεχείς. Με αυτόν τον τρόπο η Κλάρα είναι συνεχώς σε εγρήγορση αλλά της δίνεται το έναυσμα να θυμηθεί τους αγαπημένους της, το παρελθόν της και να σκεφτεί και το μέλλον.

Η άποψή μας: Αν κάτι ξεχωρίζει σε τούτη εδώ την ενδιαφέρουσα, αλλά ταυτόχρονα άνιση και φλύαρη ταινία του Filho είναι η Sonia Braga. Με ηλικία ίδια με αυτήν της ηρωίδας που υποδύεται, λάμπει επί της μεγάλης οθόνης. Ένα αιλουροειδές που όζει ερωτισμό, που ξεχειλίζει αυτοπεποίθηση, που είναι μια γυναίκα ζωντανή, με πάθος, με επιμονή κι όχι κάποια γυναικούλα, θύμα των ανθρώπων και της μοίρας. Η Κλάρα της Braga θέλει να κρατάει τη μοίρα στα χέρια της. Και όσο περνάει από τα... χέρια της, αυτό κάνει!

Σε ότι αφορά την ίδια την ταινία: χμ. Ο σκηνοθέτης, όντας άπειρος (αυτή είναι μόλις η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του) δομεί το πορτρέτο μιας πολύ ενδιαφέρουσας γυναίκας αλλά θέλει να κάνει και μια κριτική στη σημερινή Βραζιλία. Σε μια χώρα που γκρεμίζει το παλιό για να χτίσει το καινούργιο χωρίς κανέναν σεβασμό, χωρίς ήθος, χωρίς ηθική. Μόνο το άχρονο κέρδος έχει σημασία. Μόνο που πέφτει στην παγίδα της επανάληψης. Και της φλυαρίας. Και να οι επενδυτές και να τα κόλπα τους και να, πάλι τους απορρίπτει η Κλάρα και ξανά πάει για μπάνιο και φτου κι από την αρχή. Σαν τους τερμίτες που κατατρώνε ένα σπίτι από μέσα, που το ρημάζουν πριν καν ο εξωτερικός εχθρός φτάσει στην πύλη, έτσι και ο σκηνοθέτης στην έντιμη προσπάθειά του έχει ως εχθρό τον εαυτό του. «Πέφτει» μαχόμενος, αλλά όπως ακούμε να τραγουδούν και οι Queen (μέσα από κασέτα παρακαλώ!) στην αρχή της ταινίας «Another One Bites the Dust»...

(η ταινία προβάλλεται για μία και μοναδική φορά στο φεστιβάλ την Τετάρτη 9 Νοεμβρίου στις 20.30 στην αίθουσα Φρίντα Λιάππα - έχει διανομή και θα βγει στις αίθουσες της χώρας μας από την Seven Films με άγνωστη προς το παρόν ημερομηνία εξόδου)

Ejdeha Vared Mishavad! TIFF 2016

Στο τμήμα «Ειδικές Προβολές» του ΦΚΘ παίζονται ταινίες που έχουν προηγουμένως προβληθεί σε κάποιο από τα μεγάλα κινηματογραφικά φεστιβάλ του κόσμου πριν «σκάσουν μύτη» στη Θεσσαλονίκη. Μία από αυτές είναι και η ταινία Ένας δράκος έρχεται (Ejdeha Vared Mishavad!) του Ιρανού Mani Haghighi, η οποία έλαβε μέρος στο διαγωνιστικό τμήμα του περασμένου φεστιβάλ Βερολίνου. Εκεί την είδαμε, αλλά δεν προλάβαμε να γράψουμε – τότε – ανταπόκριση (συμβαίνει και αυτό – σπανίως, αλλά συμβαίνει!). Ευκαιρία να γράψουμε κείμενο για τη συγκεκριμένη ταινιάρα λοιπόν, επ' ευκαιρίας της παρουσίασής της στο ΦΚΘ.

Η υπόθεση: Ένας ντετέκτιβ ανακρίνεται από την αστυνομία για μια υπόθεση που είχε αναλάβει 50 χρόνια πριν. Στις 23 Ιανουαρίου 1965, μία μέρα μετά τη δολοφονία του Ιρανού πρωθυπουργού, ένας πολιτικός κρατούμενος βρέθηκε κρεμασμένος μέσα σ’ ένα μισοχτισμένο πλοίο, δίπλα σ’ ένα νεκροταφείο στη μέση ενός έρημου νησιού. Ο θρύλος έλεγε πως κάθε φορά που θαβόταν κάποιος στο νεκροταφείο γινόταν σεισμός, κι έτσι ο ντετέκτιβ έπιασε δουλειά έχοντας στο πλευρό του έναν μηχανικό ήχου κι έναν γεωλόγο. Τι έχει απομείνει από εκείνη την έρευνα όταν ο φάκελος ξανανοίγει; Οι αναμνήσεις σαρώνουν το παρόν με την ορμή μιας πορτοκαλί Σεβρολέ που διασχίζει την έρημο...

Η άποψή μας: Τούτη ανήκει στην κατηγορία «ταινία – εμπειρία»! Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι κάνει εδώ ο σπουδαίος Ιρανός σκηνοθέτης! Μιλάμε, υπάρχουν στιγμές που αυτό που βλέπεις αγγίζει τον λυρισμό του ομορφότερου ποιήματος ενώ σε άλλες βγάζει οπτικό εντυπωσιασμό... εντυπωσιακότερα από το πιο ακριβό αμερικάνικο blockbuster! Ο Haghighi φτιάχνει ένα εντελώς δικό του υβρίδιο ταινίας που είναι παράλληλα και ταυτόχρονα ένα mockumentary, μια πολιτική ταινία, μια ταινία φαντασίας και μια ποιητική αλληγορία για την ίδια τη ζωή! Θα πάθετε πλάκα λέμε! Οι σκηνές με το πλοίο στη μέση του πουθενά ενός εγκαταλελειμμένου νησιού είναι απίστευτες! Οι σκηνές των σεισμών κάθε φορά που θάβεται κάποιος στο νεκροταφείο είναι απίστευτες! Το σάουντρακ με την έντονη ηλεκτρική κιθάρα και τον τρομερό ρυθμό είναι απίστευτο.

Ο μοναδικός κίνδυνος που υπάρχει κατά την παρακολούθηση αυτής της ταινίας είναι να χάσει ο θεατής τη μπάλα! Να μην μπει γρήγορα στο κλίμα της ταινίας και από πολύ νωρίς να πετάξει λευκή πετσέτα. Δεν πρέπει όμως. Γιατί αν επιδείξει τη δέουσα προσοχή και υπομονή θα ανταμειφθεί με μια μοναδική, ιδιαίτερη και πλούσια κινηματογραφική εμπειρία. Η σκηνή με τα πολύχρωμα μπαλόνια που απελευθερώνονται και ίπτανται πάνω από την κίτρινη έρημο είναι σαν να έχει βγει από το καλύτερο τριπάκι! Μας βάζει ο σκηνοθέτης και κάτι «βασισμένη σε πραγματική ιστορία», εμφανίζεται και ο ίδιος ως ομιλούσα κεφαλή να λέει ότι η ταινία αφηγείται την ιστορία του ηχολήπτη παππού του, που εξαφανίστηκε μυστηριωδώς στη συγκεκριμένη περιοχή για να ανεβεί η πυρετική σύγχυση. Μας λέει ένα ψέμα τόσο μεγάλο που ο θεατής ξύνει το κεφάλι του καθώς πιστεύει πως όντως αυτό που βλέπει είναι αληθινό. Πολύ μεγάλη ταινία, που μιλάει και για το ίδιο το σινεμά, έτσι όπως μόνο οι σπουδαίες ταινίες το κατορθώνουν!

(η ταινία προβάλλεται για μία και μοναδική φορά στο φεστιβάλ την Τετάρτη 9 Νοεμβρίου στις 23.00 στο Ολύμπιον - έχει διανομή και θα βγει στις αίθουσες της χώρας μας από την Ama Films με άγνωστη προς το παρόν ημερομηνία εξόδου)

Θοδωρής Γιαχουστίδης

Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 2016 TIFF 16 Live
Περισσότερα... »