Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 2016 TIFF 16 Live

του Θόδωρου Γιαχουστίδη

So long Leonard...

Χθες Πέμπτη, ο Ντόναλντ Τραμπ και η Μελάνια ξεναγήθηκαν στο Λευκό Οίκο (ωχ ωχ ωχ). Χθες Πέμπτη, συγκροτήθηκε το ΕΣΡ (ωχ ωχ ωχ). Χθες Πέμπτη, έγινε σεισμός αισθητός στη Θεσσαλονίκη (ωχ ωχ ωχ). Και τα ξημερώματα της Παρασκευής που σηκώθηκα για να ξεκινήσει άλλη μια υπέροχη μέρα (!!!) διαβάζω ότι πέθανε ο Leonard Cohen στα 82 του. Νταξ, το λες και κωλοκατάσταση...

Bezbog TIFF 2016

Από φέτος έχει ξεκινήσει μια στενότερη συνεργασία ανάμεσα στο ΦΚΘ και το φεστιβάλ του Λοκάρνο. Ασχέτως της συνεργασίας, ήδη από τα προηγούμενα χρόνια δεν ήταν σπάνιο το φαινόμενο να προβάλλονται εδώ ταινίες που διακρίθηκαν στην ιταλόφωνη πόλη της Ελβετίας. Όπως συμβαίνει και τώρα: η ταινία Δίχως Θεό (Bezbog) της Ralitza Petrova από τη Βουλγαρία, προβάλλεται στο ΦΚΘ Εκτός Συναγωνισμού ενώ προηγουμένως έχει τιμηθεί με τη Χρυσή Λεοπάρδαλη καλύτερης ταινίας στο Λοκάρνο, όπου κέρδισε και το βραβείο καλύτερης γυναικείας ερμηνείας αλλά και το βραβείο της Οικουμενικής Επιτροπής.

Η υπόθεση: Η Γκάνα είναι μια νοσοκόμα σε μια μικρή πόλη της Βουλγαρίας η οποία κλέβει και διακινεί στη μαύρη αγορά τις ταυτότητες ασθενών που πάσχουν από άνοια. Η σχέση της μ’ έναν μηχανικό αυτοκινήτων δεν της προσφέρει ερωτικό καταφύγιο, καθώς η σεξουαλική έλξη έχει σβήσει κι έχει απομείνει μόνο ο εθισμός της στη μορφίνη. Τίποτα δεν μοιάζει να βαραίνει τη συνείδησή της, ακόμα κι όταν δολοφονείται μια ασθενής της που απειλεί να καταγγείλει την παράνομη δραστηριότητά της. Αλλά όλα αλλάζουν εξαιτίας ενός νέου ασθενή της, του Γιόαν, του οποίου την ταυτότητα επίσης έβγαλε στην αγορά. Ενός ασθενή που διευθύνει κατά κάποιον τρόπο χορωδία για ψαλμούς κι αυτά που ακούει η Γκάνα την εντυπωσιάζουν και τη γαληνεύουν. Το ενδιαφέρον της (που διαρκώς μεγαλώνει) για τον συγκεκριμένο ηλικιωμένο, ξεκλειδώνει τη ναρκωμένη της συνείδηση. Όταν όμως τον συλλαμβάνουν για απάτη (οι κλεμμένες ταυτότητες χρησιμοποιούνται για κάθε λογιών απάτες) η Γκάνα αντιλαμβάνεται πως το να κάνεις το σωστό καμιά φορά πληρώνεται ακριβά...

Η άποψή μας: Θυμάστε την ταινία του Alejandro G. Iñárritu, το ανορθόγραφο «Biutiful», που αποτελεί ανορθογραφία στη φιλμογραφία του σπουδαίου Μεξικανού σκηνοθέτη, καθώς είναι μια ταινία που αποθεώνει τη μιζέρια, με όρους... πορνό; Ε, εδώ η Βουλγάρα συνάδελφός του φαίνεται πως έχει στόχο να τον ξεπεράσει σε μιζέρια! Άθλια, ερειπωμένη πόλη, χωρίς ήλιο, με χαλασμένα κτίρια και μικρά διαμερίσματα όπου ζουν άνθρωποι μέσα στην αθλιότητα. Διεφθαρμένοι άνθρωποι παντού: από την αστυνομία μέχρι τη δικαιοσύνη. Σεξουαλικά όργια εκτόνωσης, έτσι, χωρίς ουσιαστικά ηδονή. Ανοιχτές πόρτες που μας αφήνουν να δούμε γυναίκα να κάνει στοματικό έρωτα σε άνδρα την ώρα που ένα μικρό κορίτσι μπαίνει μέσα στο διαμέρισμα. Άθλιο φαγητό, άρρωστοι γέροντες, όλα γκρίζα, όλα μαύρα. Και η Γκάνα σαν ζόμπι να κινείται, να κάνει τη δουλειά της (την οποία παραδόξως κάνει καλά), να κλέβει ταυτότητες και να «ηρεμεί» μόνο όταν κάνει μορφίνη: μόνο τότε η ψυχή της βρίσκει λίγη χαρά μέσα στο συναισθηματικό μούδιασμα. Έως ότου γνωρίζει τον Γιόαν και τη χορωδία του με τους ψαλμούς του. Κι αν τα πράγματα μέχρι εδώ ήταν χάλια για την ταινία, τα πράγματα γίνονται χειρότερα! Ο Γιόαν είχε κυνηγηθεί από τους κομουνιστές! Και υπάρχει μνημείο των ανθρώπων που υπέφεραν από τον κομουνισμό! Την ίδια ώρα που μια γραία επαναλαμβάνει διαρκώς πόσο καλοί ήταν οι Γερμανοί Ναζί – εντάξει, υποτίθεται πως έχει άνοια, αλλά έλεος! Ναι, μερικές φορές ακόμα και τα μεγαλύτερα φεστιβάλ παίρνουν αποφάσεις αδικαιολόγητες και βραβεύουν ταινίες που δεν έχουν να προσφέρουν απολύτως τίποτε! Προσπεράστε άφοβα!

(η ταινία ολοκληρώνει τις προβολές της στο φεστιβάλ την Παρασκευή 11 Νοεμβρίου στις 12.45 στην αίθουσα Τζον Κασσαβέτης – δεν έχει ακόμα διανομή για τη χώρα μας)

Maudite Poutine TIFF 2016

Η πρώτη από τις δύο ταινίες του διαγωνιστικού τμήματος μας έρχεται από το γαλλόφωνο Καναδά. Τίτλος της: Μπάχαλο (Maudite Poutine) και είναι η πρώτη μεγάλου μήκους του Karl Lemieux. Καθώς ο πρωτότυπος τίτλος του μου θύμισε το «Gazon maudit» της Josiane Balasko, που στη χώρα μας βγήκε με τον τίτλο «Για όλα φταίει το γκαζόν», ενώ ο πρωτότυπος παρέπεμπε στην τριχωτή ήβη των γυναικών, ήθελα να δω αν ο τίτλος της καναδέζικης ταινίας αποτελεί κάποιον ιδιωματισμό, που σημαίνει κάτι διαφορετικό από το «μπάχαλο». Το «maudite» από μόνο του σημαίνει «καταραμένο» ενώ το poutine είναι ένα πιάτο της τοπικής κουζίνας του Κεμπέκ, που περιλαμβάνει τηγανιτές πατάτες, τυρί και μια ελαφριά σος. Oh well, το καθήκον μας το κάναμε. Και τη βλακεία μας: τα έλεγε όλα τα παραπάνω και ο κατάλογος του φεστιβάλ γμτ! Ε, νομίζω ότι εγώ τα έγραψα καλύτερα! Η ταινία έλαβε μέρος στο τμήμα «Ορίζοντες» του περασμένου φεστιβάλ Βενετίας.

Η υπόθεση: Ο 27χρονος Βενσάν είναι ο ντράμερ ενός ροκ συγκροτήματος που παίζει κάτι σαν αυτό που έπαιζαν οι πρώιμοι Husker Du. Μαζί με τα άλλα μέλη του συγκροτήματος, όμως, κάνουν το λάθος να κλέψουν μεγάλη ποσότητα χασίς από μια συμμορία με σκοπό να την πουλήσουν και να βγάλουν γρήγορα χρήματα. Η κίνησή τους δεν περνάει απαρατήρητη και οι μαφιόζοι που διακινούν το χασίς ξυλοφορτώνουν άσχημα τους ροκάδες προσπαθώντας με αυτόν τον τρόπο να τους νουθετήσουν, ενώ επιπλέον δίνουν διορία για να λάβουν 10 χιλιάδες δολάρια, όσο κοστολογείται η ποσότητα του χασίς που εκλάπη. Αλλιώς, οι συνέπειες θα είναι μοιραίες, όπως αφήνουν να εννοηθεί. Ο Βενσάν τη γλυτώνει με μια απλή σφαλιάρα καθώς ένα από τα τσιράκια των μαφιόζων είναι ο μεγαλύτερος αδελφός του. Έτσι, τα δύο αδέλφια ξαναβρίσκονται μετά από πολύ καιρό που είχαν χαθεί μεταξύ τους. Τα πράγματα πάντως δεν θα εξελιχθούν με τον καλύτερο τρόπο για τα δύο αδέλφια...

Η άποψή μας: Φωτορρυθμικά ικανά να προκαλέσουν επιληψία. Φαζάρισμα, ηλεκτρικές κιθάρες, θόρυβος. Μια live συναυλία σε slo mo και σε ασπρόμαυρο. Έτσι ξεκινάει τούτη η ταινία, που πάντως δεν δικαιώνει ποτέ τις προσδοκίες της. Κι αυτό επειδή ο Lemieux (ο οποίος έχει ενεργή σχέση με τη μουσική, καθώς μεταξύ των άλλων ετοιμάζει τα οπτικά που συνοδεύουν τις συναυλίες των Godspeed You! Black Emperor, προβαλλόμενες από προτζέκτορα 16mm) ενδιαφέρεται περισσότερο για τη φόρμα της ταινίας του παρά για την ουσία της. Επίσης, δεν αφήνει στον μοντέρ του να παίξει πλήρως το ρόλο του αφήνοντας αδιανοήτως σκηνές να ξεχειλώνουν χωρίς να κόβονται. Αλλά και το σενάριο είναι γεμάτο ευκολίες και ακατανόητες κινήσεις από τους βασικούς πρωταγωνιστές. Μια αυτοκτονία πχ από τη μέση και μετά δεν δικαιολογείται επ' ουδενί. Η κοπέλα που σπουδάζει κλασική μουσική και προτείνει στον Βενσάν να ακούσει Σιμπέλιους, εξαφανίζεται, χωρίς να έχει κάποια δραματουργική επίδραση σε όλο το φιλμ. Μια κουβέντα, που φαίνεται να αποτελεί την ιδεολογική βάση της ταινίας, δεν έχει την αναμενόμενη αντίστιξη με τα δρώμενα. Είναι η ιστορία που λέει η μάνα του στο Βενσάν: η ιστορία με το πουλί. Μέσες άκρες λέει πως μερικές φορές είναι πράξη καλοσύνης για ένα τραυματισμένο πουλί να το σκοτώνει κάποιος, καθώς θα τυραννηθεί αν προσπαθήσει κάποιος να το φροντίσει κι ενδεχομένως να μην ξαναπετάξει ποτέ. Εντέλει, αυτό που μας προσφέρει είναι ένα εντυπωσιακό πλάνο στο φινάλε από πουλιά που πετάνε στον ορίζοντα – εκατομμύρια πουλιά! Δυστυχώς, λίγα πράγματα...

(η ταινία ολοκληρώνει τις προβολές της στο φεστιβάλ την Παρασκευή 11 Νοεμβρίου στις 18.00 στην αίθουσα Φρίντα Λιάππα – δεν έχει ακόμα διανομή για τη χώρα μας)

Άφτερλωβ TIFF 2016

Και τώρα έφτασε η στιγμή της αποθέωσης! Άφτερλωβ παιδιά, του Στέργιου Πάσχου! Ότι πιο φρέσκο, μοντέρνο, δυνατό, υπέροχο, λατρεμένο είδαμε στο φετινό φεστιβάλ! Μακριά από τις μιζέριες και τη σοβαροφάνεια που πλήττει σχεδόν εν ολοκλήρω το σύγχρονο ελληνικό σινεμά! Ο 31χρονος σκηνοθέτης με την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία τα δίνει όλα και μας κάνει να ελπίζουμε πως αυτή η νέα φωνή του κινηματογράφου μας έχει να μας πει πολλά και ενδιαφέροντα πράγματα προσεχώς. Καθόλου τυχαία στο περασμένο φεστιβάλ του Λοκάρνο η ταινία τιμήθηκε με τη Χρυσή Λεοπάρδαλη των Δημιουργών του Παρόντος! Μεγάλη τιμή, indeed!

Η υπόθεση: Μπρατισλάβα, φθινόπωρο του 1983. Είναι η αρχή της σχολικής χρονιάς και η μεσήλικη κυρία Drazdechova μπαίνει στην τάξη. Θα τους διδάξει Τσέχικα, Ρώσικα και κάτι που έχει να κάνει με την ηθική. Ζητά από κάθε μαθητή που ακούει το όνομά του, να σηκώνεται, να παρουσιάζεται και να αναφέρει τι δουλειά κάνουν οι γονείς του! Υψηλόβαθμο στέλεχος του κομουνιστικού κόμματος, χήρα υψηλόβαθμου στρατιωτικού και με αδελφή που ζει στη Μόσχα, η δασκάλα έχει μάθει να παίρνει αυτό που θέλει εμμέσως. Χρησιμοποιεί λοιπόν τους μαθητές της για να χειραγωγήσει τους γονείς για το δικό της προσωπικό συμφέρον. Οι περισσότεροι γονείς υποκύπτουν στην πίεση και της προσφέρουν διάφορες υπηρεσίες και δώρα. Ωστόσο, τρεις οικογένειες αποφασίζουν να πατήσουν πόδι και να προσπαθήσουν να επιλύσουν την κατάσταση μαζί με τη διευθύντρια σε μια μυστική συνάντηση γονέων και κηδεμόνων κι ενώ έχουν συμβεί διάφορα περίεργα πράγματα.

Η άποψή μας: Θα ήθελα να διευκρινίσω κάτι: μεγάλες ταινίες δεν είναι απαραίτητα αυτές που ασχολούνται με «μεγάλα» θέματα. Μπορεί ξέρω 'γω ένας σκηνοθέτης να θέλει να βγάλει προς τα έξω τους προβληματισμούς του για τον ρατσισμό, την πείνα, τη φτώχεια, την ανεργία, τον μιλιταρισμό, την οικολογική καταστροφή and so on, και να κάνει κακή ταινία. Και μπορεί κάποιος άλλος να θέλει να κάνει ένα φιλμ για τον έρωτα και για το πού πάει η αγάπη όταν τελειώνει και να φτιάχνει αριστούργημα! Όπως κάνει ο Στέργιος Πάσχος στην πολύ ώριμη, πολύ έξυπνη, πολύ αστεία, πολύ μελαγχολική ταινία του. Δεν θα σταθώ στους στίχους του Τάσου Λειβαδίτη που πέφτουν στην οθόνη και απαγγέλλονται συνάμα από τους δύο πρωταγωνιστές με παράξενο τρόπο. Όχι. Γιατί έχουμε τόσο πολλά να πούμε για την ταινία. Και εννοείται ότι δεν θα σας τα πούμε όλα για να νιώσετε κι εσείς την ευχάριστη έκπληξη παρακολουθώντας την – αν και τώρα που το σκέφτομαι, και όλα να τα λέγαμε, πάλι υπέροχα θα περνούσατε στην ταινία γιατί αλλιώς είναι να τα λες κι αλλιώς είναι να τα δείχνεις.

Ο Πάσχος πάντως και τα λέει και τα δείχνει κατά πως πρέπει. Κι ευτυχεί να διαθέτει ένα τρομερό πρωταγωνιστικό δίδυμο. Η Ηρώ Μπέζου είναι εξαιρετική ως Σοφία, εκείνος όμως που παίρνει την ταινία επάνω του είναι καθαρά και αδιαμφισβήτητα ο Χάρης Φραγκούλης. Που αποδεικνύει εδώ πως όταν βρίσκεται σε αγαστή συνεργασία με τον σκηνοθέτη του μπορεί να λάμψει και να μην βγαίνει μη πειστικός, όπως πχ στο ρόλο του στην πιο μεγάλη ελληνική ταινία στην οποία έχει συμμετάσχει, το «Ουζερί Τσιτσάνη». Δεν ξέρω κατά πόσο δόθηκε η ελευθερία στους ηθοποιούς να αυτοσχεδιάσουν ή αν όλα όσα βλέπουμε επί της μεγάλης οθόνης είναι αποτέλεσμα πολλών και εξαντλητικών προβών, το τελικό αποτέλεσμα πάντως είναι τέλειο! Τέλειος συγχρονισμός ανάμεσα στους δύο ηθοποιούς, φοβερή αίσθηση της ατάκας, ρυθμός και δύο άνθρωποι που μιλάνε όπως μιλάνε οι νέοι σήμερα κι όχι ως ήρωες μυθιστορήματος με βαρύγδουπες εκφράσεις και δηθενιές. Ο Νίκος θέλει να μάθει γιατί τον χώρισε η Σοφία. Αυτό. Και για να το πετύχει την κλειδώνει μαζί του στο διαμέρισμα – στούντιο του φίλου του. Εγκλεισμός και δύο άνθρωποι που έζησαν για κάποιο χρονικό διάστημα (μικρό, μεγάλο, δεν έχει σημασία) μαζί και βίωσαν ολοφάνερα έναν πολύ μεγάλο έρωτα. Η Σοφία δεν του δίνει καμία απάντηση. Την απάντηση, πάντως, την αντιλαμβάνεται ο Νίκος στο φινάλε. Πού πάει η αγάπη όταν τελειώνει; Δεν γίνεται να φτάσεις στο πικ στη σχέση σου με έναν άλλο άνθρωπο, να έχεις βιώσει τον απόλυτο έρωτα και να συνεχίσεται να είστε μαζί. Η μεγάλη τελική σκηνή του love making ίσως φανεί κουραστική σε κάποιους. Την κερδίζει όμως με το σπαθί του ο Πάσχος. Γι' αυτό έχουν προηγηθεί όλα τα προηγούμενα κωμικά ιντερλούδια, που, πιστέψτε με, βγάζουν πολύ γέλιο! Γι' αυτό ο ρυθμός ήταν ταχύτατος, όλα κυλούσαν σφαίρα, το πράγμα τσουλούσε γρήγορα και όμορφα. Για να δούμε σε όλο τους το μεγαλείο δύο ανθρώπινα κορμιά να κάνουν έρωτα. Χωρίς βιασύνη. Παίρνουν το χρόνο τους. Ερεθίζονται, φιλιούνται, χαμουρεύονται, γαμιούνται. Ο Νίκος κλαίει. «Μην φοβάσαι», του λέει η Σοφία. Κι όμως, κλαίει. Γιατί καταλαβαίνει. Δεν μπορεί να υπάρξει κάτι καλύτερο από αυτό. Και μετά, η αμηχανία του τέλους. Και η φυγή. Υπέροχη ταινία με έναν απίστευτο Φραγκούλη που μιλάει τη γλώσσα του σήμερα. Και θα σας παραθέσω κι ένα μικρό διάλογο ανάμεσα στους δύο πρωταγωνιστές, που ειρήσθω εν παρόδω, συχνά (ιδίως ο Νίκος) σπάζουν τον τέταρτο τοίχο, απευθύνονται στο κοινό και δεν κρύβουν ότι αυτό που βλέπουμε είναι αναπαράσταση, είναι σινεμά, είναι σκηνοθετημένο, είναι το πιο όμορφο ψέμα. Έχουμε και λέμε λοιπόν:
 Νίκος (απευθυνόμενος στη Σοφία): «Έχεις καύλες;»
 Σοφία: Ναι...
 Νίκος: Οπότε, είμαστε ακόμα κάπως ζωντανοί...
Ταινιάρα!!!

(η ταινία ολοκληρώνει τις προβολές της στο φεστιβάλ την Παρασκευή 11 Νοεμβρίου στις 20.00 στην αίθουσα Τώνια Μαρκετάκη - έχει διανομή και θα βγει στις αίθουσες της χώρας μας από την Strada Films με άγνωστη προς το παρόν ημερομηνία εξόδου)

El ciudadano ilustre TIFF 2016

Μια πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση είναι η ταινία Ο επιφανής πολίτης (El ciudadano ilustre) των Gastón Duprat και Mariano Cohn. Μια ταινία, που φέρνει στο νου κάτι από το «Κυνήγι» του Thomas Vinterberg αλλά και από τον «Βασιλιά» του Νίκου Γραμματικού, σε πιο χαλαρούς τόνους πάντως. Αποτελεί την επίσημη πρόταση της Αργεντινής για το ξενόγλωσσο Όσκαρ κι εμείς την είχαμε δει στο Market του περασμένου φεστιβάλ των Καννών, οπότε είχαμε γράψει κείμενο για την ταινία, το οποίο παραθέτουμε παρακάτω, επ' αφορμής της προβολής της συγκεκριμένης ταινίας στο τμήμα «Ανοιχτοί Ορίζοντες» του ΦΚΘ, ελαφρώς παραλλαγμένο.

Η υπόθεση: Ο Ντανιέλ Μαντοβάνι είναι ένας συγγραφέας παγκοσμίου φήμης, την οποία επικυρώνει με τη βράβευσή του με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας (πριν τη βράβευση του Bob Dylan προφανώς...). Τα βιβλία του πουλάνε τρελά και καθημερινά δέχεται δεκάδες προσκλήσεις για συνεντεύξεις (τηλεοπτικές, ραδιοφωνικές, γραπτές), για παρουσίαση σε διάφορες εκδηλώσεις τόσο φιλανθρωπικού όσο και κοσμικού χαρακτήρα, για ομιλίες σε πανεπιστήμια ανά τον κόσμο. Ο ίδιος όμως είναι μοναχικός άνθρωπος και προτιμά να βρίσκεται στο ησυχαστήριό του, στη Βαρκελώνη. Τη μόνη παρέα που ανέχεται είναι αυτή της ιδιαιτέρας γραμματέως – βοηθού του. Κάποια μέρα τον περιμένει μια έκπληξη: τον καλούν να τον τιμήσουν από την γενέτειρά του, μια μικρή πόλη στην Αργεντινή. Ενώ αρχικά αρνείται την πρόσκληση εντέλει αποφασίζει να κάνει το μεγάλο ταξίδι. Εξάλλου, η γενέτειρά του πάντα αποτελούσε πηγή έμπνευσης για τα βιβλία του κι έχει να την επισκεφτεί για πάρα πολλές δεκαετίες. Μόνο που αλλιώς έχει αυτήν την επίσκεψη στο κεφάλι του κι αλλιώς έρχονται τα πράγματα μόλις πατάει το πόδι του εκεί όπου μεγάλωσε.

Η άποψή μας: Το αργεντίνικο σινεμά, γενικά το σινεμά της λατινικής Αμερικής είναι από τα πιο δημιουργικά και ενδιαφέροντα αυτή τη στιγμή. Στην Αργεντινή παράγονται ταινίες που απευθύνονται στο μεγάλο κοινό υπάρχουν όμως και καλλιτεχνικά δημιουργήματα υψηλής αισθητικής αξίας. Τούτη η ταινία είναι εμπορική: δεν είναι τυχαίο ότι τη διανομή της έχει αναλάβει το αργεντίνικο τμήμα της Ντίσνεϊ για την ίδια τη χώρα. Αυτό όμως πλέον δεν αποτελεί κριτήριο για να κρίνουμε μια ταινία. Αυτό αποτελεί απλώς μια επιπλέον πληροφορία. Γιατί η ταινία είναι καλή. Πολύ καλή μάλιστα. Ο βασικός χαρακτήρας, ο Ντανιέλ Μαντοβάνι, σε κανένα σημείο του φιλμ δεν αποκαλύπτει τον πραγματικό του εαυτό. Είναι αυτά που λέει; Είναι αυτά που γράφει; Ή απλά υποδύεται ρόλο; Ας πούμε, ο λόγος που εκφωνεί μετά τη βράβευσή του από τη Σουηδική Ακαδημία με το βραβείο Νόμπελ, δείχνει έναν άνθρωπο που δεν τον ενδιαφέρουν οι βραβεύσεις, έναν αντισυμβατικό τύπο, χορτάτο, που τον νοιάζουν πολύ πιο σημαντικά πράγματα από γιορτές και παράτες. Ισχύει; Ή το παίζει; Γιατί όταν φτάνει στη γενέτειρά του μέχρι και σε πυροσβεστικό άρμα θα ανεβεί, ωσάν... ποδοσφαιριστής για να χαιρετίσει τους συμπολίτες του που έχουν βγει στους δρόμους (καλά, μην φαντάζεστε πλήθος – από τις έξυπνες και αστείες σκηνές της ταινίας) για να τον προϋπαντήσουν. Στη γενέτειρά του θα συναντήσει ξανά τον μεγάλο του έρωτα, μια γυναίκα παντρεμένη με παιδί πια. Ο άντρας της ήταν φίλος με τον Ντανιέλ και θέλει να τα πάνε καλά. Η κόρη... μεγάλη ιστορία.

Τα πράγματα στραβώνουν όταν ένας γιατρός που βλέπει τον πίνακά του να απορρίπτεται από κριτική επιτροπή στην οποία προεδρεύει τιμής ένεκεν ο Ντανιέλ, τον κατηγορεί ότι ουσιαστικά είναι ατάλαντος και πως κλέβει τις πραγματικές ιστορίες των συμπολιτών του, τις καταγράφει στα βιβλία του, και με αυτόν τον τρόπο καρπώνεται επιτυχία και χρήματα. Η ένταση κλιμακώνεται και το φινάλε (μπορεί και να) είναι τραγικό. Οι δύο σκηνοθέτες παρουσιάζουν τον κόσμο της διανόησης μέσω του ήρωά τους ως λίγο ψεύτικο, λίγο δήθεν, αλλά ανθρώπινο, γεμάτο ανάγκες, λάθη, πάθη και ιδιαιτερότητες. Γίνεται όμως και το σχόλιο για την Τέχνη οποιασδήποτε μορφής, της 7ης συμπεριλαμβανομένης. Τι είναι Τέχνη; Η αναπαράσταση της πραγματικότητας; Είναι ηθικό να στήνουμε ένα ολόκληρο έργο τέχνης πάνω στις ζωές των άλλων; Λέει αλήθειες χρησιμοποιώντας ψέματα ή λέει ψέματα χρησιμοποιώντας αλήθειες; Ποιος ορίζει αν ένα έργο τέχνης είναι «καλό» ή «κακό», «πρωτότυπο» ή «αντιπατάρα». Δυνατή ταινία, άξια προσοχής, με εξαιρετικό στον κεντρικό ρόλο τον Oscar Martínez.

(η ταινία προβάλλεται για μία και μοναδική φορά στο φεστιβάλ την Παρασκευή 11 Νοεμβρίου στις 20.30 στην αίθουσα Φρίντα Λιάππα - έχει διανομή και θα βγει στις αίθουσες της χώρας μας από την One From The Heart με άγνωστη προς το παρόν ημερομηνία εξόδου)

Eshtebak TIFF 2016

Η Κλούβα (Eshtebak) του Mohamed Diab ήταν η πρώτη ταινία που είδαμε στο περασμένο φεστιβάλ των Καννών. Ήταν η ταινία με την οποία άνοιξε την αυλαία του το παράλληλο με το επίσημο διαγωνιστικό τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα». Μια ταινία από την Αίγυπτο, που μιλάει για την πρόσφατη ιστορία της Αιγύπτου κι έχει το βλέμμα της στραμμένο σε όλο τον κόσμο. Και ναι, είναι μια πάρα πολύ καλή ταινία, που αποτελεί την επίσημη πρόταση της χώρας για το ξενόγλωσσο Όσκαρ. Στο ΦΚΘ προβάλλεται στο τμήμα «Ανοιχτοί Ορίζοντες» και κλασικά, όπως σε όλες τις ταινίες για τις οποίες έχουμε ήδη γράψει όταν τις είχαμε πρωτοδεί σε φεστιβάλ του εξωτερικού, σας παραθέτουμε το κείμενο της ανταπόκρισης ελαφρώς διαφοροποιημένο.

Η υπόθεση: Κάιρο, καλοκαίρι του 2013, δυο χρόνια μετά την Αιγυπτιακή Επανάσταση. Ο δικτάτορας Μουμπάρακ ανατράπηκε, φυλακίστηκε και μετά από δημοκρατικές εκλογές την εξουσία ανέλαβε ο Μόρσι. Μόνο που τα σχέδιά του για ισλαμοποίηση της χώρας δεν άρεσαν στις κοσμικές δυνάμεις της Αιγύπτου και ο κύριος εκφραστής τους, ο στρατός, τον ανέτρεψε. Οπότε, καθημερινά γινόταν διαδηλώσεις. Από τη μια, οι υποστηρικτές του στρατού που δεν ήθελαν την ισλαμοποίηση της χώρας και από την άλλοι οι ισλαμιστές, οπαδοί του πρώην προέδρου Μόρσι και του κόμματός του, «Αδελφοί Μουσουλμάνοι». Ένας φωτογράφος κι ένας δημοσιογράφος του Associated Press καλύπτουν κάποια διαδήλωση. Από παρεξήγηση, ένας αξιωματικός του στρατού που τους παρατηρεί, θεωρεί ότι κάνουν προπαγάνδα υπέρ των «Αδελφών Μουσουλμάνων», οπότε τους συλλαμβάνει και τους βάζει μέσα σε ένα φορτηγό – κλούβα. Οι δημοσιογράφοι θα καλέσουν σε βοήθεια και θα σπεύσουν να τους βοηθήσουν υποστηρικτές του στρατού. Και πάλι, όμως, η παρεξήγηση θα οδηγήσει μια χούφτα από αυτούς στην ίδια κλούβα. Αργότερα, μέσα στην κλούβα θα μπουν και πραγματικοί «Αδελφοί Μουσουλμάνοι», που συλλαμβάνονται από το στρατό. Κι ενώ βίαιες διαμαρτυρίες συνταράσσουν την αιγυπτιακή πρωτεύουσα, όσοι βρίσκονται μέσα στην κλούβα, διαφορετικής κουλτούρας, πολιτικών διαθέσεων και θρησκευτικών πιστεύω, αποτελούν μια μικρογραφία του εξωτερικού κόσμου της χώρας τους, έτοιμη να εκραγεί! Θα καταφέρουν να συνεννοηθούν για να αυξήσουν τις πιθανότητές τους να επιβιώσουν;

Η άποψή μας: Έξι χρόνια έχουν περάσει από τότε που ο Mohamed Diab ολοκλήρωσε την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, το «Οι γυναίκες του λεωφορείου 678» (678), την μοναδική αιγυπτιακή ταινία, αν δεν μας απατά η μνήμη μας, η οποία προβλήθηκε την τελευταία χιλιετηρίδα στη χώρα μας – με τρία χρόνια καθυστέρηση βέβαια από την ολοκλήρωσή της, αλλά έστω! Να σημειώσουμε εδώ ότι και στις δύο ταινίες πρωταγωνίστρια είναι η Nelly Karim, μια από τις καλύτερες (και ομορφότερες) ηθοποιούς της Αιγύπτου – γεννημένη μάλιστα στην Αλεξάνδρεια (όχι τον Γιδά ρε, της Αιγύπτου!). Με τούτη εδώ την ταινία ο 39χρονος πλέον σκηνοθέτης δείχνει ότι έχει ωριμάσει ως δημιουργός, ότι ελέγχει πολύ καλύτερα τα εκφραστικά του μέσα, ότι γενικώς έχει βελτιωθεί τα μάλα. Κατά πως φαίνεται, του αρέσει οι ιστορίες του να διαδραματίζονται σε κινούμενους κλειστούς χώρους: λεωφορείο στην πρώτη ταινία, αστυνομική κλούβα στη δεύτερη. Μόνο που εδώ ο συμβολισμός αναδεικνύεται πολύ πιο στοχευμένα και επιτυχημένα. Με υποκειμενικά πλάνα ουσιαστικά μόνο μέσα από την κλούβα – ποτέ έξω από αυτήν – (όσοι βρίσκονται μέσα κοιτάνε είτε προς τα έξω από τα σιδερόφρακτα παράθυρα είτε προς τα μέσα, ο ένας τον άλλο), μας κάνει κοινωνούς μιας μικρογραφίας της αιγυπτιακής κοινωνίας κι αν θέλουμε να το επεκτείνουμε το πράγμα λίιιιγο παραπάνω, της ανθρώπινης κοινωνίας γενικότερα.

Μέσα στον περιορισμένο χώρο της κλούβας άνθρωποι κάθε ηλικίας, μόρφωσης, πολιτικών και θρησκευτικών πιστεύω θα αναγκαστούν να ζήσουν (για λίγο;) μαζί. Άρα, θα είναι σε απόσταση αναπνοής με τον «εχθρό». Θα πρέπει να συνδιαλλαγούν μαζί του. Εκρηκτικό μείγμα, έτσι; Μια σπίθα αρκεί για να γίνει η έκρηξη. Η αναγκαστική αυτή γειτνίαση, όμως, περιορίζει κατά πολύ και τις προκαταλήψεις ένθεν κι ένθεν. Πολύ χαρακτηριστικά, σε μια από τις λίγες κωμικές σκηνές της ταινίας, καθώς οι έγκλειστοι κάνουν κύκλους μέσα στην κλούβα ώστε όλοι να παίρνουν αέρα από τα παράθυρα (είπαμε, καλοκαίρι στην Αίγυπτο, έτσι;), κάποιος την «αμολάει». Λέει ένας από τους «Αδελφούς Μουσουλμάνους»: «κάτι μυρίζει άσχημα από τη δική σας πλευρά». Και η πληρωμένη απάντηση: «γιατί, οι αδελφοί μουσουλμάνοι δεν κλάνετε;». Σε κάποια στιγμή αυτοί οι... εχθροί θα έρθουν κοντά: θα συζητήσουν, θα θυμηθούν, θα τραγουδήσουν, θα γελάσουν. Too good to be true, έτσι; Ή να το πούμε αλλιώς: οι άνθρωποι μπορούν κατά βάση να είναι καλοί. Ο κόσμος όμως όχι. Και θέλει πολύ αγώνα και κουράγιο για να αλλάξει. Μεγάλο κατόρθωμα του σκηνοθέτη να βγάλει τόση ένταση και όλη την παλέτα των ανθρώπινων συναισθημάτων μέσα από μια κλούβα. Κι ενώ υπάρχουν καλές προθέσεις, ο εκτροχιασμός πάντοτε ελλοχεύει. Και είναι δύσκολο να τον αποφύγεις...

(η ταινία προβάλλεται για μία και μοναδική φορά στο φεστιβάλ την Παρασκευή 11 Νοεμβρίου στις 21.30 στην αίθουσα Παύλος Ζάννας - έχει διανομή και θα βγει στις αίθουσες της χώρας μας από την Weirdwave με άγνωστη προς το παρόν ημερομηνία εξόδου)

Θοδωρής Γιαχουστίδης

Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 2016 TIFF 16 Live