Ελληνικό Box Office 12 - 15 Μαΐου 2016 by OPTOMA


Φιλμ
Διανομή
Wks Αίθουσες
4ήμερο Ελλάδας
Σύνολο Ελλάδας
1
Angry Birds
Feelgood Ent.
1
154
32.214
32.214
2
Captain America: Civil War
Feelgood Ent.
2
180
31.601
174.897
3
The man Who Knew Infinity
Odeon
1
32
6.107
6.107
4
The Jungle Book
Feelgood Ent.
4
52
3.579
70.974
5
The Huntsman: Winter's War
UIP
3
27
3.236
45.619
6
Friend Request
Tanweer
2
25
2.319
7.728
7
Remember
Seven / Spentzos
1
8
1.917
1.917
8
Mother's Day
Tanweer
3
33
1.597
13.934
9
Robinson Crusoe
Odeon
4
19
952
18.579
10
My Big Fat Greek Wedding 2
UIP
6
4
725
85.770


Περισσότερα... »



Cannes Film Festival 2016 Live

του Θόδωρου Γιαχουστίδη

Τίποτα δεν μας σταματά!

Είναι να μην πάρουμε φόρα. Αν πάρουμε φόρα, φόρα κατηφόρα, ούτε ο Θεός ο ίδιος δεν μας σταματά! Οπότε, σήμερα φτάσαμε στον εντελώς επιθυμητό και αγαπησιάρικο στόχο των πέντε ταινιών μέσα σε μια ημέρα! Πέντε ταινίες που τα είχαν όλα: λεσβιακούς έρωτες και ταξικά παιχνίδια εξαπάτησης και προδοσίας, έναν πιτσιρίκο μαύρο βρικόλακα, μια παρθένα, πρωτοετή φοιτήτρια κτηνιατρικής, vegeterian που όμως είναι βρικόλακας (άρα, δύο ταινίες με βρικόλακες), τον... Ιωσήφ Στάλιν, τον γνωστό «Πατερούλη» και μια ταινία αραβοϊσραηλινής παραγωγής, που δεν κολλάει τόσο στη διένεξη Παλαιστινίων και Εβραίων όσο εστιάζει στις διενέξεις ανάμεσα στα κάθε είδους ζευγάρια.

Βέβαια, όλα αυτά την ίδια στιγμή που στην πόλη κυκλοφορούν εκατοντάδες ένοπλοι αστυνομικοί και στρατός, την ίδια μέρα που διαδηλώσεις σαρώνουν ολόκληρη τη χώρα (όχι τις Κάννες – εδώ οι άνθρωποι χειροκροτούνε μέσα στις αίθουσες όταν βλέπουν το – όντως υπέροχο – βιντεάκι με το σήμα του φεστιβάλ, θα χαλάσουν τη γιορτή;) και στον ίδιο τόπο όπου βλέπεις γυναίκες να φοράνε ρούχα μερικών χιλιάδων ευρώ και αμάξια, ίσως τα πιο ακριβά στον κόσμο αλλά παράλληλα και κλοσάρ να κοιμούνται στους δρόμους, και ζητιάνους, και γυναίκες που θηλάζουν το παιδί τους με απλωμένο χέρι και «καταφερτζήδες». Όλες οι Κάννες μια σκηνή...

The Handmaiden Cannes 2016


Η μεγάλη ταινία της ημέρας δεν ήταν άλλη από το «The Handmaiden» (Διαγωνιστικό Τμήμα) μέσω της οποίας έχουμε τη θριαμβευτική επιστροφή του Park Chan-wook στην πατρίδα του, την Κορέα, αλλά κυρίως την επιστροφή του στις μεγάλες επιδόσεις, που τις άφησε πίσω του θαρρείς μετά το αριστουργηματικό «Oldboy» (2003). Το σενάριο της ταινίας βασίζεται στο βιβλίο της Sarah Waters «Fingersmith» (που το BBC έχει μετατρέψει σε τηλεοπτική σειρά), απλά η δράση μεταφέρεται στην Κορέα.

Η υπόθεση: 1930. Η Κορέα βρίσκεται υπό ιαπωνική κατοχή. Ένα νεαρό κορίτσι, η Σούκι, προσλαμβάνεται ως υπηρέτρια μιας πλούσιας Γιαπωνέζας κληρονόμου, της Χίντεκο, η οποία ζει απομονωμένη και σχεδόν αποκλεισμένη σε ένα υπέροχο ανάκτορο, μακριά από κατοικημένη περιοχή, μαζί με τον επιβλητικό και αυστηρό θείο της, τον Κουζούκι. Η Σούκι, όμως, κρύβει ένα μυστικό. Στην πραγματικότητα είναι μια κλέφτρα την οποία προσέλαβε ένας απατεώνας, που υποδύεται έναν Γιαπωνέζο κόμη, με στόχο να τον βοηθήσει να αποπλανήσει την Χίντεκο, να την κάνει να τον αρραβωνιασθεί, να της κλέψει την περιουσία και ακολούθως να την κλείσει στο τρελάδικο. Το σχέδιο φαίνεται να βαδίζει έτσι όπως έχει καταστρωθεί. Έως ότου ανάμεσα στη Σούκι κα την Χίντεκο αναπτύσσονται κάποια αναπάντεχα συναισθήματα.

Η άποψή μας: Λατρεύουμε Park Chan-wook. 12 χρόνια μετά τον θρίαμβό του στο ίδιο αυτό φεστιβάλ, όπου τιμήθηκε με το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής για το «Oldboy» (το καλό, όχι το ριμέικ – χλαπάτσα του Spike Lee) γυρίζει με μια ταινία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, αποδεικνύοντας ότι η ύφεση στην καριέρα του με τις ημι-αποτυχίες που ακολούθησαν (γύρισε άλλες τέσσερις ταινίες μεταξύ των δύο φιλμ, ανάμεσά τους και τη «Δίψα» (Thirst, 2009) που και αυτή ασχολούνταν με βρικόλακες – χα!) είναι πλέον παρελθόν. Η ταινία του είναι υπέροχη να τη βλέπεις, φανταστική να την ακούς, σπουδαία να τη νιώθεις, ενδιαφέρουσα να τη σκέφτεσαι. Παραγωγή, διεύθυνση φωτογραφίας, μουσική (του Jo Yeong-wook, εκ των μονίμων συνεργατών του Park, που εδώ μάλλον δημιούργησε το αριστούργημά του), σκηνογραφία, μοντάζ, όλα υψηλότατου επιπέδου. Το μεγάλο ατού του Νοτιοκορεάτη δημιουργού, όμως, πέρα από το στήνει μια εξαιρετική ατμόσφαιρα, είναι η ικανότητά του στο storytelling. Παρακολουθείς την ταινία – που είναι διάρκειας σχεδόν δυόμιση ωρών – και δεν υπάρχει ούτε ένα λεπτό το οποίο να σε κάνει να βαριέσαι.

Χωρισμένη σε τρία κεφάλαια, η ταινία κάνει τον θεατή να χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια του σε κάθε επόμενο κεφάλαιο σε σχέση με το προηγούμενο! Γιατί βλέπουμε την ιστορία ιδωμένη μέσα από το μάτι ενός άλλου από τους τρεις βασικούς ήρωες της ταινίας. Γιατί όσα θεωρούσαμε δεδομένα μέχρι κάποια στιγμή, ανατρέπονται. Γιατί οι εκπλήξεις διαδέχονται η μία την άλλη. Οι ερωτικές σκηνές είναι και μπόλικες και αισθητικά υπέροχες. Δεν έχουμε περίπτωση «Ιστορίας της Αντέλ», δεν υπάρχει εκείνος ο άγριος ρεαλισμός εδώ, αλλά ο μπαγάσας ο σκηνοθέτης βγάζει ερωτισμό μην ξεπέφτοντας ποτέ στο όριο του soft porno, που θα του χαντάκωνε το φιλμ. Οι ερωτικές σκηνές των δύο γυναικών είναι έξοχα ενταγμένες μέσα στο φιλμικό σώμα. Και οι αναγνώσεις ερωτικών περιπτύξεων στην «ιδιαίτερη», γεμάτη βιβλία της ερωτικής λογοτεχνίας, βιβλιοθήκη του θείου είναι άκρως ερεθιστικές. Χορταστικό, εξωστρεφές σινεμά, που κάνει και τις νύξεις του για την αιώνια κόντρα και έχθρα μεταξύ Γιαπωνέζων και Κορεατών. Η απάντηση του Park πάντως σε κάθε ερώτημα είναι: «Κάντε έρωτα κι όχι πόλεμο». Κι αφού ο «πόλεμος» είναι για τα αγοράκια, ο «έρωτας» είναι για τα κοριτσάκια. Από τις καλύτερες ταινίες που είδαμε ως τώρα στις Κάννες.

The Transfiguration Cannes 2016

Και περνάμε τώρα στις δύο «βαμπιρικές» ταινίες που έτυχε να δούμε μέσα στην ημέρα. Πρώτα στη σοβαρή κι έπειτα στη χαβαλετζίδικη. To «The Transfiguration» είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Νεοϋορκέζου Michael O'Shea, βρέθηκε από το πουθενά στο τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα», ακούγονταν πολύ καλά πράγματα πριν δούμε την ταινία, όταν την είδαμε, όμως... δαγκωθήκαμε!

Η υπόθεση: Ο Μάιλο είναι ένας παράξενος έφηβος. Αφροαμερικάνος, ζει σε μια υποβαθμισμένη περιοχή της Νέας Υόρκης μαζί με τον βετεράνο του Αφγανιστάν αδελφό του. Η μητέρα του αυτοκτόνησε όταν ο Μάιλο ήταν μικρότερος και ο πατέρας του δεν υπάρχει πουθενά. Το παρουσιαστικό του και η παραξενιά του τον κάνουν να πέφτει θύμα bullying. Ο ίδιος δεν δείχνει να ενοχλείται. Έχει μια συλλογή από βιντεοταινίες (!) όλες με θέμα τα βαμπίρ και του αρέσει να βλέπει βιντεάκια στο ίντερνετ από σφαγές ζώων, βασανισμούς κτλ. Ο Μάιλο είναι βρικόλακας. Του αρέσει να πίνει ανθρώπινο αίμα και να αφήνει πίσω του πτώματα. Δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά. Όταν γνωρίσει μια νεαρή λευκή κοπέλα με τα δικά της προβλήματα, τη Σόφι, τα πράγματα θα πάρουν μια διαφορετική τροπή για τον Μάιλο.

Η άποψή μας: Άλλη μια ταινία με βαμπίρ λοιπόν. Με το... βαμπίρ στον πρωταγωνιστικό ρόλο να έχει υπαρξιακά προβλήματα! Δηλώνει ανά πάσα ώρα και στιγμή ότι δεν του αρέσουν οι ταινίες τύπου «Λυκόφως» γιατί δεν είναι ρεαλιστικές. Γενικά, επιμένει στον ρεαλισμό. Οι βρικόλακες, εξομολογείται στη Σόφι, χωρίς να της αποκαλύπτει πως ο ίδιος είναι τέτοιος, μπορούν να κυκλοφορούν τη μέρα, μπορούνε να φάνε άνετα σκόρδο και μάλλον καμία θρησκεία με τα σύμβολά της δεν μπορεί να τους κάνει κακό! Η σχέση του με τη νεαρή κοπέλα είναι ότι πιο φυσιολογικό έχει στη ζωή του ο μικρός. Και καθώς δεν του έχει ξανατύχει κάτι τέτοιο, δεν ξέρει πως να συμπεριφερθεί κι είναι αρκετές εκείνες οι στιγμές στις οποίες παραφέρεται.

Έξυπνη η ιδέα του σκηνοθέτη, καλή η σύλληψη, χρειάζεται όμως και εκτέλεση. Ας πούμε, ο μικρός, θεωρεί ότι μια από τις καλύτερες και πιο ρεαλιστικές ταινίες με βαμπίρ που έχει γυριστεί είναι το σουηδικό «Άσε το κακό να μπει». Κι έχει δίκιο! Γιατί εκεί ο σκηνοθέτης, επιλέγοντας arty προσέγγιση, ανέδειξε το θέμα του με τρόπο υποβλητικό, με δεύτερα επίπεδα ανάγνωσης, με πολύ καλύτερη σκηνοθεσία και με περισσότερη ένταση. Εδώ έχουμε να κάνουμε με τα κακά του ανεξάρτητου αμερικάνικου σινεμά. Δεν υπάρχει ένταση, δεν υπάρχει... ζωντάνια, δεν υπάρχει κάτι για να κρατήσει τον θεατή στο να παρακολουθεί την ταινία. Ίσα – ίσα, ο σκηνοθέτης σε κάποιο σημείο κάνει μια επιλογή από αυτές που κάνουν «τζιζ» στο σινεμά και οι θεατές της μισής τουλάχιστον αίθουσας Debussy βρήκαν την αφορμή για να την «κάνουν» με ελαφρά πηδηματάκια. Ευτυχώς, στο φινάλε, ο σκηνοθέτης δίνει στον αντιήρωά του την ευκαιρία να δικαιολογήσει όλα όσα κάνει. Η φράση – κλειδί είναι: «Όταν με την ύπαρξή σου δεν μπορείς παρά μόνο κακό να κάνεις, τότε είναι καλύτερα να μην υπάρχεις». Μέχρι να φτάσει σ' αυτό το σημείο, όμως, οι επιλογές του σκηνοθέτη δεν δικαιώνονται. Γιατί ο μικρός είναι αφροαμερικάνος; Από πού κόλλησε την αρρώστια; Γιατί η ταινία είναι τοποθετημένη στη συγκεκριμένη φτωχογειτονιά; Είναι επιλογές σημαντικές που ο σκηνοθέτης δεν τις στηρίζει κάπου. Απλώς, τις βάζει για να χτίσει το οικοδόμημά του. Δυστυχώς, βαρετό και το χειρότερο, όχι ρεαλιστικό! Ευτυχώς, είπαμε, το φινάλε δίνει μια αίσθηση κάθαρσης, γιατί αν δεν υπήρχε ούτε αυτό, κλάφτα Χαράλαμπε...

In Bed With Victoria Cannes 2016

Η έλλειψη αυτοπεποίθησης που επιδεικνύει ο Michael O'Shea είναι το αδύνατο σημείο της προηγούμενης ταινίας. Η τεράστια αυτοπεποίθηση που δείχνει η Γαλλίδα συνάδελφός του, Julia Ducournau, στο δικό της σκηνοθετικό ντεμπούτο σε μεγάλου μήκους ταινία, ονόματι «Grave» (γαλλιστί) ή «Raw» (αγγλιστί) είναι το δικό της μεγάλο ατού. Όπως και το γεγονός ότι δεν παίρνει και πολύ την ταινία της στα σοβαρά, παίρνοντάς την πολύ στα σοβαρά! Φαίνεται αντιφατικό αλλά δεν είναι: η ταινία θα λατρευτεί από τους φίλους των ταινιών τρόμου ακριβώς επειδή προσφέρει αυτό που θέλουν: αίμα, σάρκα, σεξ, πλάκα και καθόλου, μα καθόλου σοβαροφάνεια. Η ταινία συμμετέχει στο τμήμα «Εβδομάδα της Κριτικής» και διεκδικεί τη Χρυσή Κάμερα. Καθόλου εντύπωση δεν θα μου κάνει αν την κατακτήσει κιόλας!

Η υπόθεση: Η Τζαστίν είναι μια νεαρή έφηβη, πολύ έξυπνη για την ηλικία της. Έχει περάσει σε μια ονομαστή κτηνιατρική σχολή της Γαλλίας, όπου ήδη φοιτά η μεγαλύτερη αδελφή της και στην οποία την οδηγούν οι γονείς της. Η Τζαστίν είναι βετζετέριαν: δεν τρώει κρέας. Έτσι της το επέβαλαν οι γονείς της, έτσι το συνήθισε. Στη σχολή γίνονται διάφορες τελετές υποδοχής των πρωτοετών: ουσιαστικά οι παλιοί τους ξεφτιλίζουν και τους συμπεριφέρονται σαν πιονάκια. Αυτό επιτάσσει η παράδοση. Η Τζαστίν φαίνεται στοχοπροσηλωμένη. Δεν της αρέσουν τα πάρτι και η ελευθεριότητα. Είναι παρθένα. Ο συγκάτοικός της είναι γκέι. Και η ίδια το μόνο που θέλει είναι να διαβάζει. Όταν στο πλαίσιο μιας τελετής μια μέρα αναγκαστεί να φάει κρέας, όλα θα αλλάξουν για την Τζαστίν. Και θα καταλάβει γιατί οι γονείς της επέμεναν τόσο πολύ στο να απέχει από το καταναλώνει σάρκα...

Η άποψή μας: Μιλάμε για ταινιάρα, έτσι; Δεν θεωρώ τον εαυτό μου οπαδό των ταινιών τρόμου. Σπανίως γουστάρω τέτοιες ταινίες. Με αυτήν όμως το καταδιασκέδασα. Η Julia Ducournau ξεκινάει με φόρα την ταινία της και δεν σταματάει ούτε λεπτό να σε κρατάει με το βλέμμα καρφωμένο στα πλάνα της! Ξέρει πότε πρέπει να σπιντάρει και πότε να χαλαρώσει το ρυθμό. Ξέρει πότε πρέπει να μας αποκαλύψει πράγματα – και το τρελό είναι πως από την αρχή φανταζόμαστε τι περίπου θα συμβεί, αλλά το σενάριο και η σκηνοθεσία της Ducournau προσπερνούν τον σκόπελο και ενθουσιάζουν!

Με αναφορές από τη «Suspiria» του Argento (εκεί, αντί για κτηνιατρική είχαμε σχολή χορού) και το «Carrie» του De Palma (με τη σκηνή του αίματος που χύνεται πάνω στους πρωτοετείς), η σκηνοθέτιδα προφανώς και δεν ανακαλύπτει την πυρίτιδα, αλλά κατορθώνει όλες τις οι αναφορές να είναι χωνεμένες και το τελικό προϊόν να έχει την ολόδική της σφραγίδα. Μεγάλη η τύχη της να πέσει στα χέρια της κι ένα υποκριτικό πολυεργαλείο όπως η Garance Marillier, που υποδύεται την Τζαστίν. Η κοπέλα είναι θεά! Σε πείθει ότι είναι το πιο καλό, το πιο υπάκουο, το πιο πειθήνιο παιδί του κόσμου τη μια στιγμή και την άλλη γίνεται μαινάδα που γ@μ@ει δαιμονισμένα και δεν διστάζει, όταν πια δοκιμάζει κρέας και καταλαβαίνει πως τρελαίνεται γι' αυτό, να... φάει το κομμένο δάχτυλο της αδελφής της! Η οποία αδελφή (την υποδύεται η Ella Rumpf) είναι επίσης σπουδαία και μαζί συνθέτουν ένα πρώτης τάξεως δίδυμο. Από τη μουσική υπόκρουση μέχρι τη διεύθυνση φωτογραφίας όλα είναι εξαιρετικά. Και νομίζω πως έχω και τον κατάλληλο ελληνικό τίτλο για την ταινία: «Το λιγουρεύεσαι;». Γιατί «grave» πέρα από τάφος στα αγγλικά σημαίνει και «λιγούρα». Και πόσο καλά ταιριάζει με την χαρακτηριστική φράση του Αδώνιδος, ε; Τρομερή ταινία, απίστευτο φαν, εννοείται πως δεν είναι για όλους – πολύ αίμα, πολλά σπλάχνα, χυμένα μυαλά, σπλατεριά που τα δείχνει όλα ρε παιδί μου, οπότε ας το πούμε έτσι, ο γενικός πληθυσμός δεν είναι για να δει το φιλμ. Όσοι όμως γουστάρουν τρόμο, απλά θα προσκυνήσουν!

Omor shakhsiya Cannes 2016

Σε πολύ πιο ήσυχα πράγματα, θα σας μιλήσουμε για την ισραηλινή παραγωγή «Omor shakhsiya» (Personal Affairs) της Maha Haj, από το τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα». Η Haj είχε την καλλιτεχνική διεύθυνση σε πολλές από τις ταινίες του Elia Suleiman. Αυτή είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της – ναι, πολλές ταινίες εδώ στις Κάννες αποτελούν παρθενικές προσπάθειες για τους δημιουργούς τους – κι απ' ότι φαίνεται, μάλλον θα δούμε πολύ καλά πράγματα στο μέλλον από τη συγκεκριμένη.

Η υπόθεση: Ο Σαλέχ και η Ναμπίλα είναι ένα γηραιό παντρεμένο ζευγάρι που έχει ξεχάσει πόσα χρόνια είναι παντρεμένο. Είναι Παλαιστίνιοι και ζουν στη Ναζαρέτ. Ο Σαλέχ εκνευρίζεται από την αδιαφορία της Ναμπίλα, η οποία όλο πλέκει ή βλέπει σαπουνόπερες. Οι δυο τους έχουν αποκτήσει τρία παιδιά, που ζουν τις δικές τους ζωές. Ο Χισάμ έχει πάρει το δρόμο της μετανάστευσης και τους καλεί τρεις και λίγο να πάνε να τον επισκεφτούν στη Σουηδία όπου διαμένει. Ο Τάρεκ είναι ένας μορφονιός που βγαίνει με τη Μαϊσα εδώ και τρεις μήνες αλλά δεν γουστάρει με την καμία να επισημοποιήσει τη σχέση τους. Και η Σαμάρ ζει με τον μηχανοδηγό σύζυγό της, Τζορτζ, στη Ραμάλα, είναι έγκυος και φροντίζουν και τη γιαγιά της, η οποία πέρα από γεροντική άνοια πάσχει και από διαβήτη. Μικρές και μεγάλες στιγμές, χαρές και απογοητεύσεις, αυτή είναι η ζωή για όλους...

Η άποψή μας: Δεν στερείται προτερημάτων τούτη η δραματική κωμωδία. Κυλάει ήσυχα, έχει μπόλικο χιούμορ, στο κέντρο της κάμερας βρίσκονται οι άνθρωποι και τα προβλήματά τους και κάνει και τις νύξεις της στην αιώνια διένεξη Ισραηλινών και Παλαιστινίων, χωρίς όμως να γίνεται διδακτική ή στρατευμένη. Αυτό που θέλει να το πει η σκηνοθέτιδα το λέει και το λέει καλά. Έτσι κι αλλιώς έχει δανειστεί πολλά στοιχεία από το δάσκαλό της, τον Elia Suleiman. Μιλάει για πολλά η ταινία. Για την κούραση που σίγουρα προκαλεί ένας μακροχρόνιος γάμος, ο οποίος έχει πάψει προ πολλού να εξυπηρετεί το σκοπό του. Για τη μετανάστευση: ας μη γελιόμαστε – όντως, όπου γης, πατρίς, αλλά σε μια άλλη χώρα είσαι πάντα ξένος. Για τις επιθυμίες και πως αυτές μπορούν να πραγματοποιηθούν: ο Τζορτζ θέλει πολύ να δει τη θάλασσα. Επειδή, όμως, οι Ισραηλινοί έχουν σκληρούς κανόνες και ουσιαστικά απαγορεύουν στους Παλαιστίνιους να ταξιδεύουν όπου θέλουν, κάτι τέτοιο είναι αδύνατον.

Φανταστείτε τη χαρά του Τζορτζ όταν ένα αμερικάνικο κινηματογραφικό συνεργείο τον βλέπει και τον καλεί για γυρίσματα στη Χάιφα, άρα σε μέρος που έχει θάλασσα! «Εμείς κάνουμε κουμάντο και σε αυτήν τη χώρα, έτσι;» λέει η Αμερικανίδα παραγωγός. Η πιο δυναμική σκηνή είναι εκείνη του τσακωμού ανάμεσα στον Τάρεκ και τη Μάισα όταν σε ισραηλινό μπλόκο την παρουσιάζει ως φίλη του. Η Μάισα (η πανέμορφη Maisa Abd Elhadi στο ρόλο) τα παίρνει στο κρανίο. Ούτε το μέρος ούτε και η στιγμή είναι κατάλληλη. Οι Ισραηλινοί τους συλλαμβάνουν για τρομοκράτες (!!!) και μέσα στο κελί εκτυλίσσεται η πιο αγαπησιάρικη σκηνή, με τους δύο εν δυνάμει εραστές να χορεύουν ταγκό αδιαφορώντας για τα μάτια των «εχθρών» που τους παρακολουθούν πίσω από τα φιμέ τζάμια. Είπαμε, γλυκιά ταινία. Αλλά ως εκεί.

Le divan de Staline Cannes 2016

Και η τελευταία ταινία με την οποία θα κλείσουμε την ποταμιαία μας σημερινή ανταπόκριση αποτέλεσε μεγάλη απογοήτευση. Η τρίτη σκηνοθετική απόπειρα της αγαπημένης ηθοποιού Fanny Ardant είναι δυστυχώς μια μεγάλη αποτυχία. Ονομάζεται «Le divan de Staline» και το σενάριο βασίζεται στο ομώνυμο best seller του Jean-Daniel Baltassat. Την είδαμε στο Μάρκετ. And it goes like this:

Η υπόθεση: 1950. Ένας καλλιτέχνης καλείται να ετοιμάσει ένα μνημείο για τον Στάλιν. Εντωμεταξύ ο Στάλιν, ο μεγάλος πατερούλης, παρακολουθεί τους πάντες και τα πάντα, το παίζει καλός, γίνεται κακός και διηγείται τα όνειρά του σαν παιχνίδι σε μια γυναίκα, η οποία είναι διχασμένη ανάμεσα σε εκείνον και τον καλλιτέχνη. Η ιδιαιτερότητα των συζητήσεων είναι πως αυτές λαμβάνουν χώρα πάνω στο κρεβάτι που χρησιμοποιούσε για τις ψυχαναλύσεις του ο Φρόιντ, κρεβάτι που βρέθηκε στην κατοχή του Στάλιν...

Η άποψή μας: Αυτό είναι πολύ κακό σινεμά. Παλιομοδίτικο με την κακή έννοια. Χωρίς σενάριο. Με θεατρική δομή. Με... ομίχλες παντού. Με τον Gérard Depardieu να κάνει ότι μπορεί ως Στάλιν αλλά να εξαντλείται υποκριτικά σε φωνές και μορφασμούς. Με την γυναίκα του Polanski, Emmanuelle Seigner, να δείχνει για άλλη μια φορά πως ναι, είναι γυναικάρα αλλά όχι, ηθοποιός δεν είναι (εκτός εξαιρέσεων). Ένα βαρετό, βαρετό και αντιδραστικό πράγμα. Κρίμα.

Θοδωρής Γιαχουστίδης

Cannes Film Festival 2016 Live
Περισσότερα... »

2016 Cannes Film Festival Poster
Παραδοσιακά κάθε ταινία δικής του υπογραφής, που προβάλλεται στα πλαίσια του διαγωνιστικού τμήματος του φεστιβάλ, ανεβάζει αυτομάτως και κατακόρυφα το επίπεδο του θεσμού. Φυσικά η αναφορά γίνεται για τον κορυφαίο Ευρωπαίο δημιουργό στα χρονικά του σινεμά Ken Loach, θριαμβευτή ήδη του μεγαλύτερου τροπαίου κατά το παρελθόν, που διαγωνίζεται και φέτος, συμπληρώνοντας τα ογδόντα χρόνια ζωής, με στόχο το βαρύτιμο τρόπαιο του Χρυσού Φοίνικα, με την τελευταία του δουλειά I. Daniel Blake. Ένα κοινωνικό δράμα, που εκτυλίσσεται στην πατρίδα του την Βρετανία του σήμερα, εποχή που και αυτός ο τόπος βιώνει έντονα την οικονομική κρίση, έχοντας σαν κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας τον άντρα του τίτλου, έναν μεσήλικα ξυλουργό, που έχοντας μόλις υποστεί καρδιακό επεισόδιο, θα λάβει εντολή από τους θεράποντες γιατρούς του να μην εργαστεί ξανά, αν επιθυμεί να κρατηθεί στην ζωή. Ο Ντάνιελ προβληματισμένος από την τροπή που έχει πάρει πια η ζωή του, θα γνωρίσει και θα συμπαθήσει μια νεαρή μητέρα δύο ανήλικων παιδιών, που το κράτος θα της αποσπάσει τα όποια κοινωνικά προνόμια, αφήνοντας την στο έλεος της ανέχειας και της δυστυχίας. "Δυστυχώς στις ημέρες που ζούμε, οι πιο ευάλωτοι από τους συνανθρώπους μας, έχουν πειστεί πως η φτώχεια είναι αποκλειστικά δική τους υπαιτιότητα, αναφέρει με σοφία ο μέγας δημιουργός, στα πλαίσια της καθιερωμένης συνέντευξης τύπου που συνοδεύει την επίσημη πρεμιέρα. Κι αυτό ακριβώς είναι σοκαριστικό! Δεν είναι ένα ζήτημα που αφορά μόνο στην χώρα μας, αλλά σε όλη την Ευρώπη και έχει συνειδητά σκληρύνει σε πολύ μεγάλο βαθμό, τον τρόπο που πλέον οργανώνουμε την ζωή μας." 

I. Daniel Blake Cannes I. Daniel Blake Cannes
I. Daniel Blake Cannes I. Daniel Blake Cannes

Photo: Getty Images Europe / zimbio.com



Καθώς ο ήρωας της υπόθεσης, θα δει και τις δικές του ασφαλιστικές παροχές να μηδενίζονται, θα αναγκαστεί να αποτανθεί στο γραφείο εύρεσης εργασίας, προκειμένου να εντοπίσει την απασχόληση, που δεν θα επιδεινώσει περαιτέρω την κατάσταση της υγείας του. Και οι συνεχείς αρνήσεις που θα πάρει από τους αρμόδιους φορείς, θα τον ωθήσουν στην απόγνωση και μισό βήμα πριν την αυτοκτονία. "Ακόμη και γι αυτό το ακραίο ενδεχόμενο έχουν εκπαιδευτεί οι υπάλληλοι των δημόσιων υπηρεσιών, ώστε να δείχνουν ψυχροί μπροστά στον πόνο των συνανθρώπων τους, γεγονός που τους ταπεινώνει, μα μπροστά στο φάσμα της δικής τους απόλυσης, αναγκάζονται να σκληρύνουν την στάση τους, τονίζει ο σεναριογράφος του φιλμ και μόνιμος συνεργάτης του Loach, σπουδαίος Paul Laverty. Είναι τραγικό το να αντιλαμβάνεται κανείς, πως το κράτος, στοχοποιεί τις μη προνομιούχες κοινωνικές ομάδες, κόβοντας τους ακόμη και τα πενιχρά επιδόματα πρόνοιας, στερώντας τους και το παραμικρό δικαίωμα στην αξιοπρέπεια." Πρωταγωνιστής της ταινίας είναι ο stand up κωμικός Dave Johns, που κατάγεται από το Νιουκάστλ, περιοχή που έχει κτυπηθεί όσο καμία από την ύφεση. "Είμαι ενθουσιασμένος, αναφέρει, από την θερμή υποδοχή που έτυχε το φιλμ. Ελπίζω να παρακινήσει όσους παίρνουν τις αποφάσεις και δεν ντρέπονται γι αυτό, να αλλάξουν σύντομα στάση και να εξιλεωθούν μέσω των εντολών για κοινωνική πολιτική που πρέπει σύντομα να πάρουν." Από την μεριά της η ηθοποιός που υποδύεται την ανύπαντρη μητέρα, δίνει μια ακόμη διάσταση στο φλέγον ζήτημα: "Έχει προκληθεί και μια έντονη κοινωνική διαμάχη, ανάμεσα σε αυτούς που διατηρούν τα προνόμια τους ζωντανά και εκείνους τους πάμφτωχους που αναγκάζονται να ζήσουν, ως άνεργοι, με το επίδομα αλληλεγγύης, αφού τους θεωρούν τεμπέληδες και χασομέρηδες. Πόση ντροπή!" Κι εδώ ακριβώς θα παρέμβει συμφωνώντας ο Ken Loach. "Μας έχουν αναγκάσει σε έναν άτυπο εμφύλιο πόλεμο, ώστε με άνεση να περνούν τα αντιλαϊκά τους μέτρα. Κι αυτό το γεγονός έχει σαν τραγικότερο αποτέλεσμα, την διαρκή άνοδο της άκρας δεξιάς, που παρεμβαίνει οξύνοντας ακόμη περισσότερο τα πάθη."

Η ταινία I, Daniel Blake συμμετέχει στο Διαγωνιστικό Τμήμα του Φεστιβάλ και η έξοδος της στις αίθουσες, ακόμη δεν έχει προγραμματιστεί..

zerVo

Cannes Film Festival 2016
Περισσότερα... »

2016 Cannes Film Festival Poster
Η δεύτερη Γαλλικής κοπής ταινία του Διαγωνιστικού Τμήματος του 69ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών, αποτελεί και το πιο πρόσφατο πόνημα του Bruno Dumont, δημιουργού που μέχρι στιγμής έχει κατακτήσει δύο φορές, το Grand Prix της Επιτροπής, στις προηγούμενες κούρσες διεκδίκησης του Χρυσού Φοίνικα, ου συμμετείχε. Ο ανατρεπτικός Φραντσέζος, φέτος παρουσιάζει μια κατάμαυρη κομεντί, με τον τίτλο Ma Loute (στα αγγλικά μεταφράζεται σαν Black Bay, Μαύρος Κόλπος) και το θέμα της χρονικά τοποθετείται στις αρχές του 20ου αιώνα, δίπλα στην παραθαλάσσια πόλη του Καλαί και πολύ κοντά στην πραγματική του γενέτειρα. Το φιλμ πραγματεύεται την προαιώνια διαμάχη μεταξύ των δύο κραταιών οικογενειών της περιοχής, των αριστοκρατών Βαν Πέτεζεμ και των Μπριφόρ, εκπροσώπων της εργατικής τάξης, που απασχολούνται ως εκτροφείς μυδιών. Παρόλη την έχθρα τους οι δύο φαμίλιες θα γκρεμίσουν τα τείχη από την στιγμή που η διεμφυλική κόρη των hi class, θα αναπτύξει δεσμό με τον γιο των απέναντι. Και τότε είναι που εντελώς αναπάντεχα κάποιοι περαστικοί τουρίστες από την περιοχή, θα εξαφανιστούν, ορίζοντας το επίσημο γεύμα τους. Πάνω σε αυτό τον παράξενα κανιβαλιστικό καμβά, ο σκηνοθέτης στήνει την γεμάτη αλληγορίες υπόθεση του, χρησιμοποιώντας χαρακτήρες σουρεαλιστικούς και όχι γνώριμα ανθρώπινους. "Μέσα από τον τρόπο που προσέγγισα το θέμα αυτής της ταινίας μου, αλλά και της προηγούμενης Petit Quinquin, αναφέρει ο δημιουργός, πέτυχα να εκτιμήσω περισσότερο τις ευγενείς τέχνες της κωμωδίας και της καρικατούρας." Και συνεχίζει:

Ma Loute Cannes Ma Loute Cannes
Ma Loute Cannes Ma Loute Cannes

Photo: Getty Images Europe / zimbio.com



"Δημιούργησα τους χαρακτήρες μου πιο μακρινούς από την πραγματικότητα, ώστε να μπορεί ο θεατής να τους παρακολουθήσει σε ένα μεγαλύτερο εύρος από ότι συμβαίνει στ' αλήθεια. Κάποτε μελετώντας τα πρόσωπα της ιστορίας μου, ένιωθα πως εργαζόμουν με τηλεσκόπιο, τώρα έχω την αίσθηση πως χρησιμοποιώ μικροσκόπιο! Είμαστε πολύ παράξενα όντα οι άνθρωποι, την μια στιγμή τρομακτικά και αιμοβόρα και την άλλη, ηθικά και όσια. Πανέξυπνα μόλις τώρα, ενώ προ ολίγου σφύζαμε από ηλιθιότητα. Αυτοί οι συνδυασμοί είναι που με ώθησαν να ασχοληθώ με αυτό το ξεχωριστό θέμα." Δύο κορυφαία αστέρια του Γαλλικού σινεμά διακρίνονται ανάμεσα στο καστ, με την Juliette Binoche να υποδύεται την αυστηρή και ανορθόδοξη ηγέτιδα των Βαν Πετεζεμ και τον πάντα εξαίρετο Fabrice Luchini να ερμηνεύει τον πανομοιότυπων αντιλήψεων σύζυγό της. Ιδιαίτερη εντύπωση στο κοινό που παρακολούθησε την ταινία στην Ριβιέρα, άφησε επίσης και η παρουσία της νεαρής Raph, που κρατά τον δύσκολο ρόλο της transgender κόρης.

Η ταινία Ma Loute συμμετέχει στο Διαγωνιστικό Τμήμα του Φεστιβάλ και η έξοδος της στις αίθουσες της χώρας μας, έχει προγραμματιστεί για τον ερχόμενο Σεπτέμβριο..

zerVo

Cannes Film Festival 2016
Περισσότερα... »



Cannes Film Festival 2016 Live

του Θόδωρου Γιαχουστίδη

Τι τραβάμε κι εμείς οι χορεύτριες

Από χθες μέχρι σήμερα κάναμε τις δύο ταινίες... τρεις! Ναι, επιτέλους ξεθαρρεύουμε, κουνιόμαστε, μετακινούμαστε, περπατάμε σε γνώριμα στέκια όπου τσιλιμπουρδίζαμε νεώτεροι (μουάχαχαχαχα). Ο καιρός είναι μουντός με ξαφνικά διαστήματα ήλιου, ο κόσμος έχει πλημμυρίσει την Κρουαζέτ, ακούμε ότι οι συνάδελφοι γενικώς βλέπουν καλές ταινίες – κι εμείς το ίδιο έχουμε να πούμε. Από επίπεδο κι απ' ότι έχουμε δει ως τώρα ας πούμε, μια χαρά φεστιβάλ παρακολουθούμε

La Danseuse Cannes 2016


Προς επίρρωση των προαναφερθέντων θα ξεκινήσουμε την παρουσίαση των ταινιών που είδαμε την Παρασκευή 13 Μαΐου (ούι, γρουσουζιά!) με κάτι που καταχειροκροτήθηκε. Μιλάμε για την ταινία «La danseuse» (The Dancer), πρώτη σκηνοθετική απόπειρα της Stéphanie Di Giusto, μια βιογραφία κατά μία έννοια της χορεύτριας Loïe Fuller και της σχέσης που ανέπτυξε με την προστατευόμενη της και αντίπαλό της τελικά, Ισιδώρα Ντάνκαν. Μεταξύ των συμπαραγωγών της ταινίας διακρίναμε και τα ονόματα των αδελφών Νταρντέν, αν σας λέει κάτι αυτό.

Η υπόθεση: 1887: μετά τη δολοφονία του γαλλικής καταγωγής χρυσοθήρα πατέρα της, η 25χρονη Μαρί-Λουίζ εγκαταλείπει την άγρια Δύση και μετακομίζει στη Νέα Υόρκη, στην αποξενωμένη μητέρα της, με απώτερο στόχο να κυνηγήσει το όνειρό της και να γίνει ηθοποιός. Έχοντας εμμονή με τη βιβλική Σαλώμη, κάποια στιγμή, στο θέατρο, από... δυσλειτουργία του κοστουμιού της σε μια παράσταση που είχε δεύτερο ρόλο, χωρίς λόγια, άρχισε να χορεύει με το φόρεμα στο χέρι! Αυτό ήταν! Ο κόσμος γούσταρε αυτό που είδε και ο Λόι όπως βαφτίστηκε, έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά για να βελτιώσει το σόου της. Ένας Γάλλος κόμης που ζει στις ΗΠΑ θα πέσει θύμα της γοητείας της, εκείνη θα τον κλέψει και με τα λεφτά του θα γυρίσει στην πατρίδα του πατέρα της, τη Γαλλία, προκειμένου να τελειοποιήσει το σόου της. Θα στραφεί αρχικά στα Folies Bergère, θα κάνει τεράστια επιτυχία και θα φτάσει μέχρι την Όπερα των Παρισίων. Στην πορεία θα γνωρίσει μια νεαρή, ταλαντούχα και προκλητική χορεύτρια, την Ισιδώρα Ντάνκαν, με την οποία θα αναπτύξει μια σχέση αγάπης και μίσους.

Η άποψή μας: Αυτή η ταινία είναι χαρακτηριστική περίπτωση crowd pleaser για ένα πιο εκλεπτυσμένο κοινό. Τι θέλω να πω; Είναι μια βιογραφία, μια ταινία εποχής, φροντισμένη στην κάθε της λεπτομέρεια, που γυρίστηκε για να αρέσει στο κοινό που θα την παρακολουθήσει τόσο ώστε να τη διαδώσει με το περίφημο word of mouth. Όλα τα στοιχήματα της «έκατσαν» της πρωτοεμφανιζόμενης σκηνοθέτιδας. Στον πρώτο της ουσιαστικά πρωταγωνιστικό ρόλο η Soko δίνει εξαιρετική ερμηνεία. Η Lily-Rose Melody Depp, κόρη του διάσημου Johnny Depp είναι επίσης πολύ καλή ως Ισιδώρα Ντάνκαν. Η διεύθυνση φωτογραφίας είναι εξαιρετική, η μουσική, οι χορογραφίες, η αισθητική της ταινίας πιάνουν υψηλότατες επιδόσεις. Από την αρχή και με τη βοήθεια ενός πολύ λειτουργικού μοντάζ η ταινία κυλάει σαν νερό που με μεγάλη ορμή παρασύρει τα πάντα στο πέρασμά της! Ρυθμός που πέφτει αρκετά στο τελευταίο τρίτο της ταινίας (να τα λέμε κι αυτά) αλλά εντέλει η ταινία κλείνει έξυπνα. Ο βασικός ανδρικός ρόλος ερμηνεύεται (μεγάλη κουβέντα αυτή) από τον Gaspard Ulliel, που κατά την προσωπική μας άποψη δεν έπρεπε ποτέ να γίνει ηθοποιός, αλλά αυτό είναι ελάχιστο ψεγάδι, που δεν χαλάει με τίποτα την απόλαυση της ταινίας.

Υπάρχουν σκηνές μαγικές: εκείνη όπου η Λόι δίνει την πρώτη της χορευτική παράσταση χρησιμοποιώντας ως εφέ φώτα, μπροστά σε κοινό, πραγματικά κόβει την ανάσα! Ομορφιά ρε παιδί μου, ομορφιά, λειτουργικότητα, απλότητα. Αυτή η ταινία αποτελεί τον ορισμό του καλού εμπορικού σινεμά. Απευθύνεται σε όλους, ιδίως όμως οι γυναίκες που ψάχνουν κινηματογραφικούς, σθεναρούς χαρακτήρες, οι οποίοι δεν τα παρατάνε με την καμία όσες δυσκολίες κι αν συναντήσουν, θα αποτελέσουν το target group της ταινίας. Να σημειώσουμε εδώ ότι η ταινία προβλήθηκε στο παράλληλο του διαγωνιστικού τμήματος, επίσημο πρόγραμμα «Ένα κάποιο βλέμμα».

Album Cannes 2016

Και από την πολύ καλή εμπορική ταινία να περάσουμε σε μια αριστουργηματική, μη εμπορική ταινία. Τίτλος της: «Album». Προέλευση: Τουρκία. Τμήμα: Εβδομάδα της Κριτικής. Και ο σκηνοθέτης αυτής της ταινίας, Mehmet Can Mertoglu και η σκηνοθέτις του «La danseuse» βάζουν υποψηφιότητα για Χρυσή Κάμερα, μιας που είναι οι πρώτες ταινίες των δημιουργών τους. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια ταινία, που όπως πολλές από τη γείτονα χώρα, σκιζ' και πάει. Τρομερό σινεμά κάνουν οι αλήτες.

Η υπόθεση: Ο Μπαχάρ και η Σουνέιτ είναι ένα τυπικό, μεσοαστικό ζευγάρι, που ζει ευτυχισμένο στην Τουρκία. Εκείνος είναι καθηγητής ιστορίας σε γυμνάσιο κι εκείνη δουλεύει στην εφορία. Έχουν όλα όσα θέλουν. Ένα μόνο τους λείπει: ένα παιδί. Θα προσπαθήσουν να υιοθετήσουν και με τις γνωριμίες που διαθέτουν, θα τα καταφέρουν, παρά το γεγονός ότι είναι και εκλεκτικοί. Ένα τέλειο ζευγάρι, όμως, δεν μπορεί να έχει παιδί από υιοθεσία. Έτσι. επί μήνες η Σουνέιτ «υποδύεται» την έγκυο φορώντας ειδική κατασκευή στην κοιλιά της και το ζεύγος βγάζει φωτογραφίες σε διάφορα σημεία και με ποικίλες παραλλαγές.

Στόχος, να δημιουργηθεί ένα άλμπουμ με φωτογραφίες που να αποδεικνύει πως το παιδί τους προέκυψε «φυσιολογικά». Εντέλει, η Σουνέιτ «γεννάει», παίρνουν το παιδί στο σπίτι και η οικογενειακή τους ευτυχία φαίνεται να ολοκληρώνεται πια. Μέχρι που η απόπειρα διάρρηξης του διαμερίσματός τους θα τους οδηγήσει στην αστυνομία κι εκεί θα διαπιστώσουν πως η υιοθεσία είναι καταγεγραμμένη στα κιτάπια του κράτους. Άρα, πολύ εύκολα μπορεί να βγουν προς τα έξω και μαθευτούν από όλο τον κόσμο. Πώς θα αντιδράσουν σ' αυτό;

Η άποψή μας: Σχεδόν παγκοσμίως η κυρίαρχη αντίληψη είναι πως ένα παντρεμένο ζευγάρι ολοκληρώνει την ευτυχία του με την τεκνοποιία. Ένα, δύο, τρία και βάλε παιδιά και είμαστε ευτυχισμένοι, σωστά; Το να μην μπορεί ένα παντρεμένο ζευγάρι να κάνει, αποτελεί ακόμα και σήμερα τόσο στη χώρα μας όσο και σε άλλες χώρες του κόσμου, μεγάλο ταμπού. Κατά πως φαίνεται, στην Τουρκία, τα άτεκνα ζευγάρια λογίζονται ως αποτυχημένα. Οπότε, όταν ο φυσιολογικός τρόπος και η τεχνητή γονιμοποίηση δεν βοηθούν, η υιοθεσία χρειάζεται από πίσω της «σκηνοθεσία». Οπότε, με το παιδί, ολοκληρώνεται η κατοχή «πραγμάτων» που μας κάνουν ευτυχισμένους: μεγάλη τηλεόραση, καλό αμάξι, ωραίο σπίτι...

Ο σκηνοθέτης ξεκινάει την ταινία του, πολύ έξυπνα, δείχνοντας όλη τη διαδικασία της τεχνητής σπερματέγχυσης στις αγελάδες (ναι, και στις Κάννες με κυνηγάει η κτηνιατρική μου ιδιότητα). Ο επιλεγμένος για τα χαρακτηριστικά του ταύρος οδηγείται σε χώρο με αγελάδα σε γόνιμες μέρες, πάει να την πηδήξει και πάνω στη μία σπρωξιά που δίνουν τα μηρυκαστικά για να εκσπερματίσουν (αν μιλάμε για πρόωρους εκσπερματιστές, έτσι;), ο επιφορτισμένος με την ειδική αυτή δουλειά σπερματεγχύτης δεν αφήνει το πέος του ταύρου να μπει στον κόλπο της αγελάδας, το αρπάζει, το βάζει σε ένα μεγάλο μπουκάλι που προσομοιάζει με κόλπο και μαζεύει εκεί το σπέρμα! Με αυτό το σπέρμα του ταύρου – champion θα γονιμοποιηθούν χιλιάδες αγελάδες!

Ο σκηνοθέτης δείχνει τη διαδικασία για να περάσει με τον δικό του τρόπο ότι το ζευγάρι προσπάθησε να τεκνοποιήσει και με τεχνητό τρόπο, αλλά δεν τα κατάφερε. Με τρόπο που άλλοτε θυμίζει Ζάιντλ και άλλοτε Ρόι Άντερσον ο σκηνοθέτης στήνει σκηνές με τις οποίες δεν ξέρεις αν πρέπει να γελάσεις ή να κλάψεις. Δεν κρύβει ότι το παντρεμένο ζευγάρι είναι μη ειλικρινές, αλλά το συμπαθεί. Ή μάλλον δεν το ξεχωρίζει: έτσι είναι οι άνθρωποι. Με καλές προθέσεις αλλά με δεκάδες κουσούρια, μεταξύ των οποίων και ο ρατσισμός. Έτσι ο σκηνοθέτης με έξυπνο τρόπο αποδομεί το ζευγάρι και μέσω αυτού αποδομεί ολόκληρη την κοινωνία έτσι όπως τη γνωρίζουμε. Πχ η σκηνή του φαγητού του ζευγαριού είναι τόσο γκροτέσκα και τόσο μα τόσο λειτουργική. Η σκηνή με τους καθηγητές στο διάλειμμα να παίζουν στοίχημα είναι τόσο μα τόσο αληθινή. Η σκηνή με το ζευγάρι στο mall με το μωρό στην κούνια και τους ίδιους να κρατάνε τα τεράστια αναψυκτικά τους είναι τόσο ανατριχιαστική.

Ή εκείνη όπου το ζευγάρι κοιμάται, το μωρό «τους» είναι στη μέση, ανάμεσά τους, εκείνοι ροχαλίζουν κι εκείνο κάποια στιγμή δεν αντέχει και βάζει τα κλάματα!!! Οι σκηνές στην εφορία: όλοι οι υπάλληλοι κοιμούνται ενώ στους τοίχους κρέμονται τσιτάτα του στυλ «πως θα πάει η χώρα μπροστά μπρε αν δεν πληρώνετε τους φόρους σας;». Τρομερή δουλειά, απίστευτη ταινία που γίνεται ακόμα πιο συγκλονιστική με το φινάλε με την απόφαση που παίρνει το ζευγάρι για το πως λύνεται άμεσα το πρόβλημα με την πιθανή διέρρευση της πληροφορίας της υιοθεσίας. Άφεριμ, για άλλη μια φορά, οι μπαγάσες οι Τούρκοι ξέρουν να κάνουν εξαιρετικό σινεμά.

In Bed With Victoria Cannes 2016

Είδαμε και την ταινία έναρξης του τμήματος «Εβδομάδα της Κριτικής». Είναι το «In Bed with Victoria» με αρχικό τίτλο μόνο «Victoria, που προφανώς άλλαξε για να μην υπάρχει παρεξήγηση σε σχέση με την πρόσφατη γερμανική ταινία, που κέρδισε το βραβείο σκηνοθεσίας στο φεστιβάλ Βερολίνου του 2015. Το πως βρέθηκε αυτή η ταινία να παίζεται στο τμήμα που ετοιμάζουν οι Γάλλοι κριτικοί, πραγματικά με ξεπερνάει. Θα εξηγήσω παρακάτω λοιπόν.

Η υπόθεση: Η Βικτώρια Σπικ είναι μια καλή δικηγόρος και μια εντυπωσιακή γυναίκα. Έχει δύο κορίτσια από έναν αποτυχημένο γάμο – μάλιστα, ο πρώην άντρας της γράφει σε ένα μπλοκ όλα όσα έζησε μαζί της, μαζί με πιπεράτα μυστικά, κάτι που την εκθέτει. Σε έναν γάμο η Βικτώρια ξανασυναντά έναν παλιό της φίλο, τον Βενσάν ενώ πέφτει κι επάνω στον Σαμ, έναν loser τον οποίο υπερασπίστηκε πετυχημένα στο δικαστήριο. Στο γάμο η σύζυγος του Βενσάν θα δεχτεί ένα μαχαίρι στην κοιλιά της. Η σύζυγος κατηγορεί τον Βενσάν. Ο Βενσάν το αρνείται και ζητά από την Βικτώρια να αναλάβει την υπεράσπισή του. Μοναδικοί αυτόπτες μάρτυρες είναι ένας σκύλος Δαλματίας της συζύγου κι ένας χιμπατζής που βρέθηκε με τον εκπαιδευτή του στο γαμήλιο πάρτι. Εντωμεταξύ, για να ξεδίνει η Βικτώρια, κάθε βράδυ καλεί και διαφορετικό άνδρα στο σπίτι της, σε ένα δωμάτιο, εκεί που τα ανήλικα κορίτσια της δεν καταλαβαίνουν τι συμβαίνει. Ένα βράδυ θα περάσει από εκεί και ο Σαμ, που πια έχει προσληφθεί ως νταντά των παιδιών της Βικτώρια...

Η άποψή μας: Υποθεσάρα, έτσι; Η ταινία σκηνοθετήθηκε με εμπορικές προδιαγραφές αλλά εμπορική δεν την λες – κι εδώ είναι το παράδοξο του πως ακριβώς βρέθηκε στο συγκεκριμένο τμήμα στις Κάννες. Μια ρομαντική κομεντί υποτίθεται ότι είναι, λίγο «κουνημένη», αλλά εντέλει ούτε ως κωμωδία λειτουργεί (σπάνια γελάς) ούτε ως ρομάντζο (και καλά, πρέπει να πιστέψουμε πως μια γυναικάρα σαν την Βικτώρια, που τόσα χρόνια ψωνιζόταν ρέμπελη κι ελεύθερη, θα «ερωτεύοταν» τον Σαμ). Ως δικαστικό δράμα επίσης δεν λειτουργεί, μιας που είναι γελοία τόσο η υπόθεση στην οποία πρέπει υποτίθεται να δώσουμε βάση για να βρούμε τον ένοχο, όσο και το γεγονός πως μάρτυρες κατηγορίας από τη μια και υπεράσπισης από την άλλη είναι ένας σκύλος και ένας χιμπατζής. Κρίμα, γιατί στην αρχή, με την ερμηνεία σε καραόκε του παλιού καλού «Suzanna» των Art Company και με την παρουσία αυτού του αιλουροειδούς με το όνομα Virginie Efira περιμέναμε κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον. Εντέλει, το πιο ενδιαφέρον, πέρα απο το βιβλίο ήταν – συγχωρέστε με και μην βρίζετε – τα βυζγιά της πρωταγωνίστριας. Άντε, πάμε για άλλα!

Θοδωρής Γιαχουστίδης

Cannes Film Festival 2016 Live
Περισσότερα... »

2016 Cannes Film Festival Poster
Με την τρίωρης διάρκειας ταινία από την Ρουμανία, Sieranevada, ξεκίνησαν και επίσημα οι διεργασίες του Διαγωνιστικού Τμήματος του 69ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών. Πρόκειται για ένα δραματικό, κοινωνικό φιλμ που υπογράφει ο τιμημένος ξανά στο περιφερειακό πρόγραμμα του θεσμού σκηνοθέτης, Cristi Puiu, που έχει γίνει διεθνώς γνωστός από την καυστική του σάτιρα Η Οδύσσεια του Κυρίου Λαζαρέσκου και που με το παρόν, λαμβάνει για πρώτη φορά μέρος στην κούρσα για τον Χρυσό Φοίνικα. Η ιστορία του έργου λαμβάνει χώρα στο σημερινό Βουκουρέστι, όπου ο γιατρός Λάρι και η οικογένεια του, θα συναντηθούν για να τελέσουν το σαρανταήμερο μνημόσυνο του πατέρα του. Γύρω από το τραπέζι κι ενώ οι συζητήσεις θα περιστραφούν γύρω από διάφορα φλέγοντα ζητήματα, όπως ο κομμουνισμός και η τρομοκρατία, μέσα από αναμνήσεις και εξομολογήσεις των παρισταμένων, άπαντες θα κληθούν να έλθουν αντιμέτωποι με το παρελθόν τους. "Το σενάριο βασίζεται σε πραγματική ιστορία, που συνέβη στην κηδεία του δικού μου πατέρα και στο γεύμα που ακολούθησε την τελετή, αναφέρει ο Puiu ενώπιον των ανταποκριτών Τύπου. Μια ιδέα που πήρα, από τους διαλόγους που ειπώθηκαν και που πολλές φορές εκτράχυναν την κουβέντα, παράταιρα από την θλίψη του γεγονότος που στάθηκε αφορμή για την συνάντηση. Στην Ορθόδοξη παράδοση, το πνεύμα των νεκρών κυκλοφορεί ελεύθερο για σαράντα ημέρες από την στιγμή του θανάτου του, κυκλοφορεί ανάμεσα στους ζωντανούς, κινείται μεταξύ τους κι έτσι σκέφτηκα να στήσω την κάμερα μου, ακριβώς πάνω σε αυτό το πνεύμα, να αποδώσω το θέμα μου μέσα από τα δικά του μάτια. Που φυσικά μπορούν να παρακολουθήσουν, όχι όμως και αντιδράσουν."

Sieranevada Cannes Sieranevada Cannes
Sieranevada Cannes Sieranevada Cannes

Photo: Getty Images Europe / zimbio.com



Σε ότι αφορά στον ιδιόμορφο τίτλο που απέδωσε στο έργο του, ο δημιουργός έδωσε κι εδώ την δική του εξήγηση: "Δεν έχει την παραμικρή σχέση με το γνωστό μέρος στην Αμερική, απλά αυτό που ήθελα ήταν να χρησιμοποιήσω ένα διάσημο τοπωνύμιο στην μαρκίζα μου, υπαρκτό και γνώριμο στους περισσότερους. Θα μπορούσα άνετα να δώσω στον τίτλο την διεύθυνση της οικίας που πραγματοποιείται το μνημόσυνο, αλλά νομίζω πως κάτι τέτοιο θα ήταν λάθος. Επιλέγοντας τελικά αυτό τον τίτλο, πιστεύω πως ώθησα την σκεπτική του θεατή που καλείται να παρακολουθήσει το φιλμ, σε έναν διαφορετικό δρόμο." Πρωταγωνιστής του φιλμ είναι ο διάσημος αστέρας στην πατρίδα του, Mimi Branescu, που επίσης παραβρέθηκε στην Ριβιέρα, στην επίσημη πρεμιέρα του, στο Φεστιβάλ.

Η ταινία Sieranevada συμμετέχει στο Διαγωνιστικό Τμήμα του Φεστιβάλ και η έξοδος της στις αίθουσες, δεν έχει προς το παρόν προγραμματιστεί.

zerVo

Cannes Film Festival 2016
Περισσότερα... »

2016 Cannes Film Festival Poster
Διχασμένο άφησε το κοινό στο 69ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών, που παρακολούθησε την επίσημη πρεμιέρα του, το καινούργιο φιλμ του Γάλλου σκηνοθέτη Alain Giraudie, Rester Vertical (Staying Vertical) με την ωμότητα που επέλεξε να προβάλλει  σκληρές και ακραίες σκηνές. Το επόμενο βήμα του αμφιλεγόμενου δημιουργού, κατόπιν του Stranger By The Lake, που επίσης είχε προκαλέσει παρόμοιες αντιδράσεις, διαφοροποιείται στην θεματική του και εδώ δεν καταπιάνεται με τις ομοφυλοφιλικές ερωτικές σχέσεις, όπως στα προηγούμενα έργα του, αλλά με τον δεσμό που αναπτύσσεται μεταξύ ενός αινιγματικού σεναριογράφου, που έχει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους λύκους ως ζώα και μια νεαρή και όχι τόσο αθώα όσο δείχνει φαινομενικά, βοσκό. "Μετά από τον Stranger, όπου στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκονταν μόνο γκέι άντρες, εδώ την θέση τους παίρνει μια γυναίκα, αλλά η ουσία δεν βρίσκεται σε αυτή ακριβώς την αλλαγή προσώπου, αναφέρει ο σκηνοθέτης κατά την διάρκεια της καθιερωμένης Συνέντευξης Τύπου. Είναι πολύ πιο σημαντικό το σεξ, από την ίδια την σεξουαλικότητα. Το σεξ είναι ένας κόσμος απόλαυσης, συνάμα όμως μπορεί να εξελιχθεί σε έναν κόσμο δυστυχίας. Κάποιες φορές το σεξ είναι φοβιστικό κι αυτό γιατί είναι η απαρχή, αλλά και το τέλος ταυτόχρονα, αυτού εδώ του κόσμου."

Rester Vertical Cannes Rester Vertical Cannes
Rester Vertical Cannes Rester Vertical Cannes

Photo: Getty Images Europe / zimbio.com



Οι πρώτες αντιδράσεις από τους θεατές στην Ριβιέρα, έχουν περισσότερο να κάνουν με την παρουσίαση στην μεγάλη οθόνη, από το φιλμ, μιας ωμής σεξουαλικής ευθανασίας αλλά και μιας σε ζωντανή μετάδοση γέννας, λήψη από την οποία απουσίασε ο Giraudie ενόσω βρισκόταν σε πραγματική εξέλιξη: "Προτίμησα να μείνω έξω από τον χώρο που λάμβανε χώρα ο τοκετός, προκειμένου η μητέρα να νιώσει πιο ελεύθερα, αλλά κι εγώ να νιώσω την έκπληξη παρακολουθώντας το πλάνο κατοπινά. Δεν είναι και πολλές εκείνες οι γυναίκες που θα ήθελαν αυτή η στιγμή που θα φέρουν στον κόσμο ένα παιδί, να δημοσιοποιούνται στο εκράν. Και γι αυτό δεν ήθελα να είμαι παρών, ίσως τα πράγματα σε αυτή την περίπτωση να εξελίσσονταν σε πιο περίπλοκα, ίσως και πιο βίαια." Επίσης ο σκηνοθέτης αναφέρθηκε και στο ονειρικό ύφος που χρησιμοποιεί στα έργα του, όπως σε κάποιο βαθμό έκανε και στο προηγούμενο πόνημα του, που υπήρξε υποψήφιο σε οκτώ κατηγορίες των Βραβείων Cesar: "Πολύ ήθελα να εξελίσσεται η πλοκή του έργου μου, σαν κάτι ενδιάμεσο στην πραγματικότητα και τον μύθο. Ποτέ δεν σχεδιάζω την αφήγηση μου γραμμικά. Ούτε προτιμώ να ακολουθώ πιστά την χρονολογική σειρά. Δεν μου αρέσει το αφηγηματικό στυλ, προτιμώ να παίζω με αυτό που αποκαλούμε αληθοφανές και αβάσιμο."

Η ταινία Rester Vertical συμμετέχει στο Διαγωνιστικό Τμήμα του Φεστιβάλ και η έξοδος της στις αίθουσες, της πατρίδας της, Γαλλίας, πρωτίστως, έχει προγραμματιστεί για τις 24 Αυγούστου 2016.

zerVo

Cannes Film Festival 2016
Περισσότερα... »



Cannes Film Festival 2016 Live

του Θόδωρου Γιαχουστίδη

Καλά ρε κουμπάρε, μόνο δύο ταινίες;

Λοιπόν, παιδιά, εντάξει, υπάρχουν άνθρωποι που θεωρούν τον εαυτό τους σοβαρούς δημοσιογράφους. Θα μου επιτρέψετε, αλλά εγώ δεν είμαι ένας από αυτούς. Δηλαδή, σοβαρός είμαι, αλλά (θα ήθελα να πιστεύω πως) δεν είμαι σοβαροφανής. Επειδή, όμως, πολλοί από εσάς αγαπητοί αναγνώστες δυσφορείτε (δεν σας κατηγορώ) όταν το λαϊκό παιδί από τον Λευκώνα Σερρών γράφει σε πιο προσωπικό τόνο και θέλετε να μαθαίνετε μόνο τα σχετικά με το φεστιβάλ και τις ταινίες, παραλείψτε τις (λίγες, ελπίζω) επόμενες γραμμές και πηγαίνετε κατευθείαν εκεί όπου ο zerVo έχει βάλει τις φωτογραφίες των δύο ταινιών για τις οποίες θα γράψω σήμερα – γιατί τόσες μπόρεσα...

Από εδώ ξεκινάνε τα προσωπικά μου λοιπόν. Γιατί βρε όσοι γράφουμε εκτιθέμεθα! Και μας αρέσει να εκτιθέμεθα. Μπόλικος ναρκισισμός. Να αγγίξουμε τις ανθρώπινες ψυχές. Να αγγίξουμε και κανά γκομενάκι... ουπς, παραφέρομαι. Κι εδώ έρχεται αυτό που θέλω να σας πω: παιδιά, δεν είμαι καλά. Η προστατίτιδα που άρπαξα στην Κύπρο, καλά κρατεί. Και δώστου φάρμακα και δώστου 987 χιλιάδες επισκέψεις το δευτερόλεπτο στην τουαλέτα και πώς μπορείς να δεις έτσι ταινίες, μου λέτε; Εμ, δεν μπορείς! Εδώ σας θέλω. Τες πα, μάζεψα τα κομμάτια μου, σε όποια αίθουσα έμπαινα έψαχνα να δω πού βρίσκονται οι τουαλέτες και είδα δύο ταινίες (με δύο διακοπές στην καθεμιά) και σε μια τρίτη που επιχείρησα να πάω, έφαγα πόρτα με τέσσερις ανθρώπους μπροστά από μένα. Γιατί οι Κάννες δεν είναι σαν τα άλλα φεστιβάλ. Έχει ατελείωτα στησίματα σε απίστευτες ουρές και κανείς δεν σου εγγυάται ότι τελικά θα καταφέρεις να μπεις μέσα στην αίθουσα! Τέσσερις ακόμα και θα έμπαινα μέσα. Αλλά μπα...

Κατά τα άλλα, τα πάντα είναι πανάκριβα (δεν θέλετε να ξέρετε) ο καιρός είναι κινηματογραφικός (πώς λέμε «ποδοσφαιρικός;» - ε, αυτό, είναι ότι πρέπει για σινεμά), υπάρχουν παντού μπάτσοι (όχι, δεν είναι διακριτική η παρουσία της αστυνομίας, είναι πανταχού παρούσα), οι αλήτες που ελέγχουν τις τσάντες μας δεν μας αφήνουν ούτε νερό να πάρουμε μέσα στις αίθουσες... ουφ, τα είπα, βγήκαν από μέσα μου και τώρα πάμε στις ταινίες.

Eshtebak Cannes 2016


Το «Eshtebak» (Clash) του Mohamed Diab είναι η πρώτη ταινία που είδαμε στο φεστιβάλ και είναι η ταινία με την οποία άνοιξε την αυλαία του το παράλληλο με το επίσημο διαγωνιστικό τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα». Μια ταινία από την Αίγυπτο, που μιλάει για την πρόσφατη ιστορία της Αιγύπτου κι έχει το βλέμμα της στραμμένο σε όλο τον κόσμο. Και ναι, είναι μια πάρα πολύ καλή ταινία.

Η υπόθεση: Κάιρο, καλοκαίρι του 2013, δυο χρόνια μετά την Αιγυπτιακή Επανάσταση. Ο δικτάτορας Μουμπάρακ ανατράπηκε, φυλακίστηκε και μετά από δημοκρατικές εκλογές την εξουσία ανέλαβε ο Μόρσι. Μόνο που τα σχέδιά του για ισλαμοποίηση της χώρας δεν άρεσαν στις κοσμικές δυνάμεις της Αιγύπτου και ο κύριος εκφραστής τους, ο στρατός, τον ανέτρεψε. Οπότε, καθημερινά γινόταν διαδηλώσεις. Από τη μια, οι υποστηρικτές του στρατού που δεν ήθελαν την ισλαμοποίηση της χώρας και από την άλλοι οι ισλαμιστές, οπαδοί του πρώην προέδρου Μόρσι και του κόμματός του, «Αδελφοί Μουσουλμάνοι». Ένας φωτογράφος κι ένας δημοσιογράφος του Associated Press καλύπτουν κάποια διαδήλωση. Από παρεξήγηση, ένας αξιωματικός του στρατού που τους παρατηρεί, θεωρεί ότι κάνουν προπαγάνδα υπέρ των «Αδελφών Μουσουλμάνων», οπότε τους συλλαμβάνει και τους βάζει μέσα σε ένα φορτηγό – κλούβα. Οι δημοσιογράφοι θα καλέσουν σε βοήθεια και θα σπεύσουν να τους βοηθήσουν υποστηρικτές του στρατού. Και πάλι, όμως, η παρεξήγηση θα οδηγήσει μια χούφτα από αυτούς στην ίδια κλούβα. Αργότερα, μέσα στην κλούβα θα μπουν και πραγματικοί «Αδελφοί Μουσουλμάνοι», που συλλαμβάνονται από το στρατό. Κι ενώ βίαιες διαμαρτυρίες συνταράσσουν την αιγυπτιακή πρωτεύουσα, όσοι βρίσκονται μέσα στην κλούβα, διαφορετικής κουλτούρας, πολιτικών διαθέσεων και θρησκευτικών πιστεύω, αποτελούν μια μικρογραφία του εξωτερικού κόσμου της χώρας τους, έτοιμη να εκραγεί! Θα καταφέρουν να συνεννοηθούν για να αυξήσουν τις πιθανότητές τους να επιβιώσουν;

Η άποψή μας: Έξι χρόνια έχουν περάσει από τότε που ο Mohamed Diab ολοκλήρωσε την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, το «Οι γυναίκες του λεωφορείου 678» (678), την μοναδική αιγυπτιακή ταινία, αν δεν μας απατά η μνήμη μας, η οποία προβλήθηκε την τελευταία χιλιετηρίδα στη χώρα μας – με τρία χρόνια καθυστέρηση βέβαια από την ολοκλήρωσή της, αλλά έστω! Να σημειώσουμε εδώ ότι και στις δύο ταινίες πρωταγωνίστρια είναι η Nelly Karim, μια από τις καλύτερες (και ομορφότερες) ηθοποιούς της Αιγύπτου – γεννημένη μάλιστα την Αλεξάνδρεια. Με τούτη εδώ την ταινία ο 39χρονος πλέον σκηνοθέτης δείχνει ότι έχει ωριμάσει ως δημιουργός, ότι ελέγχει πολύ καλύτερα τα εκφραστικά του μέσα, ότι γενικώς έχει βελτιωθεί τα μάλα. Κατά πως φαίνεται, του αρέσει οι ιστορίες του να διαδραματίζονται σε κινούμενους κλειστούς χώρους: λεωφορείο στην πρώτη ταινία, αστυνομική κλούβα στη δεύτερη. Μόνο που εδώ ο συμβολισμός τους αναδεικνύεται πολύ πιο στοχευμένα και επιτυχημένα.

Με υποκειμενικά πλάνα ουσιαστικά μόνο μέσα από την κλούβα – ποτέ έξω από αυτήν – (όσοι βρίσκονται μέσα κοιτάνε είτε προς τα έξω από τα σιδερόφρακτα παράθυρα είτε προς τα μέσα, ο ένας τον άλλο), μας κάνει κοινωνούς μιας μικρογραφίας της αιγυπτιακής κοινωνίας κι αν θέλουμε να το επεκτείνουμε το πράγμα λίιιιγο παραπάνω, της ανθρώπινης κοινωνίας γενικότερα. Μέσα στον περιορισμένο χώρο της κλούβας άνθρωποι κάθε ηλικίας, μόρφωσης, πολιτικών και θρησκευτικών πιστεύω θα αναγκαστούν να ζήσουν (για λίγο;) μαζί. Άρα, θα είναι σε απόσταση αναπνοής με τον «εχθρό». Θα πρέπει να συνδιαλλαγούν μαζί του. Εκρηκτικό μείγμα, έτσι; Μια σπίθα αρκεί για να γίνει η έκρηξη. Η αναγκαστική αυτή γειτνίαση, όμως, περιορίζει κατά πολύ και τις προκαταλήψεις ένθεν κι ένθεν. Πολύ χαρακτηριστικά, σε μια από τις λίγες κωμικές σκηνές της ταινίας, καθώς οι έγκλειστοι κάνουν κύκλους μέσα στην κλούβα ώστε όλοι να παίρνουν αέρα από τα παράθυρα (είπαμε, καλοκαίρι στην Αίγυπτο, έτσι;), κάποιος την «αμολάει». Λέει ένας από τους «Αδελφούς Μουσουλμάνους»: «κάτι μυρίζει άσχημα από τη δική σας πλευρά». Και η πληρωμένη απάντηση: «γιατί, οι αδελφοί μουσουλμάνοι δεν κλάνετε;».

Σε κάποια στιγμή αυτοί οι... εχθροί θα έρθουν κοντά: θα συζητήσουν, θα θυμηθούν, θα τραγουδήσουν, θα γελάσουν. Too good to be true, έτσι; Ή να το πούμε αλλιώς: οι άνθρωποι μπορούν κατά βάση να είναι καλοί. Ο κόσμος όμως όχι. Μεγάλο κατόρθωμα του σκηνοθέτη να βγάλει τόσο ένταση και όλη την παλέτα των ανθρώπινων συναισθημάτων μέσα σε μια κλούβα. Κι ενώ υπάρχουν καλές προθέσεις, ο εκτροχιασμός πάντοτε ελλοχεύει. Και είναι δύσκολο να τον αποφύγεις...

Toro Cannes 2016

Το «Toro» του Kike Maíllo, που είδαμε στο Marche Du Film, στο Μάρκετ δηλαδή, είναι μια ισπανική ταινία, γυρισμένη στην Ανδαλουσία και σε πόλεις όπως η Μάλαγα, η Αλμερία και το... Τορεμολίνος – τι ωραία ταινία ήταν το «Torremolinos 73» του 2003! Να τη δείτε. Το «Toro» τώρα μάλλον δεν θα το δείτε. Όχι ότι είναι κακή ταινία. Αλλά έχουμε δει κόπια της χωρίς κάτι το ουσιαστικά διαφορετικό εκατομμύρια φορές...

Η υπόθεση: Ο Τόρο (ταύρος στα ισπανικά), ο Αντόνιο και ο Λόπεζ είναι τρία αδέλφια που δουλεύουν για τον Ράφαελ Ρομάνο, έναν επικίνδυνο γκάνγκστερ, το μεγαλύτερο στην περιοχή. Ο Τόρο, ο πιο ταλαντούχος από τα αδέλφια, θέλει να τα παρατήσει. Έχει βαρεθεί να ζει στην παρανομία. Ο Ράφαελ, που τον βλέπει σαν παιδί του, του ζητάει να ολοκληρώσει μια τελευταία δουλειά. Όμως, τα πράγματα πάνε στραβά, ο Αντόνιο σκοτώνεται και ο Τόρο συλλαμβάνεται. Μετά από πέντε χρόνια φυλάκισης, ο Τόρο θέλει άλλους δύο μήνες για να αποφυλακιστεί. Πλήρως ανανεωμένος και ερωτευμένος με μια δασκάλα, είναι έτοιμος να ζήσει επιτέλους μια φυσιολογική ζωή. Σ' αυτήν, όμως, θα κάνει την επανεμφάνισή του ο Λόπεζ, που για πέντε χρόνια είχε εξαφανιστεί από τη ζωή του Τότο. Ζητάει από τον Τόρο να τον βοηθήσει: έχοντας καταχραστεί χρήματα από τον Ράφαελ, ο μαφιόζος έβαλε και απήγαγαν την κόρη του. Ο Τόρο βρίσκεται στο πιο δύσκολο σταυροδρόμι της ζωής του...

Η άποψή μας: Αν αυτή η ταινία γυριζόταν τη δεκαετία του '70 θα σημείωνε τεράστια επιτυχία. Ο σκηνοθέτης της, στην τρίτη του δοκιμασία σε μεγάλου μήκους ταινία, δείχνει την απεριόριστη αγάπη του και το σεβασμό του στα γαλλικά γκανγκστερικά φιλμ, εκείνα στα οποία ήταν μετρ ο Jean-Pierre Melville. Κώδικες τιμής μεταξύ κατεργαρέων, δύσκολες αποφάσεις, εκδίκηση. Ο Luis Tosar, ένας από τους πιο γνωστούς Ισπανόφωνους ηθοποιούς, είναι το όνομα – μαγνήτης στην ταινία (εδώ με κόμμωση αλά τσιγγάνος!), ο πρωταγωνιστής όμως είναι ο Mario Casas. Πείτε με τρελό, αλλά αν ποτέ δείτε την ταινία είναι σαν να «ενώθηκαν» με μαγικό τρόπο ο Αλέξης Τσίπρας με τον Steven Seagal!! Μόνο που σαφέστατα ο πρωθυπουργός μας είναι πολύ καλύτερος ηθοποιός από τους δύο άλλους προαναφερθέντες.

Τεςπα, η ταινία έχει υπέρ της εξαιρετικούς τίτλους αρχής, σπουδαία μουσική υπόκρουση που άλλοτε παραπέμπει στις μουσικές από τις ταινίες του Argento κι άλλοτε σε πρώιμο Morricone και μια μεταφυσική χροιά με κάρτες ταρώ και τη λογική του «το πεπρωμένο φυγίν αδύνατον». Όμως, όσα βλέπουμε επί της μεγάλης οθόνης τα έχουμε δει σε παραλλαγή εκατοντάδες, χιλιάδες φορές. Και δεν μπορεί να σώσει την κατάσταση ο Luis Tosar. Δεν είναι κακή ταινία, δεν έχει κάτι, όμως, που να την κάνει να ξεχωρίζει.

Αυτά για σήμερα. Ελπίζουμε αύριο να σας μιλήσουμε περισσότερο για ταινίες και λιγότερο για τον εαυτό μας.
ΥΓ: Καλά ρε, πλάκα μου κάνετε; Πάλι τζακποτ στο «τζόκερ». Δεν γίνονται αυτά.

Θοδωρής Γιαχουστίδης

Cannes Film Festival 2016 Live
Περισσότερα... »