Ο ήχος της πτώσης (In die Sonne schauen / Sound of Falling) Poster ΠόστερΟ ήχος της πτώσης

της Mascha Schilinski. Με τους Hanna Heckt, Susanne Wuest, Lena Urzendowsky, Luise Heyer, Filip Schnack, Greta Krämer, Laeni Geisler.


Κορίτσια που περάσατε από εδώ
γράφει ο Θόδωρος Γιαχουστίδης(@PAOK1969)

«Είναι ένα τραύμα, είναι ένα θαύμα»...

Η Mascha Schilinski γεννήθηκε το 1984 στο Βερολίνο. Από νωρίς ανέπτυξε το πάθος της για τη δημιουργία ταινιών, επηρεασμένη από τη μητέρα της που επίσης εργαζόταν στον κινηματογραφικό χώρο. Ξεκίνησε την επαγγελματική της πορεία δουλεύοντας ως casting director, προτού στραφεί στη σκηνοθεσία και το σενάριο, με συνεργασίες σε μικρού μήκους και τηλεοπτικά έργα (όπως η σειρά «Cologne P.D.») και στη συνέχεια με την ανάπτυξη μεγαλύτερων projects. Είναι παντρεμένη με τον διευθυντή φωτογραφίας, Fabian Gamper, ο οποίος έχει φωτογραφήσει οτιδήποτε έχει γυρίσει η Schilinski.

Ο ήχος της πτώσης (In die Sonne schauen / Sound of Falling) Poster Πόστερ Wallpaper
Η πρώτη της μεγάλου μήκους ταινία ήταν το (απρόβλητο στην Ελλάδα) «Die Tochter» (Dark Blue Girl, 2017), στο οποίο η 7χρονη κόρη ενός διαζευγμένου ζευγαριού κάνει ό,τι μπορεί προκειμένου οι γονείς της να μην ξαναπαντρευτούν μεταξύ τους. Η ταινία έκανε πρεμιέρα στο φεστιβάλ Βερολίνου, στο τμήμα Perspectives (το διαγωνιστικό τμήμα για πρωτοεμφανιζόμενους δημιουργούς). «Ο ήχος της πτώσης» είναι μόλις η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία της. Η ταινία έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο περασμένο φεστιβάλ των Καννών, όπου συμμετείχε στο επίσημο διαγωνιστικό τμήμα, κερδίζοντας το Βραβείο της Επιτροπής, εξ ημισείας με το «Sirât» του Oliver Laxe. Αποτέλεσε την επίσημη πρόταση της Γερμανίας για το Όσκαρ Διεθνούς Ταινίας. Στα Ευρωπαϊκά Βραβεία Κινηματογράφου τιμήθηκε με το βραβείο καλύτερης σκηνοθεσίας. Τέλος, την πανελλήνια πρεμιέρα της η ταινία την πραγματοποίησε στο φεστιβάλ Αθηνών, όπου συμμετείχε στο διαγωνιστικό τμήμα, κερδίζοντας τελικά το βραβείο καλύτερης ταινίας.

Η υπόθεση: Σε ένα τεράστιο αγροτόσπιτο στο 'Άλτμαρκ της Γερμανίας (η περιοχή ανάμεσα στο Αμβούργο και Μαγδεμβούργο), το «Λίκνο της Πρωσίας» όπως ήταν γνωστό, τέσσερα κορίτσια, σε τέσσερις διαφορετικές χρονικές περιόδους, καλούνται να αντιμετωπίσουν η καθεμιά τους τις δικές της δυσκολίες και προκλήσεις. Λίγο πριν την έναρξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, η 7χρονη Άλμα βλέπει σε μια φωτογραφία ένα νεκρό κοριτσάκι, που της μοιάζει πολύ. Βλέπει ένα νεκρό αγοράκι, βλέπει τη γιαγιά της πεθαμένη, βλέπει τους γονείς της να ακρωτηριάζουν το πόδι του μεγαλύτερου αδελφού της για να μην πάει στον πόλεμο, και θα βρεθεί και η ίδια σε μια φωτογραφία με αναπάντεχα νεκρό συγγενή της... 

Η Έρικα είναι μια νεαρή γυναίκα, που έχει θείο τον ακρωτηριασμένο αδελφό της Άλμα, και ζει στο ίδιο σπίτι καθώς πλησιάζει το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Ο ποταμός Έλβας, φυσικό «σύνορο» ανάμεσα στην Ανατολική και τη Δυτική Γερμανία, θα παίξει σημαντικό ρόλο στη ζωή της Έρικα... Η έφηβη Αγγέλικα είναι κόρη της Ίρμα, αδελφής της Έρικα. Στη δεκαετία του '80 το σπίτι, όπως και όλη η περιοχή, ανήκει πλέον στην Ανατολική Γερμανία. Και η Αγγέλικα καλείται να αντιμετωπίσει τη σεξουαλική της αφύπνιση αποτελώντας αντικείμενο του πόθου για τον θείο της και τον ξάδελφό της... Η 12χρονη Λένκα μετακομίζει στο συγκεκριμένο σπίτι στη σύγχρονη εποχή, μαζί με την μικρότερη αδελφή της, Νέλι και τους γονείς της, που προσπαθούν να το ανακαινίσουν. Η Λένκα θα γίνει φίλη με ένα μεγαλύτερό της σε ηλικία κορίτσι, την Κάγια, που πρόσφατα έχασε τη μητέρα της...

Η άποψή μας: Ας ξεκινήσω με κάτι χιουμοριστικό: δεν υπάρχει περίπτωση να μπορεί κάποιος να κάνει σπόιλερ σε τούτη την ταινία. Και όλη την υπόθεση της ταινίας να περιγράψεις, αυτό που θα δει ο αναγνώστης του κειμένου δεν θα έχει καμία σχέση με αυτό που διάβασε. Άσε που αποτελεί τιτάνιο έργο να προσπαθήσεις να γράψεις την υπόθεση της ταινίας. Πολύ απλά επειδή δεν υπάρχει υπόθεση. Ή μάλλον, καλύτερα, δεν υπάρχει υπόθεση με την κλασική έννοια. 

Η Schilinski χρησιμοποιεί τη γραμματική και το συντακτικό του σινεμά για να τα ανατινάξει, να τα ανασυνθέσει και να παρουσιάσει κάτι εντελώς φρέσκο, ζωντανό, πρωτότυπο, υπέροχο. Ξεχάστε την κλασική κινηματογραφική αφήγηση. Δεν υπάρχει γραμμική αφήγηση. Η Schilinski την αποδομει στα εξ ων συνετέθη. Θαρρείς πως επιχειρεί αυτόματη γραφή στον κινηματογράφο. Κι όμως, όλο αυτό το όμορφο χάος έχει και υπόσταση και νόημα και τρομερό ενδιαφέρον. Λειτουργεί σαν την Ποίηση και τη Μνήμη. Οι εικόνες έρχονται ως θραύσματα του χρόνου, ως κομμάτια ενός παζλ το οποίο για να το συνθέσεις δουλεύεις ταυτόχρονα σε πέντε διαφορετικά τμήματα ταυτόχρονα. Ναι, είναι σαν τούτη η ταινία να ακολουθεί το modus operandi του Terence Malick στο «Δέντρο της Ζωής», αλλά, για μένα, η Schilinski το κάνει απείρως καλύτερα! Μιλάμε για ατόφιο σινεμά 100 καρατίων. 

Αρχικά, ακόμα και ο πιο προπονημένος θεατής, θα νιώσει μια σύγχυση, έναν αποπροσανατολισμό: σαν να έχει μπει σε ένα escape room χωρίς οδηγίες χρήσης, χωρίς πυξίδα, χωρίς κάποιο βοήθημα. Το μόνο που τον οδηγεί είναι το Φως και ο Ήχος από την Μεγάλη Οθόνη. Και σιγά σιγά θα μπουν τα κομμάτια στη θέση τους. Και θα καταλάβει. Θα καταλάβει τον τρόμο της Άλμα απέναντι στο θάνατο. Θα καταλάβει την περιέργεια της Έρικα για το σώμα και δη το ακρωτηριασμένο. Θα καταλάβει την επανάσταση της Αγγέλικα απέναντι στα στερεότυπα. Θα καταλάβει την ανάγκη της Λένκα να ανήκει. Κυρίως όμως θα νιώσει. Και θα θαυμάσει. Και θα συγκινηθεί. Και ναι, θα υπάρξουν στιγμές που θα μείνει ενεός να παρακολουθεί με μάτια ερμητικά ανοιχτά και το σαγόνι στο πάτωμα. 

Τα υποκειμενικά της κάμερας, οι σκηνές μέσα από κλειδαρότρυπες, από μισάνοιχτες πόρτες, μέσα στο νερό, τα βλέμματα που σπάνε τον τέταρτο τοίχο, οι απίστευτες γωνίες λήψεις και τα ακόμα πιο απίστευτα πλαναρίσματα, οι κινήσεις σε διαδρόμους, σε τούνελ από άχυρα, τα τρεξίματα στα χωράφια, οι εκπλήξεις ανά πάσα στιγμή, εκείνη η σκηνή που δεν την περίμενες με τίποτα, διαρκής έκπληξη, η αφήγηση off, τα κορίτσια θέλουν κάτι να πουν, τα ακούς; Τα βλέπεις; Και να η «Λευκή κορδέλα» από την μια, οι «Ώρες» από την άλλη, «Οι άλλοι» από την πιο άλλη. Υπάρχουν στιγμές που αυτό που βλέπεις έχει ατμόσφαιρα ταινίας τρόμου: τα πάντα μυρίζουν θάνατο. Και υπάρχει και τόση ομορφιά. Κι αυτός ο ήχος, σαν τη βελόνα σε δίσκο που έχει φτάσει στο τέλος του, σαν τετελεσμένος μέλλοντας. 

Μπορεί ο Bunuel στον «Ανδαλουσιανό σκύλο» να έβαλε το ξυράφι στο μάτι, μιλώντας για τον ευνουχισμό του βλέμματος, η Schilinski, σε μια μεγαλειώδη, ανατριχιαστική σκηνή, βάζει τη βελόνα στο βλέφαρο, προσπαθώντας να κρατήσει το – νεκρό – βλέμμα ζωντανό, σε μια αντιστροφή του «Κουρδιστού Πορτοκαλιού». Και σε πείσμα της αστυνομίας κριτικής, που θέλει να μας επιβάλει τι πρέπει να μας αρέσει και τι όχι, τούτη εδώ η ταινία μπορεί να περιγραφεί μόνο με μια λέξη: αριστούργημα. Κι ενώ η έλξη του κενού και της πτώσης είναι μεγάλη, κάποια στιγμή, δεν μπορεί, θα τα καταφέρουμε. Και θα απογειωθούμε. Ταινία – εμπειρία, που δεν χάνεται με τίποτα.

Ο ήχος της πτώσης (In die Sonne schauen / Sound of Falling) Rating
Στις δικές μας αίθουσες? Στις 5 Φεβρουαρίου 2026 από την Cinobo!