La Llorona Poster ΠόστερLa Llorona

του Jayro Bustamante. Με τους María Mercedes Coroy, Sabrina De La Hoz, Julio Diaz, Margarita Kénefic, Juan Pablo Olyslager, Ayla-Elea Hurtado, María Telón.


Η γυναίκα που έκλαιγε...
του Θόδωρου Γιαχουστίδη (@PAOK1969)

Μία, δύο, τρεις, πολλές γενοκτονίες

Αυτή είναι η τρίτη μεγάλου μήκους ταινία που σκηνοθετεί ο γεννημένος στον Πόλη της Γουατεμάλας, στις 7 Μαΐου του 1977, Jayro Bustamante. Οι προηγούμενες δύο είναι: «Το ηφαίστειο» (Ixcanul, 2015 – βγήκε στις ελληνικές αίθουσες στις 7 Απριλίου του 2016 από την Seven Films) και «Δονήσεις» (Temblores, 2019 – έκανε πρεμιέρα στην ελληνική πλατφόρμα Cinobo στις 15 Δεκεμβρίου του 2020). Η ταινία έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στις 30 Αυγούστου του 2019, συμμετέχοντας στο παράλληλο του διαγωνιστικού τμήμα του φεστιβάλ Βενετίας «Giornate degli Autori», κερδίζοντας τα βραβεία καλύτερης ταινίας και σκηνοθεσίας στο τμήμα αυτό. Η ταινία από εκεί και πέρα προβλήθηκε σε αρκετά φεστιβάλ, ήταν υποψήφια πρόσφατα για Χρυσή Σφαίρα ξενόγλωσσης ταινίας κι έχει καταφέρει να είναι στην shortlist των ταινιών που θα διεκδικήσουν τον ξενόγλωσσο Όσκαρ – θυμίζουμε πως οι υποψηφιότητες για τα Όσκαρ θα ανακοινωθούν την Τετάρτη 10 Μαρτίου.

La Llorona Poster Πόστερ Wallpaper
Εδώ τώρα θα παραθέσουμε μερικά πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία από το δελτίο τύπου της εγχώριας εταιρίας διανομής: Ο θρύλος της La Llorona Η «Γυναίκα των Δακρύων» (La Llorona) είναι ένας από τους πιο γνωστούς θρύλους της Λατινικής Αμερικής. Είναι η ιστορία της θλίψης, της απελπισίας και του θρήνου μιας γυναίκας. Μία ιθαγενής, που την εγκαταλείπει ο άντρας της, αποφασίζει να συνεχίσει τη ζωή της και κάνει δύο παιδιά εκτός γάμου. Όταν ο άντρας της επιστρέφει αναπάντεχα, αναγκάζεται να πάρει μέτρα για να επανακτήσει το στάτους της ως παντρεμένη γυναίκα. Πνίγει τα παιδιά της και, σχεδόν αμέσως μετά, το μετανιώνει και αυτοκτονεί. Ο Θεός την τιμωρεί να περιπλανιέται αιώνια ως πνεύμα, θρηνώντας και αναζητώντας τους χαμένους της γιους. Ο θρήνος της παγώνει το αίμα όποιου τον ακούει. Σε αντίθεση με το θρύλο, στην ταινία η Llorona τοποθετείται στο σήμερα. Θρηνεί για τα παιδιά της που πέθαναν στον εμφύλιο της Γουατεμάλας. Δεν είναι πλέον θύμα της κοινωνικής ηθικής. Είναι μια γυναίκα που αναζητά εκδίκηση. Ιστορικό Πλαίσιο Εκτιμάται ότι κατά τη διάρκεια του 36ετούς εμφυλίου πολέμου της Γουατεμάλας, 250000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, πάνω από 40000 αγνοούνται και περίπου 100000 εκτοπίστηκαν. Η συντριπτική πλειοψηφία των θυμάτων ήταν άμαχοι, ενώ η πιο αιματηρή περίοδος ήταν από το 1981 έως το 1983, υπό την ηγεσία του Efrain Rios Montt. Υπολογίζεται ότι κάθε μήνα από τους 18 συνολικά που κατείχε την εξουσία, δολοφονούνταν ή «εξαφανίζονταν» περί τους 3000 ανθρώπους. Οι μισές από τις συνολικές απώλειες του εμφυλίου σημειώθηκαν κατά τη θητεία του. Στη Γουατεμάλα το ντιμπέιτ για τη γενοκτονία δεν έχει λάβει τέλος. Συνεχίζει να υπάρχει και να προκαλεί πόλωση στην κοινωνία. Πέρα κι απ’ αυτό όμως, συνεχίζουν να υπάρχουν οι ρίζες των προβλημάτων που οδήγησαν σ’ έναν τόσο παρατεταμένο εμφύλιο, κρυμμένες στη σκιά αυτής της διαμάχης. Να συμπληρώσουμε πως το «La Llorona» είναι ένα υπέροχο φολκ τραγούδι της μεξικανικής μουσικής παράδοσης, που κανείς δεν γνωρίζει ακριβώς το πότε, πώς και από ποιον δημιουργήθηκε. Σήμερα, υπάρχουν εκατοντάδες εκτελέσεις του τραγουδιού. Σε ταινίες το έχουμε ακούσει χαρακτηριστικά τόσο στο «Frida» (2002) όσο και στο «Coco» (2017). Στην ταινία του Bustamante ακούγεται στο φινάλε, με τους στίχους να αντανακλούν τα δρώμενα.

Η υπόθεση: Ο Ενρίκε Μοντεβέρντε είναι ένας γηραιός πρώην δικτάτορας, ο οποίος δικάζεται από το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας του, της Γουατεμάλας, με την κατηγορία της γενοκτονίας. Ειδικότερα, κατηγορείται πως, επί των ημερών του, χιλιάδες ιθαγενείς Μάγια – Ιξίλ δολοφονήθηκαν, προκειμένου το καθεστώς του να οικειοποιηθεί τα πλούσια σε πετρέλαιο εδάφη των ιθαγενών. Η συντριπτική πλειοψηφία του λαού είναι στους δρόμους απαιτώντας την καταδίκη του. Το δικαστήριο, όμως, εξαιτίας της κλονισμένης υγείας του στρατιωτικού, δεν τον βάζει φυλακή. Ο Μοντεβέρντε εννοείται ότι χαίρει άκρας υγείας. Σωματικά. 

Γιατί ψυχικά κάτι δεν πάει καλά. Η νοσοκόμα κόρη του θεωρεί ότι ο πατέρας της αρχίζει να δείχνει τα πρώτα σημάδια Αλτσχάιμερ. Όταν ο Μοντεβέρντε αρχίζει να υποστηρίζει πως «ακούει» μια γυναίκα που κανείς άλλος δεν ακούει, το υπηρετικό προσωπικό στο σύνολό του σχεδόν, εγκαταλείπει τον πρώην δικτάτορα, αφήνοντάς τον μόνο, με λίγους έμπιστους, τη γυναίκα του, την κόρη του και την εγγονή του. Κι αυτό επειδή πιστεύουν πως η Llorona είναι το πνεύμα που τον επισκέπτεται. Όταν η νεαρή και πανέμορφη ιθαγενής Άλμα προσλαμβάνεται για να βοηθήσει στις δουλειές του σπιτιού, τα πράγματα περιπλέκονται...

Η άποψή μας: Το 2019, μαζί με τούτη την ταινία, κυκλοφορούσε και το Η κατάρα της Γιορόνα (The Curse of la Llorona), μια ανέμπνευστη και by the book «βήτα» χολιγουντιανή παραγωγή, που έβλεπε τον μύθο της Llorona από την πλευρά των... δολαρίων, ήτοι, φθηνός και προβλέψιμος «τρόμος», με επιδερμικές επισημάνσεις σχετικά με τη μετάνοια, τη μητρότητα και τη θρησκεία. Εννιά εκατομμυριάκια κόστισε, 123 μάζεψε παγκοσμίως – εκατομμυριάκια! Μια χαρά η Γιορόνα. Ολοταχώς για ένα, δύο, τρία σίκουελ: το παραδάκι να πέφτει κι όλα καλά. 

Ο Bustamante προφανώς και δεν ενδιαφέρεται να... τρομάξει τους θεατές του. Αυτά που θέλει να πει είναι πολύ βαθύτερα, πολύ σπουδαιότερα, πολύ πιο ενδιαφέροντα. Χρησιμοποιεί τον λαϊκό μύθο για να κάνει ένα πικρό σχόλιο για την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα του. Μια χώρα που μετά από χρόνια ανελευθερίας, βίας, καταστολής, ρεμούλας, κλεψιάς και μαζικών δολοφονιών – με ελεεινό πρόσχημα τη «δημιουργία μιας ενιαίας εθνικής ταυτότητας» (πάντα οι φασίστες την πατρίδα βάζουν μπροστά για το πλιάτσικό τους) – διψάει για δικαιοσύνη. Η δικαιοσύνη, όμως, είναι τυφλή. Και οι «κακοί» στην πραγματικότητα, ποτέ δεν τιμωρούνται. Άντε, στις περισσότερες φορές. Εν αντιθέσει με τις ταινίες. Όπου το «κακό» πάντα τιμωρείται. Άντε, στις περισσότερες φορές. Έτσι, για να υπάρξει κάθαρση. 

Μιας που μιλάμε για μια αρτ ταινία, το πλαίσιο είναι περισσότερο ρεαλιστικό. Παράδοξο, έτσι; Όταν μάλιστα ο σκηνοθέτης κάνει το μεταφυσικό πρωταγωνιστή στην ταινία του! Έτσι λοιπόν ο πρώην δικτάτορας της ταινίας, με πρόσχημα την σε άσχημη κατάσταση ευρισκόμενη υγεία του, ουσιαστικά αθωώνεται – προκαλώντας την οργή του πλήθους, που ολοένα και πιο έντονα και πιο πιεστικά απαιτεί δικαιοσύνη. Ο πρώην δικτάτορας απολαμβάνει το ουίσκι του, τα πούρα του, την οικογένειά του. Τα μόνα που τον καταδιώκουν είναι τα... φαντάσματα. Για άλλη μια φορά τα όνειρά μας γίνονται ο εφιάλτης τους. Πού θα πάει, δεν αργεί η ημέρα που αυτό θα παγιωθεί παγκοσμίως και θα πάρουμε εκδίκηση, παλεύοντας για έναν κόσμο πιο δίκαιο, πιο ελεύθερο, πιο ανθρώπινο – για όλους. 

Αλλά, ας ξαναγυρίσουμε στην ταινία μας. Ο πρώην δικτάτορας περιβάλλεται από γυναίκες. Η σύζυγός του παλεύει περισσότερο ίσως και από τον ίδιο τον άνδρα της να μην «βλέπει» τα εγκλήματά του: «αν γυρίσουμε πίσω να αντιμετωπίσουμε το παρελθόν, θα παγώσουμε και θα γίνουμε στήλες άλατος» λέει σε κάποια στιγμή. Σε μια έντονα πατριαρχική κοινωνία, παίζει τέλεια τον ρόλο που επιβάλλει η τάξη της: δεν είδα τίποτα, δεν άκουσα τίποτα. Ποια εγκλήματα; Εντάξει, ο δικτάτορας γούσταρε από παλιά να γαμεί ιθαγενείς. Ε, και; Προπάντον η... τιμή και η... αξιοπρέπεια και το... θεαθήναι. Η έξωθεν καλή μαρτυρία. Τόση άρνηση, όμως, κάποια στιγμή, θα γυρίσει μπούμερανγκ. 

Η κόρη του δικτάτορα από την άλλη, ως γιατρός, ως επιστήμονας, αρχίζει να αμφιβάλλει. Ναι, είναι ο μπαμπάς της, τον αγαπάει, τον συμπονά αλλά αν όντως είναι το τέρας που όλοι περιγράφουν; Αρχίζει να την τρώει το σαράκι της αμφιβολίας και της αμφισβήτησης, την ίδια ώρα που καταλαβαίνει γιατί «εξαφανίστηκε» (γκουχ) ξαφνικά ο πατέρας της κόρης της, ο οποίος αφήνεται να εννοηθεί πως ήταν αντικαθεστωτικός και μάλλον με καταγωγή ιθαγενή. Και η κόρη, η νέα γενιά, να μην καταλαβαίνει τι ακριβώς συμβαίνει και να ρωτάει λογικά τη μητέρα της: «μαμά, είναι αλήθεια όλα αυτά που λένε για τον παππού; ήταν κάθαρμα;». Μέχρις που έρχεται η Άλμα στο σπίτι και τα πράγματα αρχίζουν να γίνονται ακόμα πιο παράξενα. Η Άλμα, μια πανέμορφη ιθαγενής, κυκλοφορεί έχοντας έναν βάτραχο, εκμυστηρεύεται στην πιτσιρίκα πως έχει (ή μήπως είχε;) δυο παιδιά και «παίζει» μαζί της παιχνίδια στο νερό, που έχουν να κάνουν με κράτημα της αναπνοής – προσομοίωση πνιγμού θα έλεγε κανείς, σωστά; 

Το κλίμα γίνεται ολοένα και πιο ασφυχτικό, ολοένα και πιο... πνιγηρό, ολοένα και πιο ζοφερό. Και το φινάλε απλά συγκλονίζει... Η ταινία είναι ήσυχη, με μακριές σεκάνς, με μοντάζ όταν αυτό κρίνεται απολύτως απαραίτητο. Ο Bustamante παίζει και με κανόνες ντοκιμαντέρ: η σκηνή όπου μία από τις ιθαγενείς διηγείται στη γλώσσα της (επίσημη γλώσσα της Γουατεμάλας είναι τα ισπανικά) τα μαρτύρια που έζησε κατά τη διάρκεια της δικτατορίας είναι τρομερά δυνατή. Είναι ένας πολύ ενδιαφέρον σκηνοθέτης που και οι τρεις του ταινίες έχουν κάτι να πουν, κάτι που αξίζει να ακουστεί. 

Και στις τρεις ταινίες χρησιμοποιεί κατά βάση ερασιτέχνες ηθοποιούς: η María Telón, που εδώ υποδύεται την πιστή υπηρέτρια Βαλεριάνα, έχει παίξει και στις τρεις ταινίες του σκηνοθέτη, η υπέροχη María Mercedes Coroy, με τα απίστευτα μακριά κατάμαυρα μαλλιά, έχει παίξει την κόρη στο «Ηφαίστειο» ενώ η Sabrina De La Hoz συνεργάζεται με τον σκηνοθέτη για δεύτερη φορά μετά το «Δονήσεις». Οι γυναίκες είναι κυρίαρχες. Οι γυναίκες σύμφωνα με τον σκηνοθέτη είναι η ήρεμη δύναμη που μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Μένει να φανεί αν έχει δίκιο. Γιατί, φίλοι του φύλου μου, ας το παραδεχτούμε: τα έχουμε κάνει σκατά.

La Llorona Rating
Στις δικές μας αίθουσες? Ακόμη δεν έχει προγραμματιστεί!

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η δική σου κριτική