Μεγάλες Προσδοκίες

by Mike Newell. With Jeremy Irvine, Helena Bonham Carter, Ralph Fiennes, Robbie Coltrane, Holliday Grainger, Ewen Bremner, Sally Hawkins

Διασκευασμένο με αξιοπρέπεια
του gaRis (@takisgaris)
Adapting the monumental coming of age Dickensian novel has always been a rock of Sisyphus project; After the definitive version by grandmaster David Lean (back in 1947 – remember the opening graveyard scene?), there have been numerous efforts, amongst those the modernistic 1998 version by Alfonso Cuaron with little success. Mike Newell, past his seventies, has proved himself to be a versatile talent that has made Four Weddings and a Funeral, Donnie Brasco and Harry Potter and The Goblet of Fire. No wonder that its principal cast, Ralph Fiennes (Magwitch), Helena Bonham Carter (Miss Havisham) and Robbie Coltraine (Mr Jaggers) repeats their collaboration there, with considerable success. I never cease to enjoy Fiennes for his adamantly all-out performances and frankly it’s high time that his talent be recognized. As for Mrs. Burton herself, this pre-gothic character is entirely under her skin and she sets the scene on fire, every time she’s in. Once again after War Horse (to which I remain faithfully in favour despite severe critic protest against it for its uncanny valley), Jeremy Irvine is seen inadequate to carry a pivotal role on his inexperienced shoulders. Mr. Pip he ain’t, no doubt. Constantly in a state of tremulous panic, his wooden body language and hi school play-predictability make for a passive turn which cannot pass by unnoticed.

Newel, bears a condensed, like Lean’s, adaptation of the novel in mind and he could have succeeded if only he didn’t waste the two thirds of the film to depict Pip’s transformation from a poor young locksmith to a Londoner aristocrat, leaving to the final act all the heavy burden of working out the complex story machinations and the fascinating twists of its brilliant original source. Nevertheless, the meticulous art direction, the glazed cinematography and the arresting costume design, elevate the production standards to the level that meets the Great Expectations of ardent Dickens’ fans. This is a film that you don’t love, yet respect to the extent that the sluggish story development in its first part is condoned. You just wish Estella / Holliday Grainger, at the peak of her youth, already having Jayne Eyre and Anna Karenina under her belt, had an equally charming beau playing her love interest, rather than this disappointing Pip.

Κάθε καινούργια διασκευή του μνημειώδους διαχρονικού έργου του σπουδαίου Dickens, μοιάζει με τον βράχο στον παραβολικό μύθο του Σίσυφου. Κατόπιν της απόλυτης βερσιόν δια χειρός David Lean, από το 1947 - ποιος δεν θυμάται την εναρκτήρια σεκάνς στο νεκροταφείο? - έχουν υπάρξει ουκ ολίγες απόπειρες διασκευής του θρυλικού κλασσικού, μεταξύ των οποίων και εκείνη του Alfonso Cuaron στα 1997, όχι ιδιαίτερα επιτυχημένες. Ο Mike Newell, που μόλις πάτησε τα εβδομήντα του χρόνια, έχει αποδείξει στην πορεία του πως πρόκειται γαι ένα πολύπλευρο δημιουργικό ταλέντο, μέσα από φιλμς όπως τα Four Weddings And A Funeral, Donnie Brasco και Harry Potter And The Goblet Of Fire. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν, που το βασικό του καστ, δηλαδή ο Ralph Fiennes (Μάγκγουιτς), η Helena Bonham Carter (Μις Χάβισαμ) και ο Robbie Coltrane (Μίστερ Τζάγκερς) επαναλαμβάνουν με ικανό τρόπο την συνεργασία τους σε εκείνο το κινηματογραφικό επεισόδιο του μικρού μαθητευόμενου μάγου. Πάντα άλλωστε αποτελεί ξεχωριστή εμπειρία να απολαμβάνει κανείς την παράσταση ενός γνήσιου ερμηνευτή όπως ο Fiennes, ενός πραγματικού ταλέντου που νομίζω πως έφτασε η ώρα να αναγνωριστεί. Όσο για την Κυρία Tim Burton, αυτός ο προ-γοτθικός χαρακτήρας είναι μέσα στο αίμα της και κυριολεκτικά απογειώνει τα πλάνα στα οποία συμμετέχει. Για ακόμη μια φορά όμως, κατόπιν του War Horse - του οποίου δηλώνω για μια ακόμη φορά, πιστός θαυμαστής - ο Jeremy Irvine κρίνεται ανεπαρκής στο να σηκώσει έναν καίριο ρόλο στους νεαρούς του ώμους. Δίχως αμφιβολία δεν κάνει για Μίστερ Πιπ, αφού βρίσκεται μόνιμα σε κατάσταση πανικού, η φωνή του είναι τρεμουλιαστή και η σπουδαστική του ερμηνεία προκαλεί δυσάρεστες εντυπώσεις, που δύσκολα παρακάμπτονται.

Ο Newell παρουσιάζει, όπως κι ο Lean, μια περιεκτική προσαρμογή του μυθιστορήματος και θα μπορούσε να ήταν απόλυτα επιτυχημένη αν δεν ξόδευε τα δύο τρίτα της ταινίας για να απεικονίσει την μετατροπή του Πιπ από φτωχό κλειδαρά σε Λονδρέζο αριστοκράτη, αφήνοντας για το φινάλε μόνο τις μηχανορραφίες και τις ανατροπές του αριστοτεχνικά γραμμένου πρωτότυπου. Παρόλα αυτά η προσεγμένη καλλιτεχνική διεύθυνση, η πεντακάθαρη φωτογραφία και η εμπνευσμένη ενδυματολογία, ανεβάζουν τα επίπεδα της παραγωγής στα ύψη εκείνα, ώστε να ικανοποιηθούν όλοι οι οπαδοί του έργου του Dickens. Σε γενικές γραμμές δεν πρόκειται για εκείνη την εκδοχή του μύθου που κανείς θα λατρέψει, αλλά που σίγουρα θα την σεβαστεί, προσπερνώντας τον υποτονικό ρυθμό της πρώτης πράξης. ίσως αυτό που θα ευχόταν εντέλει ο θεατής, θα ήταν στο πλάι της ενζενί Holliday Grainger που υποδύεται με άνεση την Εστέλ, έχοντας την πρότερη εμπειρία στην Jane Eyre και την Anna Karenina, να βρισκόταν ένας εξίσου γοητευτικός ζεν πρεμιέ, για να αποδώσει το νεανικό ερωτικό της ενδιαφέρον, από αυτόν τον απογοητευτικό Πιπ...

Στις δικές μας αίθουσες, ακόμη δεν έχει προγραμματιστεί

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η δική σου κριτική