Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 2016 TIFF 16 Live

του Θόδωρου Γιαχουστίδη

Ώδινεν όρος και έτεκεν... ανασχηματισμόν!!!

Ρε δεν θα βαρεθούμε ποτέ σε αυτήν τη χώρα! Δεν έχουν περάσει 24 ώρες από τότε που γράφαμε εδώ για την κήρυξη της έναρξης του 57ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης από τον Αριστείδη Μπαλτά, ο οποίος βρέθηκε στην πόλη μας ως υπουργός Πολιτισμού! Μάλιστα, είχε αρκετά χρόνια θαρρώ να κάνει επίσκεψη στο φεστιβάλ μας ένας υπουργός Πολιτισμού! Ο άνθρωπος σήμερα το πρωί επισκέφτηκε τους χώρους του φεστιβάλ στο Λιμάνι. Και πριν λίγο έχασε τη θέση του! Ανασχηματισμός σε φεστιβάλ! Να και κάτι που δεν συμβαίνει συχνά! Ουσιαστικά, είναι η δεύτερη φορά που συμβαίνει, 16 χρόνια μετά την προηγούμενη φορά. Τότε, είχαμε ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση, με πρωθυπουργό τον Σημίτη (σσ: ναι, καλοί μου φίλοι, πολλοί θα πουν πως και τώρα, κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ έχουμε, με άλλον πρωθυπουργό απλά!!!), ο οποίος κατά τη διάρκεια του 41ου ΦΚΘ άλλαξε τον Θεόδωρο Πάγκαλο και έβαλε στη θέση του τον Ευάγγελο Βενιζέλο! Μεγάλες στιγμές!

Ευτυχώς, γιατί έτσι άλλαξε η ατζέντα της επικαιρότητας και δεν περίσσεψε χρόνος για να δώσουμε σημασία στην καζούρα για το άτυχο (;) αποτέλεσμα του ΠΑΟΚ εναντίον της Καραμπάχ, την παραμονή της προβολής του ντοκιμαντέρ για τη μεγάλη ομάδα με τα ασπρόμαυρα. Oh well, η Λυδία Κονιόρδου είναι η νέα υπουργός Πολιτισμού! Μια σπουδαία ηθοποιός του θεάτρου, που αν δεν με απατά η μνήμη μου την έχουμε δει ελάχιστες φορές στο σινεμά – θυμάμαι την παρουσία της στην ταινία «Ο αρσιβαρίστας και ο άγγελος» της Ελένης Αλεξανδράκη από το 2008 και μόνο εκεί. Τι να πούμε; Σιδεροκέφαλη! Εμείς, στις ταινίες μας, έτσι;

Taneomakuhito TIFF 2016

Η πρώτη ταινία με την οποία ξεκινάμε τη δεύτερη ανταπόκρισή μας είναι το γιαπωνέζικο «Ο σπορέας» (Taneomakuhito) του Yosuke Takeuchi, η οποία διαγωνίζεται για τον Χρυσό Αλέξανδρο. Μια ταινία που δεν έχει καταχωρηθεί ακόμα στη βάση δεδομένων του imdb, θα προβληθεί μετά τη Θεσσαλονίκη και στο φεστιβάλ της Στοκχόλμης κι αν καταλάβαμε καλά από το μικρό μας ψάξιμο στο διαδίκτυο, στη Θεσσαλονίκη έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της! Μπορεί και όχι, εντάξει, δεν τρέχει τίποτε. Πιο σημαντικό είναι να κατόρθωνε να μετασχηματίσει την εξαιρετική ιδέα της σε μια ενδιαφέρουσα ταινία. Αλλά φευ...

Η υπόθεση: Η πιτσιρίκα Τσίε γνωρίζει πως η τρίχρονη αδελφή της, η Ιτσούκι, δεν της μοιάζει καθόλου. Κι αυτό επειδή πάσχει από σύνδρομο Down. Αλλά και ο θείος της, ο Μιτσούο, έχει τις ιδιαιτερότητές του. Μετά από τρία χρόνια εγκλεισμού σε ψυχιατρική κλινική, ο Μιτσούο επισκέπτεται την Τσίε στο σπίτι του αδελφού του, του Γιούτα, και της πανέμορφης νύφης του, της Γιόκο. Η Τσίε λατρεύει το θείο της. Και ο θείος της είναι πολύ χαρούμενος που ξαναβλέπει την Τσίε και που γνωρίζει επιτέλους και τη μικρή της αδελφή. Όλα κυλούν όμορφα και γλυκά. Μόνο που την επόμενη μέρα ένα τραγικό συμβάν θα διαλύσει την επιφανειακή γαλήνη και θα βυθίσει ολόκληρη την οικογένεια στην οδύνη, τις τύψεις και την αμφιβολία.

Η άποψή μας: Είναι πραγματικά λυπηρό να διαπιστώνεις πως αυτό που βλέπεις επί της μεγάλης οθόνης θα μπορούσε να γίνει μεγάλη ταινία και εντέλει να σου προκύπτει κάτι που χαντακώνεται από τον ίδιο το δημιουργό του! Ο πυρήνας της προβληματικής τούτης της ταινίας υπήρχε και στο αριστούργημα του Thomas Vinterberg «Το κυνήγι» (Jagten, 2012). Εκεί, ένα κοριτσάκι κατηγορεί το δάσκαλό του ουσιαστικά για παιδοφιλία. Εδώ, ένα κοριτσάκι κατηγορεί τον θείο του για το θάνατο της αδελφής του! Εντάξει, άλλη η κουλτούρα των Βορειοευρωπαίων με την προτεσταντική ηθική τους και άλλη εκείνη των Ιαπώνων και του σιντοϊσμού τους. Όμως, ίδια είναι η προσπάθεια προστασίας του παιδιού. Του παιδιού που απριόρι είναι αθώο! Η σκηνή όπου η Τσίε εξομολογείται και λέει την αλήθεια στη μητέρα της, η οποία τη νουθετεί και την τρομοκρατεί παράλληλα να μην την πει πουθενά αλλού και σε κανέναν άλλο, είναι η καλύτερη της ταινίας! Και είναι εφιαλτική εννοείται!

Η Γιόκο που τόσο εύκολα έδειχνε πόσο ενάρετη ήταν και πόσο ευτυχισμένη, κουβαλώντας το σταυρό του μαρτυρίου της ανατροφής ενός παιδιού με σύνδρομο Down, με μεγάλη ευκολία κατηγορεί το σύζυγό της και την «τρελή» οικογένειά του. Δεν μπορεί να φταίει αυτή, όχι. Όσο εύκολα στιγματίζεται από την κοινωνία άλλο τόσο εύκολα κάνει κι εκείνη ακριβώς το ίδιο! Μεταδοτικός ο ρατσισμός λοιπόν και από ανθρώπους που είναι θέσει αντιρατσιστές! Τρομερό, έτσι; Από εκεί και πέρα, καθώς όλη η ταινία δίνεται μέσα από τα μάτια της Τσίε (γι' αυτό και η κάμερα βρίσκεται σε χαμηλή γωνία λήψης), νιώθουμε το βάρος που πέφτει στους ώμους αυτού του μικρού κοριτσιού που άθελά του ή ηθελημένα (ένα από τα πολλά πράγματα που δεν ξεκαθαρίζουν ποτέ στην ταινία – εδώ, καλώς) προκάλεσε το θάνατο της αδελφής της. Ο θείος παίρνει αγόγγυστα την ευθύνη. Θαρρείς και ξεπήδησε μέσα από τον πίνακα του Βαν Γκογκ με τα ηλιοτρόπια! Η ταινία εξετάζει τα θέματα της ενοχής, της ανάληψης της ευθύνης, της θυσίας και της εξιλέωσης. Το... κακό είναι πως ο σκηνοθέτης την ξεχειλώνει! Σαν να του είπε κάποιος, κάνε ότι θέλεις αγόρι μου κι αυτός δεν ήθελε με τίποτε να τελειώσει το φιλμ του, να το κλείσει επιτέλους! Παρακολουθώντας την ταινία βλέπεις τουλάχιστον 10 σημεία όπου θα μπορούσε να πέσουν οι τίτλοι τέλους. Αλλά όχι ο δικός μας, εκεί, να δείχνει την μία την Τσίε, την άλλη τον πατέρα της, την άλλη τη μητέρα της και φτου κι από την αρχή. Ανταλλαγές βλεμμάτων σε υπερθετικό βαθμό!

Και στο μοντάζ τα πάει χάλια. Τουλάχιστον 10 πλάνα βρίσκονται μέσα στην ταινία χωρίς να έχουν θέση σε αυτήν καθώς είναι αποκομμένα και δεν βγάζουν νόημα! Υπάρχουν και πολλά, πάρα πολλά κενά στην αφήγηση. Τι δουλειά κάνει ο Γιούτα; Τι ακριβώς προσφέρει στην οικονομία της ταινίας η επίσκεψη του Γιούτα στον τύπο που ξεσκονίζει (!!!) τα κρεμμύδια; Πού βρίσκει τα λεφτά ο Μιτσούο; Κι άλλα πολλά τέτοια. Τόσο πολλά που δεν σου επιτρέπουν να αξιολογήσεις θετικά την ταινία, η οποία μπαίνει στη λίστα των «παρ' ολίγον».

(η ταινία ολοκληρώνει τις προβολές της στο φεστιβάλ το Σάββατο 5 Νοεμβρίου στις 17.30, στην αίθουσα Φρίντα Λιάππα - δεν έχει ακόμα διανομή για τη χώρα μας)

Kékszakállú TIFF 2016

Το «Kékszakállú» του Αργεντίνου Gastón Solnicki έχει διάρκεια μόλις 72 λεπτά. Παρά το γεγονός, όμως, πως εδώ και οικονομία στην αφήγηση έχουμε και εντυπωσιακές εικόνες βλέπουμε, η ταινία καταφέρνει να είναι... βαρετή! Οι συνάδελφοι της FIPRESCI πάντως έδωσαν το βραβείο τους σε τούτη την ταινία στο παράλληλο με το επίσημο διαγωνιστικό τμήμα «Orizzonti» του πρόσφατου φεστιβάλ Βενετίας. Κι εδώ προβάλλεται στο διαγωνιστικό τμήμα του ΦΚΘ.

Η υπόθεση: Μπουένος Άιρες, Αργεντινή. Πούντα ντελ Έστε, Ουρουγουάη. Ένα μάτσο νεαρές γυναίκες βρίσκονται στο κατώφλι της ενηλικίωσης και ψάχνουν διέξοδο από τις διάφορες κρίσεις που γεννούν οι απομονωτικές ανέσεις της προνομιούχας τάξης τους, παγιδευμένες καθώς είναι στα σώματά τους, ανάμεσα σε φίλους και εραστές, και τελικά σε μια κουλτούρα οικονομικής και πνευματικής ύφεσης.

Η άποψή μας: Το πιάσατε το υπονοούμενο, έτσι; Έχουν και τα μέλη της άρχουσας τάξης τα προβλήματά τους. Ούι, είναι να τα λυπόμαστε! Και δη τα θήλαια και κατά βάση όμορφα μέλη. Από έξω κούκλα, από μέσα πανούκλα! Νταξ, δεν τρέχουν και για τον επιούσιο κι άλλα τέτοια πεζά. Απλά, δεν ξέρουν τι τους γίνεται! Ω ρε μάνα κι είχα μια σκασίλα! Έργο τέχνης, σου λέει ο άλλος. Η ταινία μοιάζει με τα κορίτσια των οποίων το πορτρέτο σκιαγραφεί: από έξω κούκλα, από μέσα πανούκλα. Θέλω να πω, έτσι κι αλλιώς δεν υπήρχε καμία περίπτωση η μεγάλη πλειοψηφία των θεατών να... ταυτιστεί με τις... ηρωίδες της ταινίας. Επιλέγει και ο σκηνοθέτης μια τόσο αποστασιοποιημένη ματιά, τόσο ψυχρή, τόσο κλινική, που σε αφήνει παγωτό! Κανένα συναισθηματικό δέσιμο (εντάξει, στη σκηνή που μια κοπέλα - η οποία εμφανίζεται για καμιά 30αριά δευτερόλεπτα όλα κι όλα - μας δείχνει τον θεσπέσιο πισινό της με μαγιό - κορδόνι σε όλο του το μεγαλείο, έκλαψα λίγο), καμία εμπλοκή, καμία ευκολία.

Στις σκηνές της παραγωγής των φελιζόλ και των λουκανίκων θυμήθηκα το ντοκιμαντέρ «Unser täglich Brot» του Αυστριακού Nikolaus Geyrhalter. Και μουρμούριζα και μουρμούριζα – κι όταν μουρμουρίζω κατά τη διάρκεια μιας ταινίας, αυτό δεν είναι καλό. Εμπνευσμένο, λέει, το σενάριο ως ιδέα στη μοναδική όπερα που συνέθεσε ο Μπέλα Μπάρτοκ, το «Κάστρο του Κυανοπώγωνα». Και; Η χοντρούλα «πρωταγωνίστρια» που κλείνει την ταινία με τη φυγή της, είναι η μόνη που προσπαθεί να δραπετεύσει, καθώς δεν «ταιριάζει»: θέλει να συμβιβαστεί, να γίνει σαν τις άλλες αστραφτερές φίλες της και τους συγγενείς της αλλά δεν γνωρίζει πως, έχει πλήρη άγνοια κι αυτό της προκαλεί σύγχυση σε υπαρξιακό επίπεδο. Και; Υπάρχουν σκηνές που σου κόβουν την ανάσα με την ομορφιά τους, με κάδρα που είναι απίστευτα στημένα και μελετημένα (όπως εκείνη της αρχής με τα παιδιά που βουτάνε από βατήρα στην πισίνα ή εκείνες στο σπίτι – κομψοτέχνημα αρχιτεκτονικής). Και; Φύκια για μεταξωτές κορδέλες... Και, ευτυχώς, δεν μπορεί να γίνουν όλοι... Λάνθιμος!!!

(η ταινία έχει την πρώτη προβολή της το Σάββατο 5 Νοεμβρίου στις 17.00, στο Ολύμπιον και ολοκληρώνει τις προβολές της στο φεστιβάλ την Κυριακή 6 Νοεμβρίου στις 15.30 στην αίθουσα Φρίντα Λιάππα – δεν έχει ακόμα διανομή για τη χώρα μας)

I blodet TIFF 2016

Η τρίτη ταινία του διαγωνιστικού τμήματος που είδαμε σήμερα ήταν το δανέζικο «Κυλά στο αίμα» (I blodet) του φοβερού και τρομερού σεναριογράφου Rasmus Heisterberg, που εδώ βρίσκεται για πρώτη φορά πίσω από την κάμερα, υπογράφοντας πάντως και το σενάριο. Η ταινία έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της πριν από δύο μήνες στο φεστιβάλ του Τορόντο.

Η υπόθεση: Ο Σίμον είναι ένας 23χρονος φοιτητής Ιατρικής που ζει μαζί με τους τρεις συγκάτοικούς του στο διαμέρισμά τους στην Κοπεγχάγη. Είναι αρχές καλοκαιριού και ο Σίμον πείθει τον Κνουτ, τον πιο κολλητό του από τους συγκατοίκους του και μοναδικό από αυτούς που είναι και συμφοιτητής του, να πάνε με ένα πρόγραμμα του πανεπιστημίου τους στις ζούγκλες της Βολιβίας, σε ένα πλωτό νοσοκομείο, να προσφέρουν εθελοντικά τις υπηρεσίες τους για έξι μήνες. Κατά τα άλλα, κάθε νύχτα, τα τέσσερα αγόρια παρτάρουν, μεθούν και κυνηγάνε κορίτσια, την άλλη μέρα ξυπνούν και πάλι απ’ την αρχή. Μόνο που οι καιροί αλλάζουν: όταν όλοι στην παρέα εκτός από τον Σίμον συμφωνούν να πουλήσουν το διαμέρισμά τους, ξεκινούν οι εντάσεις. Ο Σίμον δεν είναι έτοιμος ν’ αφήσει πίσω του τις ανέμελες μέρες και να μεγαλώσει. Και το τέλος του καλοκαιριού θα τους βρει όλους αλλαγμένους...

Η άποψή μας: «Ο αταίριαστος» θα μπορούσε να είναι ο εναλλακτικός τίτλος της συγκεκριμένης ταινίας – και σαν να ανακαλύπτω ένα patern που ισχύει στις ταινίες του φετινού διαγωνιστικού τμήματος – αυτές τουλάχιστον που είδαμε ως τώρα! Ο Σίμον της ταινίας είναι διαφορετικός από τους γύρω του. Έτσι αισθάνεται κι έχει στοιχεία για να βασίσει αυτόν το συλλογισμό του. Είναι εξαιρετικός φοιτητής και λατρεύει την ιατρική καθώς μπορεί να είναι όντως δύσκολη αλλά είναι και συναρπαστική. Μάλλον είναι και το μοναδικό πράγμα με το οποίο ενθουσιάζεται. Η σχέση του με τον Κνουτ είναι υπέρ του δέοντος προστατευτική και θα μπορούσε να ιδωθεί και ως εν δυνάμει ομοφυλοφιλική – ο σκηνοθέτης πάντως μόνο ενδείξεις μας δίνει, όχι αποδείξεις.

Πάντως, αν ισχύει κάτι τέτοιο και πάλι δεν ταιριάζει ο Σιμόν με τους υπόλοιπους, καθώς οι φίλοι του είναι μέσα στην τεστοστερόνη (κι ο ίδιος, πάντως, πηδάει όποια γυναίκα του κάθεται!). Η βασικότερη διαφοροποίησή του; Δεν θέλει να μεγαλώσει. Γιατί, όπως βλέπει γύρω του, ενηλικίωση σημαίνει συμβιβασμός. Οι φίλοι του είναι έτοιμοι να παντρευτούν, να κάνουν παιδιά, να αγοράσουν αυτοκίνητα. Κι αυτός εκεί, μόνος ανάμεσα σε όλους, να μπαλαντζάρει, να πέφτει από αγκαλιά σε αγκαλιά, να προδίδει την ιερότητα της ανδρικής φιλίας, να είναι «κακός» με τους γύρω του όταν δεν του κάνουν τα χατίρια, όταν δεν τον έχουν ανάγκη, όταν του πετούν κατάμουτρα την αλήθεια. Λέει εύκολα «σ' αγαπώ» σε μια κοπέλα που γνωρίζει, με την οποία ενθουσιάζεται, αλλά ελάτε τώρα, το ξέρουμε ότι δεν το εννοεί. Όλη η ουσία της ταινίας βρίσκεται στην κουβέντα που του πετάει η Μία, η κοπέλα on/off του κολλητού του, του Κνουτ: «Νιώθεις δυστυχισμένος επειδή νομίζεις πως όλοι οι άλλοι γύρω σου είναι ευτυχισμένοι. Δεν ισχύει όμως κάτι τέτοιο». Ο Elliott Crosset Hove, που υποδύεται τον Κνουτ, μοιάζει πολύ σε μια νεαρή έκδοση του Ulrich Thomsen, ο Kristoffer Bech, που υποδύεται τον Σίμον θα έχει μεγάλη καριέρα μπροστά του, να με θυμηθείτε.

Κι ενώ η ταινία κυλάει μια χαρά και ξετυλίγει τα ατού της και παίρνει το χρόνο της, επιχειρεί και επιλέγει ένα τόσο απότομο, εύκολο και γλυκερό φινάλε, που καταστρέφει την εικόνα της μέχρι εκείνο το σημείο. Σχεδόν...

(η ταινία έχει την πρώτη προβολή της το Σάββατο 5 Νοεμβρίου στις 14.45, στο Ολύμπιον και ολοκληρώνει τις προβολές της στο φεστιβάλ την Κυριακή 6 Νοεμβρίου στις 18.00 στην αίθουσα Φρίντα Λιάππα – δεν έχει ακόμα διανομή για τη χώρα μας)

Swiss Army Man TIFF 2016

Εκτός Συναγωνισμού συμμετέχει στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης η ταινία «Άντρας ελβετικός σουγιάς» (Swiss Army Man) των Dan Kwan και Daniel Scheinert, η οποία διέπρεψε στο προηγούμενο φεστιβάλ του Σάντανς! Κι ας έφευγαν σωρηδόν θεατές από την αίθουσα που προβλήθηκε για πρώτη φορά η ταινία, ενοχλημένοι από το... κλανιάρικο περιεχόμενό της!

Η υπόθεση: Ο Χανκ είναι ένας νεαρός Αμερικάνος. Έχοντας ναυαγήσει σε ένα ερημονήσι κι έχοντας χάσει κάθε ελπίδα να βρεθεί κάποιος να τον σώσει, αποφασίζει να αυτοκτονήσει. Δεν τα καταφέρνει. Αντ' αυτού βρίσκει στην ακτή ένα πτώμα, το οποίο βαφτίζει Μάνι. Μόνο που αυτό το πτώμα δεν είναι σαν τα άλλα. Ουσιαστικά, περισσότερο με ζωντανός μοιάζει ο Μάνι παρά με νεκρός. Οι δυο άντρες γίνονται κολλητοί φίλοι, κατορθώνουν να φύγουν από το νησί, ξεβράζονται σε μια άγνωστη παραλία και ξεκινούν για μια επική περιπέτεια που θα ξαναφέρει τον Χανκ στην αγκαλιά της γυναίκας των ονείρων του.

Η άποψή μας: «Κλάνω, άρα υπάρχω» θα μπορούσε να είναι ο εναλλακτικός τίτλος σε αυτήν την ταινία – το επιχειρήσαμε στο προηγούμενο φιλμ και δεν θα το κάναμε κι εδώ; Μωρέ τι μας λέτε! Πολύ παράξενη ταινία, που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να μπει στην ίδια κατηγορία με νεανικές κωμωδίες χοντροκομμένου χιούμορ τύπου «American Pie». Από την άλλη, όμως, οι δυνατές και τολμηρές υπαρξιακές της ανησυχίες συνεχώς αυτο-υποσκάπτονται και αυτο-υπονομεύονται από το εύρημα του πτώματος – πολυεργαλείου, που κλάνει, μπορεί να λειτουργήσει ως σωσίβια λέμβος (πτώμα – σωσίβιο: τρομερό;) χρησιμοποιείται ως ψύκτης ο οποίος βγάζει νερό, και το πουλί του λειτουργεί ως πυξίδα!

Κουλαμάρα ολκής, που σε πολλά σημεία σε κάνει να αηδιάζεις, σε άλλα σε κάνει να γελάς δυνατά ενώ υπάρχουν και σημεία συγκινητικά και μελαγχολικά. Οι δύο πρωταγωνιστές, ιδίως ο Paul Dano, είναι πάρα πολύ καλοί και το διασκεδάζουν τα μάλα! Κι εννοείται ότι οι δύο μάγκες δημιουργοί όντως σκίζουν σκηνοθετικά: η σκηνή της αναπαράστασης με το λεωφορείο είναι σπουδαία. Όχι μόνο θα την «ακούσετε» με τη συγκεκριμένη ταινία, υπάρχει περίπτωση να τη... «μυρίσετε» κιόλας!

(η ταινία ολοκληρώνει τις προβολές της στο φεστιβάλ την Τρίτη 8 Νοεμβρίου στις 23.30 στην αίθουσα Φρίντα Λιάππα - έχει διανομή και θα βγει στις αίθουσες της χώρας μας από την Feelgood Entertainment με άγνωστη προς το παρόν ημερομηνία εξόδου)

The Transfiguration TIFF 2016

Την ταινία «Η μεταμόρφωση» (The Transfiguration) του Νεοϋορκέζου Michael O'Shea την είδαμε στο παράλληλο του επίσημου διαγωνιστικού τμήματος «Ένα κάποιο βλέμμα» στο περασμένο φεστιβάλ των Καννών. Στο ΦΚΘ συμμετέχει στο διαγωνιστικό τμήμα, καθώς είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του O'Shea. Είχαμε ακούσει πολύ καλά πράγματα πριν δούμε την ταινία, όταν την είδαμε, όμως... δαγκωθήκαμε! Και παρακάτω, ελαφρώς παραλλαγμένο, είναι το κείμενο που είχαμε στείλει ως ανταπόκριση από τις Κάννες:

Η υπόθεση: Ο Μάιλο είναι ένας παράξενος έφηβος. Αφροαμερικάνος, ζει σε μια υποβαθμισμένη περιοχή της Νέας Υόρκης μαζί με τον (βετεράνο του Αφγανιστάν) μεγαλύτερο αδελφό του. Η μητέρα του αυτοκτόνησε όταν ο Μάιλο ήταν πιτσιρικάς και ο πατέρας του δεν υπάρχει πουθενά στο κάδρο. Το παρουσιαστικό του και η παραξενιά του τον κάνουν να πέφτει συχνά θύμα bullying. Ο ίδιος δεν δείχνει να ενοχλείται. Έχει μια συλλογή από βιντεοταινίες (!) όλες με θέμα τα βαμπίρ και του αρέσει να βλέπει βιντεάκια στο ίντερνετ από σφαγές ζώων, βασανισμούς κτλ. Ο Μάιλο όμως κρύβει κι ένα τρομερό μυστικό. Όταν γνωρίσει μια νεαρή λευκή κοπέλα με τα δικά της προβλήματα, τη Σόφι, τα πράγματα θα πάρουν μια διαφορετική τροπή για τον Μάιλο. Είναι ικανή, όμως, αυτή η γνωριμία για να καταπνίξει τα σκοτεινά του ένστικτα;

Η άποψή μας: Άλλη μια ταινία με βαμπίρ λοιπόν. Με το... βαμπίρ στον πρωταγωνιστικό ρόλο να έχει υπαρξιακά προβλήματα! Δηλώνει ανά πάσα ώρα και στιγμή ότι δεν του αρέσουν οι ταινίες τύπου «Λυκόφως» γιατί δεν είναι ρεαλιστικές. Γενικά, επιμένει στον ρεαλισμό. Οι βρικόλακες, εξομολογείται στη Σόφι, χωρίς να της αποκαλύπτει πως ο ίδιος είναι τέτοιος, μπορούν να κυκλοφορούν τη μέρα, μπορούν να φάνε άνετα σκόρδο και μάλλον καμία θρησκεία με τα σύμβολά της δεν μπορεί να τους κάνει κακό και να τους σταματήσει! Η σχέση του με τη νεαρή κοπέλα είναι ότι πιο φυσιολογικό έχει στη ζωή του ο μικρός. Και καθώς δεν του έχει ξανατύχει κάτι τέτοιο, δεν ξέρει πως να συμπεριφερθεί κι είναι αρκετές εκείνες οι στιγμές στις οποίες παραφέρεται.

Έξυπνη η ιδέα του σκηνοθέτη, καλή η σύλληψη, χρειάζεται όμως και η κατάλληλη εκτέλεση, έτσι; Ας πούμε, ο μικρός, θεωρεί ότι μια από τις καλύτερες και πιο ρεαλιστικές ταινίες με βαμπίρ που έχει γυριστεί είναι το σουηδικό «Άσε το κακό να μπει». Κι έχει δίκιο! Κι αυτό επειδή στη σουηδική ταινία ο σκηνοθέτης της, επιλέγοντας arty προσέγγιση, ανέδειξε το θέμα του με τρόπο υποβλητικό, με δεύτερα επίπεδα ανάγνωσης, με πολύ καλύτερη σκηνοθεσία και με περισσότερη ένταση. Εδώ έχουμε να αντιμετωπίσουμε συσσωρευμένα όλα τα κακά του ανεξάρτητου αμερικάνικου σινεμά. Δεν υπάρχει ένταση, δεν υπάρχει... ζωντάνια, δεν υπάρχει κάτι για να κρατήσει τον θεατή στο να συνεχίσει να παρακολουθεί την ταινία. Ίσα – ίσα, ο σκηνοθέτης σε κάποιο σημείο κάνει μια επιλογή από αυτές που κάνουν «τζιζ» στο σινεμά και οι θεατές της μισής τουλάχιστον αίθουσας Debussy (σσ: στις Κάννες) βρήκαν την αφορμή για να την «κάνουν» με ελαφρά πηδηματάκια.

Ευτυχώς, στο φινάλε, ο σκηνοθέτης δίνει στον αντιήρωά του την ευκαιρία να δικαιολογήσει όλα όσα κάνει. Η φράση – κλειδί είναι: «Όταν με την ύπαρξή σου δεν μπορείς παρά μόνο κακό να κάνεις, τότε είναι καλύτερα να μην υπάρχεις». Μέχρι να φτάσει σ' αυτό το σημείο, όμως, οι επιλογές του σκηνοθέτη δεν δικαιώνονται. Γιατί ο μικρός είναι Αφροαμερικάνος; Από πού κόλλησε την «αρρώστια»; Γιατί η ταινία είναι τοποθετημένη στη συγκεκριμένη φτωχογειτονιά; Είναι επιλογές σημαντικές που ο σκηνοθέτης δεν τις στηρίζει κάπου. Απλώς, τις βάζει για να χτίσει το οικοδόμημά του. Δυστυχώς, η ταινία είναι βαρετή και το χειρότερο, μη ρεαλιστική! Ευτυχώς, είπαμε, το φινάλε δίνει μια αίσθηση κάθαρσης, γιατί αν δεν υπήρχε ούτε αυτό, κλάφτα Χαράλαμπε...

(η ταινία έχει την πρώτη προβολή της την Κυριακή 6 Νοεμβρίου στις 15.00, στο Ολύμπιον και ολοκληρώνει τις προβολές της στο φεστιβάλ τη Δευτέρα 7 Νοεμβρίου στις 18.00 στην αίθουσα Φρίντα Λιάππα – δεν έχει ακόμα διανομή για τη χώρα μας)

Θοδωρής Γιαχουστίδης

Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 2016 TIFF 16 Live
Περισσότερα... »



Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 2016 TIFF 16 Live

του Θόδωρου Γιαχουστίδη

Μια έξυπνη τελετή έναρξης και μια αριστουργηματική ταινία για την ποίηση της καθημερινότητας

Να τολμήσω; Κάτι μου λέει πως θα δούμε καλύτερες μέρες (και νύχτες...) στο σημαντικότερο από τα εγχώρια κινηματογραφικά φεστιβάλ. Από τις – τυπικές εξ ανάγκης – ομιλίες της βραδιάς, ξεχώρισαν δύο. Εκείνη της γενικής διευθύντριας του φεστιβάλ, Ελίζ Ζαλαντό, τα ελληνικά της οποίας έχουν μια όμορφη μουσικότητα στην προφορά και τον τόνο κι εκείνη του καλλιτεχνικού διευθυντή, Ορέστη Ανδρεαδάκη, ο οποίος τελευταία τονίζει πως το στοίχημα είναι πώς η Θεσσαλονίκη θα κερδίσει από το φεστιβάλ, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει ως τώρα, όπου το φεστιβάλ κερδίζει από τη Θεσσαλονίκη. Είναι ένα ωραίο στοίχημα αυτό και μακάρι να κερδηθεί. Μακάρι όλη η πόλη να συμμετέχει ενεργά, μακάρι το φεστιβάλ να τη διαφημίσει σε όλη την οικουμένη, μακάρι να βρεθεί τρόπος να αλλάξει η κατάσταση των πραγμάτων, καθώς ολοένα και λιγότερος κόσμος βλέπει ταινίες στους κινηματογράφους και κάποιες φορές φαίνεται πως όσοι γράφουμε για σινεμά ενίοτε είμαστε περισσότεροι από τους θεατές που παρακολουθούν κάποιες ταινίες, τις οποίες εκθειάζουμε ή εν πάση περιπτώσει «διαξιφιζόμαστε» για χάρη τους. Ναι, ο ρόλος του φεστιβάλ Θεσσαλονίκης πρέπει να βρεθεί από την αρχή και να επαναδιατυπωθεί με βάση τα νέα, σύγχρονα δεδομένα. Πάντως, οι αγωνίες φαίνονται ειλικρινείς. Για να δούμε.

Κατά τα άλλα, μια χαρά τα πήγαν ο Στέλιος Μάινας και η Θέμις Μπαζάκα ως παρουσιαστές της βραδιάς. Προηγήθηκε ένα σκετσάκι μέσα σε αεροπλάνο, που είχε πλάκα, παρουσιάστηκαν ξανά τα τρία τρέιλερ του φεστιβάλ, και γενικώς το όλο σκηνικό ήταν τόσο όσο. Όχι υπερβολές, όχι άνοστα αστεία, όχι μπούρδες και φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Για να φανταστείτε ούτε ο περιφερειάρχης Απόστολος Τζιτζικώστας γιουχαϊστηκε, καθώς δεν είπε κάτι τραγικό ούτε ο ούτε ο υπουργός Πολιτισμού Αριστείδης Μπαλτάς είπε κάτι χοντρό ή αφελές ή κάτι που θα εκνεύριζε την Πλατεία. Μια χαρά τα είπαν όλοι, βγήκε και ο Jim Jarmusch και μας μίλησε για το πόσο του λείπει η Θεσσαλονίκη, η πόλη που ενδεχομένως να έχει το καλύτερο φαγητό στον κόσμο, τα φώτα έσβησαν και η μαγεία ξεκίνησε.

Paterson TIFF 2016

Η ταινία έναρξης του φετινού φεστιβάλ ήταν το Paterson του Jim Jarmusch. Μια ταινία που διεκδίκησε τον Χρυσό Φοίνικα στο περασμένο φεστιβάλ των Καννών, όπου και την απολαύσαμε για πρώτη φορά. Δεν το κάνω συχνά, αλλά κάθισα και την είδα ξανά την ταινία και τώρα, στην προβολή της στη Θεσσαλονίκη. Αλήθεια είναι πως μια μεγάλη ταινία, στη δεύτερη θέασή της, σου αποκαλύπτει κι άλλα από τα υπέροχα μυστικά της, εκείνα που σου ξέφυγαν στην πρώτη συνάντηση μαζί της. Οπότε, ναι, αλλάζουμε και το κείμενο που είχαμε στείλει ως ανταπόκριση όταν είδαμε την ταινία στις Κάννες. Όχι πολύ. Τόσο όσο...

Η υπόθεση: Ο Πάτερσον είναι ένας οδηγός λεωφορείου στην πόλη... Πάτερσον του Νιου Τζέρσεϊ! Κάθε μέρα ο Πάτερσον ακολουθεί την ίδια ρουτίνα: κάνει τη βάρδιά του περιτριγυρίζοντας την πόλη και κρυφακούγοντας τις κουβέντες των ανθρώπων που ανεβαίνουν στο λεωφορείο. Μετά, θα γράψει ποίηση στο κρυφό σημειωματάριό του, θα βγάλει βόλτα το αγγλικό μπουλντόγκ του, θα σταματήσει στο ίδιο μπαρ για να πιει μία και μόνο μπύρα και να συνδιαλαγεί με τους θαμώνες και τον ιδιοκτήτη και θα γυρίσει στο διαμέρισμα στο οποίο διαμένει με την υπέροχη σύζυγό του, τη Λάουρα. Η Λάουρα από την άλλη έχει μια καθημερινότητα που διαρκώς αλλάζει.

Είναι δημιουργική και εφευρετική και χαρούμενη κάθε μέρα. Έχει εμμονή λίγο με άσπρο και μαύρο (μην είναι και Παοκσάκι...) και τη μία φτιάχνει κουρτίνες, την άλλη μια καινούργια, παράξενη συνταγή, την παράλλη εκατομμύρια cupcakes. Ένα τόσο διαφορετικό ζευγάρι κι όμως αγαπιούνται πραγματικά. Εκείνη υποστηρίζει την ποίησή του κι ας μην της έχει διαβάσει ούτε έναν στίχο του κι εκείνος υποστηρίζει κάθε της δημιουργική έμπνευση. Θα μπορούσε αυτή να είναι η ευτυχία;

Η άποψή μας: Αυτή λοιπόν είναι η πιο «μικρή» ταινία στη φιλμογραφία του τεράστιου Τζιμ! Μια ταινία που υμνεί την καθημερινότητα. Μια ταινία που σφύζει ζωή και ποίηση. Παρακολουθούμε τη ζωή ενός αγαπημένου ζευγαριού στη διάρκεια μιας βδομάδας. Μιας συνηθισμένης ζωής. Με τα πάνω και τα κάτω της. Μιας ζωής μέσα στη ρουτίνα. Ναι, αλλά λίγο την έχουμε υποτιμήσει τη ρουτίνα, έτσι; Θέλω να πω, καλοί και οι υπερήρωες αλλά ας πει κάποιος μια καλή κουβέντα για τους ήρωες της καθημερινότητας. Ο Πάτερσον είναι ένας από αυτούς. Ένας άνθρωπος που νιώθει σίγουρος μέσα στη ρουτίνα του. Που μπορεί να «σκέφτεται καμιά φορά άλλα κορίτσια», όπως λέει σε ένα από τα ποιήματά του αλλά δεν θα μπορούσε ποτέ να ζήσει χωρίς τη Λάουρα, τη γυναίκα της ζωής του, τη γυναίκα που λατρεύει κι ας φτιάχνει κάποιες φορές φαγητά που δεν τρώγονται με τίποτα.

Ο Πάτερσον λοιπόν είναι (προσ)γειωμένος, αυτάρκης και βρίσκει διέξοδο στην ποίηση. Στην ποίηση που μπορεί να βγει από ένα κουτάκι σπίρτα με μπλε κεφαλές! Στην ποίηση της καθημερινότητας. Ένας Δον Κιχώτης που έχει βρει την Δουλτσινέα του κι έπαψε να τα βάζει με ανεμόμυλους. Η Λάουρα είναι πιο αισιόδοξη, πιο χαμογελαστή, πιο έξω καρδιά, πιο δημιουργική, πιο πρακτική. Μπορεί να βρει χαρά με το οτιδήποτε! Δεν είναι βλαμμένη η κοπέλα ούτε χαζοχαρούμενη: απλά βλέπει πάντα το ποτήρι μισογεμάτο και ποτέ μισοάδειο. Σε κάποια σημεία ο Jarmusch θυμίζει... Kaurismaki σε τούτη την ταινία. Πχ η δήλωση του ερωτευμένου αφροαμερικάνου μέσα στο μπαρ που την «βλέπει» «Ρωμαίος» από το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» αλλά η... Ιουλιέτα απλά δεν ανταποκρίνεται, πως «τι είναι η ζωή αν δεν έχουμε αγάπη;» είναι μια δήλωση κατευθείαν από το σύμπαν του Φινλανδού δημιουργού... Όλη η ταινία κυλάει σαν να βρισκόμαστε σε μαζική ύπνωση. Κάθε φορά που ο Πάτερσον γράφει ένα ποίημα, ακούμε τη φωνή του να το αφηγείται off αλλά το βλέπουμε να γράφεται κι επί της μεγάλης οθόνης: ναι, το ποίημα γράφεται πάνω στο πανί, πάνω σε αυτήν την τεράστια λευκή επιφάνεια που ζωντανεύει εικόνες φτιαγμένες από φως! Αυτές οι στιγμές της ποίησης είναι οι πιο μελαγχολικές κι όμως, τόσο μα τόσο μαγικές. Βέβαια, ειρωνικότατα, ο Jarmusch κάνει ένα σχόλιο λίγο πριν από το φινάλε σχετικά με την ποίηση, καθώς το σημειωματάριο του Πάτερσον θα έχει απροσδόκητη τύχη. Η ποίηση λοιπόν είναι εφήμερη, η ζωή είναι εφήμερη αλλά την ίδια στιγμή είναι αιώνιες, ε;

Ο Adam Driver (χα, το επίθετό του σημαίνει «οδηγός» και υποδύεται έναν οδηγό – τυχαίο;) έχει τη φωνή και τη φάτσα για το ρόλο και είναι άψογος σε αυτόν. Εκείνη που λάμπει από ομορφιά, ταλέντο και δίψα για ζωή είναι η Golshifteh Farahani στο ρόλο της Λάουρας. Πάει και τελείωσε, οι Ιρανές είναι οι πιο όμορφες γυναίκες στον πλανήτη! Νοσταλγικό, γλυκόπικρο, ονειρικό, γεμάτο ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες (η παρουσία των διδύμων ως μοτίβο καθ' όλη της διάρκεια της ταινίας), γεμάτο πληροφορίες (για τον ποιητή William Carlos Williams που έζησε στην πόλη Πάτερσον, για τα άλλα διάσημα τέκνα της φαινομενικά άσημης αυτής πόλης), γεμάτο φατσάρες (ο Ινδός ή μήπως Πακιστανός συνάδελφος του Πάτερσον που αραδιάζει τα χίλια κακά της μοίρας του όταν ο Πάτερσον δείχνει ειλικρινά χαρούμενος) το «Paterson» δείχνει το αταίριαστον του σκηνοθέτη με την εποχή του. Η σκηνή με τον Ιάπωνα στο παγκάκι είναι μυθική, όσα λένε οι δύο νεαροί losers εργάτες μέσα στο λεωφορείο για τις γκόμενες που... σχεδόν έριξαν έχουν πλάκα αλλά με την πικρή έννοια, γενικώς, υπάρχουν δεκάδες πράγματα για να πιαστεί κανείς από την ταινία – ακόμα και ο σκύλος έχει σημαντική προσφορά! Είθε να μπορούσαμε, όπως ο Πάτερσον, να δούμε την ποίηση στη ζωή μας και να βιώνουμε κάθε μέρα ως μοναδική κι ας είναι ντάλε κουάλε όπως η προηγούμενη μέρα και η προηγούμενη πριν από αυτήν κτλ κτλ. «Or would you rather be a fish?»...

(η ταινία ολοκληρώνει τις προβολές της στο φεστιβάλ την Τετάρτη 9 Νοεμβρίου στις 20.00, στην αίθουσα Τζον Κασσαβέτης - έχει διανομή και θα βγει στις αίθουσες της χώρας μας από την Ama Films με ημερομηνία εξόδου 5/1/2017)

Caini TIFF 2016

Μιας που έχουμε δει αρκετές ταινίες που προβάλλονται στο φετινό φεστιβάλ Θεσσαλονίκης σε άλλα φεστιβάλ – και κυρίως τα προηγούμενα φεστιβάλ Βερολίνου και Καννών – θα σας τις παρουσιάζουμε αυτές ως προτάσεις, κάτι ως οδηγό, ως χάρτη, για να μπορέσετε να κάνετε καλύτερο προγραμματισμό. Αρκεί να σας πείσουμε, σωστά; Τα κείμενα σε αυτές τις περιπτώσεις είναι ελάχιστα παραλλαγμένα σε σχέση με την πρώτη ανταπόκριση.

Την ταινία «Όταν ξέσπασε η βία» (Caini) την είδαμε στο παράλληλο του επίσημου διαγωνιστικού τμήματος «Ένα κάποιο βλέμμα» στο περασμένο φεστιβάλ των Καννών. Σκηνοθέτης της είναι ο Bogdan Mirica κι αυτή είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του.

Η υπόθεση: Ο Ρόμαν είναι ένας τυπικός αστός. Ζει στην πόλη και δεν βλέπει τον εαυτό του να μπορεί να ζήσει πουθενά αλλού. Ο παππούς του, ο Αλέκου, μόλις έχει αποβιώσει και του έχει κληρονομήσει μια τεράστια έκταση άγονης γης στα σύνορα της Ρουμανίας με την Ουκρανία. Ο Ρόμαν επισκέπτεται την απομακρυσμένη περιοχή. Στόχος του, να πουλήσει τη γη, καθώς δεν έχει τις γνώσεις να την αξιοποιήσει διαφορετικά. Ο τοπικός γηραιός χωροφύλακας, όμως, τον ενημερώνει και συνάμα τον προειδοποιεί. Ο Αλέκου ήταν ο μεγαλομαφιόζος της περιοχής. Η απέραντη έκταση γης είναι «σπαρμένη» πρόχειρους τάφους. Και οι πρώην συνεργάτες του Αλέκου δεν θα αφήσουν εύκολα τον Ρόμαν να προχωρήσει το σχέδιό του. Δεν προτίθενται ν’ αφήσουν τη γη – και το λαθρεμπόριο στο οποίο επιδίδονται – χωρίς να παλέψουν.

Η άποψή μας: Πρώτο πλάνο: από τα ήσυχα νερά μιας λίμνης βλέπουμε να βγαίνουν μπουρμπουλήθρες και μετά από λίγο ένα κομμένο πόδι μαζί με το παπούτσι του (!) αναδύονται στην επιφάνεια. Σαν να λέμε, μια σκηνή που παραπέμπει στο «Μπλε βελούδο» του David Lynch και τη σκηνή με την ανεύρεση του κομμένου αυτιού. Γενικά, πάντως, ως αίσθηση η ταινία προσωπικά με παρέπεμψε στο «Όταν ξέσπασε η βία» του Burman. Εκεί ήταν πολιτισμός εναντίον ορεσίβιων αγριάνθρωπων. Εδώ είναι πολιτισμός εναντίον μαφιόζων, απομονωμένων, αποκομμένων από τον έξω κόσμο, από το γενικότερο κοινωνικό γίγνεσθαι, από τον πολιτισμό. Ο Mirica συνεχίζει στην παράδοση της σχολής που έχει φτιάξει η Ρουμανία, όπου καμία ταινία που βλέπουμε από εκεί στερείται ενδιαφέροντος. Με σταθερά πλάνα, με έλλειψη μουσικής και οποιουδήποτε στοιχείου που θα μπορούσε να αποσπάσει την προσοχή του θεατή από τα δρώμενα, ο σκηνοθέτης δείχνει αυτήν τη μάχη των δύο διαφορετικών κόσμων ψυχρά και ρεαλιστικά. Ο γηραιός σκύλος που κληρονομεί μαζί με τη γη ο Ρόμαν ονομάζεται «Αστυνομία» - είναι κι αυτό ένα αστείο σχετικά με το πόσο «γραμμένο» έχουν το Νόμο οι παράνομοι σε μέρη όπου τους παίρνει. Έτσι κι αλλιώς ο τοπικός γηραιός χωροφύλακας, διεφθαρμένος είναι κι αυτός, αλλά καθώς πλησιάζει η ημέρα της συνταξιοδότησής του, κι ενώ η υγεία του είναι κατεστραμμένη (μονίμως με ένα τσιγάρο στο στόμα ενώ φτύνει αίμα) σαν να αποκτά συνείδηση, σαν να θέλει να δώσει μια ευκαιρία στον εαυτό του να πράξει το σωστό.

Τον αρχικακό τον υποδύεται ο Vlad Ivanov, αυτή η απίστευτη φάτσα που πρωτογνωρίσαμε ως γιατρό στο «Τέσσερις μήνες, τρεις εβδομάδες και δυο μέρες». Υπάρχουν στιγμές χιούμορ (πχ, ο βοηθός του αστυνομικού βρίσκει φρόνιμο να πάρει το μήλο που βρίσκεται μέσα σε ένα αυτοκίνητο – τόπο εγκλήματος κι όταν το αφεντικό του τον αγριοκοιτάζει, ο μικρός τον ρωτάει «τι, είναι στοιχείο; μα εγώ πεινάω, δεν έφαγα τίποτα από το πρωί!»). Και υπάρχει και πολύ βία: χρησιμοποιώντας ένα σφυρί ο χαρακτήρας που υποδύεται ο Ivanov κοπανάει έναν πληροφοριοδότη της αστυνομίας, ενώ οδηγεί το αυτοκίνητο, τουλάχιστον 20 φορές με μανία και μίσος στο κεφάλι! Όχι και από τις καλύτερες ρουμάνικες ταινίες που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια μα σαφέστατα πολύ ενδιαφέρουσα.

(η ταινία θα προβληθεί μία και μοναδική φορά το Σάββατο 5 Νοεμβρίου στις 20.30, στην αίθουσα Σταύρος Τορνές - έχει διανομή και θα βγει στις αίθουσες της χώρας μας από την Ama Films χωρίς να γνωρίζουμε ακόμα την ημερομηνία εξόδου της)

Aloys TIFF 2016

Το «Αλόις» (Aloys) του Ελβετού Tobias Nölle το είδαμε στην περασμένη Berlinale (στο τμήμα Panorama Special). Αποτέλεσε για τον δημιουργό του ένα πολλά υποσχόμενο ντεμπούτο στις μεγάλου μήκους ταινίες. Κλασικά, δάνεια και αναφορές υπάρχουν μπόλικες, το όλον όμως είναι και πολύ προσωπικό και πολύ ιδιαίτερο.

Η υπόθεση: Ο Αλόις Άντορν είναι ένας μεσήλικας ιδιωτικός ντετέκτιβ. Οι παρακολουθήσεις είναι το φόρτε του. Τακτοποιεί όλα τα dv από τις παρακολουθήσεις του και τις βλέπει από καιρό εις καιρό ως χόμπι, ως κάτι που τον ευχαριστεί. Όταν πεθαίνει ο γηραιός πατέρας του, ο Αλόις κινηματογραφεί μέχρι και την κηδεία του. Στεναχωρημένος, γίνεται στουπί και αποκοιμιέται μέσα σε ένα λεωφορείο. Όταν ξυπνάει διαπιστώνει πως τόσο η κάμερά του όσο και οι ταινίες του έχουν κλαπεί! Απελπισμένος και τσαντισμένος, δέχεται ένα τηλεφώνημα από μια νεαρή κοπέλα. Η οποία είναι «υπεύθυνη» για την κλοπή. Γιατί προέβη όμως, σε αυτήν την ενέργεια; Ποια η σχέση της με τον Αλόις; Θα καταφέρει να τον βγάλει από το μοναχικό και μονόχνοτο καβούκι του;

Η άποψή μας: Δεν παλεύεται με τίποτε η μοναξιά. Κι όταν δεν έχεις κάποιον να μοιραστείς τη ζωή σου βρίσκεις άμυνες για να αντέξεις. Αυτό κάνει και ο Αλόις της ταινίας μας. Είναι ένας μοναχικός λύκος. Παραγγέλνει από το κινέζικο για ένα άτομο. Μοναδική του παρέα είναι μία γάτα. Όταν τον αναγνωρίζουν παλιοί συμμαθητές φέρεται απότομα και λέει πως είναι κάποιος άλλος γιατί θεωρεί αυτές τις γνωριμίες ενοχλητικές. Και τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση την παίρνει παρακολουθώντας τις ζωές των άλλων και βλέποντας και ξαναβλέποντας τις ταινίες στις οποίες έχει κάθε υπόθεσή του καταχωρημένη. Εύκολα κανείς στις αρχικές σκηνές βρίσκει συγγένειες με την αριστουργηματική «Συνομιλία» του Κόπολα. Βέβαια, εδώ λείπει εντελώς το οποιοδήποτε πολιτικό σχόλιο. Έχουμε όμως μια υπέροχη σπουδή στη μοναξιά.

Γρήγορα λοιπόν η ταινία λες και αλλάζει κατεύθυνση και από δραματικό θρίλερ με μικρές δόσεις χιούμορ, δίνει τη θέση της σε ένα ρομάντζο μαγικού ρεαλισμού. Η κοπέλα στο τηλέφωνο «αναγκάζει» τον Αλόις να βρει ποια είναι. Είναι κάποια που γνωρίζει. Και του δίνει στοιχεία για να την ανακαλύψει. Τα βρύα και οι λειχήνες στον κορμό ενός δέντρου αποτελούν βασικό στοιχείο αναφοράς. Άραγε, θα καταφέρει ο Αλόις να σπάσει τις αλυσίδες με τις οποίες ο ίδιος έχει δέσει τον εαυτό του για να μοιραστεί τη ζωή του με κάποιον άλλο; Ο σκηνοθέτης (και ταυτόχρονα σεναριογράφος) ελέγχει με στιβαρότητα τα εκφραστικά του μέσα και πετυχαίνει να στήσει υπέροχες εικόνες αλλά και να εκμαιεύσει σπουδαίες ερμηνείες τόσο από τον καταξιωμένο Georg Friedrich στο ρόλο του Αλόις όσο και από την πρωτοεμφανιζόμενη Tilde von Overbeck στο ρόλο της κοπέλας που θα αλλάξει τη ζωή του. Είναι πολύ δύσκολα να βγει κάποιος από το καβούκι του. Με λίγη θέληση, όμως, και επιμονή αλλά και προσπάθεια από μέρος του άλλου, υπάρχει η δυνατότητα να τα καταφέρει...

(η ταινία έχει την πρώτη προβολή της το Σάββατο 5 Νοεμβρίου στις 21.30, στην αίθουσα Τζον Κασσαβέτης και ολοκληρώνει τις προβολές της στο φεστιβάλ την Κυριακή 6 Νοεμβρίου στις 12.45 στο Ολύμπιον – δεν έχει ακόμα διανομή για τη χώρα μας)

Hell or High Water TIFF 2016

Ο David Mackenzie είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση σκηνοθέτη. Ο Σκοτσέζος δημιουργός μπορεί να έχει αποδείξει στην καριέρα του ότι είναι ικανός για το καλύτερο και για το χειρότερο, αλλά το καλύτερό του είναι πάρα πολύ καλό. Με την ταινία του «Πάση θυσία» (Hell or High Water) περνάει για πρώτη φορά από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού και πηγαίνει στο Τέξας για να πει μια ενδιαφέρουσα ιστορία, σε ένα φιλμ που είδαμε στο περασμένο φεστιβάλ των Καννών, όπου συμμετείχε στο τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα».

Η υπόθεση: Ο Τόμπι και ο Τάνερ είναι δύο αδέλφια. Ο μεγάλος αδελφός, ο Τάνερ, έχει κάνει χρόνια φυλακή. Ο Τόμπι από την άλλη είναι παντρεμένος, χωρισμένος κι έχει να δει τα παιδιά του πάνω από ένα χρόνο, καθώς πέρα όλων των άλλων, δεν διαθέτει χρήματα για να πληρώσει διατροφή. Καθώς πλησιάζει η ημερομηνία που η τράπεζα θα τους κατάσχει το οικογενειακό ράντζο (στο οποίο έχουν βρει πετρέλαιο κι άρα εν δυνάμει μπορούν να πλουτίσουν), μιας που δεν διαθέτουν χρήματα για να αποπληρώσουν τα δάνειά τους, τα δύο αδέλφια καταστρώνουν ένα έξυπνο σχέδιο: να «χτυπάνε» υποκαταστήματα της συγκεκριμένης τράπεζας σε όλο το Τέξας, να τα ληστεύουν δηλαδή, κι αφού μαζέψουν το ποσό που απαιτείται, να ξεχρεώσουν το δάνειο και να σταματήσουν τις παρανομίες. Ξοπίσω τους θα βρεθεί ένας Ρέιντζερ που βρίσκεται τρεις βδομάδες μακριά από τη συνταξιοδότηση, ο Μάρκους και ο συνεργάτης του, ο κατά το ήμισυ Ινδιάνος Κομάντσι, Αλμπέρτο. Καθώς τα δυο αδέλφια σχεδιάζουν την τελευταία ληστεία, τα πάντα θα κορυφωθούν σε μια τελική αναμέτρηση ανάμεσα στις αξίες του Παλαιού και του Νέου Γουέστ.

Η άποψή μας: Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια ταινία που σε κρατάει τόσο σε ότι αφορά το σασπένς όσο και σε ότι αφορά τα ηθικά διλήμματα με τα οποία μας φέρνει ως θεατές αντιμέτωπους. Αν το έπος των αδελφών Κοέν με την ανάλογη (περίπου δηλαδή) θεματική είχε τον τίτλο «No Country for Old Men» ετούτη η ταινία θα μπορούσε να ονομάζεται «No Country for Poor Guys». Πολύ έξυπνα ο Mackenzie κάνει το κοινωνικό του σχόλιο χωρίς καθόλου διδακτικό ύφος. Αρκούν οι επιγραφές στις άκρες των highways: «έχετε χρέος;», «θέλετε χρήματα;» και τέτοια, δίπλα σε μικρές και μεγάλες πόλεις κατεστραμμένες από μια οικονομία που ενδιαφέρεται μόνο για το κέρδος των μεγάλων επιχειρήσεων και των τραπεζών κι έχει χεσμένους τους μεσο- και μικροαστούς αλλά και τους εργάτες της γης, τους white trash, αυτούς που κάποτε έβγαζαν χρήματα με έντιμο τρόπο, έχοντας δουλειά και πλέον έχουν μπει στο περιθώριο. Ως θεατές δεν μπορούμε παρά να υποστηρίζουμε τους «κακούς». Γιατί αυτοί οι κακοί δεν γεννήθηκαν τέτοιοι. Έγιναν τέτοιοι. Γιατί τους ανάγκασαν οι τράπεζες, οι πραγματικοί κακοί της ιστορίας. Ή λοιπόν αντιστέκεσαι – κι ένας τρόπος είναι η παρανομία, όπως και να το κάνουμε – ή γίνεσαι λίπασμα αυτοκτονώντας ή περιθωριοποιείσαι. Σε ότι αφορά τη δράση αυτή καθαυτή, ο Mackenzie σκηνοθετεί ωσάν να ζούσε στην Αμερική και δει στο Νότο της, στο Τέξας, μια εντελώς ιδιάζουσα πολιτεία δηλαδή, από γεννησιμιού του.

Οι σκηνές κυνηγητού με τα αυτοκίνητα είναι πάρα πολύ καλά γυρισμένες, οι σκηνές των ληστειών επίσης, υπάρχει ένταση, υπάρχει ρυθμός, υπάρχει πάθος, υπάρχει ένα καλογραμμένο σενάριο από τον Taylor Sheridan (που υπέγραφε και το σενάριο για το «Sicario») και υπάρχουν και πάρα πολύ καλές ερμηνείες. Ο Chris Pine δείχνει πως δεν είναι απλά ένα ακόμα όμορφο αγόρι στο Χόλιγουντ. Η ερμηνεία του είναι χαμηλότονη, ειλικρινής, γλυκιά, το ακριβώς αντίθετο δηλαδή από εκείνη του Ben Foster που υποδύεται τον αδελφό του με πραγματική τρέλα, τέρμα τα γκάζια και μια περίεργη αίσθηση του δικαίου. Πείθουν ως αδέλφια κι αυτό είναι πολύ σημαντικό για την αξιοπιστία της ταινίας. Ο Jeff Bridges στο ρόλο του Ρέιντζερ, ε, τι να πούμε για τον άνθρωπο. Απίστευτος. Και ατακαδόρος. Γενικά, παρά το σκοτεινό του θέμα, το φιλμ δεν έχει κανένα πρόβλημα να έχει και χιούμορ! Αυτό προκύπτει κατά βάση μέσω των ατακών – προσβολών που ρίχνει ο Bridges στον συνεργάτη του, αλλά με κορυφαία κωμική σκηνή εκείνη μέσα στο dinner όπου η γραία σερβιτόρα ουσιαστικά επιβάλλει στους δύο συνεργάτες τι θα παραγγείλουν! Η μουσική των Nick Cave και Warren Ellis είναι ένα ακόμα plus σε τούτο το ελεγειακό νεο-γουέστερν που τελειώνει με... ισοπαλία. Στον τελικό διάλογο ανάμεσα στον Bridges και τον Pine η κάθε πλευρά παρουσιάζει τα επιχειρήματά της και ο θεατής καλείται να πάρει την τελική του απόφαση για το ποιος είναι ο δικαιωμένος από όλη αυτήν την ιστορία ανεξαρτήτως των νόμιμων ή μη νόμιμων μέσων που χρησιμοποίησε. Μια πραγματικά πολύ καλή ταινία.

(η ταινία θα προβληθεί μία και μοναδική φορά το Σάββατο 5 Νοεμβρίου στις 23.15, στο Ολύμπιον - έχει διανομή και θα βγει στις αίθουσες της χώρας μας από την Tanweer με ημερομηνία εξόδου 19/1/2017)

Θοδωρής Γιαχουστίδης

Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 2016 TIFF 16 Live
Περισσότερα... »

7 Λεπτά Μετά τα Μεσάνυχτα (A Monster Calls) Poster7 Λεπτά Μετά τα Μεσάνυχτα
του J. A. Bayona. Με τους Lewis MacDougall, Sigourney Weaver, Felicity Jones, Toby Kebbell, Liam Neeson, James Melville, Lily-Rose Aslandogdu, Geraldine Chaplin


Πως να κρυφτείς απ' τα παιδιά? 
του zerVo (@moviesltd)

Έτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλα, τίποτα δεν υπάρχει τριγύρω τους, που να μην έχει έστω και ελάχιστα υποπέσει στην αντίληψη τους. Και για τα πάντα έχουν σχηματίσει άποψη, γνώμη, παρμένη σαν εικόνα μέσα από τα αθώα μάτια τους και κωδικιοποιημένη στην συνείδηση τους με μια μέθοδο ξεχωριστή, διαφορετική από εκείνη την κυνικά ρεαλιστική, πολύ πιο αισιόδοξη και ονειρική, που μέσα στην ελπιδοφόρα ψυχή τους ούτε καν νοείται όχι να τα στενοχωρήσει, μα ούτε καν απλώς να τα δυσαρεστήσει. Γι αυτό και φαντάζει τόσο αβάσταχτη η περίοδος της εφηβείας, αφού από την fuzzy μπομπιρένια λογική, καλούνται τα καμάρια πια να δουν κατάματα την αλήθεια, τις δυσκολίες της, τις ανηφόρες και τα εμπόδια που ίσαμε τώρα τα ένιωθαν για παιχνιδάκια, πλαστικά, πανεύκολα ξεπεράσιμα. Στην κορυφή της ιεραρχίας των μη υπαρκτών αρνητικών ορισμών στην πολύ νεαρή συλλογιστική, στέκεται η Απώλεια, αφού κανένα παιδί δεν μπορεί να φανταστεί πως οτιδήποτε λατρεμένο του ενδέχεται να το χάσει, μια για πάντα. Μακάρι να ήταν πάντοτε ετούτη η πραγματικότητα...

7 Λεπτά Μετά τα Μεσάνυχτα (A Monster Calls) Wallpaper
Την χειρότερη περίοδο της δωδεκάχρονης ζωής του διανύει ο φιλήσυχος και μοναχικός Κόνορ Ο'Μάλευ, μιας και η καθημερινότητα του εξελίσσεται σε έναν τρομαχτικό και δίχως τέλος εφιάλτη. Δεν του φτάνουν τα ζόρια που αντιμετωπίζει στο σχολειό, καθώς μικρός το δέμας πέφτει μόνιμο θύμα των ορέξεων των εύσωμων παλικαράδων, έχει την υποχρέωση να προσέχει στο σπίτι και την λατρεμένη πλην βαριά άρρωστη μητέρα του, που έχει καταπέσει στο κρεβάτι του πόνου, μετά από τις εξαντλητικές θεραπείες. Η διαρκής απουσία ενός φαντασμένου πατέρα, που από καιρό τους έχει εγκαταλείψει σε συνδυασμό με την άφιξη της αυταρχικής και περιοριστικής γιαγιάς, θα συγχύσουν ακόμη περισσότερο το μυαλό του πιτσιρίκου, που θα αναζητήσει, ακόμη και στα όνειρα του την διέξοδο από την κόλαση που βιώνει.

Φως στο τούνελ που θα ανάψει μια βραδιά, εκεί λίγο μετά τα μεσάνυχτα, όταν στην αυλή της μονοκατοικίας θα καταλάβει πως ένα παράξενο και γιγάντιας όψης θηρίο κινείται στις σκιές. Έκπληξη που θα γίνει ακόμη πιο μεγάλη μόλις καταλάβει πως δεν πρόκειται παρά για το αιωνόβιο δέντρο που σκεπάζει το απέναντι κοιμητήριο, που έχει ζωντανέψει και για απροσδιόριστο ακόμη λόγο τον έχει επισκεφτεί. Απορίες που σύντομα θα μπουν σε μια τάξη, όταν το όχι εχθρικών διαθέσεων Τέρας, θα ενημερώσει τον Κον, πως ο σκοπός του είναι να του αφηγηθεί τρεις συμβολικής ιστορίες που θα φωτίσουν την σκέψη του, τόσο, ώστε κατοπινά να σκαρφιστεί εκείνος την τέταρτη και πιο σημαντική, που μόλις την φωνάξει αυτομάτως τα δεσμά που τον καταπιέζουν θα σπάσουν, θα διαλυθούν.

Γραμμένο στις σελίδες της πρωτότυπης νουβέλας από τον Εγγλέζο λογοτέχνη Patrick Ness, σαν να εκτυλίσσεται σε κινηματογραφική ταινία, όπως έχει ομολογήσει ο ίδιος ο δημιουργός που εδώ επεξεργάζεται (λογικό) το σενάριο, το A Monster Calls, όρισε μια από τις πιο εμπορικές νουβέλες της δεκαετίας που διανύουμε, σπάζοντας ρεκόρ πωλήσεων στην πατρίδα του την Αλβιόνα. Μια τέτοιας ταξιδιάρας έμπνευσης γραφή, προορισμένη αποξαρχής για το σινεμά, πολύ σύντομα βρήκε αποδέκτη για να την ζωγραφίσει στην μεγάλη οθόνη, τον αναγνωρισμένο παγκοσμίως Σπανίολο Juan Antonio Bayona, που σαν πνευματικό τέκνο του Del Toro, εδώ ανακάλυψε την μεταφυσικά γοτθικού ύφους θεματική, που και παραγγελία να την είχε κάμει, δεν θα ταίριαζε τόσο άριστα στις απαιτήσεις και τα θέλω του.

Με πατρόν ήδη έτοιμο από τον καιρό του (φοβιστικού, εδώ να τονίσω πως δεν υφίσταται ούτε μισό δευτερόλεπτο τρόμου) El Orfanato, ο Ισπανός χρησιμοποιώντας σαν φυσικό φόντο την μουντή, συννεφιασμένη και ελάχιστα φωτεινή βρετανική επαρχία, στήνει ένα πραγματικά πολύ όμορφο παραμύθι, επιδιώκοντας να εισέλθει και να αναδείξει το καλό κι αγαθό της ψυχής ενός μικρού, άμαθου σε οτιδήποτε κακό μικρού παιδιού. Το ζωντάνεμα του γιγαντιαίου ίταμου, επτά λεπτά μετά το μεσονύχτι, χάρη στον τρόπο που το δέντρο εξιστορεί τις δισυπόστατες παραβολές του, μεταλλάσσει μονομιάς και την φιλμική απεικόνιση σε ένα ιδιόμορφης - όχι συμβατικής δηλαδή - σχεδίασης animation, που μπάζει τον θεατή σε ακόμη πιο ονειρικά πεδία.

Στόχος είναι να αναδειχτεί μέσα από την σχέση που βρίσκεται σε εξέλιξη με το ανθρωόμορφο δέντρο, το πως ακριβώς καταλαβαίνει τον κόσμο γύρω του ο πιτσιρίκος, τι σημαίνει για εκείνον το μπούλινγκ, ποια είναι ακριβώς η σημασία του να είσαι αόρατος, πως εκτιμά ή έστω φαντάζεται την μοίρα του, για πάντα, δίπλα σε μια μητέρα ανήμπορη να σταθεί έστω στα πόδια της λόγω του σαρακιού που τρώει τα σωθικά της. Γιατί το ότι (πολύ σύντομα μάλιστα) θα τον αποχαιρετήσει για πάντα, ούτε το διανοείται ο μικρός, στηρίζοντας ελπίδες στο θαύμα που το θεωρεί δεδομένο μέσα στο δίχως ίχνος κακοσύνης μυαλουδάκι του. Εικόνα ενός προβληματισμένου, μόνο από τα τρέχοντα ζητήματα, που νιώθει πως θα επιλυθούν κάποια στιγμή μονομιάς, αγοριού, που συγκλονίζει με την μορφή του πρωτοεμφανιζόμενου Σκοτσεζάκου Lewis MacDougall, στην κορυφαία ανήλικη ερμηνεία ολόκληρου του 2016. Ο μικρός ανά περιόδους είναι καθηλωτικός στις εκφράσεις του, γεγονός που προκαλεί τον θαυμασμό ακόμη και των τόσο έμπειρων διπλανών του, δηλαδή της αριστοκρατικής γιαγιάς Sigourney, της τσαλακωμένης μαμάς Felicity Jones, του όχι και πιο υπεύθυνου πατέρα Toby Kebbell.

Στόρι δυναμικό και πλημμυρισμένο αλληγορίες, που συνδυασμένο με τα σαγηνευτικά τοπία, την ζεστή φωτογραφία, τα μελετημένα χωρίς να υπερισχύουν ειδικά εφέ, τα καλοραμμένα κινούμενα σκίτσα, την στιβαρή τέλος λαλιά του Liam Neeson, ορίζει ένα πληρέστατο σε νοήματα fairy tale, που κάποια στιγμή της ζωής, έχει λάχει στον καθένα μας. Και που εντέλει μόνο στην πρόσβαση της αλήθειας που κρύβει ξωπίσω του, βρήκε ο καθείς, μικρός τε ή μεγαλύτερος, το σωστό γιατρικό.

7 Λεπτά Μετά τα Μεσάνυχτα (A Monster Calls) Rating






Στις δικές μας αίθουσες? Στις 3 Νοεμβρίου 2016 από την Feelgood Ent.
Περισσότερα... »

Blood Father: Βίαιη Δικαιοσύνη (Blood Father) PosterΜόνος Στο Βερολίνο
του Vincent Pérez. Με τους Emma Thompson, Brendan Gleeson, Daniel Brühl, Mikael Persbrandt, Katharina Schüttler, Louis Hofmann, Godehard Giese, Jacob Matschenz


Καρτ Ποστάλ Αντίστασης
του zerVo (@moviesltd)

Ακόμη κι αν τα κατορθώματα της είναι τα λιγότερο προβεβλημένα, σε σύγκριση με εκείνα κρατών που βρέθηκαν παγιδευμένα κάτω από την μπότα των στρατευμάτων κατοχής, είτε λόγω της πανίσχυρης προπαγάνδας που ουδέποτε επέτρεψε την διεθνοποίηση τους, είτε λόγω της στάσης των υπόλοιπων Ευρωπαίων που την κατηγόρησαν σαν ανεπαρκή, εντούτοις η εσωτερική αντίσταση των φιλελεύθερων πολιτών ενάντια στις φασιστικές ορέξεις του Χίτλερ και των Ναζί, δεν διαφοροποιείται από εκείνες τις περιβόητες των επαναστατημένων λαών της Γηραιάς. Αντίσταση που στην δωδεκαετή της πορεία, από το 1933 μέχρι το 1945 που το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα βρέθηκε στην διοίκηση της Γερμανίας, είδε να χάνονται για την συμμετοχή της σε αυτήν περίπου 77 χιλιάδες αντιστασιακοί ήρωες. Ετούτη εδώ είναι η πραγματικά συγκλονιστική ιστορία τριών εξ αυτών.

Blood Father: Βίαιη Δικαιοσύνη (Blood Father) Wallpaper
Μαύρο, πικρό και πένθιμο είναι το μαντάτο που στέλνει η στρατιωτική διοίκηση στο φτωχικό σπιτικό του εργοδηγού σε εργοστάσιο επίπλων Όττο Κβάνγκελ και της νοικοκυράς συζύγου του Άννα, που τους ανακοινώνει πως το εικοσάχρονο μοναχοπαίδι τους, έπεσε με δόξα και τιμή νεκρός στο γαλλικό μέτωπο, κατά την προέλαση των στρατευμάτων προς στο Παρίσι. Στρατιωτική επιτυχία του Αδόλφου που θα γιορταστεί από άκρου εις άκρο του Βερολίνου όχι όμως και από τους δύο χαροκαμένους γονείς, που δίχως το καμάρι τους ζωντανό, δεν βρίσκουν το παραμικρό ενδιαφέρον πλέον και για την δική τους ζωή.

Νιώθοντας αποστροφή για τις ακραίες και προβοκατόρικες μεθόδους που ακολουθούν ακόμη και ενάντια σε φιλήσυχους πολίτες οι Γκεσταπίτες, το ζεύγος των Κβάνγκελ ομόφωνα θα αποφασίσει να αντιδράσει, συγγράφοντας στο πίσω μέρος τουριστικών καρτ ποστάλ, επαναστατικά μανιφέστα λίγων σειρών και τοποθετώντας τα κρυφά σε πολυσύχναστους δημόσιους χώρους, επιδιώκοντας την ανάγνωση τους από όσο το δυνατόν περισσότερο ανυποψίαστο για το τι ακριβώς συμβαίνει κόσμο. Αυτό που αρχικά ξεκίνησε για την μυστική αστυνομία της πρωτεύουσας σαν μια απλή παρενόχληση, τώρα που τα φέιγ βολάν μετρούν σε αριθμό μερικές δεκάδες κι έχουν ξεσηκώσει την αντίδραση του Αρχηγείου, έχει εξελιχθεί σε εφιάλτη, καθώς είναι εντελώς αδύνατον να εντοπιστεί η ταυτότητα του συγγραφέα και διανεμητή των προκηρύξεων. Επιχείρηση που για τις διωκτικές αχές που βαδίζουν στο σκοτάδι, θα πάρει την επωνυμία Φαντομάς!

Από τα πλέον διαβασμένα πεζογραφήματα που αναφέρονται στην αντιναζιστική ρεζίστανς, είναι εκείνο του φημισμένου Γερμανού λογοτέχνη Hans Fallada, Alone In Berlin, που το εξέδωσε αμέσως μετά την πτώση της Γερμανίας και την παράδοση της στους συμμάχους στα 1947. Κείμενο που πέραν της αναφοράς του στο δίδυμο των Κβάνγκελ, χαρακτηρίστηκε και σαν απόλυτα πληροφοριακό για την δράση και άλλων παράνομων κυκλωμάτων κατά του Αδόλφου, ενόσω ο πόλεμος βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη. Η φαινομενική δυσκολία του να μεταφερθεί το πόνημα (που δεν αποκάλυπτε τα πραγματικά ονόματα των αντιστασιακών, που κατοπινά δόθηκε στην δημοσιότητα πως επρόκειτο για τους Όττο και Ελίζε Χάμπελ) γίνεται ορατή από τις πρώτες κιόλας στιγμές της ταινίας, εκεί που κάπως πρόχειρα και εντέλει ανολοκλήρωτα, παλεύει να κτίσει τους χαρακτήρες τους ο σκηνοθέτης Vincent Perez.

Ο μορφονιός δηλαδή που είχε σαγηνεύσει κοτζάμ Deneuve στην (πολύ πιο δραματική) Ινδοκίνα του Wargnier, ο οποίος αφού διάνυσε μια σπουδαία διαδρομή σαν πρωταγωνιστής, πέρασε πίσω από τις κάμερες και αυτό εδώ είναι το τρίτο και πιο φιλόδοξο σκηνοθετικό του βήμα. Από άποψης σχεδιασμού παραγωγής λοιπόν, ο Γάλλος και το συνεργείο του μια χαρά τα πηγαίνουν στην αναπαράσταση της περιόδου, άλλωστε βοηθά εντυπωσιακά σε αυτό και το άψογα διατηρητέο Βερολίνο, που μπορεί να σταθεί σαν φυσικό ντεκόρ, όλων των ιστορικών στιγμών που το σημάδεψαν, μέχρι και την πτώση του τείχους. Εννοείται πως εκτός των σκηνικών, αντιστοίχως προσεγμένη είναι και η ενδυματολογία, το μακιγιάζ, οι κομμώσεις, σημαντικά στοιχεία που σε πολλές περιπτώσεις είναι δυνατόν να καλύψουν άλλου είδους ατέλειες, αφηγηματικές.

Εκεί ακριβώς που ολισθαίνει κι εντέλει σκοντάφτει το έργο του Perez, καθώς ακολουθεί πλήρως την πεπατημένη, χωρίς να βγάζει εμπνευσμένες εκπλήξεις στο διάβα του και επιδιώκοντας να χρησιμοποιήσει (ξανά κι αυτό) την δεδομένη ένταση της πλατείας, που δημιουργείται ενόσω ο κλοιός των αφιονισμένων Γκεσταπιτών με τις γκρίζες καπαρντίνες σφίγγει γύρω από τους Κβάνγκελ, επιδιώκοντας το ένα και μοναδικό λάθος που θα οδηγήσει στην σύλληψη τους. Χωρίς συγκινησιακά ευρήματα και με τις επαναλαμβανόμενες καρτ ποστάλ - που πλέον έχουν φτάσει το νούμερο τους κοντά στις 300 - να συνεχίζουν να αφήνονται στα σκαλοπάτια, το δράμα οδηγείται στο αναμενόμενο - ίσως και γνώριμο σε όσους ξέρουν την ιστορία - τέλος, αφήνοντας στον θεατή μια κάποια εκκρεμότητα για το τι κατάφεραν εντέλει οι δύο αποφασισμένοι γα τα πάντα γονείς, καθώς δεν φωτίζεται ποτέ - πλην ενός και μοναδικού προσώπου - η αποδοχή των παιάνων τους από το λαό.

Όταν μερικά πράγματα τα αναφέρουμε ως αρνητικά, για τις πολύ πιο φτωχικές σε κόστος εγχώριες παραγωγές (όπως καλή ώρα τον πολύ πρόσφατο Τσιτσάνη) δεν γίνεται να μην αναφερόμαστε σε αυτά, όταν οι τζίφρες πέφτουν από τα μεγάλα διεθνή στούντιος. Η χρήση δηλαδή της Αγγλικής γλώσσας, παραποιημένης σε υποτιθέμενης Γερμανικής με την χρήση μακρόσυρτων συμφώνων, είναι φάουλ. Θα μπορούσε κάλλιστα η ταινία δηλαδή να έχει δυνατούς Αλεμάνους αστέρες στο καστ (όπως και έχει τον πιο γνωστό πιθανόν των ημερών μας, Daniel Bruhl ως αρχιμπάτσο, που μιλά άψογα Οξφορδιανά) και όχι να ταλαιπωρεί προσωπικότητες τεράστιου βεληνεκούς, σαν τον Brendan Gleeson και την Emma Thompson (ειδικά την δεύτερη που η λαλιά της είναι χαρακτηριστική), στο να βγάζουν ψεύτικους φθόγγους ώστε να ψευτοπείσουν πως ομιλούν την τοπική γλώσσα την στιγμή που γράφουν τα πάντα άπταιστα σε αυτήν. 2016 φεύγει, οι σημερινοί σινεφίλ είναι κάπως πιο απαιτητικοί σε αυτό το κομμάτι.

Εξαιρώντας πάντως με λίγη καλή θέληση τις προβληματικές του στιγμές, ο Μόνος στο Βερολίνο είναι μια εύπεπτα παρακολουθήσιμη ιστορικού επιπέδου ταινία, με αξιόλογες ερμηνείες και βατή χωρίς χρονικές μεταπηδήσεις αφήγηση, που πιθανόν θα ικανοποιήσει περισσότερο εκείνους που δεν γνωρίζουν το παραμικρό για την ηρωική ατομική εξέγερση των Κβάνγκελ.

Blood Father: Βίαιη Δικαιοσύνη (Blood Father) Rating






Στις δικές μας αίθουσες? Στις 3 Νοεμβρίου 2016 από την Odeon
Περισσότερα... »

Blood Father: Βίαιη Δικαιοσύνη (Blood Father) PosterBlood Father: Βίαιη Δικαιοσύνη
του Jean-François Richet. Με τους Mel Gibson, Erin Moriarty, William H. Macy, Diego Luna, Thomas Mann, Dale Dickey, Michael Parks


Πατρικό Όπλο
του zerVo (@moviesltd)

Το κόλπο του "ηλικιωμένος κυριούλης, συνήθως μπαμπάς, σώσει κοριτσάκι από τα χέρια των κακών" πρώτος από όλους το θέσπισε σαν ειδική υποκατηγορία των action movies Ο αείμνηστος (και αγαπημένος) Tony Scott, ορίζοντας σε φιλμς του όπως τα Man On Fire και Domino, προστάτες που έχουν διαβεί για τα καλά το κατώφλι της μεσηλικίωσης σαν τον Denzel και τον Rourke. Αναμφίβολα η έμπνευση του δαίμονα Luc Besson να κτίσει ολόκληρο εμπορικό χαρακτήρα πάνω στο ζήτημα, δίνοντας του μάλιστα την δυνατότητα των σίκουελς. όχι απλώς κατέστησε σε αστέρα πρώτου βεληνεκούς τον Liam Neeson, που βίωσε επιτυχίες στα box office, που δεν είχε συναντήσει ποτέ στην καριέρα του, αλλά έδωσε την ευκαιρία και σε άλλους εξηντάρηδες (σαν τον Sean Penn για παράδειγμα) να υποδυθούν τους δυναμικούς πατεράδες. Ε, λογικά κι επόμενα έφτασε και η ώρα του Mel. Που με τέτοιο παρελθόν δεν θα μπορούσε να το παίξει καλοκάγαθο γερόντι, οπότε το τσούλησε κομματάκι διαφορετικά το στόρι...

Blood Father: Βίαιη Δικαιοσύνη (Blood Father) Wallpaper
Ένα χρόνο έξω από τα κάγκελα συμπληρώνει ο εξηντάρης παροπλισμένος κακοποιός Τζον Λινκ, που επιθυμεί πια, όσο χρόνο ζωής του απομένει να τον περάσει ελεύθερος, αποφεύγοντας τις κακοτοπιές που θα τον γυρίσουν μονομιάς στην φυλακή. Προσπάθεια που έχει ξεκινήσει, αρχικά, μένοντας μακριά από το πιοτό, κακιά συνήθεια που τον είχε καταστρέψει στο παρελθόν και ακολούθως στήνοντας το νόμιμο μαγαζάκι του ως τατού αρτίστας, κάπου στις παρυφές της Καλιφορνέζικης ερήμου, στο απόμερο τροχόσπιτο όπου έχει βρει γαλήνη και ηρεμία. Μονάχα ένας καημός τον βασανίζει εδώ και καιρό, ότι η μοναχοκόρη του Λύντια, που από πολύ μικρή ζει στα πλούσια προάστια μαζί με την εύπορη μητέρα της, έχει εξαφανιστεί χωρίς να αφήσει πίσω της σημεία ζωής, ακολουθώντας - όπως προστάζουν τα πατρικά της γονίδια - βίο παράνομο και ανήθικο, έχοντας για παρέα τους πιο επικίνδυνους εκτελεστές του μεξικάνικου καρτέλ ναρκωτικών.

Χρήστης ουσιών και η ίδια, πέφτει πανεύκολα στις γεμάτες ρίσκο παγίδες που της στήνουν οι κομπανιέροι της και σε μια από αυτές τις ένοπλες εφόδους το κακό δεν θα αργήσει να γίνει, καθώς το δικό της περίστροφο θα εκπυρσοκροτήσει, αφήνοντας στον τόπο τον περιβόητο σικάριο - και boyfriend της - Τζόνα. Μόνη κι αβοήθητη, περιφερόμενη στους κακόφημους δρόμους του LA, χωρίς δολάριο στην τσέπη και γνωρίζοντας καλά πως τα καθάρματα σύντομα θα την αναζητήσουν για να την εξολοθρεύσουν, η Λύντι, θα σκεφτεί να επικοινωνήσει με το μοναδικό στήριγμα που μπορεί αυτή την στιγμή να της φανεί χρήσιμο, τον ίδιο της τον πατέρα.

Και κάπως έτσι κάτω από τον καυτό ήλιο του αμερικάνικου Νότου, μπαμπάς και θυγατέρα θα συναντηθούν και πάλι, με τις συνθήκες όμως να φαντάζουν οι πιο αντίξοες δυνατές, καθώς σύντομα ο έμπειρος από δύσκολες καταστάσεις wanabee τίμιος, Λινκ, θα αντιληφθεί πως το 17χρονο σπλάχνο του κάτι κρύβει πίσω από τα συνεχή της παραμύθια. Έστω και με αυτή την συνθήκη όμως, βλέποντας την ανήμπορη να αντεπεξέλθει στις λακκούβες, θα βγει μπροστά σπάζοντας την αναστολή του, μόνο και μόνο για να την προστατέψει από τα λυκόρνια που την καταζητούν dead or alive. Κι από την μάχη που θα επακολουθήσει δεν είναι βέβαιο πως στο τέλος όλοι θα βγουν σώοι και αβλαβείς.

Βασικός κανόνας του γουέστερν δηλαδή, που μια τέτοια σύγχρονη εκδοχή του ορίζει το Blood Father, βασιζόμενο σε νουβέλα του σκοτεινού κομίστα Peter Craig που εδώ (όπως και στο επίσης αξιόλογο The Town) επιμελείται το σενάριο, στην καινούργια δημιουργία του Φραντσέζου Jean-Francois Richet, που εδώ και καιρό έχει γίνει διεθνής (με το ριμέικ του Assault On Precinct 13) αν και το καλύτερο πόνημα του μέχρι στιγμής φυσικά και είναι το βιογραφικό Mesrine. Εδώ ο Γάλλος με την βοήθεια σέπια φακών που τονίζουν ακόμη περισσότερο το κιτρινοκοκκινωπό περιβάλλον των αρχικών πεδίων της Ατακάμα και με την κάμερα φορτωμένη στον ώμο για να αποδώσει ρεαλιστικότερα τις εντάσεις, στήνει ένα παλιομοδίτικο b-movie, με προβλέψιμη εξέλιξη και με γνώριμες ανατροπές, από εκείνα που οι παλιότεροι θα επιθυμούσαν συχνότερα να απολαμβάνουν στα εκράν.

Παλιότεροι ηλικιακά που πιθανότατα θα συνηδητοποιήσουν στην υπερβολικά γηρασμένη εικόνα του Gibson (στο πανί και όχι στην αφίσα, που ο υπολογιστής έχει κάνει θαύματα), πως από τις μέρες των Φονικών Όπλων έχουν κλείσει ήδη τρεις δεκαετίες και ο Αυστραλοθρεμένος μορφονιός μάλλον δεν διαθέτει τα κουράγια για να κοντράρει τους πάνοπλους Μεχικάνους. Παρόλα αυτά ο γερο-Ριγκς έχει την πείρα και την γνώση να παίξει για πλάκα έναν ρόλο που δεν κρύβει απαιτήσεις, δίνοντας την ευκαιρία με την υποστηρικτική συμβουλή του στην 22χρονη κουκλίτσα Erin Moriarty να συστηθεί ευρύτερα στο κοινό, υποδυόμενη σε αρκούντως σέξι φόρμα την παραστρατημένη νεάνιδα.

Στήνοντας έτσι το δυναμικό ντουετάκι που απαιτεί η πλοκή για να εξελιχθεί, χωρίς να φτάνει ποτέ σε τίποτα σασπένς κορυφώσεις, δίχως όμως ταυτόχρονα να κουράζει με την ρυθμική αφήγηση. Μια περιπέτεια που δεν θα θυμάσαι για πάντα δηλαδή, δεν θα σε αφήσει και στιγμή να βαρεθείς όμως, αφού Mel και ρουτίνα, εκ ορισμού δεν συμβαδίζουν.

Blood Father: Βίαιη Δικαιοσύνη (Blood Father) Rating






Στις δικές μας αίθουσες? Στις 3 Νοεμβρίου 2016 από την Feelgood Ent.
Περισσότερα... »

Σνόουντεν (Snowden) PosterΣνόουντεν
του Oliver Stone. Με τους Joseph Gordon-Levitt, Shailene Woodley, Melissa Leo, Zachary Quinto, Tom Wilkinson, Scott Eastwood, Logan Marshall-Green, Timothy Olyphant, Ben Schnetzer, LaKeith Lee Stanfield, Rhys Ifans, Nicolas Cage


Stone Ultra Light
του gaRis (@takisgaris)

Μεγαλώσαμε Όλι μου. Πούντα 80s-90s πούσουν μακελάρης με Platoon - Born on the 4th of July - Wall Street - JFK. O υπερθετικός Stone(d) της πολιτικής καταγγελίας και μετρ της συνομοσιολογίας. Κάτι λαϊκατζήδες Michael Moore τι να μας πουν με την εγωπαθή Trumpland τους, εσύ άρχοντα οφείλεις να ορθώσεις ανάστημα και να περιγράψεις αυτή την τιτανομαχία βοθρολυμάτων Hillary - Trump που - τέλειο τάιμιν - μέρες πριν την 8η Νοέμβρη παίζει στο ρυθμό της FBI έρευνας για τα (κάτι δεκάδες χιλιάδες) emails της Κυρίας. Δυσωδία και ξεβράκωμα της Ουάσιγκτον με διχασμένο το αμερικανικό πόπολο. Βούτυρο στο ψωμί σου Όλι μου. Όμως εσύ, είδες τον Edward Snowden τρεις φορές στην Μόσχα του Πούτιν ο οποίος αγαπά όλα τα καλά παιδιά που προθυμοποιούνται να εκθέσουν NSA και USA στον παγκόσμιο ιστό και παρότι η οσκαροστεφανωμένη Laura Poitras τα έβγαλε live καταγεγραμμένα όλα στο Citizen Four είπες να το γυρίσεις μυθοπλασία. Τόσο ζορίστηκες να το βγάλεις ον μπάτζετ που έχασες την κηδεία της μάνας σου. Σόρρυ, αυτό το πάθος να υπηρετήσεις την αλήθεια και να ξυπνήσεις συνειδήσεις στο θέμα του κρατικού μπιγκ μπράδερ επί της ιδιωτικότητος του πολίτου εγώ δεν το ένοιωσα στιγμή στο πανί.

Σνόουντεν (Snowden) Wallpaper
Φρέσκια ανάμνησα η φλόπα (κι εσύ με $40+Μ ξόδια, ζόρια έπιασες πίσω τα μισά) του The Fifth Estate (2013) που πραγματεύτηκε τα WikiLeaks του Julian Assange. Με τη διαφορά ότι το Snowden είναι καλοφκιασμένο, με σήμλες εφφέδες και το θρυλικό μοντάζ που παίζει μπάλα μονάχο του. Ο Joseph Gordon-Levitt σε εμφανή - και κατά κόρον επιτυχή - προσπάθεια ταυτοπροσωπίας με τον ήρωα (σε αντιδιαστολή με τη κατά ανοίκειο τρόπο αστεία μίμηση στο The Walk) πλαισιώνεται με ένα εχέγγυο καστ (Shailene Woodley, Tom Wilkinson, Melissa Leo, Nic Cage!) προεξάρχοντος του αρχιβίλαιν Rhys Ifans, αφεντικού στην Υπηρεσία, σε ένα στόρυ (με τον Kieran Fitzerald του The Homesman) που δανείζεται πλοκή από δαύτα τα ημικατασκοπικά θριλεράκια με Sandra Bullock προ 20ετίας. Κατανοητό επίσης το POV της αφήγησης όμως, ειλικρινά, δε με ξετρέλανε η αισθηματική ιστορία του Snowden εις βάρος της μεγάλης κουβέντας για τη μετά την 9/11 μεθοδολογία καταδολίευσης του NSA που πετά τη μάσκα προστασίας της ασφάλειας και της δημοκρατίας για να δείξει το σκοτεινό πρόσωπο του αμερικανικού ιμπέριουμ ως χωροφύλακα της οικουμένης.

Ως το Σεπτέμβρη και το TIFF16 το Snowden φιγουράριζε ως ένα από τα δύο πιθανολογούμενα οσκαρικά έργα φέτο από δις βραβευμένους (σπάνιο) σκηνοθέτες: Το έτερο είναι το Sully του The Clint (που δε με συγκλόνισε για να το γράψω διακριτικά, πέρα από το θαυμασμό στην καλλιτεχνική ευκρίνεια του 80φεύγα Eastwood). O 70χρονος πλέον Stone έχει νερώσει κρασάκι ήδη από το WTC, εξέλιξη που με λυπεί γιατί έχω υπάρξει φαν ορκισμένος ακόμη και στα δύσκολα. Διότι ο Όλι ως κατεξοχήν ανατρεπτικός (όχι ως φόρμα αλλά ιδεολογικά) καλλιτέχνης του μέηνστρημ δεν αποτυγχάνει παρά μόνο όταν δεν τολμά αρκετά. Το Snowden είναι η χαμένη ευκαιρία της χρονιάς.

Σνόουντεν (Snowden) Rating




Στις δικές μας αίθουσες? 3 Νοεμβρίου 2016 από την Tanweer
Περισσότερα... »

Οι Ευχούληδες (Trolls) PosterΟι Ευχούληδες
του Mike Mitchell. Με τις φωνές των Anna Kendrick, Justin Timberlake, Zooey Deschanel, Russell Brand, James Corden, Gwen Stefani


Can't Stop The Feeling!
του zerVo (@moviesltd)

Εδώ κι αν ξυπνά το νοσταλγικό παρελθόν καλέ μου φίλε, που πλέον συνοδεύεις τον ούτε δεκάχρονο σινεφίλ κανακάρη σου στην αίθουσα για να απολαύσει τα φατσουλάκια που από το καλοκαίρι κιόλας είχαν κλείσει μαζί του ραντεβού στην αίθουσα μέσω του άριστα οργανωμένου προμόσιον. Φατσουλάκια που θα σου φέρουν στο μυαλό θύμησες, από τότενες που στην ηλικία του παιδιού σου, μέ μόλις πέντε δραχμές που μάζευες όλη την βδομάδα, κατάφερνες να αποσπάσεις το χαμόγελο της απέναντι συμμαθήτριας κάνοντας της δώρο αγάπης έναν ξεμαλλιάρη Ευχούλη (έπαιζε το ίδιο αποτέλεσμα και με τον Σπιρτούλη, που είχε και πιο μωρουδίσια μόστρα), νιώθοντας υπέροχα που μέχρι να της τον ανανεώσεις με καινούργιο, καταλάβαινες πως τον κουβαλάει έχοντας σε στο μυαλό, μέσα στην σχολική της σάκα. Τι εποχές...

Οι Ευχούληδες (Trolls) Wallpaper
Κανένα ον σε ολάκερο τον κόσμο δεν έχει μόνιμα μέσα του τέτοιο άσβεστο πάθος για γιορτή και πανηγύρι, ακόμη κι αν δεν περνάει τις καλύτερες του ημέρες, όπως οι Ευχούληδες, τα μικροσκοπικά στοιχειά, που καλά κρυμμένα μέσα στις φυλλωσιές του δάσους, αποφεύγουν εδώ και δύο ακριβώς δεκαετίες τους φοβερούς και τρομερούς γίγαντες Μπέργκεν, που τους κυνηγούν για να τους αφανίσουν. Είκοσι χρόνια που κλείνουν σήμερα από εκείνη την μεγάλη απόδραση των τρολς από τον σκοτεινό κόσμο των πανάσχημων εχθρών τους, χάρη στην εξυπνάδα του βασιλιά τους Πέπι, γεγονός που θα σημάνει την ευκαιρία για ένα υπέρλαμπρο πάρτι που έχει με αστείρευτο κέφι στήσει η μονίμως ενθουσιασμένη κόρη του, πριγκίπισσα Πόππυ. Που ούτε την νοιάζει καν, αν με την φασαρία που θα ξεσηκώσει, ενδεχόμενα να αποσπάσει την προσοχή των θεόρατων κυνηγών, που είναι πολύ πιθανόν να αποκαλύψουν την φωλιά τους!

Προειδοποίηση που έχει εδώ και καιρό κάνει στους γελαστούς του συντρόφους, ο πιο απόμακρος, λιγότερο δημοφιλής και γκριζωπός Κλωνάρης, που έχει στήσει στο σπιτικό του, έναν ολόκληρο μηχανισμό αποφυγής των Μπέργκεν, για το ενδεχόμενο που εκείνοι κάποια στιγμή επιτεθούν. Καταφύγιο που ούτε κι εκείνο θα γλυτώσει από την οργή των κακίστρων, που θα πιάσουν τα φουκαριάρικα τρολάκια εξ απήνης, θα τα αιχμαλωτίσουν και θα τα οδηγήσουν αλυσοδεμένα στο κάστρο τους προς βρώση. Μια επίθεση από την οποία ελάχιστοι θα γλυτώσουν, ανάμεσα τους και η πριγκιποπούλα, που μπορεί να είναι πρώτη στο χορό και στο τραγούδι, είναι όμως ακόμη πιο δυνατή στην μάχη και άφοβη στον πόλεμο, γι αυτό και θα δώσει υπόσχεση στους κομπανιέρους τους, πως πολύ σύντομα θα βρεθούν και πάλι με τα αγαπημένα - αλλά και φυλακισμένα - αγαπημένα τους πρόσωπα.

Δρόμο παίρνει, λοιπόν, δρόμο αφήνει η φουριόζα Πόππυ, ολομόναχη αναζητώντας τον κόσμο των μελαγχολικών, στενοχωρημένων, μουρτζούφληδων, γκρινιάριδων θηρίων, που μονάχα μια στιγμή έχουν την ευκαιρία να νιώσουν ευτιχισμένοι, απλά τρώγοντας ένα Τρολ. Κι αν προσπερνώντας όλους τους μεγάλους κινδύνους που παραμονεύουν στο δάσος, με την βοήθεια του Κλωνάρη, που σύντομα θα εμφανιστεί στο διάβα της για να την συντροφεύσει, φτάσει κάποια στιγμή στο κατασκότεινο βασίλειο των φαγανών, πρέπει πλέον να καταστρώσει πλάνο ευφυές μα και ριψοκίνδυνο για να σώσει τους φίλους της. Σχέδιο που θα χρειαστεί την αμέριστη συνδρομή ενός Μπέργκεν, του πιο καλόψυχου, αν υπάρχει έστω ένα τέτοιο, που δεν θα είναι άλλη από την συνεσταλμένη υπηρέτρια Μπρίτζετ, που ολημερίς ζει και αναπνέει για τα όμορφα (...) μάτια του λατρεμένου της διαδόχου του θρόνου...

Τι πλάκα όμως ε? Ακόμη και μέσα στον φοβιστικό πανζουρλισμό εκείνο που κατορθώνει η ταινία που επιμελείται σκηνοθετικά ο Mike Mitchell, ένας από τους βασικότερους συντελεστές του θρύλου του Shrek και ο έχοντας το γενικό πρόσταγμα του τελευταίου του επεισοδίου Forever After, είναι να εκτονώνει την ένταση μέσα από την ευρηματική χρήση πασίγνωστων μελωδιών, που στήνουν ένα καλαμπουρτζίδικο μιούζικαλ animation θαυματάκι. Με αφετηρία το διαρκές συναίσθημα της χαράς, που δεν σταματιέται με τίποτα (Can't Stop This Feeling τραγουδά ο σούπερ αστέρας Justin Timberlake και δανειστής της φωνής του στον ευαίσθητο και παρεξηγημένο Κλωνάρη, καθιστώντας το πρότζεκτ των Trolls πασίγνωστο σε οποιονδήποτε έφηβο και προς τα κάτω, υποψήφιο θεατή) η πλοκή κινείται διαρκώς με οδηγό της το τραγούδι, που φαντάζει τόσο χιουμοριστικά ταιριαστό σε κάθε πλάνο του έργου.

Και Hello (αναμφίβολα η πιο διασκεδαστική στιγμή της ταινίας) και Total Eclipse Of The Heart και The Sound Of Silence και True Colors μα και disco funky στο φινάλε September συμπεριλαμβάνει στο mixtape του το Trolls, που σταδιακά ανεβάζει τα μπιτ, εκτοξεύοντας μέσα από την πολυχρωμία των φατσούλινων ηρώων και των τρισδιάστατων αξιόλογων (όχι πάντων και άριστων) ντεκόρ του και το κέφι στην πλατεία. Έχοντας στην θεματική του πάρει λιγουλάκι από Σιντερέλλα, κομματάκι από Fellowship, δεδομένα μπόλικη επιρροή από Boxtrolls (ειδικά στην απίθανου μαύρου χιούμορ σεκάνς της παρουσίασης του μουντού κόσμου των Μπέργκεν), αλλά πολύ περισσότερο από τους ανταγωνιστές Στρουμφ, το ρυθμικό αυτό κινούμενο σχέδιο μάλλον μοιάζει απίθανο να μην σπάσει τα παγκόσμια ταμεία στο πέρασμα του. Καθιστώντας ακόμη πιο γνωστό στο ευρύ κοινό, κατόπιν του Pitch Perfect, το τεράστιο ταλέντο της - δεν την λες ούτε ομορφούλα, ούτε πρώτο μπόι - Anna Kendrick, που υποδύεται φωνητικά την τρελιάρα Πόππυ, (και) στο τραγούδι, μιας και το μεγαλύτερο χειροκρότημα του feelgood μουσικοχορευτικού αποτελέσματος της ανήκει ολοκληρωτικά! Καμία έκπληξη, ήμουν βέβαιος για το όμορφο αποτέλεσμα, η Dreamworks, χωρίς να είναι Disney, Pixar ή Laika ουδέποτε απογοήτευσε τις προσδοκίες μου.

Α, από την ανοιχτή τσέπη της τσάντας της 14χρονης θυγατέρας μου μόλις έπεσε ένας Ευχούλης... Ταλαίπωρε μπαμπά...

Οι Ευχούληδες (Trolls) Rating






Στις δικές μας αίθουσες? Στις 3 Νοεμβρίου 2016 από την Odeon
Περισσότερα... »

Invisible PosterInvisible
του Δημήτρη Αθανίτη. Με τους Γιάννη Στάνκογλου, Κόρα Καρβούνη, Κώστα Ξυκομηνό, Εύα Στυλάντερ, Μενέλαο Χαζαράκη, Βιργινία Ταμπαροπούλου, Νικολίτσα Ντρίζη, Χρήστο Μπενέτση


Αόρατος σε έναν αόρατο κόσμο...
του Θόδωρου Γιαχουστίδη (@PAOK1969)

Κυκλοφορώ κι οπλοφορώ!

Ο Δημήτρης Αθανίτης γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε σινεμά και αρχιτεκτονική. Είναι μέλος της Ευρωπαϊκής και της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου. Η πρώτη ταινία του «Αντίο Βερολίνο» (1994) κέρδισε δύο διακρίσεις στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, ενώ η δεύτερη ταινία του «Καμιά συμπάθεια για τον διάβολο» (1997) ήταν υποψήφια για τον Χρυσό Αλέξανδρο και κέρδισε το βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας (Λένα Κιτσοπούλου). Η ταινία του «2000+1 στιγμές» (2001) επιλέχτηκε από τον Αυστραλό κριτικό Bill Mousoulis ανάμεσα στις 10 καλύτερες ταινίες για το 2001 στο Senses of Cinema, ενώ η προηγούμενη ταινία του, «Τρεις μέρες ευτυχίας» (2011) έλαβε τις υποψηφιότητες Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας, Μουσικής, Εφέ και Καινοτομίας της Ακαδημίας Κινηματογράφου, βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας στο London GFF, ενώ συμμετείχε σε πάνω από 20 φεστιβάλ (όπως Seville EFF, Cairo IFF, Uruguay IFF, κ.α).

Invisible Wallpaper
Το Invisible είναι η 7η μεγάλου μήκους ταινία του. Έχει κερδίσει το Μεγάλο Βραβείο στη Φιγκέιρα ντα Φοζ, τα βραβεία Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας και Ανδρικού Ρόλου στο Ελληνικό Φεστιβάλ του Λονδίνου (London Greek Film Festival), έξι κύριες υποψηφιότητες στα βραβεία της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, συμμετοχή σε πάνω από είκοσι φεστιβάλ σε όλο τον κόσμο - μέχρι στιγμής - και έκανε την ελληνική πρεμιέρα του στο περσινό, 56ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης. Επομένως, βγαίνει εμπορικά στις αίθουσες της χώρας μας έναν χρόνο μετά την παρουσία του στο ΦΚΘ.

Η υπόθεση: Ένας πατέρας χάνει τη θέση του στον κόσμο. Ο Άρης είναι ένας μοναχικός 35άρης, χωρισμένος, που δουλεύει σε ένα εργοστάσιο. Όταν απολύεται χωρίς καμιά προειδοποίηση, αποφασίζει να αποδώσει δικαιοσύνη ο ίδιος, καθώς νιώθει θύμα μιας ακραίας αδικίας. Όμως, ο Άρης δεν είναι μόνος του. Έχει μαζί του και τον εξάχρονο γιο του…

Η άποψή μας: Μια παραλία. Ένας άνδρας. Προχωράει. Στο χέρι του ένα πιστόλι. Συνεχίζει. Ένα αυτοκίνητο. Μέσα, ένα ζευγάρι. Ερωτοτροπεί. Το πιστόλι υψώνεται. Ένας πυροβολισμός. «Μέχρι εδώ, όλα καλά. Σημασία δεν έχει η πτώση, αλλά η πρόσκρουση», που έλεγε μια άλλη ψυχή στο «Μίσος». Τι κάνει τελικά ο Άρης; Παίρνει εκδίκηση πυροβολώντας το πρώην αφεντικό του; Παίρνει τη ζωή του, καθώς δεν αντέχει τον άδικο κόσμο γύρω του; Ή συμβαίνει κάτι άλλο;

Η τελευταία ταινία του Δημήτρη Αθανίτη είναι μία από τις καλύτερές του. Με επίκεντρο την περιοχή του Ασπρόπυργου μιλάει για το σήμερα με όρους επείγοντος. Μιλάει για την ανεργία, για τη βία που αυτή ασκεί, για τους αριθμούς που ευημερούν ενώ οι άνθρωποι υποφέρουν. Ο Αθανίτης κάνει πολιτική ταινία χωρίς να μιλάει για πολιτική, χωρίς να είναι στρατευμένος. Την καταγραφή του σήμερα πετυχαίνει και το καταφέρνει περίφημα σκηνοθετικά. Το κλασικό πρόβλημα των περισσότερων ελληνικών ταινιών, όμως, δεν το ξεπερνάει. Το σενάριο. Ευτυχώς, δεν υπερβάλλει. Δεν πέφτει στη λούμπα του μαξιμαλισμού. Δεν θέλει να τα «πει όλα», χώνοντας περιττά και περίσσια πράγματα, ισοπεδώνοντας εντέλει τα πάντα. Όχι, κρατάει μικρό καλάθι, αλλά ίσως να είναι περισσότερο αφαιρετικός απ' όσο χρειαζόταν μια ταινία με επιδιώξεις Kassovitz και Dardenne. Η μυθοπλασία, η δραματουργία είναι ισχνή υπέρ το δέον...

Ο ήρωάς του, ο Άρης, πέρα από ένας άνθρωπος ο οποίος χάνει τη δουλειά του και χάνει τον κόσμο του, είναι ένας άνθρωπος που τα έχει χάσει ουσιαστικά όλα – και πλέον δεν έχει τίποτε άλλο να χάσει. Έχει χωρίσει από τη γυναίκα του, κάτι που του πήρε την περηφάνια. Δεν εκτιμά τον έρωτα της γυναίκας από το μπαρ, οπότε χάνει τον ανδρισμό του. Δεν μπορεί να σταθεί στον γιο του έτσι όπως θέλει κι όπως πρέπει, οπότε χάνει την έννοια της πατρότητας. Έχει χάσει την αξιοπρέπειά του, γι' αυτό θέλει να εκδικηθεί. Από την άλλη, δεν το χωράει ο νους του πως έχει χάσει τη δουλειά του. Δεν μπορεί να λειτουργήσει κανονικά, δεν μπορεί να το διαχειριστεί όλο αυτό, βραχυκυκλώνει. Είναι εξαιρετική η σκηνή όπου ο Άρης μπαίνει κρυφά να δουλέψει στο εργοστάσιο παρά το γεγονός ότι έχει απολυθεί!

Ενδιαφέρουσες ερμηνείες, δυνατό κοινωνικό μήνυμα από τη μια, διπλό (μην πω και τριπλό!) φινάλε που κάπως αποπροσανατολίζει και μια αίσθηση ανολοκλήρωτου από την άλλη συνοψίζουν τα υπέρ και τα κατά της ταινίας. Που έτσι κι αλλιώς θα λέγαμε ότι αφήνει ένα θετικό πρόσημο για το μέλλον. Τα παιδιά είναι το μέλλον. Τα παιδιά θα παίζουν μπάλα. Είτε επί της γης είτε στους ουρανούς...

Invisible Rating




Στις δικές μας αίθουσες? Στις 3 Νοεμβρίου 2016 από την New Star
Περισσότερα... »

Στη σκιά του φόβου (Under the Shadow) PosterΣτη σκιά του φόβου
του Babak Anvari. Με τους Narges Rashidi, Avin Manshadi, Bobby Naderi, Arash Marandi, Aram Ghasemy, Soussan Farrokhnia, Ray Haratian


Επόμενος στόχος;
του Θόδωρου Γιαχουστίδη (@PAOK1969)

Ξεχάστε αυτά που νομίζατε ότι ξέρατε για τον ιρανικό κινηματογράφο

Λοιπόν, επειδή βασικό ρόλο για την κατανόηση της ταινίας έχει να καταλάβουμε τι ακριβώς είναι τα djinn (που αναφέρονται στο Κοράνι), μετά από ψάξιμο στο διαδίκτυο βρήκαμε το παρακάτω απόσπασμα από ένα κείμενο του Παναγιώτη Κάρδαρη, δημοσιευμένο στο http://pointfromview.blogspot.gr/ το 2012. Το παραθέτουμε αυτούσιο:
«ΙΣΛΑΜ ΚΑΙ ΤΖΙΝΙ - Αργότερα, όταν ο Μωαμεθανισμός έγινε η Νέα Θρησκεία των Αράβων, το Ισλάμ κράτησε στους κόλπους τους την πίστη στα Τζίνι, το Κοράνι μάλιστα αφιερώνει στα πλάσματα αυτά, πέραν των διάσπαρτων αναφορών, ένα αυτοτελές κεφάλαιο, την Σούρα Ελ-Τζιν. Αλλά και οι Χαντίθ, οι προφορικές παραδόσεις περί του Μωάμεθ και της καινούργιας του Θεοφιλοσοφίας, έχουν συμπεριλάβει στις διδασκαλίες τους τα τρομερά Τζίνι. Έτσι πληροφορούμαστε ότι ο Ισλαμικός κόσμος και επισήμως αναγνωρίζει την ύπαρξη αυτών των πνευμάτων που έχουν δημιουργηθεί από άκαπνη φωτιά, πριν ακόμα ο Αλλάχ ο Παντοδύναμος πλάσει τον άνθρωπο από χώμα. Υπάρχουν σύμφωνα με το Ιερό Βιβλίο των Μουσουλμάνων και καλά αλλά και ασεβή τζίνι. Τα πρώτα είναι καλότυχα και αγαθά, τα δεύτερα όμως είναι ακόλουθοι του Φοβερού Ιμπλίς, του διαβόλου, που αρνήθηκε την Εντολή του Αλλάχ να προσκυνήσει τον Άνθρωπο. Ο Μωάμεθ προειδοποιεί τους πιστούς να αποφεύγουν την κατεργαριά και την πονηριά τους, κρατώντας τα παιδιά τους προστατευμένα, ιδιαίτερα την νύχτα όπου παραμονεύουν προκειμένου να βλάψουν τα γεννήματα των ανθρώπων. Αυτά στο τέλος των καιρών θα γίνουν με τον κύριό τους, τον αποστάτη, οι φλόγες της κόλασης». Κρατήστε τα παραπάνω στοιχεία λοιπόν προς το παρόν και πάμε παρακάτω.

Στη σκιά του φόβου (Under the Shadow) Wallpaper
Η ταινία Under The Shadow είναι η πρώτη μεγάλου μήκους του ιρανικής καταγωγής σκηνοθέτη Babak Anvari, ο οποίος ζει και εργάζεται στο Λονδίνο. Η ταινία έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο προηγούμενο φεστιβάλ του Σάντανς, αγοράστηκε από το Netflix για να προβληθεί από την πλατφόρμα του και είναι η επίσημη πρόταση της Μεγάλης Βρετανίας για την κατηγορία του ξενόγλωσσου Όσκαρ. Εδώ, να ευχαριστήσω δημόσια τον Παναγιώτη Τιμογιαννάκη για τη βοήθειά του στο να ξεδιαλύνω τι ακριβώς σημαίνει «ξενόγλωσσο Όσκαρ» και ποιες ταινίες έχουν δικαίωμα να υποβληθούν στη συγκεκριμένη κατηγορία: ταινίες μη γυρισμένες στα αγγλικά – πολύ απλό, αλλά είχα μπερδευτεί, τ' ομολογώ! Τα γυρίσματα δεν έγιναν στο Ιράν αλλά στην Ιορδανία. Τέλος, η ταινία προβλήθηκε πρόσφατα στο φεστιβάλ «Νύχτες Πρεμιέρας» του περιοδικού «Σινεμά» στην Αθήνα, όπου τιμήθηκε με το βραβείο καλύτερου σεναρίου.

Η υπόθεση: Τεχεράνη, 1988: Ο πόλεμος Ιράν - Ιράκ συνεχίζεται για όγδοη χρονιά. Θα είναι η τελευταία χρονιά του πολέμου. Οι κάτοικοι όμως της ιρανικής πρωτεύουσας δεν το γνωρίζουν ακόμα αυτό... Η Σιντέχ είναι μια νεαρή, παντρεμένη γυναίκα, η οποία προσπαθεί να επιστρέψει στις ιατρικές σπουδές της. Οι προσπάθειές της, όμως, αποβαίνουν άκαρπες, λόγω του ακτιβιστικού και αριστερού παρελθόντος της κατά τη διάρκεια της Ιρανικής Επανάστασης. Πόλεμος από τη μια, θεοκρατικό καθεστώς από την άλλη, η πρόσφατη απώλεια της μητέρας της και η άρνηση να κάνει αυτό που αγαπάει οδηγούν την Σιντέχ στο να έχει άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Τα πράγματα χειροτερεύουν όταν ο (γιατρός!) σύζυγός της καλείται να υπηρετήσει στο μέτωπο και οι επιδρομές των ιρακινών γίνονται ολοένα και πιο έντονες.

Φίλοι και συγγενείς αποχωρούν ατάκτως από την πόλη, η Σιντέχ όμως αρνείται να εγκαταλείψει το διαμέρισμα στο οποίο μένει μαζί με τη μικρή της κόρη, Ντόρσα, ακόμα κι όταν, σε αεροπορική επιδρομή, μια οβίδα σφηνώνεται στην ταράτσα της πολυκατοικίας τους! Η Ντόρσα ανεβάζει πυρετό και είναι ολοφάνερα άρρωστη. Μπορεί η κατάσταση της Ντόρσα να ερμηνευτεί λογικά; Ή μήπως έχει να κάνει με τη χαμένη, αγαπημένη της κούκλα; Φταίνε τα απόκοσμα πνεύματα, τα djinn, που μπήκαν στο διαμέρισμα μέσω της οβίδας; Ή τέλος η Σιντέχ απλά τρελαίνεται;

Η άποψή μας: Με διθυράμβους έρχεται στη χώρα μας τούτη η ταινία. Που, εν μέρει, είναι δικαιολογημένοι. Κι αυτό το «εν μέρει» έχει να κάνει με το πρώτο επίπεδο θέασης. Ως ταινία τρόμου, λοιπόν, το όλο πράγμα λειτουργεί και δεν θα αφήσει ανικανοποίητους τους λάτρεις του είδους. Διαθέτει την κατάλληλη ατμόσφαιρα, είναι υποβλητική, βασίζεται σε κλασικές, δοκιμασμένες συνταγές, προσθέτει νέους δαίμονες, τα djinn (για τα οποία κάνουμε εκτενή αναφορά στον πρόλογο του κειμένου), που είναι άγνωστοι στους μη μωαμεθανούς, δυτικούς θεατές (στους οποίους απευθύνεται η ταινία – έχει σημασία αυτό) και η αφήγησή της κυλά χωρίς κοιλιές στους νεκρούς χρόνους και υπερβολές με έντονο μοντάζ και άλλα τεχνικά κόλπα.

Ο μεγάλος Πολάνσκι είναι μια σαφής αναφορά της ταινίας, και δη το φοβερό και τρομερό «Αποστροφή» (Repulsion, 1965). Οπότε, περνάμε σιγά – σιγά στο δεύτερο επίπεδο. Μια γυναίκα στα όρια της τρέλας εξαιτίας μιας συντηρητικής, θεοκρατούμενης κοινωνίας. Ok, το βλέπουμε και αυτό. Η Σιντέχ έχει να αντιμετωπίσει πολλά. Της απαγορεύεται να δουλέψει. Της απαγορεύεται να ντύνεται όπως θέλει – το τσαντόρ είναι επιβεβλημένο κι όταν κάποια στιγμή το ξεχνάει (είναι άμεση η ανάγκη να τρέξει στους δρόμους της Τεχεράνης) κινδυνεύει να τιμωρηθεί με βουρδουλιές! Της απαγορεύεται να κάνει ό,τι θέλει: το παλιό της βίντεο κρύβεται όταν επισκέπτεται το σπίτι μάστορας, καθότι δυτικόν και απαγορευμένο – όπως και οι βιντεοταινίες με την Jane Fonda και την περίφημη μόδα του αερόμπικ εκεί στη δεκαετία του '80. Αμφισβητείται ακόμα ακόμα και το μητρικό της φίλτρο, από τον ίδιο της τον σύζυγο - ή μήπως αυτός που ακούγεται στο τηλέφωνο δεν είναι ο σύζυγός της αλλά οι ίδιες οι δικές της τύψεις και αγωνίες;

Αλλά εδώ ο νεαρός σκηνοθέτης αρχίζει να κάνει πράγματα που... ελέγχονται. Φορτώνει την ταινία με σύμβολα και αναφορές προκειμένου να τη «βαρύνει», να την κάνει κάτι πολύ περισσότερο από αυτό που είναι. Να κερδίσει και τους κριτικούς, μιας που είναι δεδομένο ότι κερδίζει τους θεατές. Πχ, είναι αχρείαστη για τον γράφοντα η αναφορά στο αριστερό παρελθόν της κοπέλας. Απλά, δίνει ένα ακόμα άλλοθι – στοιχείο προς εκμετάλλευση, όχι απαραίτητα αποπροσανατολισμού, και το εντάσσει και έξυπνα στο σώμα του σεναρίου αλλά πάλι, μια δυσπιστία τη διατηρούμε. Anyway.

Αν σας άρεσε το (ανώτερο κατ' εμέ) Babadook θα κάνετε πάρτι και με αυτήν την ταινία, που πέρα όλων των άλλων, έχει και μια πολύ καλή ηθοποιό στον πρωταγωνιστικό ρόλο, να δίνει εξαιρετική ερμηνεία. Πολλά τα ερωτήματα (ίσως πάρα πολλά), ανοιχτές οι απαντήσεις, το σίγουρο είναι πως μόνο αδιάφορη δεν είναι η συγκεκριμένη ταινία. Κι αυτό λέει κάτι.

Στη σκιά του φόβου (Under the Shadow) Rating




Στις δικές μας αίθουσες? Στις 3 Νοεμβρίου 2016 από την Seven Films
Περισσότερα... »

Αφερίμ! (Aferim!)  PosterΑφερίμ!
του Radu Jude. Με τους Teodor Corban, Mihai Comanoiu, Cuzin Toma, Alexandru Dabija, Alexandru Bindea, Luminita Gheorghiu, Victor Rebengiuc, Mihaela Sirbu


Εμείς οι Βλάχοι όπως λάχει!
του Θόδωρου Γιαχουστίδη (@PAOK1969)

«Νάις μπαλαμό, νάις μπαλαμό και το λουμνό τ’ αφεντικό νάγια δόμλες ατzέι μπαλαμό»

Ο Δημήτρης Κερκινός στο τμήμα του φεστιβάλ Θεσσαλονίκης που χρόνια συντονίζει και έχει την εποπτεία του, το «Ματιές στα Βαλκάνια», κάνει εξαιρετική δουλειά. Πέρσι λοιπόν, τέτοιες μέρες περίπου, κατά τη διάρκεια του 56ου ΦΚΘ, μας σύστησε τούτη την ταινία! Και πάθαμε... κοκομπλόκο! Μιλάμε για ένα βλάχικο γουέστερν (ή ίστερν αν θέλετε να είμαστε πιο ακριβείς στις εκφράσεις μας), συναρπαστικό, αστείο, τραγικό, υπέροχο! Την ημέρα που βγαίνει επιτέλους η ταινία στις αίθουσες της χώρας μας για εμπορική διανομή, ξεκινάει το 57ο ΦΚΘ! Όπου, στο τμήμα «Ματιές στα Βαλκάνια» θα προβληθεί η νέα ταινία του συγκεκριμένου σκηνοθέτη, το «Scarred Hearts». Εννοείται ότι θα σπεύσουμε να τη δούμε κι αυτήν. Αν και είναι πολύ δύσκολο για κάποιον σκηνοθέτη που έδωσε μια τέτοια δημιουργία να καταφέρει να πετύχει μια ανάλογα μεγάλη επίδοση. Ή μήπως όχι;

Αφερίμ! (Aferim!) Wallpaper
Το Aferim! του Radu Jude μοιράστηκε την Αργυρή Άρκτο καλύτερης σκηνοθεσίας μαζί με το «Cialo» της Malgorzata Szumowska, στο περσινό φεστιβάλ Βερολίνου. Αποτέλεσε την επίσημη πρόταση της Ρουμανίας για το ξενόγλωσσο Όσκαρ. Αυτή είναι η 4η μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη, ο οποίος ήταν βοηθός του Κώστα Γαβρά στο «Αμήν» (Amen, 2002). Κι έβγαλε στην επιφάνεια ένα θέμα – ταμπού, ακόμα και σήμερα, για τη ρουμανική κοινωνία.

Η υπόθεση: Στη Ρουμανία (και συγκεκριμένα στη Βλαχία) του 19ου αιώνα, ο Κοσταντίν, ένας αστυνομικός της εποχής, προσλαμβάνεται από τον μπογιάρ (τοπικό αφέντη) Ιορντάκε, προκειμένου να βρει, να συλλάβει και να του παραδώσει τον Καρφίν. Ο Καρφίν είναι ένας τσιγγάνος, σκλάβος του Ιορντάκε, που το έσκασε. Ο Ιορντάκε τον κατηγορεί ότι έκλεψε χρήματα, η αλήθεια όμως είναι πως θέλει να τον εκδικηθεί μιας που είχε συνάψει ερωτική σχέση με την ελληνικής καταγωγής σύζυγο του Ιορντάκε, τη Σουλτάνα. Ο μεσήλικας, κουτσός και θυμόσοφος Κονσταντίν μαζί με τον πιτσιρικά γιο του, τον Ιονίτα, ξεκινούν το κυνηγητό και βιώνουν ένα ταξίδι στην ενδοχώρα γεμάτο περιπέτειες. Στη μικρή τους Οδύσσεια συναντούν ανθρώπους διαφορετικών εθνοτήτων και πεποιθήσεων: Τούρκους και Ρώσους, Χριστιανούς και Εβραίους, Ρουμάνους και Ούγγρους. Όλοι τους βρίσκονται απέναντι ο ένας στον άλλο, αναπαράγοντας προκαταλήψεις που περνάνε από γενιά σε γενιά. Ακόμα και όταν βρίσκουν τον σκλάβο, η περιπέτεια τους απέχει πολύ απ’ το τέλος της...

Η άποψή μας: «Ζούμε τη ζωή έτσι όπως μπορούμε κι όχι έτσι όπως θέλουμε» λέει το προφανές ο δοκιμασμένος στη ζωή, φαινομενικά νικητής αλλά ουσιαστικά ηττημένος Κονσταντίν στο φινάλε της ταινίας. Μιας ταινίας πραγματικά σπουδαίας, που η εμπειρία θέασής της απλά δεν χάνεται! Σε μεγαλόπρεπο και εντελώς ταιριαστό μαυρόασπρο η ταινία ξετυλίγει το σενάριό της έχοντας κεντρικό θέμα της προβληματικής της το ακανθώδες ζήτημα της σκλαβιάς των Ρομά. Επί πάνω από 500 χρόνια οι Ρομά πουλιόνταν ως σκλάβοι στην περιοχή της Βλαχίας και τα αφεντικά τους, τους μεταχειρίζονταν σαν ζώα, έχοντας επάνω τους δικαίωμα ζωής και θανάτου! Μόλις το 1856 έπαψε να ισχύει η συγκεκριμένη φρικιαστική κατάσταση, χωρίς αυτό να σημαίνει πως οι Ρομά, όχι μόνο στη Βλαχία και τη Ρουμανία αλλά και σε όλη την Ευρώπη γενικότερα, έπαψαν να βιώνουν ρατσισμό από τους... πολιτισμένους λευκούς συνανθρώπους τους.

«Κοράκια» τους αποκαλούν οι πάντες καθ' όλη τη διάρκεια της ταινίας. Χαρακτηριστική της κατάστασης που βίωναν είναι η σκηνή όπου σε ένα παζάρι, μια ολόκληρη δυναστεία (clan) κι όχι οικογένεια τσιγγάνων ζητά να αγοραστεί (!) από έναν αφέντη, μιας που τα μέλη της δεν έχουν να φάνε και λιμοκτονούν! Αλλά ο σκηνοθέτης δεν κάνει κήρυγμα, δεν παρουσιάζει την ταινία του ως σταυροφόρος κατά της κακομεταχείρισης των Τσιγγάνων. Πετυχαίνει τον στόχο του χωρίς να υποκύπτει στο διδακτισμό και το λαϊκισμό. Και είναι απλά χειμαρρώδης, κατ' εικόνα και ομοίωση με τον κεντρικό του ήρωα. Ο οποίος μοιράζεται τη σοφία του (!!!) με τον άβγαλτο γιο του. Ωραία μαθήματα ζωής! Που πέρα από ξεροκεφαλιά διαθέτουν μπόλικο κρασί, τραγούδια, γλέντια και τον απαραίτητο αγοραίο έρωτα. Μια σειρά από προλήψεις είναι όλη η πείρα του Κονσταντίν από τη ζωή.

Τα τσιτάτα του βγαίνουν από το στόμα του ταχύτερα από τα one-liners σε ταινίες με πρωταγωνιστή τον Arnold Schwarzenegger! Στην αρχή σε κάνουν να γελάς, όσο προχωρά η ταινία, όμως, καταλαβαίνεις πόσο εγκλωβισμένοι ήταν τότε οι άνθρωποι προσπαθώντας να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα. Αυτά ήξεραν, αυτά έκαναν! Έλεγαν μάλιστα «αφερίμ» (δηλαδή «μπράβο») ο ένας στον άλλο, ακριβώς επειδή πίστευαν ότι έκαναν το σωστό! Τότε, η άγνοια μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως δικαιολογία. Σήμερα, όπου ο καπιταλισμός προελαύνει και είμαστε όλοι σκλάβοι του Κεφαλαίου, ποια μπορεί να είναι η δικαιολογία για το ρατσισμό, την ξενοφοβία και την εθελούσια άρνησή μας να διεκδικήσουμε καλύτερες ζωές για όλους;

Απολαυστική και to the point ταινία, θα σας χαρίσει εγγυημένα μια από τις πιο πλήρεις και πλούσιες εμπειρίες θέασης σε κινηματογράφο για την τρέχουσα σεζόν. Μια ταινία που ακόμα και ο τρόπος ομιλίας και οι συνεχείς διάλογοι βοηθούν στο να αποκτήσει ένα ρυθμό στον οποίο ο θεατής παραδίδεται αμαχητί! Μην τη χάσετε με τίποτε!

Αφερίμ! (Aferim!) Rating




Στις δικές μας αίθουσες? Στις 3 Νοεμβρίου 2016 από την Weird Wave
Περισσότερα... »

20th Century Women PosterΓυναίκες του 20ου αιώνα! Η μεγάλη επιστροφή στην δράση για τον σκηνοθέτη των Beginners, Mike Mills, ορίζεται για τα τέλη της χρονιάς και πιο συγκεκριμένα για τις 23 Δεκεμβρίου και όταν και θα κυκλοφορήσει σε περιορισμένο κύκλωμα αιθουσών η νέα του δραματική ταινία 20th Century Women, που η πλοκή της τοποθετείται χρονικά στα τέλη της δεκαετίας του 70, περίοδο Προεδρίας Κάρτερ, όπως άλλωστε υπενθυμίζει και το γλαφυρό και ταχύτατο τρέιλερ. Στην Καλιφορνέζικη Σάντα Μπάρμπαρα, η Ντόροθι Φιλντς μια πενηνταπεντάχρονη διαζευγμένη μητέρα ενός εικοσάχρονου, του Τζέιμι, θα δει τον εαυτό της να ενδίδει στις ξέφρενες και ανάρμοστες για την ηλικία της παροτρύνσεις δύο κατά πολύ νεαρότερων της γυναικών: Της πανκ και ελεύθερους πνεύματος Άμπι, μιας περιπλανώμενης καλλιτέχνιδας που αναζητά μόνιμα την ανεξαρτησία της και της προκλητικής Τζούλι, μιας έφηβης γειτόνισσας της. Μέσα από την συντροφιά που θα κάνει με τις δυο τους, η μεσήλικη θα ξυπνήσει μέσα της τις μνήμες ενός χαμένου ολοκληρωτικά μέσα στην θλίψη παρελθόντος και θα επιθυμήσει ακόμη και τώρα να ζήσει πράγματα και εμπειρίες που πάντα επιθυμούσε. Η διανομή της A24 και της Annapurna Pictures, μετά από την προβολή στο φεστιβάλ της Νέας Υόρκης,  θα επανακυκλοφορήσει την ταινία σε ευρύτερη διάθεση και στις 20 Ιανουαρίου της επόμενης πλέον χρονιάς.

20th Century Women Movie

Πιθανότατα επιζητώντας κάποιο δώρο από την Ακαδημία Τεχνών για την (για ακόμη μια φορά) πολύ σημαντική ερμηνεία της Annette Bening, πρωταγωνίστρια πολύ υψηλών στάνταρντς, που εδώ περιβάλλεται από επίσης αξιόλογους αστέρες. Όπως η μόνιμα κινούμενη στον ανεξάρτητο κινηματογραφικό χώρο Greta Gerwig, η ξανθούλα όνειρο Elle Fanning, ο δυνατός ρολίστας Billy Crudup και ο πρωτοεμφανιζόμενος στον ρόλο του γιου, Lucas Zade Zumann.

Στις δικές μας αίθουσες? Ακόμη δεν έχει προγραμματιστεί...

Περισσότερα... »

Gifted PosterΧαρισματική! Πόσο μεγάλη επιτυχία είναι άραγε στο πόστερ της νέας σου ταινίας, να μην αναγράφεται το κατά τεκμήριο πιο εμπορικό σου πόνημα, έχοντας φτιάξει δύο ολόκληρα επεισόδια του - ότι και να γίνει μια χαρά θα πάει στα γκισέ - Spider-Man μα αντ αυτού να αναγράφεται φαρδύ πλατύ, το έργο που έκανε το μεγαλύτερο γκελ στους σινεφίλ, το (500) Days Of Summer. Για τον Marc Webb καθώς φαίνεται το παρελθόν ορίζει το μέλλον, αφού επιστρέφει δημιουργικά στις ρίζες του με ένα ακόμη ευαίσθητο (και αισιόδοξο ελπίζω) δράμα, που φέρει τον τίτλο Gifted, που από το τρέιλερ κιόλας υπόσχεται αμέτρητες συγκινήσεις στους πιο εύθραυστης καρδιάς θεατές. Το ξεχωριστό πρόσωπο της ιστορίας είναι η μικρούλα Μαίρη, που μεγαλώνει κάτω από την επίβλεψη του αγαπημένου της θείου Φρανκ Άντλερ, σε ένα σπίτι στα παράλια της Φλόριντα. Ελπίζοντας εκείνος πως κάνει τα πάντα γα την ανιψιά του θα την στείλει σε ένα από τα καλά σχολεία της περιοχής, εκεί που η επτάχρονη πιτσιρίκα όμως από την πρώτη στιγμή θα δείξει μια απίστευτη ικανότητα στους τρομακτικής δυσκολίας μαθηματικούς υπολογισμούς. Ικανότητα που δεν θα διαφύγει της προσοχής της μητέρας του Φρανκ, που α θελήσει να αναδείξει δημοσίως το ξεχωριστό της ταλέντο, μια φαντασμένη κίνηση επίδειξης που θα διχάσει την σχέση του θείου με την μικρή, ενόσω τόσο οι κοινωνικοί λειτουργοί όσο και οι δάσκαλοι θα κάνουν τα πάντα ώστε η Μαίρη να μεγαλώσει φυσιολογικά και όχι σαν ένα περιφερόμενο παιδί θαύμα. Με σενάριο που προέρχεται από την κούτα της λεγόμενης μαύρης λίστας, το φιλμ μοιάζει ιδανική επιλογή για το καλαντάρι της Fox Searchlight, που θα το κυκλοφορήσει επίσημα στις αίθουσες στις 12 Απριλίου 2017.

Gifted Movie

Τον ρόλο του μοναχικού άντρα κρατά εδώ ο Chris Evans σε μια από τις όχι και λίγες αποδράσεις του από τον κόσμο των σινε κόμικ, ενώ την μπέμπα υποδύεται η εκφραστική McKenna Grace. Στις υποστηρικτικές ερμηνείες συναντάμε την πάντοτε σπουδαία Octavia Spencer - που είχε συναντηθεί ξανά με τον Evans στο αδικημένο Snowpiercer - την Lindsay Duncan που υποδύεται την ματαιόδοξη γιαγιά και την Jenny Slate που παίζει τον ρόλο κλειδί της δασκάλας..

Στις δικές μας αίθουσες? Ακόμη δεν έχει προγραμματιστεί...

Περισσότερα... »