Cannes Film Festival 2016 Live

του Θόδωρου Γιαχουστίδη

Ήρθε η ώρα των βραβείων!

Σε λίγες ώρες από τώρα (καλά, εννοείται ότι κάποιοι από εσάς ίσως να διαβάσετε αυτό το κείμενο... κατόπιν εορτής) το 69ο κινηματογραφικό φεστιβάλ των Καννών θα περάσει στην ιστορία, με την τελετή λήξης και την απονομή των βραβείων. Μπορεί να μην είδαμε όλες τις ταινίες του διαγωνιστικού τμήματος, αλλά θα επιχειρήσουμε τη δική μας πρόβλεψη με βάση τόσο όσα είδαμε όσο και όσα διαβάσαμε και ακούσαμε. Έχουμε και λέμε λοιπόν:

- Χρυσός Φοίνικας: «Toni Erdmann» της Maren Ade
- Grand Prix: «Paterson» του Jim Jarmusch
- Βραβείο Σκηνοθεσίας: Andrea Arnold για το «American Honey»
- Βραβείο Σεναρίου: Asghar Farhadi για το «Forushande» (εδώ θα μπορούσαν να «παίξουν» και οι δύο ταινίες από τη Ρουμανία)
- Βραβείο καλύτερης γυναικείας ερμηνείας: Sonia Braga για το «Aquarius» ή Isabelle Huppert για το «Elle» - outsider η Ruth Negga για το «Loving»
- Βραβείο καλύτερης ανδρικής ερμηνείας: Joel Edgerton για το «Loving» ή Peter Simonischek για το «Toni Erdmann» - outsider ο Shia LaBeouf για το «American Honey»
- Βραβείο της επιτροπής: «Aquarius» του Kleber Mendonça Filho
- Βραβείο καλλιτεχνικής επίτευξης: Natasha Braier για τη διεύθυνση φωτογραφίας της ταινίας «The Neon Demon»

Οπότε, πάμε τώρα να αναφερθούμε στις τέσσερις τελευταίες ταινίες που είδαμε στο φετινό φεστιβάλ των Καννών και να συνεχίσουμε κι εμείς τη ζωή μας – έχει και την ψήφιση του «κόφτη» στη Βουλή σήμερα, να μην ξεχνιόμαστε...

Paterson Cannes 2016


Το ξέρατε ότι ο λατρεμένος Jim Jarmusch έχει κερδίσει Χρυσή Κάμερα στις Κάννες για τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, το «Πέρα από τον Παράδεισο» (Stranger than Paradise, 1984), ότι έχει κερδίσει το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής για τα «Σπασμένα λουλούδια» (Broken Flowers, 2005), ότι έχει κερδίσει Χρυσό Φοίνικα για μικρού μήκους ταινία για το «Coffee and Cigarettes III» (1993) αλλά ότι δεν έχει κερδίσει ποτέ του Χρυσό Φοίνικα; Λέτε να τα καταφέρει με αυτήν, την 12η μεγάλου μήκους ταινία μυθοπλασίας του; Την πιο προσωπική του, την πιο χαμηλότονη, την πιο γλυκιά; Την πρώτη του σε παραγωγή των στούντιο της Amazon; Προσωπικά, δεν θα μας χαλούσε καθόλου να έβγαινε απόψε μεγάλος νικητής ο «Paterson»!

Η υπόθεση: Ο Πάτερσον είναι ένας οδηγός λεωφορείου στην πόλη... Πάτερσον του Νιου Τζέρσεϊ! Κάθε μέρα ο Πάτερσον ακολουθεί την ίδια ρουτίνα: κάνει τη βάρδιά του περιτριγυρίζοντας την πόλη και κρυφακούγοντας τις κουβέντες των ανθρώπων που ανεβαίνουν στο λεωφορείο. Μετά, θα γράψει ποίηση στο σημειωματάριό του, θα βγάλει βόλτα του αγγλικό μπουλντόγκ του, θα σταματήσει στο ίδιο μπαρ για να πιει μία και μόνο μπύρα και να συνδιαλλαγεί με τους θαμώνες και τον ιδιοκτήτη και θα γυρίσει στο διαμέρισμα στο οποίο διαμένει με την υπέροχη σύζυγό του, τη Λάουρα. Η Λάουρα από την άλλη έχει μια καθημερινότητα που διαρκώς αλλάζει. Είναι δημιουργική και εφευρετική και χαρούμενη κάθε μέρα. Έχει εμμονή λίγο με τους άσπρους και μαύρους κύκλους (μην είναι και Παοκσάκι...) και τη μία φτιάχνει κουρτίνες, την άλλη μια καινούργια, παράξενη συνταγή, την παράλλη εκατομμύρια cupcakes. Ένα τόσο διαφορετικό ζευγάρι κι όμως αγαπιούνται πραγματικά. Εκείνη υποστηρίζει την ποίησή του κι ας μην της έχει διαβάσει ούτε έναν στίχο κι εκείνος υποστηρίζει κάθε της δημιουργική έμπνευση. Θα μπορούσε αυτή να είναι η ευτυχία;

Η άποψή μας: Αυτή λοιπόν είναι η πιο «μικρή» ταινία στη φιλμογραφία του τεράστιου Τζιμ! Μια ταινία που υμνεί την καθημερινότητα. Μια ταινία που σφύζει ζωή και ποίηση. Παρακολουθώντας τη ζωή του ζευγαριού για μια βδομάδα βλέπουμε πως αυτή δεν μπορεί να είναι συνέχεια τέλεια! Ποιος ζει μια ζωή που είναι συνέχεια τέλεια; Ποιος θα άντεχε να ζει μια τέτοια ζωή; Πώς θα εκτιμήσεις το καλό αν δεν βιώσεις το κακό; Απλά, πχ στη σημερινή Ελλάδα βιώνουμε μονίμως το κακό, γι' αυτό οι καταθλίψεις, γι' αυτό το βλέμμα το «θα σου γ@μήσω ότι έχεις και δεν έχεις», γι' αυτό η «ανορεξία», γι' αυτό η νοητική απόδραση στην ουτοπία. Το έλεγαν οι Frankie Goes To Hollywood παλιότερα σε ένα τραγούδι τους: «just give us some money/ our lifes could be sunny too». Ο Πάτερσον λοιπόν είναι πιο γειωμένος, πιο απαισιόδοξος και βρίσκει διέξοδο στην ποίηση. Στην ποίηση που μπορεί να βγει από ένα ματσάκι σπίρτα με μπλε κορυφές! Στην ποίηση της καθημερινότητας. Η Λάουρα είναι πιο αισιόδοξη, πιο χαμογελαστή, πιο έξω καρδιά, πιο δημιουργική, πιο πρακτική. Μπορεί να βρει χαρά με το οτιδήποτε! Δεν είναι βλαμμένη η κοπέλα ούτε χαζοχαρούμενη: απλά βλέπει πάντα το ποτήρι μισογεμάτο και ποτέ μισοάδειο.

Σε κάποια σημεία ο Jarmusch θυμίζει... Kaurismaki σε τούτη την ταινία. Πχ η δήλωση του ερωτευμένου αφροαμερικάνου μέσα στο μπαρ που την «βλέπει» «Ρωμαίος» από το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» αλλά η... Ιουλιέτα απλά δεν ανταποκρίνεται, πως «τι είναι η ζωή αν δεν έχουμε αγάπη;» είναι μια δήλωση κατευθείαν από το σύμπαν του Φινλανδού δημιουργού. Όλη του η ταινία κυλάει σαν να βρισκόμαστε σε μαζική ύπνωση. Κάθε φορά που ο Πάτερσον γράφει ένα ποίημα, ακούμε τη φωνή του να το αφηγείται αλλά το βλέπουμε να γράφεται και επί της μεγάλης οθόνης: ναι, το ποίημα γράφεται πάνω στο πανί, πάνω σε αυτήν την τεράστια λευκή επιφάνεια που ζωντανεύει εικόνες φτιαγμένες από φως! Αυτές οι στιγμές της ποίησης είναι οι πιο μελαγχολικές κι όμως, τόσο μα τόσο μαγικές. Βέβαια, ειρωνικότατα, ο Jarmusch κάνει ένα σχόλιο στο φινάλε σχετικά με την ποίηση, καθώς το σημειωματάριο του Πάτερσον θα έχει απροσδόκητη τύχη. Η ποίηση λοιπόν είναι εφήμερη, η ζωή είναι εφήμερη αλλά την ίδια στιγμή είναι αιώνιες, ε;

Ο Adam Driver (χα, το επίθετο του σημαίνει «οδηγός» και υποδύεται έναν οδηγό – τυχαίο;) έχει τη φωνή και τη φάτσα για το ρόλο αλλά δεν καλείται να δώσει και καμιά ερμηνεία ζωής. Εκείνη που λάμπει από ομορφιά, ταλέντο και δίψα για ζωή είναι η Golshifteh Farahani στο ρόλο της Λάουρας. Πάει και τελείωσε, οι Ιρανές είναι οι πιο όμορφες γυναίκες στον πλανήτη! Νοσταλγικό, γλυκόπικρο, ονειρικό, το «Paterson» δείχνει το αταίριαστον του σκηνοθέτη με την εποχή του. Μα αυτό δεν έκανε πάντα;

The Neon Demon Cannes 2016

O Nicolas Winding Refn έχει ένα όνειρο: να γίνει ο πιο «ενοχλητικός» Δανός σκηνοθέτης! Έχει να αντιμετωπίσει τον Lars von Trier για τον επίζηλο τίτλο. Η κόντρα τους έχει πολύ πλάκα! Στις Κάννες ο Refn δήλωσε μεταξύ των άλλων ότι ο Trier την «έπεσε» στη γυναίκα του! Ωραίες στιγμές! Την ίδια ώρα, μετά το «Drive» φτιάχνει ταινίες οι οποίες προκαλούν μεγάλες και βίαιες αντιδράσεις από το κοινό – των Καννών τουλάχιστον! To «Μόνο ο Θεός συγχωρεί» πριν τρία χρόνια γιουχαϊστηκε εντόνως στις Κάννες. Νομίζω πως η τελευταία του ταινία, επίσης στο διαγωνιστικό τμήμα, το «Neon Demon», γιουχαϊστηκε ακόμα περισσότερο! Τι «αυνανιστή» φώναζαν οι έξαλλοι, κατά βάση Γάλλοι κριτικοί (να πω και «κριτικοί»; - ανοίγω παρένθεση – τι κακό κι αυτό το φετινό; - μας τέλειωσε το «Ραούλ» και τώρα οι λάτρεις του φεστιβάλ, τα Γαλλάκια, μόλις έβλεπαν το σήμα του φεστιβάλ πριν από κάθε προβολή χειροκροτούσαν μανιασμένα – μετά χειροκροτούσαν και κάθε εταιρία της οποίας το λογότυπο έβγαινε πριν τα credits, εταιρίες που συμμετείχαν στην παραγωγή της ταινίας – τι μ@λ@κί@ τους έπιασε; - γι' αυτό μιλάω για «κριτικούς», άντε κλείνω την παρένθεση), τι γιούχα, τι βρίσιμο έφαγε ο άνθρωπος, δεν λέγεται. Αδίκως εν πολλοίς θα πω εγώ. Και θα εξηγηθώ λίιιιγο παρακάτω.

Η υπόθεση: Η Τζέσι είναι ένα 16χρονο επαρχιωτόπουλο, που φτάνει στο Λος Άντζελες με μεγάλα όνειρα. Δεν ξέρει να γράφει, δεν ξέρει να τραγουδάει, το μόνο που έχει ως εφόδιο της για να τα «καταφέρει» είναι η ομορφιά της. Και ναι, είναι εκθαμβωτικά όμορφη! Με βάση της ένα δωμάτιο σε ένα φτηνό μοτέλ και με «διαβατήριο» μερικές ερασιτεχνικές φωτογραφίες που της βγάζει ένας νεαρός που την ερωτεύεται, πηγαίνει σε ένα γραφείο μοντέλων. Η διευθύντρια εκεί πείθεται με την πρώτη: η Τζέσι μπορεί να γίνει το επόμενο «it girl», μιας που έχει την ανεπιτήδευτη, φυσική ομορφιά που οι πάντες αναζητούν. Δεν έχει καμία σχέση με τις πλαστικές μοντέλες που κυριαρχούν στο χώρο. Αρκεί βέβαια, όταν την ρωτάνε, να απαντάει ότι είναι 19 ετών. Κατευθείαν, η εύκολη και γρήγορη ανέλιξή της στο χώρο δημιουργεί έχθρες. Μόνη της σύμμαχος φαίνεται να είναι μια μακιγιέρ, η Ρούμπι, που τη βοηθάει από την πρώτη στιγμή. Η Τζέσι ξέρει πως να προστατεύει τον εαυτό της. Κάποια στιγμή, όμως, το μυαλό της παίρνει αέρα. Και σε συνδυασμό με το μίσος που πλέον νιώθουν οι... συναδέλφισσές της απέναντί της, οδηγούν σε κανιβαλισμό – κυριολεκτικά...

Η άποψή μας: «Beauty isn't everything. It's the only thing» λέει ο Alessandro Nivola, που υποδύεται έναν σχεδιαστή μόδας στην ταινία. Και δίνει την κεντρική ιδέα της ταινίας. Όλα τα υπόλοιπα που συμβαίνουν λίγη σημασία έχουν. Η ομορφιά είναι τα πάντα, λοιπόν. Ο Refn αποθεώνει την ομορφιά. Αποθεώνει την επιφάνεια. Και το κάνει με κάθε τρόπο που διαθέτει στη φαρέτρα του. Και να 'σου τα slomo, και δώστου οι ονειρικοί φωτισμοί, και να τα στησίματα σαν διαφήμιση. Αποθεώνει την ομορφιά λοιπόν – αυτό δεν σημαίνει ότι είναι και καλά στα μυαλά του! Γιατί ποιος με σώας τας φρένας θα γύριζε σκηνή όπου ένα... τζάγκουαρ κάνει άνω κάτω το δωμάτιο ενός μοτέλ; Η λογική του παραλόγου! Η λογική της διαφήμισης! Ο Refn έχωσε αυτήν τη σκηνή στην ταινία γιατί είναι μια όμορφη σκηνή! Τώρα, αν ντε και καλά θέλετε να ψάξετε και για νοήματα κι αυτά μπορούν να προκύψουν άμα λάχει. Αποθεώνοντας την ομορφιά την κριτικάρει καθώς όλοι μας, μα όλοι μας έχουμε εμμονή με αυτήν. Κάνουμε ότι μπορούμε για να είμαστε «όμορφοι», μας αρέσουν τα «ωραία» πράγματα (βλέπετε, λέω πράγματα, δεν λέω ιδέες...), μας αρέσει να περνάμε γαμάτα. Επί σχεδόν δύο ώρες ο Refn μας προσφέρει ομορφιά, ατόφια ομορφιά. Κι έχει στον πρωταγωνιστικό ρόλο την Elle Fanning, που δεν ξέρω πως είναι το κορίτσι από κοντά, αλλά την παρουσιάζει ως θεά!

Ο φακός την λατρεύει και ο Refn την κολακεύει σε κάθε πλάνο! Σαν την Αφροδίτη του Μποτιτσέλι ένα πράγμα! Ανόθευτη ομορφιά, που δεν χρειάζεται να εξηγηθεί, που δεν χρειάζεται να αναλυθεί, που δεν χρειάζεται να προσπαθήσει. Υφίσταται και σαγηνεύει τους πάντες. Οι σκηνές που βλέπουμε το πρόσωπό της μακιγιαρισμένο και ιδίως εκείνη με την πρώτη της επαγγελματική φωτογράφιση, όπου ο φωτογράφος «χαλάει» το μακιγιάζ της γεμίζοντας το λαιμό της με χρυσό χρώμα είναι σκέτη ποίηση! Ως σωστός προβοκάτορας, όμως, ο Refn προφανώς και θέλει να μας κάνει να αισθανθούμε άβολα. Ομορφιά, ομορφιά, αλλά πετάει και μια σκηνή νεκροφιλίας. Όταν η Ρούμπι (μα το θεό, η Jena Malone που την υποδύεται, όταν την κινηματογραφεί ως προφίλ ο Refn μοιάζει ντάλε κουάλε με την Nicole Kidman!) δεν μπορεί να αποκτήσει το αντικείμενο του πόθου της, την παρθένα (!!!) Τζέσι, την φαντασιώνεται καθώς γαμάει ένα γυναικείο πτώμα! Πώς να αντέξει ένας καθωσπρέπει αστός μια τέτοια σκηνή; Ή πως να αντέξει τη σκηνή όπου το ένα από τα δύο μοντέλα που «τρώνε» την Τζέσι, ξερνάει το ένα της μάτι; Ε; Χάρμα οφθαλμών η ταινία – κυριολεκτικά – και ο Cliff Martinez γράφει ένα εξαιρετικό σάουντρακ, που βρωμάει εϊτίλα. Αλλά πέρα από τα εκατοντάδες θετικά που μπορεί να γράψει κανείς για την ταινία, εντάξει, ο άνθρωπος δεν είναι καλά στα μυαλά του. Κι ίσως αυτό να μην είναι εντελώς κακό ξέρετε.

ΥΓ: Ευτυχώς που δεν μπόρεσε να πρωταγωνιστήσει στην ταινία η Carey Mulligan κι έπαιξε η Elle Fanning. Γιατί η ομορφιά της μικρής ήταν ένα από τα στοιχεία που μας έκανε να γουστάρουμε την ταινία – με επιφυλάξεις...

Personal Shopper vertical Cannes 2016

Παρά τα επιμέρους προβλήματά της, αυτή η δεύτερη συνεργασία του Olivier Assayas με την Kristen Stewart στο «Personal Shopper» δεν στερείται αρετών. Υπολείπεται σαφώς σε σχέση με «Τα σύννεφα του Σιλς Μαρία» αλλά και πάλι δεν μπορώ να καταλάβω γιατί έφαγε τόσο κραξίδι. Τι να πεις, σημεία των καιρών...

Η υπόθεση: Η Μορίν είναι μια νεαρή Αμερικανίδα που πηγαίνει στο Παρίσι. Εκεί πέθανε ο δίδυμος αδελφός της, ο Λιούις. Και οι δυο τους έπασχαν από αδύναμη καρδιά και είχαν υποσχεθεί ο ένας στον άλλο πως όποιος «έφευγε» πρώτος, θα έβρισκε τρόπο να επικοινωνήσει με τον δίδυμό του από το επέκεινα. Η Μορίν, όπως και ο αδελφός της, είναι μέντιουμ. Έχει τρόπο δηλαδή να επικοινωνεί με τους νεκρούς. Περιμένοντας για σημάδι από τον αδελφό της βγάζει τα προς το ζην ως προσωπική βοηθός για την Κίρα, μια διασημότητα των media. Κουβαλάει επώνυμα ρούχα, παπούτσια, κοσμήματα για την Κίρα, που τα φοράει και τα επιστρέφει πίσω. Η Μορίν δεν επιτρέπεται να φορέσει τίποτε από όλα αυτά: προορίζονται μόνο για την Κίρα. Αυτή είναι μια δουλειά που η Μορίν μισεί. Με τη βοήθεια της πρώην κοπέλας του αδελφού της προσπαθεί να τα βγάλει πέρα σε αυτήν τη δύσκολη περίοδο της ζωής της, στην οποία διέρχεται μια προσωπική και πνευματική κρίση. Κι ένα βίαιο γεγονός θα κάνει τα πράγματα ακόμα πιο δύσκολα.

Η άποψή μας: Λοιπόν, εδώ έχουμε να κάνουμε με μια ιστορία με φαντάσματα αλά art style. Στις Κάννες, βέβαια, λατρεύεται μόνο ότι είναι αρκούντως ρεαλιστικό. Το... σουρεαλιστικό δεν τους κάνει, τους μυρίζει και τους βρωμάει. Τέλος πάντων. Παρά την αδυναμία του σεναρίου – το υπογράφει ο ίδιος ο Assayas – η σκηνοθεσία είναι μια χαρά. Εκείνο, όμως, που ξεχωρίζει με διαφορά είναι η σημαντική βελτίωση της Stewart ως ηθοποιού. Κρατάει την ταινία επάνω της χωρίς να βοηθιέται από το σενάριο. Καμία σχέση με την Bella από τη σειρά ταινιών «Λυκόφως» λοιπόν! Εδώ είναι μια ώριμη ηθοποιός, τόσο ώριμη και τόσο απελευθερωμένη από το καταπιεστικό Χόλιγουντ που μας χαρίζει και δυο γυμνές εμφανίσεις και μια σκηνή αυνανισμού. Και δεν κάνω πλάκα: θεωρώ πως δεν θα δεχόταν με τίποτα να κάνει κάτι τέτοιο σε ταινία του Χόλιγουντ. Ο Assayas έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη της και αυτή του παραδίδει τον καλύτερο εαυτό της ψυχή τε και σώματι! Η ταινία του είναι κουλή αλλά δεν είναι ποτέ βαρετή. Ιδίως από τη στιγμή που η Μορίν αρχίζει να υπακούει στα sms – διαταγές που τις στέλνονται από άγνωστο αποστολέα, το πράγμα αποκτά κι ένα ενδιαφέρον θριλερίστικο.

Εντέλει, μια ήσσονος σημασίας ταινία που παγιώνει πλέον ότι η Stewart είναι μια πολύ ταλαντούχα ηθοποιός και που δείχνει ότι ο Assayas διέρχεται δημιουργική κρίση – αλλά όχι τέτοια που να οδηγεί σε τόσο μεγάλο κράξιμο στις κριτικές και από το κοινό των Καννών.

La Tortue Rouge Cannes 2016

O Michael Dudok de Wit είναι Ολλανδός σκηνοθέτης κινουμένων σχεδίων γνωστός για τον περφεξιονισμό του. Έχει τιμηθεί μάλιστα με Όσκαρ ταινίας κινουμένων σχεδίων μικρού μήκους για το 8λεπτο «Father and Daughter» το 2000. Το Studio Ghibli είναι ένα από τα πιο διάσημα στούντιο παραγωγής ταινιών κινουμένων σχεδίων στην Ιαπωνία. Δεν είναι Ντίσνεϊ – οι άνθρωποι κάνουν τέχνη στοχεύοντας σε ένα ενήλικο κοινό. Η πρώτη συμπαραγωγή του Studio Ghibli με την Ευρώπη και δη τη Γαλλία είναι η ταινία «La tortue rouge», την οποία σκηνοθέτησε ο Michael Dudok de Wit, ασχολούμενος μαζί της για μια δεκαετία! Το τελικό αποτέλεσμα είναι υπέροχο και η ταινία στο τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα» τιμήθηκε με το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής!

Η υπόθεση: Καταμεσής της θάλασσας κατά τη διάρκεια μιας σφοδρής καταιγίδας ένας άντρας παλεύει με τα κύματα. Προφανώς είναι ναυαγός, το πλοίο στο οποίο επέβαινε βυθίστηκε και ο ίδιος προσπαθεί να παραμείνει στη ζωή. Εντέλει καταλήγει αναίσθητος στις ακτές ενός έρημου νησιού. Μόνος, με παρέα μόνο καβούρια, πουλιά και γενικώς μια πλούσια χλωρίδα και πανίδα, ο ναυαγός προσπαθεί να φτιάξει με μπαμπού σχεδία για να φύγει από το νησί και να επιστρέψει στον πολιτισμό. Κάθε φορά που το επιχειρεί, όμως, κι ενώ απομακρύνεται για κάμποσα μέτρα από την ακτή, μια δύναμη του διαλύει τη σχεδία. Στην πολλοστή του προσπάθεια αντιλαμβάνεται πως η δύναμη που δεν τον αφήνει να φύγει από το νησί είναι μια τεράστια κόκκινη χελώνα. Αγανακτισμένος, ο ναυαγός σκοτώνει τη χελώνα. Μετά την πράξη του, όμως, νιώθει ενοχές. Κοιμάται κι όταν ξυπνάει την άλλη μέρα βλέπει πως η χελώνα έχει εξαφανιστεί και στη θέση της βρίσκει μια υπέροχη, όμορφη, νέα γυναίκα με κατακόκκινα μαλλιά. Έχοντας πλέον συντροφιά και σύντροφο, ο ναυαγός βλέπει την προοπτική του να παραμείνει στο νησί με τελείως διαφορετικά μάτια.

Η άποψή μας: 80 λεπτά ταινία χωρίς να ακούγεται ούτε μία λέξη! 80 υπέροχα λεπτά κινουμένων σχεδίων. Γεμάτα συμβολισμούς, όνειρα, ενήλικα θέματα. Ένα μαγευτικό έργο τέχνης. Με τι εμπορικές προοπτικές όμως; Αυτό είναι ένα ερώτημα. Δεν ξέρω πχ κατά πόσο η πεντάχρονη κόρη μου θα εκτιμούσε τούτη τη θαυμάσια ιστορία, όπου όμως κανείς δεν μιλάει, δεν υπάρχει λόγος: μόνο εικόνα – και μουσική. Πολλές φορές, βεβαίως, υποτιμούμε τις διανοητικές ικανότητες της πιτσιρικαρίας. Θα μπορούσε να αντιδράσει μια χαρά και μάλιστα μετά να ξεκινούσαμε μια κουβέντα για το πως βίωσε την ταινία, αν της άρεσαν τα καβουράκια που λειτουργούν ολίγον τι ως comic relief, αν τρόμαξε όταν ο άντρας έπεσε στον μικρό κολπίσκο με φαινομενικά καμία δυνατότητα διαφυγής, πως της φάνηκε η μετατροπή της κόκκινης χελώνας σε γυναίκα με κόκκινα μαλλιά. Κάθε παραπάνω κουβέντα χαλάει την ποίηση ενός πραγματικού αριστουργήματος. Μια παραβολή για την ίδια τη ζωή, ένας ύμνος στο δημιουργικό πνεύμα, μια αληθινή ματιά πάνω στον έρωτα και την οικογένεια. Πραγματικά συγκλονιστικό.

Άντε, να πούμε και του χρόνου; Εδώ για 99 χρόνια η Ελλάδα θα είναι υπόδουλη, ένα προτεκτοράτο. Εδώ δεν ξέρουμε πού θα βρισκόμαστε αύριο. Είθε να είμαστε στις Κάννες. Όχι για τα πάρτι – έλεος – αλλά για τις ταινίες. Αυτά.

Θοδωρής Γιαχουστίδης

Cannes Film Festival 2016 Live
Περισσότερα... »

2016 Cannes Film Festival Poster
Η μία από τις δύο δημιουργίες του, που έχουν προσκληθεί στο επίσημο πρόγραμμα του Φεστιβάλ των Καννών (η άλλη είναι το ντοκιμαντέρ Gimme Danger που αναφέρεται στο ροκ συγκρότημα των Stooges) συμμετέχει στο διαγωνιστικό τμήμα, συναγωνιζόμενη ακόμη είκοσι στην κούρσα για τον Χρυσό Φοίνικα. Ο λόγος για τον 63χρονο, πια, Αμερικάνο σκηνοθέτη Jim Jarmusch, που έχοντας κατακτήσει την Χρυσή Κάμερα το 1984 με το Stranger Than Paradise και το Γκραν Πρι το 2005 με το Broken Flowers, στοχεύει παραπάνω στην φετινή διοργάνωση με το συγκινητικό δράμα Paterson που υπογράφει. Μια ιστορία που περιγράφει ένα επταήμερο καθημερινότητας για τον οδηγό λεωφορείου Πάτερσον, που ακολουθεί στο μουντό Νιου Τζέρζι που ζει, καθημερινά με το όχημα του το ίδιο δρομολόγιο, βγάζει για βόλτα στην ίδια πορεία τον πιστό του σκύλο, πίνει μια μπύρα πάντοτε στο γνώριμο στέκι του και επιστρέφει στο σπίτι για να συναντήσει την αγαπημένη του σύζυγο Λόρα. "Κι όμως έτσι όπως ακούγεται εκείνη δεν είναι μια κοινότυπη νοικοκυρά, παρεμβαίνει ο Jarmusch στην Συνέντευξη Τύπου. Είναι μια λαμπερή και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα γυναίκα, που μοιάζει απίστευτα ενεργή μέσα στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού της. Είναι υπερβολικά δημιουργική, στον τρόπο που επιλέγει να εξωτερικεύσει τα συναισθήματα της. Όπως ακριβώς συμβαίνει και με τον Πάτερσον, που πέρα από το ρουτινιάρικο κάθε μέρα του, έχει μια έμφυτη τάση προς την ποίηση και αυτός είναι ο δρόμος που επιθυμεί να ακολουθήσει, πιστεύοντας πως αυτό είναι το πεπρωμένο του."

Paterson Cannes Paterson Cannes
Paterson Cannes Paterson Cannes

Photo: Getty Images Europe / zimbio.com



Τους βασικούς ρόλους της ιστορίας μοιράζονται ο Adam Driver, που αποδίδει τον συνεσταλμένο οδηγό και η πανέμορφη Golshifteh Farahani, Γαλλίδα με Ιρανικό αίμα, που ενσαρκώνει την ένθερμη κυρά του. Αμφότεροι βρέθηκαν στο πλευρό του δημιουργού στην Κρουαζέτ, όπως συνέβη άλλωστε και με τον φημισμένο ροκ σταρ Iggy Pop, που βάδισε δίπλα του το κόκκινο χαλί, στην έτερη των ταινιών του που προβλήθηκαν στην Ριβιέρα. "Και οι δύο μου δημιουργίες μιλούν για το μονοπάτι που μόνος σου μπορείς να επιλέξεις να βαδίσεις στην ζωή. Και οι δύο αναφέρονται στην ελευθερία που έχει ο καθένας μας, για να διαλέξει το τι πρόκειται να κάνει, στα υπόλοιπα χρόνια που του απομένουν σε αυτόν εδώ τον κόσμο."

Η ταινία Paterson συμμετέχει στο Διαγωνιστικό Τμήμα του Φεστιβάλ και η έξοδος της στις αίθουσες, ακόμη δεν έχει ρπογραμματιστεί.

zerVo

Cannes Film Festival 2016
Περισσότερα... »

2016 Cannes Film Festival Poster
Από την πρώτη του κιόλας προβολή, στους τυχερούς που την παρακολούθησαν στα πλαίσια του 69ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών, έγινε αντιληπτό πως το Loving, το ολοκαίνουργο πόνημα του μαέστρου Jeff Nichols, θα τραβήξει όλο τον δρόμο του ανταγωνισμού, ίσαμε τα βραβεία. Η αισθηματικού υπόβαθρου, κοινωνική ταινία από τα χέρια του σκηνοθέτη των Midnight Special, Mud και Take Shelter, αφηγείται την ιστορία του ζεύγους των Ρίτσαρντ και Μίλντρεμντ Λόβινγκ, που στα 1967, παραβαίνοντας τους νόμους της Πολιτείας της Βιρτζίνια, ήρθαν εις γάμου κοινωνία. Που ακριβώς υπήρξε η παρανομία? Στο ότι εκείνος ήταν λευκός κι εκείνη έγχρωμη, γεγονός ανήκουστο για τις ρατσιστικά σκεπτόμενες περιοχές του Νότου, που τους οδήγησαν στα δικαστήρια. Το δράμα, που αναμένεται να παίξει, ειδικά φέτος, σημαντικό ρόλο και στις εντός των Αμερικάνικων συνόρων βραβεύσεις, δεν κλείνεται όπως θα φανταζόταν κανείς εντός των τειχών της αιθούσης που λαμβάνει χώρα η ακροαματική διαδικασία, αλλά εστιάζει περισσότερο στους βασικούς χαρακτήρες και στο πως επέλεξαν τον δύσκολο δρόμο για να δημοσιοποιήσουν την αγάπη τους. Τον χαμηλών τόνων, εσωστρεφή και ελάχιστα εκδηλωτικό Ρίτσαρντ υποδύεται ο ηθοποιός Joel Edgerton, ενώ την συμβία του αποδίδει η όχι γνώριμη στο διεθνές σινεφίλ κοινό, γεννημένη στην Αιθιοπία, Ιρλανδή Ruth Negga. "Δεν ακολουθήσαμε τις Χολιγουντιανές προσταγές, στον τρόπο προσέγγισης της φημισμένης στα δικαστικά χρονικά της χώρας, ιστορίας. Κι αυτό εκτιμώ πως μας έκανε όχι μόνο ξεχωριστούς, αλλά μας έδωσε και μια ιδιαίτερη ώθηση να δούμε με μια πιο απλή, ρεαλιστική και ανθρώπινη ματιά, την υπόθεση" ομολογεί ο Αυστραλός πρωταγωνιστής στην καθιερωμένη Συνένετυξη Τύπου.

Loving Cannes Loving Cannes
Loving Cannes Loving Cannes

Photo: Getty Images Europe / zimbio.com



"Κοιτάζοντας την πραγματική ιστορία και όχι όλα όσα γράφτηκαν στον Τύπο ή ειπώθηκαν στην δίκη, ήταν για μένα πασιφανές πως θα έπρεπε η κάμερα μου να μιλήσει για τους ανθρώπους και όχι για τους Νόμους" αναφέρει ο Nichols. "Βεβαίως το δικαστικό μέρος της υπόθεσης, που συγκλόνισε την κοινή γνώμη μισό αιώνα πριν, από μόνο του είναι τόσο εντυπωσιακό, ώστε να αποτελέσει την βάση ενός εκπληκτικού και αγωνιώδους θρίλερ. Εγώ δεν προτίμησα κάτι τέτοιο. Θέλησα να αναδείξω την πραγματικά αγάπη, ανάμεσα σε δύο ανθρώπους, που κατά τας γραφάς, δεν θα έπρεπε να βρίσκονται μαζί. Πιο ήσυχα και χωρίς φανφάρες. Ελπίζω να σας πρόσφερα μια από τις πιο ήσυχες κινηματογραφικές στιγμές της χρονιάς." Όσο για την Negga, που οι πρώτες εκτιμήσεις την φέρνουν ανάμεσα στις βασικές υποψήφιες για το Όσκαρ γυναικείας ερμηνείας και η δική της άποψη, έχει μια ιδιαίτερη βαρύτητα: "Το Loving μας εξανθρωπίζει. Δείχνει στον κόσμο πως όλες αυτές οι λανθασμένες πρακτικές και οι ρατσιστικές πολιτικές, είναι απλώς βαρετές και ανάξιες λόγου, όταν μιλάμε για πραγματικούς ανθρώπους και συναισθήματα."

Η ταινία Loving συμμετέχει στο Διαγωνιστικό Τμήμα του Φεστιβάλ και η έξοδος της στις αίθουσες, των ΗΠΑ, έχει προγραμματιστεί για τις 4 Νοεμβρίου 2016.

zerVo

Cannes Film Festival 2016
Περισσότερα... »



Cannes Film Festival 2016 Live

του Θόδωρου Γιαχουστίδη

Το φεστιβάλ των αντιφάσεων

Θα μου πείτε: δεν γίνεται και διαφορετικά. Αλλά αν το καλοσκεφτείς είναι λίγο τραγικό. Δηλαδή, στο φεστιβάλ των Καννών, το μεγαλύτερο κινηματογραφικό φεστιβάλ του κόσμου, άνθρωποι που διαχειρίζονται εκατομμύρια δολάρια αγοράζουν και πουλάνε ταινίες οι οποίες – σε μεγάλο βαθμό – ομιλούν για τη δυστυχία και την κοινωνική ανισότητα στον κόσμο. «Isn't that ironic – don't you think?» που θα έλεγε και η Alanis...

Οι αντιφάσεις βέβαια δεν σταματάνε στην εξευτελιστική παρέλαση πλούτου που γίνεται στην Κρουαζέτ από τη μια και τους κλοσάρ που κοιμούνται, παρέα συνήθως με κάποιον σκύλο, στα πιο πάνω στενά, εκείνα στα οποία δεν στρέφονται οι προβολείς, εκεί όπου δεν περπατούν διασημότητες. Οι αντιφάσεις εντοπίζονται και στις ταινίες, αλλά και σε αυτούς που τις παρακολουθούν. Διαφορετικές ταινίες προκαλούν διαφορετικές αντιδράσεις σε διαφορετικούς ανθρώπους. Άλλοι λατρεύουν ταινίες που μισείς, άλλοι μισούν ταινίες που λατρεύεις. Είναι θέμα οπτικής γωνίας, γνώσης και εμπειριών. Το πως δηλαδή η κάθε ταινία μιλάει σε σένα προσωπικά – ή έτσι νομίζεις. Το πως η κάθε ταινία συντονίζεσαι μαζί σου. Το πως νιώθεις ότι, ρε τον μπαγάσα, αυτό δεν το είχα σκεφτεί ή ρε τον μπαγάσα κι εγώ έτσι ακριβώς θα το έκανα.

Forushande Cannes 2016


Στη σημερινή, προτελευταία μας ανταπόκριση από το φεστιβάλ θα μας απασχολήσουν τέσσερις ταινίες. Τρεις από το διαγωνιστικό τμήμα και μία από το «Ένα κάποιο βλέμμα». Και η πρώτη με την οποία θα ασχοληθούμε μάλλον ήταν και η καλύτερη που είδαμε στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ. Αυτό όμως θα το αποσαφηνήσουμε αύριο, όταν θα κάνουμε και τις τελικές μας προβλέψεις. Μιλάμε λοιπόν για τη νέα ταινία του Ιρανού Asghar Farhadi με τίτλο «Forushande» ή αγγλιστί «The Salesman». Γιατί «The Salesman»; Μα γιατί ο δαιμόνιος Ιρανός, που κατά πως φαίνεται είναι αδύνατον να γυρίσει έστω και μέτρια ταινία, ταιριάζει την πλοκή του με το διάσημο θεατρικό «Ο θάνατος του εμποράκου» του Άρθουρ Μίλερ.

Η υπόθεση: Ο Εμάντ και η Ράνα είναι ένα νεαρό παντρεμένο ζευγάρι που ζει στην Τεχεράνη. Εκείνος είναι καθηγητής σε γυμνάσιο και συμμετέχει, όπως και η γυναίκα του, σε μια ερασιτεχνική θεατρική ομάδα, έτοιμη να ανεβάσει το «Θάνατο του εμποράκου». Σε μια πόλη που διαρκώς γκρεμίζονται σπίτια για να χτιστούν καινούργια, η πολυκατοικία στην οποία διέμενε το ζευγάρι κινδυνεύει να καταρρεύσει λόγω εκσκαφών για θεμέλια στο διπλανό οικόπεδο, κάτι που προκαλεί αποσταθεροποίηση. Ξαφνικά το ζευγάρι βιαίως εγκαταλείπει την εστία του. Και το να βρουν νέο διαμέρισμα στην Τεχεράνη που να τους βολεύει δεν είναι και η πιο εύκολη υπόθεση. Θα τους βοηθήσει ένας συνάδελφός τους από τη θεατρική ομάδα, ο οποίος θα τους νοικιάσει ένα δικό του διαμέρισμα. Μόνο που η προηγούμενη νοικάρισσα δεν έχει αδειάσει ακόμα το διαμέρισμα, δεν εμφανίζεται ποτέ κι έχει τη φήμη της ανήθικης γυναίκας. Το ζευγάρι αρχικά δεν δίνει σημασία στις φήμες. Ένα τραυματικό γεγονός, απότοκο της φήμης της συγκεκριμένης γυναίκας, όμως, θα αλλάξει τη ζωή τους για πάντα.

Η άποψή μας: Τι παιχταράς είναι αυτός ο Farhadi ρε παιδιά! Τι μεγάλος σκηνοθέτης! Τι τεράστιος σεναριογράφος! Τι σπουδαίος παρατηρητής της ανθρώπινης κατάστασης! Και τι μάστορας του σασπένς – ένα σασπένς όμως βγαλμένο από την καθημερινότητα, με έναν τρόπο που θα τον ζήλευε ακόμα και ο ίδιος ο Χίτσκοκ! Όλα φαίνονται και κυλούνε απλά, όλα όμως είναι στην εντέλεια μελετημένα. Το διαμέρισμα του ζευγαριού γίνεται μη κατοικήσιμο προκειμένου να αναγκαστούν να βρουν καινούργιο διαμέρισμα. Μέσω ανθρώπου από τη θεατρική ομάδα βρίσκουν διαμέρισμα. Στο διαμέρισμα αυτό διέμενε μια πόρνη. Η πόρνη δεχόταν πολλούς άντρες στο διαμέρισμά της, προς μεγάλη δυσαρέσκεια των γειτόνων της. Πριν το ζευγάρι αποκτήσει πλήρη γνώση αυτού του γεγονότος, η γυναίκα δέχεται επίθεση ενώ κάνει μπάνιο από κάποιον που δεν γνώριζε για τη μετακόμιση και την πέρασε για την πόρνη. Αυτός ο κάποιος πανικοβλήθηκε κι άφησε τη γυναίκα τραυματισμένη αλλά κι ένα κινητό και τα κλειδιά του αυτοκινήτου του, αλλά και αίμα στα σκαλοπάτια, μιας που κόπηκε στο πόδι στην προσπάθειά του να ξεφύγει. Άφησε όμως και χρήματα – αμοιβή!

Η Ράνα παθαίνει σοκ. Αυτό, λογικά μέχρι ενός ορισμένου σημείου – δύσκολα κατανοητού από την απλή ανδρική λογική – κάνει τη συμπεριφορά της αλλοπρόσαλλη. Από τη μια ζητά από τον Εμάντ να μην πάει σχολείο και να μείνει μαζί της και από την άλλη δεν τον αφήνει να την πλησιάσει. Από τη μια είναι φοβισμένη από την άλλη είναι επιθετική. Ο Εμάντ δεν αντέχει. Και αποφασίζει να δώσει λύση, τη μόνη λύση που το ανδρικό μυαλό του μπορεί να δώσει. Θέλει να βρει τον υπεύθυνο, εκείνον που διατάραξε στα καλά καθούμενα την οικογενειακή του ευτυχία και να πάρει εκδίκηση. Μόνο που ο ένοχος δεν είναι καθόλου αυτός που περίμενε. Ο Farhadi είναι τρομερός στο να στήνει ατμόσφαιρα. Προσέξτε πχ τη σκηνή της επίθεσης: εννοείται ότι είναι κινηματογραφημένη ελλειπτικά, εννοείται ότι ποτέ δεν μας δείχνει την επίθεση: απλά, η Ράνα, έτοιμη να κάνει μπάνιο, ανοίγει την εξώπορτα χωρίς να ρωτήσει ποιος είναι κι αφήνει την πόρτα του διαμερίσματος ανοιχτή θεωρώντας πως αυτός που χτύπησε το κουδούνι είναι ο σύζυγός της! Τόσο απλό και τόσο καταπληκτικό! Η δυναμική του ζευγαριού μετά την επίθεση αλλάζει. Να πάνε στην αστυνομία; Ναι, αλλά πως θα εξηγήσουν ότι η πόρτα δεν παραβιάστηκε; Θα βρούνε μπελά. Οκ, συμφωνούν. Αλλά η Ράνα κατηγορεί τον Εμάντ ότι δεν κάνει τίποτε! Ο ανδρισμός του θίγεται. Η θέση του ως άνδρα στην ιρανική κοινωνία κλονίζεται. Οπότε, οδηγείται σε πράξεις, δεν μένει στα λόγια. Και βρίσκει τον ένοχο. Κι εδώ πλέον έχουμε μια εντελώς διαφορετική συνέχιση του δράματος. Ο... ένοχος είναι ένας κακομοίρης. Ο... εμποράκος του τίτλου, μια χίλια δυο προβλήματα υγείας, που κινδυνεύει να πεθάνει. Η κακιά η ώρα και μια σειρά παρεξηγήσεων τον οδήγησε εκεί που τον οδήγησε.

Οπότε τώρα, πως θα αντιδράσει ο Εμάντ; Πώς θα πάρει την εκδίκησή του; Τα 20 περίπου λεπτά όπου ο Εμάντ, ο ένοχος, η Ράνα και αργότερα η οικογένεια του ενόχου βρίσκονται στο υπό κατάρρευση πρώην διαμέρισμα του ζευγαριού είναι αριστουργηματικά! Σε μια χολιγουντιανή ταινία τα πράγματα θα ήταν απλά: ο Εμάντ θα τον πλάκωνε στο ξύλο τον άθλιο, κακό, μη μετανιωμένο για την πράξη του τύπο και όλοι θα ζούσαν ευτυχισμένοι. Εδώ όμως; Εδώ που τα πράγματα δεν είναι άσπρο – μαύρο; Εδώ πώς μπορείς να μπαλαντζάρεις την εντελώς ανθρώπινη ανάγκη για εκδίκηση με το γεγονός ότι στην πραγματικότητα είσαι ένας καλός άνθρωπος; Απίστευτη, σπουδαία ταινία, αριστούργημα. Και στο τελευταίο πλάνο, μια αντιστροφή του πλάνου με το οποίο έκλεινε ένα άλλο αριστούργημα: οι «Επικίνδυνες σχέσεις» του Stephen Frears. Εκεί, αν θυμάστε, οι Glen Close, νιώθοντας - πολύ αργά - ενοχές για ότι κακό έχει πράξει, προσπαθεί με μανία να βγάλει από το πρόσωπό της το βαρύ μέικ-απ της. Εδώ, το ζευγάρι, με διαταραγμένες πλέον τις σχέσεις του, το βλέπουμε καθώς μακιγιάρεται κι ετοιμάζεται για άλλη μία παράσταση. Το είπαμε έτσι; Ο άνθρωπος είναι παιχταράς!!!

Bacalaureat Cannes 2016

Εκτός από τους Ιρανούς, που επιδεικνύουν μια από τις πιο ενδιαφέρουσες κινηματογραφικές σχολές των τελευταίων χρόνων, το ίδιο κάνουν και οι Ρουμάνοι. Κάθε ταινία από τη Ρουμανία θαρρείς και αποτελεί μια ενδελεχή ματιά στη ρουμάνικη κοινωνία, με ηθικές παραβολές τόσο αληθινές και τόσο παγκόσμιες που σου σηκώνεται η τρίχα. Ο τιμημένος με Χρυσό Φοίνικα για το συγκλονιστικό «Τέσσερις μήνες, τρεις εβδομάδες και δυο μέρες» Cristian Mungiu επιστρέφει στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ με την πέμπτη μεγάλου μήκους ταινία του, η οποία κατά μία έννοια έχει μια συνάφεια με την ταινία του Farhadi. Τίτλος της: «Bacalaureat» με αγγλικό τίτλο «Graduation».

Η υπόθεση: Ο Ρομέο Αλντέα είναι ένας γιατρός που ζει στην πόλη Κλουζ, στην Τρανσυλβανία της Ρουμανίας. Η κόρη του, η Ελίζα, είναι αριστούχος μαθήτρια. Έτσι κι αλλιώς το όνειρο του Ρομέο ήταν αυτό: η κόρη του να είναι καλή μαθήτρια έτσι ώστε όταν γίνει 18 χρονών να πάει να σπουδάσει στο εξωτερικό και να φύγει μια για πάντα από τη χώρα. Μια χώρα της οποίας τη διαφθορά και την αδιαφάνεια ο ίδιος δεν την αντέχει. Η Ελίζα τον βγάζει ασπροπρόσωπο. Έχει κερδίσει υποτροφία στην Αγγλία προκειμένου να σπουδάσει ψυχολογία. Όλα προμηνύουν ένα λαμπρό μέλλον για την Ελίζα. Το μόνο που απομένει είναι να περάσει τις τελικές της εξετάσεις, κάτι εντελώς τυπικό για μια τόσο καλή μαθήτρια όσο αυτή. Μόνο που την πρώτη μέρα των γραπτών της εξετάσεων η Ελίζα καθ' οδόν προς το εξεταστικό κέντρο, αποτρέπει – με... λάφυρο ένα σπασμένο χέρι – τον βιασμό της από έναν άγνωστο. Το γεγονός συγκλονίζει τον Ρομέο, πόσο μάλλον την ίδια την Ελίζα. Μπορεί κάτι τέτοιο να ξεπεραστεί εύκολα; Και με ποιο τίμημα;

Η άποψή μας: Ο Ρομέο για τον Mungiu είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα συμπατριώτη του. Θεωρεί τον εαυτό του καλό άνθρωπο – και με τα γενικότερα στάνταρ προφανώς και είναι. Είναι καλός στη δουλειά του, δεν παίρνει φακελάκια, λατρεύει την κόρη του και μισεί τη διαφθορά. Ναι, αλλά έχει παράνομη, εξωσυζυγική σχέση. Ναι, αλλά προκειμένου να μην χάσει το τρένο η κανακάρισά του δέχεται να βάλει στην κορυφή της λίστας για μεταμόσχευση ήπατος έναν υψηλά ιστάμενο που μπορεί να κινήσει νήματα και να βοηθήσει την κόρη του να περάσει τις εξετάσεις. Ναι, συνεχίζει να ζει σε μια χώρα που μισεί, δέχεται όλα στραβά συμβαίνουν γύρω του χωρίς να κάνει κάτι να τα αλλάξει. Νομίζει πως είναι καλός αλλά είναι το ίδιο διεφθαρμένος. Σε μια χώρα στην οποία όλα έχουν το τίμημά τους δεν μπορείς να κλείνεις απλά τα μάτια σου και να λες πως όλα είναι καλά αρκεί να γίνεται η δουλειά σου.

Ο Mungiu είναι πραγματικός μάστορας. Βγάζει την παράνοια της χώρας του με πανέξυπνους κινηματογραφικούς τρόπους. Ποιος πετάει την πέτρα που σπάζει το τζάμι του σπιτιού του γιατρού; Ποιος του στραβώνει τους υαλοκαθαριστήρες στο αυτοκίνητό του; Ποιος αποφασίζει να ανοίξει τρύπα στη μέση του δρόμου πετώντας χώμα και πέτρες όπου να 'ναι κι όποιον πάρει ο χάρος; Ο Mungiu μπορεί να κάνει συναρπαστικό ακόμα και το γύρισμα μέσα από ένα αυτοκίνητο όπου βλέπουμε μια πόλη σε κατάρρευση, με τα ίδια άχρωμα κτίρια, τους αδέσποτους σκύλους να τριγυρνούν, τη ζωή να βιώνεται ως βίαια ακινησία. Τουλάχιστον αφήνει μια ελπίδα στη νέα γενιά. Που μπορεί να χαράξει το δικό της δρόμο. Που μπορεί να αλλάξει τα πράγματα. Χωρίς να χρειάζεται διαφθορά και δωροδοκίες («λαδώματα» κατά το κοινώς λεγόμενο) για να προχωρήσει. Στο ρόλο του αστυνομικού ο Vlad Ivanov, ο φοβερός και τρομερός γιατρός από την ταινία που χάρισε τον Χρυσό Φοίνικα στον Mungiu, είναι για άλλη μια φορά εξαιρετικός. Να βοηθήσουμε ρε παιδιά τους δικούς μας ανθρώπους. Κάποια στιγμή θα μας βοηθήσουν κι αυτοί. Άνθρωποι είμαστε... Άλλη μια σπουδαία ταινία από έναν σπουδαίο δημιουργό.

Rester vertical Cannes 2016

Δεν είχα δει καμία ταινία του Alain Guiraudie – αν και η πρώτη του ταινία «Par de repos pour les braves» κάτι μου λέει ως τίτλος κι ίσως σε κάποιο φεστιβάλ να την είχα πετύχει, γεράσαμε πια, η μνήμη μας δεν μας βοηθάει και τόσο. Ούτε ακόμα και την ταινία που τον έκανε περισσότερο γνωστό, το «L' inconnu du lac», δεν την είχαμε δει, κι ας παίχτηκε και στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Εκφραστής του queer cinema, με παράξενη, λοξή μα ενδιαφέρουσα ματιά, είδα εδώ στο διαγωνιστικό των Καννών την πέμπτη μεγάλου μήκους ταινία του «Rester vertical» (Staying Vertical). Όσοι γνωρίζουν το σύνολο του έργου του, μου είπαν πως αυτή είναι η χειρότερη ταινία του.

Η υπόθεση: Ο Λεό είναι σεναριογράφος ο οποίος ψάχνει για έμπνευση κάπου στην επαρχιακή νότια Γαλλία. Κάνει και κάστινγκ με το νου του, ψάχνει και για λύκο στην περιοχή μπας και ολοκληρώσει το σενάριό του. Εντέλει θα γνωρίσει τη Μαρί, μία νεαρή γυναίκα, μητέρα δύο παιδιών, η οποία εργάζεται ως βοσκός στο ποίμνιο του πατέρα της. Σαγηνευμένος από το ελεύθερο πνεύμα της δημιουργεί σχέση μαζί της κι εννέα μήνες μετά εκείνη φέρνει στον κόσμο το παιδί τους. Από τη μία όμως η επιλόχεια κατάθλιψή της κι από την άλλη ο μη σταθερός χαρακτήρας του Λεό οδηγούν τη Μαρί στην απόφαση να τον παρατήσει. Έτσι, ο Λεό μένει μόνος να φροντίζει το αγόρι του: δεν είναι εύκολη δουλειά, δεν ξέρει καθόλου πως να την φέρει εις πέρας, είναι μάλλον ο χειρότερος πατέρας στην ιστορία της ανθρωπότητας, αλλά του αρέσει. Η σχέση του με έναν γέρο κάτοικο της περιοχής και του εραστή του, η σχέση του με τον πατέρα της Μαρί και η απεγνωσμένη προσπάθειά του να βρει έμπνευση θα τον οδηγήσουν σε περίεργες ατραπούς. Όμως, θα κάνει ότι μπορεί για να μείνει όρθιος.

Η άποψή μας: Ένας παππούς που ακούει Pink Floyd με τέρμα ένταση, κάνει διαρκώς χοντρά αντιγκέι σχόλια αλλά η τελευταία του επιθυμία είναι να πεθάνει σοδομιζόμενος από τον Λεό! Ο οποίος δέχεται να του κάνει τη... χάρη από καλοσύνη! Να, τέτοια πράγματα συμβαίνουν σε αυτήν την πολύ παράξενη και «αντιτουριστική» ταινία του Guiraudie. Όλοι του οι ηθοποιοί είναι άσχημοι – μια ασχήμια επιθετική, σίγουρα επιλεγμένη επί τούτου ως τέτοια από τον σκηνοθέτη. Όλες σχεδόν οι καταστάσεις που περιγράφει είναι άβολες για τον θεατή. Μας δείχνει από μία πραγματική γέννα μέχρι ένα μωρό στη μέση ενός λιβαδιού έτοιμο να γίνει βορρά από λύκους, μέχρι τον σοδομισμό που προαναφέραμε (γραφική σκηνή με όλη τη σημασία της λέξεως, που όμως ακολούθως ακολουθείται από χιούμορ καθώς η αστυνομία φτάνει στο σπίτι του παππού κι άντε να εξηγήσει ο Λεό πώς πέθανε ο κωλόγερος – τα δε πρωτοσέλιδα την άλλη μέρα είναι όλα τα λεφτά). Πάντως, τίποτε εδώ δεν μπορεί να προκαλέσει τη συμπάθεια του θεατή, ο οποίος δεν μπορεί να ταυτιστεί με κανέναν από τους ήρωες, δεν μπορεί να καταλάβει τη χρησιμότητα σκηνών όπως εκείνη όπου μια σειρά από κλοσάρ επιτίθενται στον Λεό ωσάν ζόμπι και του πέρνουν τα ρούχα αφήνοντάς τον γυμνό, μόνο με το μωρό του.

Η μόνη σκηνή που έχει δύναμη και ίιιιισως δικαιολογεί όλον αυτόν τον μισανθρωπισμό, είναι το φινάλε. Στο φινάλε λοιπόν ο ερημίτης πλέον Λεό, έχοντας αφήσει μούσια, όντας υπό τη δούλεψη του πατέρα της Μαρί κι έχοντάς τον δίπλα του, με έναν αμνό στην αγκαλιά, περικυκλώνεται από λύκους. Είναι μια πολύ όμορφα σκηνοθετημένη σκηνή, πολύ ονειρική, πολύ συμβολική. Γιατί ο Λεό λέει στον κατά μία έννοια πεθερό του, σαν σε σκηνή μέσα σε όνειρο: «μη φοβάσαι – δεν πρέπει να τους δείξεις ότι φοβάσαι και δεν θα έχουμε πρόβλημα – το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να μείνουμε όρθιοι». Είναι το σχόλιό του για την queer κοινότητα, που πρέπει να μείνει ενωμένη και όρθια; Είναι το σχόλιό του για την καλλιτεχνική δημιουργία που πρέπει να αντιστέκεται στους λύκους; Ότι και να είναι λειτουργεί, σε μια ταινία ξεχαρβαλωμένη και άσχημη.

Voir du pays Cannes 2016

Τελευταία ταινία για τη σημερινή ανταπόκριση, μία που έχει και ελληνικό ενδιαφέρον. Και μάλιστα μέχρι να ασχοληθούμε μαζί της στο σημερινό μας κείμενο, μάθαμε ότι βραβεύτηκε κιόλας! Η ταινία στην οποία αναφερόμαστε είναι το «Γυρίζοντας τον κόσμο» (πρωτότυπος τίτλος: Voir du pays και αγγλικός τίτλος: The Stopover). Είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία των αδελφών Coulin (της Delphine και της Muriel) πέντε χρόνια μετά τα πολύ ενδιαφέροντα «17 κορίτσια», συμμετείχε στο τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα», γυρίστηκε στη Ρόδο (που έπαιξε το ρόλο της Κύπρου!), είχε Έλληνες ηθοποιούς κι ελληνική συμμετοχή στην παραγωγή και κέρδισε το βραβείο σεναρίου στο τμήμα!

Η υπόθεση: Μετά την ευδόκιμη θητεία του στο Αφγανιστάν ένας γαλλικός λόχος σταματάει για τρεις μέρες σε ένα υπέροχο θέρετρο στην Κύπρο για «αποσυμπίεση» πριν επιστρέψουν τα μέλη του στη Γαλλία. Μέσα στο λόχο υπάρχουν τρεις κοπέλες. Οι δύο από αυτές είναι παιδικές φίλες. Μαζί μεγάλωσαν στο Λοριάν, μια πόλη της Γαλλίας όπου η μόνη επαγγελματική προοπτική που σου δίνεται είναι να γίνεις μισθοφόρος του γαλλικού στρατού. Είναι η Ορόρ και η Μαριάν. Είναι δύο κοπέλες που η αποστολή τους στο Αφγανιστάν τους άφησε σημάδια και ψυχολογικά τραύματα – όπως σχεδόν σε όλα τα μέλη του λόχου. Γι' αυτό και η «αποσυμπίεση». Βασικό της χαρακτηριστικό είναι η ψυχοθεραπεία κάθε μέλους του λόχου μπροστά σε όλους του τους συντρόφους, όπου με τη βοήθεια της ψηφιακής τεχνολογίας θυμάται κάποιο περιστατικό σε όσο το δυνατόν πιο ρεαλιστική αναπαράσταση. Κάποιοι όμως δεν θέλουν να θυμούνται. Κάποιοι δεν θέλουν να ξύνουν τις πληγές του παρελθόντος. Τα κορίτσια θα γνωρίσουν δυο ντόπιους που τις φλερτάρουν. Αυτό θα οδηγήσει σε ακόμα μεγαλύτερες αντιπαραθέσεις με τους άντρες της μονάδας. Και σε μία βίαια αντίδραση που θα οδηγήσει τις κοπέλες στο να ξανασκεφτούν τη θέση τους στο στρατό και το μέλλον τους.

Η άποψή μας: Ας αρχίσουμε λίγο... αστεία. Στην Κύπρο ποτέ κανείς δεν θα έπινε μπύρα «Μύθο» αλλά την «ΚΕΟ», την τοπική μπύρα της χώρας. Δεν θα έπινε νερό «Ιόλη» αλλά νερά τοπικής εμφιάλωσης. Δεν θα δυσκολευόταν να μιλήσει αγγλικά μιας που τα αγγλικά είναι κατά κάποιον τρόπο η δεύτερη επίσημη γλώσσα της χώρας. Και βεβαίως στους δρόμους τα αυτοκίνητα δεν θα ήταν αριστεροτίμονα, όπως σε ολόκληρη την Ευρώπη, αλλά δεξιοτίμονα, όπως στην Αγγλία. Μικρές λεπτομέρειες, που βεβαίως, αν δεν είχε προηγηθεί το πρόσφατο ταξίδι μας στην Κύπρο, ούτε που θα τις δίναμε σημασία σε αυτήν την πολύ ενδιαφέρουσα ταινία. Μια ταινία που θα διανεμηθεί στην Ελλάδα με την υποστήριξη του TV5 Monde. Μια ταινία στην οποία η πολιτογραφημένη Ελληνίδα Ariane Labed δίνει μία από τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας της. Μια ταινία όπου ξεχωρίσαμε για δεύτερη φορά την Soko, την ηθοποιό που θαυμάσαμε στις αρχές του φεστιβάλ ως πρωταγωνίστρια του «La danseuse».

Το σενάριο της ταινίας, το συνυπογράφουν οι δύο αδελφές και βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο της Delphine. Και είναι το δυνατό σημείο της ταινίας, πέρα από τις ερμηνείες. Όντως, τα πράγματα μπορεί να είναι πολύ πιο δύσκολα μακριά από τα πεδία των μαχών όταν τραυματικά γεγονότα έχουν λάβει μέρος σε αυτά. Δεν είναι τυχαίο ότι βετεράνοι πολέμου, ιδίως στις ΗΠΑ (που έτσι κι αλλιώς εμπλέκονται σε όλους τους σύγχρονους πολέμους) δυσκολεύονται να ενταχθούν ξανά στην κοινωνία μετά τη θητεία τους και συνήθως επιδιώκουν να ξαναστρατευθούν, να πάνε και πάλι στην πρώτη γραμμή, εκεί που ξέρουν ποιοι είναι και τι πρέπει να κάνουν. Ο Ανδρέας Κωνσταντίνου και ο Μάκης Παπαδημητρίου είναι τα «καμάκια» που πλησιάζουν τις κοπέλες και λειτουργούν ως καταλύτες. Σε κάποια σκηνή της ταινίας η ηρωίδα που ερμηνεύει η Labed εξηγεί στον ήρωα που υποδύεται ο Κωνσταντίνου ότι πέρα όλων των άλλων (και βιοποριστικών λόγων) κατατάχθηκε στο στρατό γιατί θεώρησε ότι με αυτόν τον τρόπο θα υπερασπιστεί τη Γαλλία! Η εντελώς αυθόρμητη δική του αντίδραση: ένα γέλιο και μια λέξη: «σοβαρά;». Τόσο απλό και τόσο αποκαθηλωτικό όλο αυτό για τους ανά τον κόσμο στρατόκαυλους, για τους ανά τον κόσμο παραπλανημένους.

Αύριο η τελευταία ανταπόκριση, με τις προβλέψεις για τα βραβεία και με τη γνώμη μας για τέσσερις ακόμα ταινίες - συνολικά φέτος είδαμε 33 ταινίες στις Κάννες, καθόλου άσχημα, έτσι;

Θοδωρής Γιαχουστίδης

Cannes Film Festival 2016 Live
Περισσότερα... »



Cannes Film Festival 2016 Live

του Θόδωρου Γιαχουστίδη

Ναι, αλλά για το φεστιβάλ Θεσσαλονίκης δεν λέτε λέξη!

Το ξέρετε – το ξέρουμε από την ημέρα που ξεκίνησε το φεστιβάλ των Καννών. Νέος καλλιτεχνικός διευθυντής στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης είναι πλέον ο Ορέστης Ανδρεαδάκης, στη θέση του Δημήτρη Εϊπίδη. Αναλαμβάνει σε μια κρίσιμη καμπή τόσο σε ότι αφορά την ελληνική κοινωνία όσο και το ίδιο το φεστιβάλ, που όπως και να το κάνουμε, έδειχνε ότι είχε βαλτώσει. Πέρα από προσωπικές συμπάθειες και αντιπάθειες όλοι κρίνονται – κρινόμαστε εκ του αποτελέσματος. Λεφτά κατά πως φαίνεται πολλά δεν θα υπάρχουν αν σταματήσει το ΕΣΠΑ. Αλλαγές χρειάζονται αλλά πώς θα γίνουν; Και πολύ, πάρα πολύ μεγάλη σημασία θα έχει ο χειρισμός του νέου διευθυντή σε ότι αφορά το ελληνικό σινεμά. Περιμένουμε κάποια συνέντευξη τύπου για να μπορέσουμε να τοποθετηθούμε επί πιο συγκεκριμένων ζητημάτων, μιας που τώρα μόνο φήμες υπάρχουν. Χηρεύει και η θέση του διευθυντή του φεστιβάλ του περιοδικού ΣΙΝΕΜΑ – ξέρουμε ποιος θα την πάρει αλλά άντε, να μην το κάψουμε το παιδί, ας ανακοινωθεί με το καλό και του λέμε μετά τα συγχαρητήριά μας καθώς τουλάχιστον από σινεμά ξέρει, και μάλιστα μπόλικο.

Τώρα, θα με ρωτήσετε, μύγα σε τσίμπησε και γράφεις για το φεστιβάλ Θεσσαλονίκης; Ποτέ αγαπητοί μου. Τίποτε δεν είναι τυχαίο. Απλά είδα δύο ταινίες (από 10 λεπτά άντεξα από την καθεμία για να ακριβολογώ) που δεν θα μπορούσαν ούτε ξώφαλτσα να εμφανιστούν στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Φεστιβάλ Καννών και μ@λ@κίες. Είναι δυνατόν να προβάλλεται στο επίσημο πρόγραμμα, έστω και εκτός συναγωνισμού, μια ταινία – εξάμβλωμα ονόματι «La cancre»; Του 86χρονου παρακαλώ Paul Vecchiali, με τον ίδιο πρωταγωνιστή, σε μια ταινία απ' όπου παρελάυνουν από την Catherine Deneuve και τον Mathieu Amalric μέχρι την Edith Scob και την Françoise Arnoul; The horror! Επίσης, στο Μάρκετ, είδαμε το εντελώς πρωτόλειο «Sac la mort» του Emmanuel Paraud (σε αυτήν άντεξα ένα τέταρτο) που τουλάχιστον είναι ανεξάρτητη παραγωγή, με λίγα χρήματα και κερδίζει λίγο σεβασμό.

Juste la fin du monde Cannes 2016


Σήμερα η, για άλλη μια φορά, επική μας ανταπόκρισή, θα περιλαμβάνει τρεις ταινίες. Δύο από το διαγωνιστικό και μία από το τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα». Και ξεκινάμε με το «Juste la fin du monde» του Xavier Dolan. Για άλλη μια φορά το κωλοπαίδι από το γαλλόφωνο Καναδά δίχασε κοινό και κριτικούς στην κινηματογραφική μεταφορά του ομώνυμου θεατρικού του Jean-Luc Lagarce, ο οποίος πέθανε το 1995, σε ηλικία 38 ετών από Aids. Πλάκα πλάκα ο 27χρονος δημιουργός με την 6η μεγάλου μήκους ταινία βρίσκεται στο φεστιβάλ Καννών για πέμπτη φορά (το «Tom à la ferme» πήρε μέρος στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Βενετίας το 2013) και για δεύτερη φορά συμμετέχει στο διαγωνιστικό διεκδικώντας τον Χρυσό Φοίνικα. Όχι και μικρό πράγμα για ένα 27χρονο παιδαρέλι, έτσι;

Η υπόθεση: Ο Λουί είναι ένας διάσημος συγγραφέας. Στα 38 του χρόνια είναι πολύ άρρωστος και ο θάνατος είναι ζήτημα εβδομάδων ή μηνών. Αυτό αποτελεί αρκετό κίνητρο για να επιστρέψει στην πατρίδα του και την οικογένειά του μετά από απουσία 12 ετών προκειμένου να τους δει για τελευταία φορά και να τους ανακοινώσει ότι θα πεθάνει. Είναι όλοι τους εκεί: η μητέρα του η Μαρτίν, ο μεγάλος του αδελφός, ο Αντουάν, η σύζυγός του, η Κατρίν, την οποία ο Λουί δεν είχε συναντήσει ποτέ στη ζωή του και η μικρή του αδελφή, η Σουζάν, που ήταν πιτσιρίκα όταν την είδε πριν φύγει. Η οικογενειακή συνάντηση βγάζει πίκρες, θυμό, οργή και απογοητεύσεις. Όλοι έχουν παράπονα για τον Λουί, για τον εαυτό τους, για τις μεταξύ τους σχέσεις. Ο Λουί, παθητικά, παρακολουθεί ότι γίνεται. Θα φύγει το ίδιο απόγευμα. Θα τους πει αυτό για το οποίο τους επισκέφτηκε;

Η άποψή μας: Αδιάφορη ταινία ο Dolan δεν έχει ακόμα καταφέρει να γυρίσει. Εκνευριστική, σπαστική, αλαζονική, υπερβολική, ναι, όλα αυτά είναι επίθετα που ταιριάζουν γάντι στις ταινίες του. Τούτη εδώ θα μπορούσε να χαρακτηριστεί με τη χρήση ενός άλλου επιθέτου: υστερική. Προκειμένου να κατορθώσει να κρύψει τη θεατρική προέλευση της ταινίας του ο Dolan κάνει ότι μπορεί σε επίπεδο εικόνας, με διάφορα τρικ, εκμαιεύει πολύ καλές ερμηνείες, γεμίζει για άλλη μια φορά το σάουντρακ με λατρεμένα ποπ τραγούδια αλλά το τελικό αποτέλεσμα δεν τον δικαιώνει πλήρως. Εντέλει, βλέπουμε μια δυσλειτουργική οικογένεια με πολλά μυστικά και απογοητεύσεις και ακυρώσεις που μπορεί να «επικοινωνεί» μόνο φωνάζοντας! Εντέλει βλέπουμε μια ταινία που το 90% της δράσης της λαμβάνει χώρα μέσα σε ένα σπίτι όπου ο Λουί συναντά ένα προς ένα τα μέλη της οικογένειάς του και συζητά μαζί τους αλλά κι όλα τα μέλη της οικογένειας μαζί.

Δεν υπάρχουν δεύτερα επίπεδα ανάγνωσης εδώ. Μόνο αυτό που βλέπουμε. Ανθρώπους πικραμένους που μιλάνε πολύ, μιλάνε δυνατά, μιλάνε με οργή, λένε αυτό που θέλουν αλλά δεν ακούνε. Δεν τους ενδιαφέρει να ακούσουν. Οι ερμηνείες είναι όλες πολύ καλές – εξάλλου κατά μία έννοια έχουμε εδώ την εθνική Γαλλίας σε υποκριτικό επίπεδο. Να πω την αμαρτία μου, για πρώτη φορά βρίσκω συμπαθή τον Gaspard Ulliel στον πρωταγωνιστικό ρόλο: η χαμηλότονη προσέγγισή του, του ταιριάζει και ο Dolan τον κινηματογραφεί γλυκά. Σε κάποιες γωνίες λήψης, βεβαίως, μοιάζει λίγο με τον, Iwan Rheon, τον σιχαμερό κακό Ramsay Bolton από το Game of Thrones!

Ο Vincent Cassel στο ρόλο του μεγάλου αδελφού είναι είρωνας, λεκτικά βίαιος αλλά βγάζει και μια αδικία που νιώθει εις βάρος του, η Léa Seydoux ως η μικρή αδελφή είναι πολύ καλή, γεμάτη τατουάζ και έτσι, η Nathalie Baye στο ρόλο της μητέρας βάφεται και ντύνεται σαν λατέρνα αλλά υποστηρίζει αυτό που κάνει ερμηνευτικά κι εκείνη που ξεχωρίζει για άλλη μια φορά είναι η Marion Cotillard, στο ρόλο της συνεσταλμένης, κοινωνικά άβγαλτης συζύγου του Cassel που δέχεται συχνά λεκτικό bullying από εκείνον. Είναι υπέροχη, πανέμορφη και χάρμα να τη βλέπεις ως γυναίκα και ως ηθοποιό. Δεν είναι κακή ταινία αυτή, αριστούργημα πάντως δεν την λες.

La fille inconnue Cannes 2016

Οι αδελφοί Dardenne θα μπορούσαν να είναι επίτιμοι δημότες των Καννών. Σχεδόν κάθε τους ταινία συμμετέχει στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ, έχουν ήδη τιμηθεί με δύο Χρυσούς Φοίνικες, έχουν πάρει κι άλλα μεγάλα βραβεία εδώ. Ετούτη εδώ, η 10η ταινία τους μάλλον δεν θα κερδίσει κάτι, πέρα από την εκτίμηση του κόσμου. Το «La fille inconnue» είναι μια πάρα πολύ καλή ταινία αλλά για τα υψηλά στάνταρ στα οποία μας έχουν συνηθίσει τα αδέλφια από το Βέλγιο, μία από τις πιο μέτριές τους.

Η υπόθεση: Η Τζενί Νταβίν είναι γιατρός. Εδώ και τρεις μήνες έχει αναλάβει το κοινωνικό ιατρείο ενός ηλικιωμένου συναδέλφου της στη Λιέγη ενώ θα μπορούσε να βγάζει περισσότερα χρήματα ως μέλος του stuff μιας γυαλισμένης πολυκλινικής. Είναι πολύ καλή στη δουλειά της. Μαζί της είναι κι ένας εκπαιδευόμενος στον οποίο συνεχώς τονίζει πως δεν πρέπει να δένεται συναισθηματικά με τους ασθενείς, καθώς κάτι τέτοιο επηρεάζει την κρίση και μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένη διάγνωση. Ένα βράδυ, αργά, πολύ κοντά στο κλείσιμο του ιατρείου, το κουδούνι χτυπάει μια φορά. Η Τζενί, κουρασμένη, δεν ανοίγει την πόρτα. «Αν ήταν κάτι σοβαρό, θα χτυπούσαν και δεύτερη φορά» λέει στον εκπαιδευόμενό της. Την άλλη μέρα την επισκέπτεται η αστυνομία. Το πτώμα μιας νεαρής αφρικανικής καταγωγής γυναίκας αγνώστων στοιχείων ταυτότητας, βρέθηκε στις όχθες του ποταμού, πολύ κοντά στο ιατρείο. Η Τζενί γεμίζει ενοχές: είναι η γυναίκα στην οποία αρνήθηκε να ανοίξει την πόρτα. Αν την άνοιγε ίσως να ήταν ζωντανή. Για να ημερέψει τη συνείδησή της αρχίζει μια έρευνα προκειμένου να μάθει πώς και γιατί σκοτώθηκε η κοπέλα (η αστυνομία της εξηγεί πως πρόκειται για δολοφονία) αλλά κυρίως να βρει την ταυτότητα της νεαρής έτσι ώστε ο τάφος της να μην μείνει χωρίς όνομα...

Η άποψή μας: Πάντα κοινωνικά ευαίσθητοι οι αδελφοί Νταρντέν, πάντα με την κάμερά τους στοχευμένη στον άνθρωπο και τα βάσανά του, πάντα με πολύ δυνατές γυναικείες ερμηνείες στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Αυτή τη φορά είναι η σειρά της Adèle Haenel (τη γνωρίσαμε από το πολύ καλό «Έρωτας με την πρώτη μπουνιά») να λάμψει στον κεντρικό ρόλο. Και αυτήν τη φορά τα αδέλφια δίνουν στον εαυτό τους τη δυνατότητα να ασχοληθούν κατά μία έννοια με σινεμά είδους. Αυτή η ταινία λοιπόν είναι ένα φιλμ νουάρ αλά Dardenne! Ο τίτλος παραπέμπει στο είδος, οι έρευνες που διεξάγει η γιατρός παραπέμπουν στο είδος, η επαφή με τον υπόκοσμο της Λιέγης παραπέμπουν στο είδος, τα πως και τα γιατί παραπέμπουν στο είδος.

Αλλά είπαμε, όλα αυτά με την οπτική των αδελφών Dardenne. Με το ξεκάθαρο σενάριο, με την έλλειψη μουσικής, με τη μη χρήση femme fatale, και με το βλέμμα στην κοινωνία. Ο κάθε άνθρωπος ανά πάσα στιγμή της ζωής του μπορεί να κάνει κάτι ηθικά μεμπτό. Αυτό που ξεχωρίζει τους «καλούς» από τους «κακούς» είναι ότι οι «κακοί» μπορεί να εντοπίσουν το σφάλμα τους αλλά θα προχωρήσουν στο παρασύνθημα χωρίς να επηρεαστεί η ζωή τους ενώ οι «καλοί» δεν θα ησυχάσουν καθώς σαν αγκάθι το φάουλ τους θα τους πληγώνει τη συνείδηση έως ότου φτάσουν με κάποιον τρόπο στην απαραίτητη και τόσο λυτρωτική κάθαρση. Δυστυχώς, μας λένε εμμέσως πλην σαφώς οι Dardenne οι κοινωνίες έχουν φτάσει σε σημείο απάθειας. Κοιτάμε τον εαυτό μας και δεν παρατηρούμε τι συμβαίνει γύρω μας παρά μόνον αν το αγγούρι φτάσει στον κώλο μας (συγχωρέστε μου την μαλλιαρή αυτή έκφραση). Κάθε μέρα η δυστυχία πλημμυρίζει τους δρόμους. Κι εμείς ως άνθρωποι αδιαφορούμε. Εκεί μας καταντήσανε. Πόσα άραγε κορίτσια αγνώστου ταυτότητας βρίσκονται νεκρά σε όλες τις πολιτισμένες κοινωνίες του δυτικού κόσμου; Πόσοι ενδιαφέρονται για το πως ζουν, ποια είναι, ποια είναι τα όνειρά τους, πως βρέθηκαν εκεί που βρέθηκαν;

Οι Dardenne προσπαθούν μέσω της γιατρού να μας αφυπνίσουν, να μας τσιγκλίσουν, να βγάλουμε τις παρωπίδες και να κοιτάξουμε λίγο παραέξω από τον εαυτούλη μας. Το... κακό είναι πως το κάνουν με το πιο μέτριο σενάριο της φιλμογραφίας τους. Ας είναι. Και πάλι αυτό που κάνουν είναι πολύ πιο σημαντικό από ένα παραφουσκωμένο χολιγουντιανό τίποτα.

After the Storm Cannes 2016

Ένας από τους μόνιμους... θαμώνες του φεστιβάλ των Καννών είναι και ο Ιάπωνας Hirokazu Kore-Eda. Αν μετρήσαμε καλά από τις 13 μεγάλου μήκους ταινίες μυθοπλασίας που έχει σκηνοθετήσει οι έξι έχουν λάβει μέρος στο φεστιβάλ είτε στο διαγωνιστικό τμήμα είτε στο «Ένα κάποιο βλέμμα». Η τελευταία του ταινία «Umi yorimo mada fukaku» ή αγγλιστί «After the Storm» προβλήθηκε στο τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα» λοιπόν.

Η υπόθεση: Ο Ριότα φαίνεται να είναι αυτό που λέμε «καμένο χαρτί». Στο παρελθόν είχε κάνει καριέρα ως συγγραφέας και μάλιστα είχε τιμηθεί με βραβεία. Έχει να γράψει οτιδήποτε όμως εδώ και 15 χρόνια. Πλέον δουλεύει ως ιδιωτικός ντετέκτιβ και ξοδεύει όσα χρήματα βγάζει στον τζόγο μη μπορώντας καν να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του σε ότι αφορά τη διατροφή του 12χρονου παιδιού του, μιας που έχει χωρίσει με τη σύζυγό του. Μετά το θάνατο του πατέρα του, όλοι οι άνθρωποι γύρω του, η μητέρα του, η πρώην γυναίκα του, η αδελφή του, φαίνεται να έχουν προχωρήσει στη ζωή τους. Ο ίδιος έχει μείνει στο παρελθόν. Θα προσπαθήσει να τα ξαναβρεί με όλους έτσι ώστε να αποκτήσει ξανά τον έλεγχο της ζωής του και κυρίως να μην αποξενωθεί τελείως από τον γιο του. Έως ότου μια γερή καλοκαιρινή μπόρα του δώσει την ευκαιρία που τόσο πολύ επιζητούσε να διορθώσει τα κακώς κείμενα.

Η άποψή μας: Η αλήθεια είναι πως τούτο το φιλμ θα μπορούσε να είναι μια πολύ φροντισμένη τηλεταινία. Δεν τον λέω με κακό τρόπο. Απλά, κινηματογραφικά δεν λέει και πολλά. Με σενάριο πολυλογάδικο, που λαμβάνει χώρα κατά κύριο λόγο στο διαμέρισμα της μητέρας του βασικού ήρωα δεν αφήνει και μεγάλα περιθώρια στον σκηνοθέτη να «παίξει» με την κάμερα. Κάνει τα απολύτως απαραίτητα: την τοποθετεί απέναντι από τους ήρωές του και τους καταγράφει καθώς συνδιαλέγονται μεταξύ τους. Ευτυχώς, αυτά που λέγονται έχουν το ενδιαφέρον τους. Ο Kore-Eda δεν έχει υψηλές φιλοδοξίες εδώ. Ένα οικογενειακό δράμα φτιάχνει με μπόλικες δόσεις καλοδεχούμενου χιούμορ. Όλοι οι ήρωές του φαίνεται να μην μπορούν να ξεφύγουν από αυτό που είναι. Προσπαθούν όμως να τα βγάλουν πέρα με την καθημερινότητά τους, προσπαθούν να βρουν κοινό τρόπο, προσπαθούν να συνεννοηθούν.

Άλλοτε τα καταφέρνουν άλλοτε όχι άλλοτε ελπίζουν άλλοτε απογοητεύονται. Αυτή είναι η ζωή. Και με έναν τρόπο που φαίνεται γλυκός αλλά κρύβει πίκρα ο σκηνοθέτης μας παρουσιάζει μια φέτα ζωής. Δεν υπάρχουν κακοί στην ταινία. Μόνο ματαιώσεις, απογοητεύσεις, καθυστερήσεις. «Πήραμε τη ζωή μας λάθος», που λέει και ο Έλλην μεγάλος ποιητής. Μόνο που στην περίπτωση της ταινίας και του συγκεκριμένου πρωταγωνιστή, το «κι αλλάξαμε ζωή» δεν ισχύει. Προσπαθεί, ναι, αλλά δεν τα καταφέρνει. Τουλάχιστον βρίσκει σημεία επαφής. Κι όταν ο γιος του ρωτάει τον πατέρα του «Ήθελες να είσαι ο άνθρωπος που είσαι;» γνωρίζουμε την απάντηση από πριν. Μικρή σε φιλοδοξίες αλλά πολύ γλυκιά ταινία λοιπόν.

Θοδωρής Γιαχουστίδης

Cannes Film Festival 2016 Live
Περισσότερα... »

Ανυπόφοροι Γείτονες 2 (Bad Neighbors 2) PosterΑνυπόφοροι Γείτονες 2
του Nicholas Stoller. Με τους Seth Rogen, Zac Efron, Rose Byrne, Chloë Grace Moretz, Ike Barinholtz, Carla Gallo, Kiersey Clemons, Beanie Feldstein, Dave Franco, Christopher Mintz-Plasse


Κοντά στις ΚάπαΝού κι η γνώση...
του zerVo (@moviesltd)

Ελάχιστα πρωτότυπο, αφού μπορώ να θυμηθώ τουλάχιστον δυο ντουζίνες (κατατρεγμένες από τους πάντες) νεανικές κομεντί των 80s που το θέμα το παρουσίασαν με πιότερη έμπνευση. Απίστευτα φασαριόζικο και σαματατζίδικο, σε βαθμό εκνευρισμού, με συνεχείς επαναλαμβανόμενες λήψεις του ίδιου και του ίδιου, τιγκαρισμένου στα στρομπ, στα σαμπγούφερ και το κοινότυπο μπιτ, πάρτι. Κωμωδία που παρότι στις τάξεις της περιλαμβάνει έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους διασκεδαστές της εποχής μας, φίσκα στην αμερικανιά, δεν έβγαλε ούτε μικρό ποσοστό από το γέλιο που υποσχέθηκε. Μην βιάζεσαι, δεν αναφέρομαι στο παρόν σίκουελ, για το ορίτζιναλ μιλάω, που πέραν όλων των αρνητικών είχε κι ένα θετικότατο, όχι για μας, αλλά για τα ταμεία της Universal, αφού κόστισε μόλις 18 εκατομμύρια, τα οποία στο box office τα δεκαπενταπλασίασε. Οπότε δεν πα να λέμε τα χειρότερα εμείς, το πουγγί της μπράντας να είναι καλά, να βλέπουμε κι άλλα τέτοια αδιάφορα συνεχειάκια...

Ανυπόφοροι Γείτονες 2 (Bad Neighbors 2) Wallpaper
Εις αναμονή του δεύτερου μωρού τους, ο συντηρητικών αντιλήψεων Μακ και η λατρεμένη του γυναικούλα Κέλλυ, ετοιμάζονται σιγά σιγά να εγκαταλείψουν την πολύβουη γειτονιά, για να εγκατασταθούν σε ένα πιο ευρύχωρο σπίτι στα ήσυχα προάστια. Ευτυχώς γι αυτούς, η αγγελία πώλησης της παρούσας κατοικίας τους, είχε απήχηση και ενδιαφέρον από αγοραστές, που έσπευσαν να την καπαρώσουν, χωρίς να ρωτήσουν πολλές λεπτομέρειες για το τι καπνό φουμάρουν οι γειτόνοι. Ανακούφιση για το αγαπημένο ζευγάρι των Ράντνερ που δεν θα κρατήσει όμως για πολύ, αφού θα πληροφορηθούν πως οι καινούργιοι ιδιοκτήτες του σπιτιού, έχουν θέσει ένα μήνα προθεσμία ελέγχου των πάντων στον περιβάλλοντα χώρο του, κρατώντας ρήτρα, πως αν δεν μείνουν ικανοποιημένοι από

Των πρώτων κακών μαντάτων όμως, μύρια έπονται, αφού μπορεί η αγορίστικη αδελφότητα που τα έκανε γης μαδιάμ κάθε βράδυ, με τα ξέφρενα ολονύχτια πανηγύρια της να τους άδειασε την γωνιά, σύντομα στην θέση της όμως θα έλθει μια καινούργια, πολύ πιο εκδηλωτική και παιχνιδιάρα, η κοριτσίστικη μαθητική (!) φράξια των ΚάπαΝου, με ιδρυτικό στέλεχος αρχηγό την εκκεντρική και ατίθαση Σέλμπι. Κάτω από τον φόβο οι επερχόμενοι ένοικοι να να τρομάξουν από τα ολοήμερα πανηγύρια των παμπόνηρων κορασίδων, ο Μακ θα κινήσει, για δεύτερη φορά σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα ενάντια τους, έχοντας στο πλευρό του, τον πρώην μισητό εχθρό Τάντι Σάντερς, που σε αντίθεση με τους συνομηλίκους κομπανιέρους του, ακόμη δεν έχει βρει τον ενήλικο δρόμο του, ώστε να ακολουθήσει την σταδιοδρομία που του αξίζει.

Δεν μπορώ να πιστέψω πως θα υπήρχε έστω κι ένας που θα ανέμενε μια διαφορετική πλοκή στο τιτλοφορούμενο πέραν του Ατλαντικού ως Sorority Rising, από το προηγούμενο και γι αυτό η συνέχεια, που ουσιαστικά μοιάζει σαν κόπι πέιστ, ούτε μας εκπλήσσει, ούτε απογοητεύει την πρόβλεψη. Οι ίδιες φάτσες απογοήτευσης από τον πάτερ φαμίλια, οι ίδιες αντιδράσεις κυραΚατίνας από την συμβία του, οι ίδιες σαχλαμάρες από τους ανήλικους, που δεν σέβονται το παραμικρό στην απόπειρα τους να διαλύσουν το σύμπαν, οι ίδιες συγκρούσεις αρχικά, που σταδιακά θα εξομαλυνθούν προκειμένου να σχηματιστεί κοινό μέτωπο ενάντια στον Ένα Αντίπαλο. Καμία ιδιαιτερότητα και καμία νέα ιδέα δεν γεννιέται από το προ διετίας πατρόν, στο τωρινό αντίγραφο, πέραν της μίας και μοναδικής εναλλαγής των φύλων, αυτών που στεγάζονται όπως όπως στο δίπατο που μια μεσοτοιχία χωρίζει από τον κακομοίρη φαμιλιάρη...

Το ταλέντο του Seth Rogen, αναμφισβήτητα υψηλό, έχει αρχίσει - από πενταετίας - να ξεφτίζει καθώς ο κωμικός αναπλάθει διαρκώς και μόνιμα την ίδια περσόνα του κοιλαρά καλοσυνάτου / αγριεμένου, φιλήσυχου / αντάρτη, σοβαροφανή / τσαρλατάνου, με δυο λέξεις ανορθόδοξου και αντιφατικού πολίτη, με την οποία μάλλον έχει μανιεριστεί. Δεν είναι κακός, εννοείται, είναι όμως επαναλαμβανόμενος, όπως άλλωστε και το στεφάνι του, η Rose Byrne, σπάνιας ομορφιάς ηθοποιός, που ουδέποτε θα γίνει όμως σταρ. Από την δική του μεριά ο Efron, ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο χθες και στο σήμερα, αλλά και στους ένθεν με τους κακείθεν, δεν κάνει το χειρότερο πέρασμα της καριέρας του, κάνει όμως κάτι το ίδιο με τουλάχιστον πέντε έξι άλλες, σωματώδεις και ημίγυμνες εμφανίσεις.

Μοναδική καινοτομία και έκπληξη επί της παρούσης, η πάντοτε αξιοπρεπής μπουμπού Chloe Grace Moretz, που η φρεσκάδα της δίνει ένα τόνο ενδιαφέροντος στα πεπραγμένα της sisterhood, σατιρίζοντας σε αρκετά σημεία (και όχι πάντα πετυχημένα) την μισογύνικη αντίληψη της κοινωνίας. Σοσιολογικός προβληματισμός σε ετούτο το ασθματικό κωμωδιάκι λες? Μπα, όχι αλλά από κάπου ψάχνω να κρεμαστώ για να μην φανώ παλιόγερος και κονσέρβας, όταν μια φορά κι έναν καιρό, χοροπηδούσα από τα γέλια σε κάτι παρόμοιας φαρσικής αισθητικής και ύφους Weekend At Bernies και Private Resort...

Ανυπόφοροι Γείτονες 2 (Bad Neighbors 2) Rating




Στις δικές μας αίθουσες? Στις 19 Μαΐου από την UIP
Περισσότερα... »



Cannes Film Festival 2016 Live

του Θόδωρου Γιαχουστίδη

Η Γαλλία φλέγεται!

Θα έχετε δει τις εικόνες, θα έχετε μάθει τα νέα: αυτοκίνητα της αστυνομίας στις φλόγες, μάχες σώμα με σώμα, μια ολόκληρη χώρα σε αναβρασμό. Μα, για μια στιγμή. Μια μικρή πόλη δεν παίρνει χαμπάρι. Μια μικρή πόλη στην Κυανή Ακτή ζει στους δικούς της ρυθμούς, μακριά από τον κοινωνικό ξεσηκωμό μερικά χιλιόμετρα πιο πέρα. Μάλιστα κυρίες και κύριοι. Στις Κάννες, μιλιούνια δημοσιογράφοι, φωτογράφοι, διανομείς, παραγωγοί, πι-αρ-άδες, ηθοποιοί, σκηνοθέτες, δημιουργοί έχουμε να ασχοληθούμε με πιο σοβαρά θέματα. Για το αν είναι καλή η τάδε ταινία, για το πως εμφανίστηκε ξυπόλητη η τάδε σελέμπριτι, για το πόσο προκλητική δήλωση έκανε ο τάδε ηθοποιός. Ένα παράλληλο σύμπαν, κυριολεκτικά.

Κι εδώ πάντως υπάρχει κανονικότατη ταξική διαφοροποίηση. Όσοι δεν έχετε πάει στις Κάννες δεν ξέρετε. Οι κάρτες που έχουν οι δημοσιογράφοι έχουν χρώματα. Αν ας πούμε έχεις κίτρινη κάρτα (όπως πχ έχω εγώ) βρίσκεσαι στον πάτο της τροφικής αλυσίδας. Είσαι σε λίγο καλύτερη θέση από το πλαγκτόν. Στην απογευματινή παράσταση των 19.00 στην αίθουσα Debussy που αφορά ταινία του διαγωνιστικού πχ, δεν μπαίνεις τον θεό κουμπάρο να έχεις! Οι κίτρινοι είμαστε αυτοί που περιμένουμε περισσότερη ώρα στις ουρές, είμαστε αυτοί που πολλές φορές δεν μπαίνουμε στις αίθουσες, είμαστε της γης οι κολασμένοι. Ακολουθούν οι μπλε. Ε, οι μπλε είναι κάπως καλύτεροι. Μετά είναι οι ροζ. Θεούληδες. Μπαίνουν παντού! Και μετά έχει ροζ με κίτρινη βούλα, ροζ με κόκκινη βούλα κτλ. Υπάρχει και ο αστικός μύθος ότι κάποιοι διαθέτουν λευκή διαπίστευση. Ε, αυτοί είναι οι κυρίαρχοι του σύμπαντος. Οι γουάου. Οι γαμάω. Αν δεν οργανωθούμε εμείς οι κίτρινοι να ρίξουμε την καθεστηκυία κατάσταση, τα πράγματα βλέπω να χειροτερεύουν χρόνο με το χρόνο...

Toni Erdmann Cannes 2016


Σήμερα η ανταπόκρισή μας σε ότι αφορά τις ταινίες, ξεκινά με την ταινία για την οποία μιλάνε όλοι στο φεστιβάλ μέχρι στιγμής. Μιλάμε για το γερμανικό «Toni Erdmann» της Maren Ade που συμμετέχει στο διαγωνιστικό τμήμα κι έχει καταρρίψει το ρεκόρ όλων των εποχών σε ότι αφορά τον μέσο όρο των αστεριών που παίρνει μια ταινία στην τελευταία σελίδα του Screen, όπου βαθμολογούν κριτικοί από όλον τον κόσμο! Έχει μέσο όρο λοιπόν 3,7 από 11 κριτικούς, με άριστα το 4! Θα σκεφτείτε: μμμ, οι κουλτουριάρηδες οι κριτικοί αφού βάζουν τόσο υψηλή βαθμολογία, καμία μπαχαδέλα θα είναι. Καμία σχέση! Είναι μια εκπληκτική ταινία που εκπλήσσει!

Η υπόθεση: Ο Γουίνφριντ Κονράντι είναι ένας διαζευγμένος δάσκαλος πιάνου, που ζει σε μια επαρχιακή πόλη της Γερμανίας. Στα πρόθυρα της τρίτης ηλικίας ζει μαζί με το γηραιό σκύλο του ενώ φροντίζει και την ακόμα πιο γηραιή μητέρα του. Βασικό χαρακτηριστικό του: του αρέσει να κάνει πλάκες: να υποδύεται ρόλους, να αλλάζει ταυτότητα, να βάζει και να βγάζει τα δόντια του. Όταν μετά από πολύμηνη απουσία η πετυχημένη «golden girl» κόρη του, Ίνες, κάνει μια γρήγορη επίσκεψη στη γενέθλια πόλη της, ο πατέρας της καταλαβαίνει πως, παρά την επιτυχία της, η κόρη του δεν είναι ευτυχισμένη. Όταν ο σκύλος του εγκαταλείπει τα εγκόσμια, ο Γουίνφριντ αποφασίζει να κάνει επίσκεψη – έκπληξη στην κόρη του στο Βουκουρέστι όπου είναι εγκατεστημένη ως μεγαλοστέλεχος εταιρίας που κάνει ανάλυση κινδύνου για μια πολυεθνική η οποία συνεργάζεται με πετρελαϊκές εταιρίες στη Ρουμανία. Αρχικά, οι δυο τους δεν τα πάνε καθόλου καλά. Προκειμένου να κερδίσει την κόρη του και να την κάνει πιο χαρούμενη ο μπαμπάς της μετατρέπεται στον φοβερό και τρομερό Τόνι Έρντμαν.

Η άποψή μας: Στην τρίτη της μεγάλου μήκους ταινία η 40χρονη Γερμανίδα πετυχαίνει τεράστια επίδοση. Υπογράφοντας πέρα από τη σκηνοθεσία και το σενάριο της ταινίας μας μεταφέρει στο ιδιαίτερο σύμπαν της με έναν τρόπο μαγικό, καταιγιστικό, ανθρώπινο, απίστευτο. Τρεις ώρες (παρά ένα τέταρτο) ταινία και δεν βαριέσαι ούτε ένα λεπτό! Το ακόμα πιο τρελό: δεν μπορείς ποτέ να αντιληφθείς ποια κατεύθυνση θα πάρει η ταινία, τι θα συμβεί στην επόμενη σκηνή, πώς θα εξελιχθεί η πλοκή, πώς θα αλλάξουν οι χαρακτήρες. Γιατί οι δύο βασικοί χαρακτήρες, ο πατέρας και η κόρη, αλλιώς θα μπουν στην ταινία κι αλλιώς θα βγουν από αυτή. Πιο ώριμοι, πιο δεμένοι, ναι, πιο ευτυχισμένοι!

Στη συγκεκριμένη ταινία είδαμε την πιο αστεία σκηνή αλλά και την πιο τρυφερή στιγμή ταυτόχρονα μέσα στο 2016! Και μιλάμε για γερμανική ταινία, έτσι; Η αστεία σκηνή είναι εκείνη όπου η Ινές «σαλτάρει» από την πίεση που δέχεται από τη δουλειά της και αντιλαμβάνεται πως αυτά που της λέει ο πατέρας της δεν είναι ψέματα, οπότε στο πάρτι «σύσφιξης σχέσεων» που διοργανώνει στο διαμέρισμά της, αποφασίζει να υποδεχτεί τους καλεσμένους της... γυμνή! Το τι ακολουθεί, καθώς στο πάρτι εμφανίζεται και ο πατέρας της ντυμένος με... ολόμαλλη φορεσιά βουλγαρικής προέλευσης δεν περιγράφεται! Κι αμέσως μετά, έξω, στους δρόμους του Βουκουρεστίου, η Ινές αναζητά τον πατέρα της που ακόμα φοράει τη στολή και αγκαλιάζονται σφιχτά! Άλλο να σας το λέω κι άλλο να το βλέπετε. Η Ade με οξυδερκή ματιά, πέρα από την περίπλοκη σχέση πατέρα – κόρης κάνει και πολλαπλά σχόλια: για την καπιταλιστική κοινωνία, για εταιρίες που δεν θέλουν να απολύουν ανθρώπους και προσλαμβάνουν άλλες εταιρίες για να το κάνουν για χάρη τους, για το ρόλο των γυναικών σε ένα απίστευτα ανταγωνιστικό περιβάλλον. Και το τρομερό είναι πως παρά τη μεγάλη διάρκεια της ταινίας η σκηνοθέτιδα δεν φλυαρεί! Όλα είναι μετρημένα για να πάρουν την ανάσα τους, να αναδειχθούν κατά πως πρέπει. Πχ δεν χρειάζεται να πει πολλά για τη φτώχεια στη Ρουμανία. Από τη μια η Ινές πληροφορεί τον πατέρα της πως στο Βουκουρέστι υπάρχει το μεγαλύτερο mall στην Ευρώπη, αλλά κανείς ντόπιος δεν μπορεί να ψωνίσει εκεί. Και από την άλλη σε ένα πλάνο ελάχιστων δευτερολέπτων η Ινές από το διαμέρισμά της, από πολύ ψηλά, βλέπει παιδιά φτωχής οικογένειας να παίζουν πίσω από αλουμινένιο φράχτη – να μην χαλάσει και η εικόνα μιας οικονομίας σε ανάπτυξη, ε;

Γέλιο, ανθρωπιά (η σκηνή με τα μήλα σου τονώνει την εμπιστοσύνη στους ανθρώπους), συγκίνηση, σεξ (ιδιαίτερο, με... «πιτσιλισμένα» εκλεράκια) και... τραγούδι! Σε μια από τις πιο όμορφες σκηνές, η μπουχτισμένη Ινές με την προτροπή του πατέρα της τραγουδά στο σπίτι μιας άγνωστης ρουμάνικης οικογένειας όπου ετοιμάζονται να γιορτάσουν το ορθόδοξο Πάσχα το “The Greatest Love of All” της Whitney Houston, και θαρρείς πως οι στίχοι έχουν γραφτεί για να περιγράψουν την κατάστασή της. Δεν ξέρω πως θα πάει εμπορικά η ταινία – αποτελεί μεγάλο στοίχημα αυτό, αλλά καταγράφεται ήδη ως μία από τις καλύτερες ταινίες του 2016! Και ναι, στο φινάλε ακούγεται και το «Pictures of you» των Cure – καθόλου τυχαία!

Aquarius Cannes 2016

Σας έχω και δεύτερη ταινία από το διαγωνιστικό τμήμα στη σημερινή ανταπόκριση. Είναι η συμμετοχή της Βραζιλίας με τίτλο «Aquarius», δεύτερη σκηνοθετική δουλειά σε μεγάλου μήκους ταινία για τον Kleber Mendonça Filho.

Η υπόθεση: Η Κλάρα είναι μια 65χρονη χήρα και συνταξιούχα μουσικοκριτικός. Τα χρήματα δεν την απασχόλησαν ποτέ. Γεννήθηκε μέσα σε μια πλούσια, παραδοσιακή οικογένεια στο Ρεσίφε της Βραζιλίας. Και είναι η τελευταία κάτοικος στο Ακουάριους, ένα πρωτότυπο διώροφο συγκρότημα κατοικιών που χτίστηκε κατά τη δεκαετία του '40 στην γεμάτη ακριβά κτίσματα παραλία της πόλης. Όλα τα υπόλοιπα διαμερίσματα του Ακουάριους τα έχει αγοράσει μια τεχνική εταιρία που θέλει να γκρεμίσει το κτίσμα και να χτίσει κάτι σύγχρονο, με προφανέστατο στόχο το κέρδος. Η Κλάρα αντιστέκεται. Το μόνο που ζητά είναι να την αφήσουν να ζήσει εκεί μέχρι να πεθάνει και μετά να κάνουν ότι θέλουν. Η κόντρα και οι παρενοχλήσεις, όμως, είναι συνεχείς. Με αυτόν τον τρόπο η Κλάρα είναι συνεχώς σε εγρήγορση αλλά της δίνεται το έναυσμα να θυμηθεί τους αγαπημένους της, το παρελθόν της και να σκεφτεί και το μέλλον.

Η άποψή μας: κάτι ξεχωρίζει σε τούτη εδώ την ενδιαφέρουσα, αλλά ταυτόχρονα άνιση και φλύαρη ταινία του Filho είναι η Sonia Braga. Με ηλικία ίδια με αυτήν της ηρωίδας που υποδύεται, λάμπει επί της μεγάλης οθόνης. Ένα αιλουροειδές που όζει ερωτισμό, που ξεχειλίζει αυτοπεποίθηση, που είναι μια γυναίκα ζωντανή, με πάθος, με επιμονή κι όχι κάποια γυναικούλα, θύμα των ανθρώπων και της μοίρας. Η Κλάρα της Braga θέλει να κρατάει τη μοίρα στα χέρια της. Και όσο περνάει από τα... χέρια της, αυτό κάνει! Κάτι μας λέει πως η ερμηνεία της Braga θα είναι μέσα σε εκείνες που θα διεκδικήσουν το βραβείο γυναικείου ρόλου στο φεστιβάλ – τόσο καλή είναι αυτή η ηθοποιάρα. Σε ότι αφορά την ίδια την ταινία: χμ. Ο σκηνοθέτης, άπειρος ον (είπαμε, αυτή είναι μόλις η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του) δομεί το πορτρέτο μιας πολύ ενδιαφέρουσας γυναίκας αλλά θέλει να κάνει και μια κριτική στη σημερινή Βραζιλία. Σε μια χώρα που γκρεμίζει το παλιό για να χτίσει το καινούργιο χωρίς κανέναν σεβασμό, χωρίς ήθος, χωρίς ηθική. Μόνο το άχρονο κέρδος έχει σημασία. Μόνο που πέφτει στην παγίδα της επανάληψης. Και της φλυαρίας. Και να οι επενδυτές και να τα κόλπα τους και να, πάλι τους απορρίπτει η Κλάρα και ξανά πάει για μπάνιο και φτου κι από την αρχή. Σαν τους τερμίτες που κατατρώνε ένα σπίτι από μέσα, που το ρημάζουν πριν καν ο εξωτερικός εχθρός φτάσει στην πύλη, έτσι και ο σκηνοθέτης στην έντιμη προσπάθειά του έχει ως εχθρό τον εαυτό του. «Πέφτει» μαχόμενος, αλλά όπως ακούμε να τραγουδούν και οι Queen (μέσα από κασέτα παρακαλώ!) στην αρχή της ταινίας «Another One Bites the Dust»...

Captain Fantastic Cannes 2016

O Matt Ross είναι ηθοποιός. Ποτέ δεν έχει παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο σε ταινία. Όλο β' ρολους, αλλά πολύ χαρακτηριστικούς, όπως εκείνος στο «American Psycho» πχ. Αν τον ψάξετε στο google θα καταλάβετε από τη φάτσα του για ποιον μιλάμε. Ε, λοιπόν, ο Ross ήρθε στις Κάννες με τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του ως σκηνοθέτης, στο τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα» και κέρδισε τις εντυπώσεις και την αγάπη κοινού και κριτικών (καλά, μην φανταστείτε όλων, αυτό δεν γίνεται). Τίτλος της ταινίας: «Captain Fantastic».

Η υπόθεση: Ο Μπεν δεν είναι ο τυπικός πατέρας. Μεγαλώνει τα έξι ανήλικα παιδιά του στα δάση του Pacific Northwest στις ΗΠΑ, μαθαίνοντάς τους να επιβιώνουν, να πειθαρχούν, να έχουν νου υγιή σε σώμα υγιές, να σκέφτονται, να εκφράζονται. Καμία σχέση με την κλασική εκπαίδευση. Καμία σχέση με διαπαιδαγώγηση με θρησκευτικά ιδεώδη. Είχαν πάρει την απόφαση να ζήσουν έτσι, μακριά από τον πολιτισμό, μαζί με τη σύζυγό του. Όταν εκείνη αρρώστησε ο Μπεν συνέχισε το έργο μόνος του. Κάποια στιγμή, όμως, η σύζυγός του αυτοκτονεί. Τα νέα σοκάρουν την οικογένεια. Παρά την απαγόρευση του πεθερού του να παραβρεθούν στην κηδεία ο Μπεν, υπακούοντας στην επιθυμία των παιδιών του, θα τα φορτώσει στο λεωφορείο που διαθέτει και θα προσπαθήσει να προλάβει να παραβρεθούν στην ταφή. Κυρίως για να πραγματοποιήσει και την επιθυμία της συζύγου του στη διαθήκη της, που ως βουδίστρια (όχι με τη θρησκευτική έννοια του όρου αλλά ως τρόπο αντιμετώπισης της ζωής) ήθελε να μην θαφτεί αλλά να καεί. Η επαφή των παιδιών με τον έξω κόσμο θα έχει πολλά ευτράπελα και θα κάνει τον Μπεν να αναρωτηθεί αν τελικά είναι καλός πατέρας κι αν έπραξε σωστά που ανέθρεψε τα παιδιά του με τον συγκεκριμένο τρόπο.

Η άποψή μας: Αυτή είναι μια ενδιαφέρουσα ταινία! Αν και ο Μπεν και τα παιδιά του θα με κράζανε για τη χρήση του συγκεκριμένου επιθέτου. Σε μια σκηνή της ταινίας, λοιπόν, ο Μπεν ρωτάει μία από τις κόρες του που διαβάζει τη «Λολίτα» του Ναμπόκοφ, πως της φαίνεται το βιβλίο κι εκείνη απαντά «είναι ενδιαφέρον», για να φάει κραξίδι από όλους: «δεν είναι λέξη αυτή», της φωνάζουν. Όταν προσπαθεί δεύτερη φορά, ουσιαστικά αναφέρει την υπόθεση, οπότε πάλι την κράζουν: «περιγράφεις». Ε, με την τρίτη τα καταφέρνει και λέει πραγματικά την άποψή της: το πως ακριβώς της φάνηκε το βιβλίο. Αυτό που κάνει ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος της ταινίας μονίμως κατά τη διάρκειά της είναι να αντιπαραθέτει αυτό που η πλειοψηφία θεωρεί ως σωστό με αυτό που κάποιος χρησιμοποιεί ως εναλλακτική. Κι όλα αυτά σε σχέση με τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών, έτσι; Είναι καλύτερα τα παιδιά να αναγκάζονται να πιστεύουν σε οργανωμένες θρησκείες ή να σκέφτονται ελεύθερα από μόνα τους; Είναι καλύτερα να πηγαίνουν στο σχολείο όπου δεν μπορούν να καταφέρουν να ξεχωρίσουν δύο, τρία βασικά πράγματα ή είναι καλύτερα να διδάσκονται στο σπίτι από ανθρώπους που πραγματικά νοιάζονται για τη μόρφωσή τους;

Είναι καλύτερα τα παιδιά να μεγαλώνουν με ίντερνετ, πλέιστέισον και κόκα κόλα ή να μεγαλώνουν μέσα στη φύση γνωρίζοντας πως να επιβιώσουν, τρεφόμενοι με μη επεξεργασμένα τρόφιμα και διασκεδάζοντας παίζοντας μουσική ή διαβάζοντας; Πολύ έξυπνα ο Ross διατυπώνει πως όλες οι σύγχρονες κοινωνίες έχουν στηριχθεί σε συμβάσεις. Όποιος κινείται έξω από αυτές, στο περιθώριό τους, είναι παράξενος, αντικοινωνικός, μη προσαρμόσιμος. Όντως, γιατί είναι τόσο σημαντικό να γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα, τα γενέθλια δηλαδή του Χριστού από το να γιορτάζουμε τα γενέθλια του Νόαμ Τσόμσκι; Ο μεγάλος γιος του Μπεν από μαρξιστής και τροτσκιστής δηλώνει μαοϊστής, η μικρή κόρη φωνάζει συνεχώς «power to the people – stick it to the man», το πνεύμα και το μυαλό και το σώμα όλων τους είναι πολύ γυμνασμένα. Είναι έτοιμα να επιβιώσουν στη φύση, είναι έτοιμα όμως να αντιμετωπίσουν τον έξω κόσμο; Όπως φωνάζει και πάλι ο μεγάλος γιος στον πατέρα του, όταν δεν ξέρει πως να φερθεί σε ένα φλερτ με μια όμορφη κοπέλα είναι «όλα όσα γνωρίζω τα γνωρίζω μόνο από τα βιβλία». Δεν μπορούμε παρά να συμπαθήσουμε τον Μπεν. Εξηγεί χωρίς περιστροφές τι είναι το σεξ στην μικρή του κόρη χωρίς περιστροφές, χωρίς σεμνοτυφίες, της αγοράζει μάλιστα κι ένα ανάλογο βιβλίο – βέβαια, η πιτσιρίκα εκτιμά πολύ περισσότερο ένα... μαχαίρι, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Βάζει στα παιδιά του να πιουν κρασί – επιτρέπεται λέει στη Γαλλία – περιττό να πω πως εδώ η αίθουσα σύστηκε από τα χειροκροτήματα. Καλύτερο δεν είναι το κρασί από την Κοκά Κόλα; Στη μόνιμη αυτή αντιπαράθεση ο Μπεν κάποια στιγμή αντιλαμβάνεται πως όταν δεν βαδίζεις στη γραμμή, όταν παρεκκλίνεις, το πιο πιθανό είναι να σε φάει η μαρμάγκα. «Είναι ένα αποτυχημένο πείραμα» αναφωνεί κάποια στιγμή απογοητευμένος. Παρά τις αντιπαραθέσεις, όμως, έχει τελικά μεγαλώσει παιδιά έξυπνα και υγιή που τον αγαπούν χωρίς όρους. Κι αυτή είναι η μεγαλύτερη νίκη του.

Ο Viggo Mortensen θαρρείς και υποδύεται τον εαυτό του – έχει και μια full frontal γυμνή σκηνή – μια χαρά! Όλα τα πιτσιρίκια παίζουν πολύ καλά σε αυτό το κατά μία έννοια παραλλαγμένο «Little Miss Sunshine». Ο σκηνοθέτης δεν παίρνει θέση, δείχνει τα καλά και τα κακά του διαφορετικού και αφήνει στους θεατές να αποφασίσουν. Ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός – μπορούμε όμως να τον αντέξουμε ή είμαστε τόσο καλά βολεμένοι στις αλυσίδες και τις συμβάσεις μας;

Merci Patron! Cannes 2016

Τελευταία ταινία για τη σημερινή ανταπόκριση, ένα ντοκιμαντέρ από το μάρκετ. Τίτλος του: «Merci Patron!». Μια ταινία – φαινόμενο του François Ruffin, την οποία έχουν δει πάνω από 450 χιλιάδες άνθρωποι στη Γαλλία (με εισπράξεις πάνω από 4 εκατομμύρια δολάρια!) και η επιτυχία της συνεχίζεται!

Η υπόθεση: Τίποτα δεν πηγαίνει καλά για την Ζοσελίν και τον Σερζ Κλουρ. Το εργοστάσιο στο οποίο δούλευαν στη βόρεια Γαλλία, το οποίο παρήγαγε κοστούμια Kenzo (για τον όμιλο επιχειρήσεων LVMH), έκλεισε και μεταφέρθηκε στην Πολωνία. Άνεργοι πλέον και χρωστώντας σε όλο τον κόσμο κινδυνεύουν να χάσουν και το σπίτι τους. Τότε όμως εμφανίζεται ως από μηχανής θεός ο François Ruffin! Ο ιδρυτής της εφημερίδας «Fakir» τους επισκέπτεται και τους υπόσχεται με βεβαιότητα ότι θα τους σώσει! Σκοπεύει να παρουσιάσει την υπόθεση της οικογένειας Κλουρ στην ετήσια γενική συνέλευση της LVMH μπροστά στον CEO του ομίλου επιχειρήσεων, Bernard Arnault, τον πιο πλούσιο άνθρωπο στη Γαλλία! Θα τα καταφέρει;

Η άποψή μας: Αυτό που πετυχαίνει ο συγκεκριμένος κινηματογραφιστής θα μπορούσε να μεταφραστεί σε ελληνικό ανάλογο αν Έλληνας συνάδελφός του έβρισκε μια οικογένεια βυθισμένη στην ανεργία και στα χρέη που δούλευε για έναν από τους πλούσιους Έλληνες (Λάτσης, Βαρδινογιάννης, Μπόμπολας, Μαρινάκης, βάλτε όποιο όνομα εσείς θέλετε) και τους έσωζε. Κυριολεκτικά! Ο François Ruffin κάνει ένα πολύ έξυπνο και αστείο ντοκιμαντέρ, θυμίζοντας αρκετά τη λογική που έχει ο Michael Moore στα δικά του δημιουργήματα. Το... κακό είναι πως όλο αυτό παραείναι γαλλικό για να αφορά περισσότερο κόσμο εκτός Γαλλίας. Και πάλι, όμως, το καταδιασκεδάσαμε!

Θοδωρής Γιαχουστίδης

Cannes Film Festival 2016 Live
Περισσότερα... »