Πατέρας και Κόρη (Fathers And Daughters) PosterΠατέρας και Κόρη
του Gabriele Muccino. Με τους Amanda Seyfried, Aaron Paul, Russell Crowe, Diane Kruger, Bruce Greenwood, Quvenzhane Wallis, Jane Fonda


Ο αδικημένος γονιός...
του zerVo (@moviesltd)

Αν βάλουμε σε μια ζυγαριά, τις αβάντες και τα θεωρητικά κέρδη μοιρασιάς της αγάπης, που διακρίνουν τους γονείς ως φύλα, πανεύκολα θα πειστεί ο οποιοσδήποτε πως ο πατέρας είναι ο παρακατιανός της ιστορίας. Μόνο η μάνα έχει δική της ημέρα που την τιμούν παγκοσμίως, μόνο η μάνα δικαιούται λουλούδια, αγκαλιές, φιλιά και παιχνιδάκια από τα βλαστάρια της, μόνο η μάνα "είναι μόνο μία", μόνο στην ζωή της μάνας, δίνουν άπαντες τον υπέρτατο των όρκων. Ο "άλλος" θαρρείς πως είναι ο αόρατος, ο πουθενάς, ο "τι έγινε ρε μπαμπά, πως πάει?". Ότι κι αν γίνει όμως, όσες Κυριακές αφιερωμένες στην μαμά κι αν υπάρξουν, δυο δεδομένα ποτέ δεν θα ανατραπούν. Κανένα αγόρι, δεν θα σεβαστεί όσο ζει, άνθρωπο πιότερο από τον πατέρα του, καμία θυγατέρα, όποιον Βαλεντίνο κι αν ερωτευτεί, δεν θα στεφτεί ποτέ και κανέναν άλλο, για κορώνα της.

Πατέρας και Κόρη (Fathers And Daughters) Wallpaper
Με τις πληγές νωπές ακόμη από το τραγικό τροχαίο δυστύχημα που κόστισε την ζωή στην λατρεμένη του σύζυγο, ο καταξιωμένος και τιμημένος με Βραβείο Πούλιτζερ συγγραφέας Τζέικ Ρότζερς, καλείται να ανασυντάξει τις δυνάμεις του, προκειμένου να αναθρέψει και να μεγαλώσει, την μονάκριβη πεντάχρονη κορούλα του, Κέιτι. Με την μανιοκατάθλιψη να κάνει τακτικά την εμφάνιση της καταβάλλοντας τον ψυχικά και σωματικά, ο μεσήλικας, θα ακούσει τις συμβουλές των γιατρών και θα κλειστεί για ένα εφτάμηνο σε ίδρυμα, για να καταπολεμήσει τα συμπτώματα, αφήνοντας την μικρούλα, στην φύλαξη των εύπορων, αλλά και κινούμενων με υπόγειο πλάνο να την υιοθετήσουν θείων της. Όταν η πόρτα του ψυχιατρείου ανοίξει μετά από καιρό, η κατάσταση που θα συναντήσει ο Τζέικ δεν θα είναι εκείνη που φανταζόταν...

Εικοσιπέντε χρόνια κατοπινά, η Κέιτι, το"πατατάκι" του διάσημου γραφιά, έχει πλέον τριανταρήσει και εργάζεται ως ασκούμενη - πλην χαρισματική στην επικοινωνία - κοινωνική λειτουργός, φροντίζοντας φουκαριάρικα ορφανά, όπως κάποτε υπήρξε κι εκείνη. Απεναντίας, αρνούμενη επιδεικτικά να εντοπίσει τον ένα και μοναδικό πρίγκηπα για να περάσει μαζί του το υπόλοιπο της ζωής της, ξεδίνει σε διαρκή, καθεβραδινά one night stands, που περισσότερο καταστρέφουν το είναι και την αυτοπεποίθηση της, παρά την τρέφουν με κουράγιο για να σταθεί στα πόδια της. Η γνωριμία της με τον καλόκαρδο και συνεσταλμένο, νοβελίστα στα σπάργανα και τεράστιου θαυμαστή του έργου του πατέρα της, Κάμερον, ενδεχόμενα να σταματήσει τον κατήφορο που έχει πάρει, ανοίγοντας της ένα πιο αισιόδοξο παράθυρο για το αύριο.

Στον δεσμό που δεν έσπασε, ούτε καν ράγισε, δυόμισι δεκαετίες μετά το συμβάν που άλλαξε ολοκληρωτικά την ζωή τους, ανάμεσα σε ένα χαριτωμένο, γεμάτο ενέργεια και κέφι, όσο όμως και ταλαιπωρημένο από την απώλεια κοριτσάκι και τον γεμάτο πάθος στην καρδιά, τώρα που η μοίρα τα έφερε έτσι ολομόναχος να φροντίσει να μην της λείψει τίποτα, γονιό της, εστιάζει το μελόδραμα του ενός και μοναδικού στο είδος Gabriele Muccino. Ο Ιταλιάνος που έχει φροντίσει κατά το παρελθόν να διατηρηθούν σε υψηλά επίπεδα οι πωλήσεις Zewasoft, στα περίπτερα δίπλα από τις κινηματογραφικές αίθουσες, εδώ ακολουθεί το ίδιο μοτίβο, ρίχνοντας διαρκώς ευθείες βολές στο συναίσθημα του θεατή, προκειμένου να το ταρακουνήσει. Μολονότι εκ των πραγμάτων όμως, τα δραματικά στοιχεία της πλοκής του είναι τόσα που δεν θα χρειαζόταν και ιδιαίτερη προσπάθεια να το επιτύχει, εντούτοις εκείνος ξεπερνά τα εσκαμμένα, πετώντας στην κινούμενη σε δύο χρονικές τροχιές ιστορία του, το ένα κάρβουνο μετά ο άλλο, μην τυχόν και σβήσει ποτέ η φωτιά του μελό. Συνέπεια τούτου είναι το πράγμα να παραφορτώσει, να φουσκώσει και σχεδόν να εκραγεί από το πολύ φουρτούνιασμα. Που μπορεί στην μια περίπτωση (του τότε) να χωνεύεται πιο άνετα, εφόσον ανάμεσα του παίζει μια παιδική ψυχή (σημειωτέον και στο δεύτερο παίζει, αλλά είναι σημαντικά παράταιρη) στο τώρα όμως, δεδομένα το παρατράβηγμα της κυκλοθυμίας της νεαράς είναι τέτοιο, που ενδέχεται ελάχιστοι από την πλατεία να επιδείξουν συμπάθεια, για το ίδιο ακριβώς πρόσωπο, στην ενήλικη φόρμα του.

Έστω κι αν δεν φαντάζει ως η ιδανική επιλογή για τον ρόλο του διανοούμενου - χήρου - μοναχογονιού, ο αγριωπός και πιο χοντρός πλέον και από τον μακαρίτη Seymour Hoffman, Russell Crowe, έχει την ικανότητα να φέρνει το σενάριο στα μέτρα του και να εκτελεί τον ρόλο, άνευ δυσκολίας. Και σε γενικές γραμμές, οι λοιποί πασίγνωστοι φίλοι του σκηνοθέτη, από τον Aaron Paul μέχρι την Kruger και από την μπέμπα Quvenzhane ίσαμε την σιμά 80χρονη Jane Fonda / χαλκομανία, δεν τα πηγαίνουν άσχημα στα ρολάκια τους. Μισμάτς λοιπόν, που πέφτει ολοσχερώς - ξανά - στις πλατούλες της ξανθούλας Amanda Seyfried, που για τίποτα ηλιόλουστα Mamma Mia μια χαρά επιλογή έμοιαζε, στα σοβαρά όμως δεν το έχει. Πιθανότατα αυτή και να είναι η αιτία της τεράστιας ανισότητας μεταξύ των δύο ανεξάρτητων σε χρόνο ιστοριών, που η μια φέρνει πολύ στο best of του ντιρέκτορα, The Pursuit Of Happyness και η έτερη σε φωτονοβέλα του Sparks. Παρόλα αυτά κρατάμε τα θετικότερα στοιχεία της παρελθούσης και πολύ πιο συγκινητικής εκ των δύο και δεν τοποθετούμε το Fathers And Daughters στην χειρότερη θέση των έως τώρα πονημάτων του δακρύβρεχτου Muccino. Έχει φροντίσει τον τίτλο να λουστεί από χρόνια το Playing For Keeps, ώστε αν το ξεπεράσει ο Ρωμαίος, μάλλον πρέπει να στρίβει και για άλλο επάγγελμα...

Πατέρας και Κόρη (Fathers And Daughters) Rating




Στις δικές μας αίθουσες? Στις 19 Μαΐου από την Seven / Spentzos
Περισσότερα... »

Το Σώμα (El Cuerpo / The Body) PosterΤο Σώμα
του Oriol Paulo. Με τους José Coronado, Hugo Silva, Belén Rueda, Aura Garrido, Miquel Gelabert, Juan Pablo Shuk, Oriol Vila, Carlota Olcina


Το χάσαμε το κορμί, πατριώτη!
του zerVo (@moviesltd)

Στην μοντέρνα εγκληματολογία, το σημαντικότερο στοιχείο στην μελέτη, ανάλυση και πιθανότατα εξεύρεση του θύτη της μοιραίας και με αποτέλεσμα τον θάνατο πράξης είναι το ίδιο το σώμα του νεκρού, του φονευθέντα, του δεδομένου θύματος κατά τα φαινόμενα. Κι αυτό διότι όλοι οι επαγγελματίες ιατροδικαστές και ερευνητές έχουν πειστεί πως το άψυχο κουφάρι (πλέον) όχι απλά γνωρίζει, αλλά δύναται και να μαρτυρήσει μέσα από την ενδελεχή του μελέτη, το τι ακριβώς μπορεί να συνέβη κατά την διάρκεια του φονικού. Να πει τα πάντα, από το πως διαπράχθηκε ο φόνος, μέχρι και να υποδείξει με σαφήνεια και ακρίβεια, το χέρι εκείνου που του αφαίρεσε την ζωή. Υποσημείωσε εκείνο που λέει "κατά τα φαινόμενα". Γιατί υπάρχουν και περιπτώσεις, που ακόμη και τα πασιφανή, εξαπατούν, παραπλανούν, δείχνουν κάτι άλλο, από αυτό που στ' αλήθεια συνέβη...

Το Σώμα (El Cuerpo / The Body) Wallpaper
Έχοντας μόλις επιστρέψει από υπερατλαντικό ταξίδι αναψυχής, η εκκεντρική, πλην ζάπλουτη Μάικα Βιγιαβέρδε, θα εντοπιστεί νεκρή στην βίλα της, από τον λατρεμένο της, αλλά και πολλά χρόνια νεότερο σύζυγο της, Άλεξ Ουλόα. Ακόμη πιο αναπάντεχα, την βραδιά που εκείνη θα χάσει την ζωή της από καρδιακή προσβολή, το σώμα της, θα εξαφανιστεί από το νεκροτομείο, με τον μοναδικό που θα μπορούσε να δώσει εξηγήσεις για το ακριβώς συνέβη, τον φύλακα του κτιρίου, να πέφτει τρομαγμένος θύμα τροχαίου και να βρίσκεται σε κώμα. Δίχως την δυνατότητα μελέτης του πτώματος, αλλά και με κάποιες πρώτες υποψίες να στρέφονται στο πρόσωπο του έχοντα σημαντικά οφέλη από την απώλεια της ηλικιωμένης κυράς του, Άλεξ, ο πεπειραμένος επιθεωρητής Χάιμε Πένια, θα αναλάβει να εντοπίσει την άκρη του νήματος, μιας υπόθεσης που από τις πρώτες στιγμές της μοιάζει μυστηριώδης και δυσεπίλυτη...

Πόσο μάλλον όταν ο - καθηγητής χημείας στο επάγγελμα - μορφονιός, πολύ σύντομα θα δείξει να χάνει την ψυχραιμία του και να αντιφάσκει στις ερωτήσεις των ανακριτών, στην προσπάθεια του να κρύψει τσαπατσούλικα, την γεμάτη πάθος, εξωσυζυγική του σχέση, που διατηρεί με νεαρά μαθήτρια του. Κάτι οι περίεργες κλήσεις στο κινητό, κάτι τα κίνητρα που τον καταδεικνύουν ως τον ένα και μοναδικό φονιά, ο Άλεξ, θα τεθεί υπό κράτηση, ωσότου μαρτυρήσει στις Αρχές, που ακριβώς έχει κρύψει την (σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις) δολοφονημένη αριστοκράτισσα. Αν υπάρχει μια και μόνη αλήθεια στα λεγόμενα του τρομοκρατημένου χήρου, όμως, είναι πως πραγματικά, δεν γνωρίζι το παραμικρό για την εξαφάνιση...

Με μπόλικη μαγιά από εκείνη που κληροδότησε στους απογόνους του, κινηματογραφιστές ο Hitch, ένας ακόμη εκπρόσωπος της ισχυρότατης και με τεράστια αποθέματα έμπνευσης Σπανιόλικης σχολής του σασπένς, επιχειρεί να προσφέρει ένα ταχύτατο σε ρυθμούς και τιγκαρισμένο στις ανατροπές, αστυνομικό θρίλερ αγωνίας, που στηρίζει την θεματική του, λειτουργώντας ανάποδα από τα καθιερωμένα, στην απώλεια του νεκρού. Αυτός ο έξοχος εισαγωγικός σπινθήρας, στήνει μια κλειστοφοβική μέσα στους τέσσερις τοίχους του κτιρίου της Γενικής Ασφαλείας, ίντριγκα, που βρίσκει διεξόδους αναπνέει, μέσα από τα συνεχόμενα φλασμπάκς, που αναπτύσσουν προς τα πίσω το στόρι, δίνοντας μας τα απαιτούμενα hints and tips, προκειμένου να βρούμε εμείς, οι θεατές, πριν από κάθε άλλον, το τι ακριβώς συμβαίνει. Ο Ισπανός σκηνοθέτης και σεναριογράφος Oriol Paulo, που δική του πένα συνέγραψε και το αναλόγου ύφους Juia's Eyes, παμπόνηρος στην καταγραφή των γεγονότων, ρίχνει το ένα στοιχείο μετά το άλλο, οδηγώντας με φρενήρες τέμπο την ματιά της πλατείας, που δεν προλαβαίνει να τα βάλει σε μια τάξη, ακριβώς προς τα εκεί που θέλει, ώστε να πετύχει εντέλει το πολυπόθητο "Στην Έφερα"! Οι πιο έμπειροι πάντως σινεφίλ Πουαρώ, εύκολα ή δύσκολα θα διακρίνουν, μέσα από αχρείαστα στην λοιπή εξέλιξη πλάνα, πολύ (πολύ, όμως) νωρίς το τι έχει παιχτεί, ίσως όχι με ακρίβεια, αλλά θα πέσουν σχετικά κοντά στην λύση του γρίφου.

Μόλις τέσσερα είναι τα βασικά πρόσωπα της ιστορίας, κάτι που δεν ευνοεί την πλοκή να απλωθεί όπως θα της έπρεπε τελικά. Ως πτώμα, αφού σύμφωνα με το ιατρικό δελτίο - και μόνον - δεν βρίσκεται στην ζωή, η πιο διάσημη μορφή του καστ, Belen Rueda, στα 51 της, πείθει πως το νερό εκεί στην Ιβηρική έχει μαγικές ιδιότητες και δεν γερνάει όσους το πιουν. Φυσικά και καμία εικοσάχρονη φλογερή πιτσιρίκα Aura Garrido, δεν μπορεί να την βάλει πλάτη την Mar A Dentro στο σεξ απίλ και στην γοητεία, οπότε μάλλον ένα fact εργασίας, μάλλον πηγαίνει περίπατο από νωρίς στην εξέλιξη. Μόνο μέσα από τα χρονικά πέρα δώθε όμως, η όμορφη Μαδριλένα, δεν θα μπορούσε να ορίζει και το πρωταγωνιστικό πρόσωπο του στόρι. Τίτλο για τον οποίο ερίζουν οι δύο αντικρουόμενοι άντρες, ο (μάλλον) φονιάς Hugo SIlva και ο (ορκισμένος) διώκτης του Jose Coronado, που δεν θα ηρεμήσει αν δεν τον δει κλεισμένο πίσω από τα κάγκελα της φυλακής για όσα έχει πράξει και δεν τα ομολογεί. Κυνηγητό που κρύβει μέσα του και το κλειδί του τελικού τουίστ, που αν είσαι από εκείνους που ούτε σκέφτονται πολύ στο δίωρο, ούτε καίγονται να μαντέψουν το τι ακριβώς τρέχει, θα μείνεις ικανοποιημένος από το καλομονταρισμένο, αλλά και με εμφανείς σεναριακές αδυναμίες El Cuerpo...

Το Σώμα (El Cuerpo / The Body) Rating




Στις δικές μας αίθουσες? Στις 19 Μαΐου από την Weird Wave
Περισσότερα... »

Μελβούρνη (Melbourne) PosterΜελβούρνη
του Nima Javidi. Με τους Payman Maadi, Negar Javaherian, Mani Haghighi, Shirin Yazdanbakhsh, Elham Korda, Roshanak Gerami, Alireza Ostadi


Μέσα από την κόλασή μου σου φωνάζω/ εικόνα σου είμαι, κοινωνία, και σου μοιάζω
του Θόδωρου Γιαχουστίδη (@PAOK1969)

Το μωρό και οι «μωροί»

Για άλλη μια φορά θα το πω: τι γαμάτο σινεμά κάνουν αυτοί οι Ιρανοί ρε παιδιά; Με δεκάδες περιορισμούς, κάτω από δύσκολες συνθήκες κι όμως οι ταινίες τους είναι διαμαντάκια! Και δεν μιλάμε πια για τις ιρανικές ταινίες του κοντινού παρελθόντος, που κουβαλούσαν και μια (έντονη) εσάνς φολκλόρ στο σώμα τους – χωρίς αυτό να επηρέαζε εννοείται το τελικό αποτέλεσμα. Όχι. Μιλάμε για σπουδαίες ανατομίες μιας κοινωνίας. Μιλάμε για ταινίες που θέτουν δύσκολα ηθικά διλήμματα. Μιλάμε για αριστουργήματα παγκοσμίου διαμετρήματος, με πολυεπίπεδες αναγνώσεις.

Μελβούρνη (Melbourne) Wallpaper
Στην πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία ο Nima Javidi χρησιμοποιεί στον κεντρικό ανδρικό ρόλο τον Payman Maadi, πρωταγωνιστή του συγκλονιστικού «Ένας χωρισμός» του Jafar Panahi. Κοίτα να δεις, όμως, πως μπορεί ακόμα κι εκείνη η σπουδαία ταινία να ξεπεραστεί ως επίδοση! Η ταινία του Javidi έλαβε μέρος στο κινηματογραφικό φεστιβάλ της Βενετίας του 2014, όπου συμμετείχε στην Εβδομάδα Κριτικής που ετοιμάζουν εκεί οι Ιταλοί συνάδελφοι. Αν μη τι άλλο θα πρέπει να αισθάνονται δικαιωμένοι για την επιλογή τους. Τώρα, γιατί η συγκεκριμένη ταινία χρειάστηκε να περάσουν σχεδόν δύο χρόνια για να βγει στις ελληνικές αίθουσες, είναι κάτι που αφορά την εγχώρια εταιρία διανομής. Ενδεχομένως και αυτή να φανεί τυχερή και να δικαιωθεί για την επιλογή της.

Η υπόθεση: Ο Αμίρ και η Σάρα είναι ένα νεαρό ζευγάρι που ζει στο Ιράν και ετοιμάζεται να πετάξει στη Μελβούρνη για να συνεχίσει τις σπουδές του αλλά και να αρχίσει να βιώνει καλύτερες συνθήκες ζωής. Ετοιμάζουν τις βαλίτσες τους, κλείνουν τις τελευταίες ανοιχτές υποθέσεις τους και περιμένουν να περάσει η ώρα για να πάνε στο αεροδρόμιο. Καθώς συμβαίνουν αυτά κι ενώ λαμβάνει χώρα και απογραφή από μια κρατική λειτουργό, μια γειτόνισσα αφήνει στη Σάρα το λίγων μηνών μωρό ενός ανθρώπου, για τον οποίο κάνει babysitting. Η Σάρα χωρίς να το καλοσκεφτεί, χωρίς να γνωρίζει καλά τη γειτόνισσα, χωρίς να έχει καμία σχέση με το μωρό, δέχεται. Όμως, λίγη ώρα μετά κι αφού έχει προηγηθεί το σπάσιμο των τζαμιών σε μια πόρτα μέσα στο διαμέρισμα που σε λίγο θα εγκαταλείψουν, ο Αμίρ θα διαπιστώσει πως τα πράγματα δεν πάνε καθόλου καλά με το μωρό. Άθελα τους, οι δύο νέοι άνθρωποι έχουν εμπλακεί σε ένα τραγικό περιστατικό, ενώ οι συνθήκες τους πιέζουν να πάρουν άμεσα μία απόφαση ζωής.

Η άποψή μας: Τι να πρωτοπείς για αυτήν την ταινία; Για τη σκηνοθεσία της, που βγάζει το καλύτερο τόσο από το σενάριο όσο και από τους ηθοποιούς; Για τις ερμηνείες, που αν υπήρχε δικαιοσύνη, θα έπρεπε να πάρουν όλα τα κινηματογραφικά βραβεία της υφηλίου; Για το σενάριο – σταυροβελονιά, που θέτει στους ήρωες, αλλά – κι αυτό είναι το πιο σπουδαίο – σε εμάς τους θεατές, ένα από τα πιο δύσκολα ηθικά διλήμματα που καλείται να αντιμετωπίσει κάποιος άνθρωπος – μακριά από εμάς; Ο σκηνοθέτης παρακολουθεί τους «καταραμένους» ήρωές του με την κάμερα – μεγεθυντικό φακό του. Είναι νέοι, είναι ωραίοι (σσ: καλά, το πόσο υπέροχες γυναίκες είναι οι Ιρανές, με ξεπερνάει – τι απίστευτη ομορφιά είναι αυτή;) και φεύγουν για ένα καλύτερο μέλλον. Στην Αυστραλία. Στην Μελβούρνη. Την καλύτερη πόλη στον κόσμο για να ζει κανείς, σύμφωνα με έρευνες! Ναι αλλά έλα που η ριμάδα η τύχη (;), η συγκυρία (;), η μοίρα (;) θα τους φέρει αντιμέτωπους με μια απίστευτη κατάσταση; Είναι προφανές τι καλούνται να αντιμετωπίσουν αλλά δεν θα το «προδώσω», όχι, είναι προτιμότερο να το διαπιστώσετε μόνοι σας.

Με μια ελάχιστη ομοιότητα με το «Submarino» και μη έχοντας καμία σχέση με το ανεκδιήγητο «Η δεύτερη αλήθεια» της Susanne Bier, η ταινία σε γραπώνει από το πρώτο λεπτό και δεν σε αφήνει. Πώς μπορείς να αντιμετωπίσεις μια ανθρώπινη τραγωδία η οποία προφανώς ξεπερνάει τις αντοχές σου; Γιατί αυτή η συλλογική ενοχή για κάτι για το οποίο προφανώς και δεν φταίει το ζευγάρι; Ή μήπως φταίει; Εδώ καταλαβαίνει κανείς τι κάνει νιάου νιάου στα κεραμίδια και πως εμμέσως πλην σαφώς ο σκηνοθέτης βάλλει κατά της ιρανικής κοινωνίας. Που έχει νέους και φερέλπιδες ανθρώπους, οι οποίοι μπορούν να φέρουν την προσδοκούμενη «αλλαγή», αλλά ίσως χρειαστεί να κάνουν λάστιχο την ηθική τους για να το πετύχουν! Ναι, είναι καλοί άνθρωποι με τα σημερινά, δεδομένα στάνταρ, αλλά καλοί άνθρωποι μπορούν να πάρουν πολύ συχνά τραγικά κακές αποφάσεις. Η αρχική σκηνή με τα ρούχα που μπαίνουν μέσα σε σακούλες κενού επίσης αφήνει πολλά να εννοηθούν σε επίπεδο συμβολισμού. Αλλά το τελικό ερώτημα σε αυτό το συναρπαστικό θρίλερ είναι ένα και μοναδικό: εσείς τι θα κάνατε; Μπορείτε να δείτε τον εαυτό σας στον καθρέφτη και να πείτε με σιγουριά πως θα κάνατε κάτι καλύτερο; Κάτι διαφορετικό;

Ταινιάρα με τα όλα της η Melbourne – κι ας υπάρχει το ψεγάδι πως εμείς, με τη δυτική λογική μας, ίσως καλούσαμε τις δέουσες αρχές για να ξεπλύνουν την μπουγάδα. Αλλά και πάλι, το ξαναλέμε: αυτή είναι μια ανατριχιαστικά σπουδαία ταινία! Και ο μετρ Χίτσκοκ, της εποχής του «The Rope», θα χαμογελούσε ευχαριστημένος για έναν ακόμα από τους επίγονούς του...

Μελβούρνη (Melbourne) Rating




Στις δικές μας αίθουσες? Στις 19 Μαΐου 2016 από την Feelgood Ent.
Περισσότερα... »

Όλοι οι Καλοί Χωράνε (Le Grand Partage) PosterΌλοι οι Καλοί Χωράνε
της Alexandra Leclère. Με τους Karin Viard, Didier Bourdon, Valérie Bonneton, Michel Vuillermoz, Josiane Balasko, Patrick Chesnais, Firmine Richard, Michèle Moretti


Η Μπουρζουαζία τρέμει...
του zerVo (@moviesltd)

Για να στήσει κανείς ένα αξιοπρεπές κοινωνικό δράμα, που η θεματική του ιδέα να πηγάζει από την παγκόσμια οικονομική ύφεση που διανύουμε, αρκεί και μόνο να ρίξει μια ματιά από το μπαλκόνι του, στην γειτονιά του, στον δρόμο του, ακόμη και στο ίδιο του το σπίτι, για να τσιμπήσει αληθινά περιστατικά που θα δομήσουν το σενάριο του. Piece Of Cake που λέμε. Το δύσκολο σε αυτή την περίπτωση είναι ετούτες τις ακραίες και πολλές φορές αναξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης, να παλέψει να τις παρουσιάσει ένας κινηματογραφιστής, υπό τύπον γλαφυρό, να τις διασκεδάσει, να βγάλει γέλιο στο αντίκρυ τους. Μια κατάσταση ισορροπίας δύσκολα ελεγχόμενη, που οι περισσότερες πιθανότητες δεν είναι με το μέρος της δηλαδή. Στην παρούσα περίπτωση, ένα point η σκηνοθέτις το αξίζει και με το παραπάνω εκτιμώ, αφού το ρισκάρει, σε ένα πεδίο που άλλοι εμπειρότεροι της, ούτε καν διανοούνται να διαβούν...

Όλοι οι Καλοί Χωράνε (Le Grand Partage) Wallpaper
Τέτοιο χειμώνα, βαρύ, παγωμένο, ψύχος πραγματικό με θερμοκρασίες πολικές, η Γαλλική πρωτεύουσα έχει να νιώσει για πολλές δεκαετίες, καθώς έχει σκεπαστεί από άκρο εις άκρου της, από ένα κατάλευκο χιονισμένο πέπλο. Για όσους απολαμβάνουν την θαλπωρή του διαμερίσματος τους δεν τρέχει και τίποτα, λίγες ώρες παραπάνω θα ανάψει ο θερμοστάτης. Με εκείνους τους φουκαράδες τους αστέγους, που τρέμουν από την παγωνιά στις αυτοσχέδιες παράγκες των δρόμων, τι γίνεται όμως? Λειτουργώντας ανθρωπιστικά (!) η κυβέρνηση του τόπου, θα δώσει εντολή σε όσους διαθέτουν τα απαιτούμενα τετραγωνικά, για όσο καιρό διαρκέσει η βαρυχειμωνιά, να φιλοξενήσουν (υποχρεωτικά) όλους όσους δεν έχουν που την κεφαλή κλίναι.

Συνεπώς το νεοκλασικό τριώροφο στην καρδιά των Παρισίων, όπως συμβαίνει και με το σύνολο των νοικοκυριών, θα τεθεί σε κατάσταση συναγερμού, με την δεδομένη άφιξη των καινούργιων του ενοίκων. Μια κατάσταση που θα αντιμετωπίσουν εντελώς διαφορετικά, οι ψηλομύτες, καραδεξιοί και με τάσεις ρατσιστικές Ντιμπρέιλ, σε σχέση με τους κατά πολύ πιο αγωνιστές,. σοσιαλιστικών ιδεωδών και ακτιβιστές Μπρετζέλ. Όταν θα έρθει η στιγμή της αλήθεια όμως, ιδεολογίες και φούμαρα, μάλλον θα πάνε περίπατο...

Ουσιαστικά η ταινία Le Grand Partage, ασχολείται με αυτή ακριβώς την μετάλλαξη των αντιλήψεων, ενόσω η θεωρία αρχίζει σταδιακά να γίνεται πράξη. Με την εισβολή των πεινασμένων, ξένων, αλλοδαπών, κουρελήδων, πανβρώμικων, στα πολυτελή σαλόνια των μη μου άπτου και στην πλήρη αναστάτωση που θα επιφέρουν στην καθημερινότητα τους, θέλουν δεν θέλουν. Έξυπνα η σκηνοθέτιδα Alexandra Leclere, στήνει στην πολυκατοικία κονάκια διαφορετικών πολιτικών ιδεών και παρατάξεων, τονίζοντας με τον τρόπο της, το πως εκείνες μπορούν να ισοπεδωθούν, σαν φτάσει η ώρα της αλήθεια. Είτε για τους παρτιζάνους, για τους οποίος απέξω από τον χορό, μια χαρά είναι οι ντουντούκες και οι πορείες, στο αντίκρυ της φιλάσθενης Αφρικάνας με το γκρινιάρικο μωρό, θα γίνουν πιο σκληροί κι από το ΕΘνικό Μέτωπο, είτε για τον βαμμένο Γκολικό, που ναι μεν δεν γυρίζει καν να κοιτάξει μετανάστη, σε μια από άλλη χώρα ψυχή όμως, θα βρει την θέρμη που έχει απολέσει από την πολυετή συζυγική σχέση του, με την, ελέω κλιμακτηρίου, αναψοκοκκινισμένη κυρά.

Κι όμως αυτή η μυστήρια και απίθανα υλοποιήσιμη υπόθεση εργασίας, σε οποιοδήποτε καπιταλιστικό καθεστώς - άλλα, όπου όλοι είχαν το σπιτάκι τους, το αμαξάκι τους, την περίθαλψη τους, την εκπαίδευση τους, δωρεάν, φρόντισαν να τα βγάλουν ανελεύθερα και σκάρτα - ενώ παίζει ικανοποιητικά σαν χιουμοριστικό υπόβαθρο, στην πορεία, χωλαίνει, μολονότι θα ανέμενε κανείς το αντίθετο. Διαρκείς επαναλήψεις του ίδιου μοτίβου φόβος - παρενόχληση - στέρηση οποιασδήποτε privacy, που και τους βασικούς χαρακτήρες καθιστούν ως καρικατούρες, μα και τους από τα πεζοδρόμια "εισβάλλοντες" στις μοκέτες, ως μηδενικούς και άβουλους. Οι υποιστορίες με το ζεύγος των Εβραίων, με τον μοναχικό μπον βιβέρ, με την λαμόγιο επιστάτρια δεν συνεισφέρουν πουθενά και παρόλες τις προσπάθειες του καστ, εκεί που και βέβαια ξεχωρίζει με άνεση η Karin Viard ως με κάψες πενηντάρα μεγαλοαστή, έχοντας σαν παραστάτες της των Le Figaro σύζυγο Didier Bourbon και την πρώτη στις διαδηλώσεις, αλλά και στο λάκισμα Valerie Bonneton, δεν σώζουν μέχρι τέλους το πλάνο. Που εντέλει φτάνει στην γνώριμη παράνοια που σχεδόν πάντα οδηγούνται οι φραντσέζικες κομεντί, με μέθοδο κομματάκι ενοχλητική και όχι εμπνευσμένη, ώστε να μιλήσουμε για μια δημιουργία που θα μείνει στο μυαλό για αρκετό καιρό μετά την θέαση της...

Όλοι οι Καλοί Χωράνε (Le Grand Partage) Rating




Στις δικές μας αίθουσες? Στις 19 Μαΐου από την Tanweer
Περισσότερα... »

2016 Cannes Film Festival Poster
Εξίσου θερμής υποδοχής από το κοινό των Καννών, έτυχε και η δεύτερη βρετανικής κοπής ταινία που συμμετέχει στο διαγωνιστικό. Αυτή την φορά τα χνάρια του πιο σημαντικού σκηνοθέτη από το Μεγάλο Νησί των ημερών μας, ακολούθησε το καινούργιο πόνημα της πλέον ταλαντούχας σκηνοθέτιδας από την Γηραιά Αλβιόνα. Το ανεξάρτητης παραγωγής American Honey, αποτελεί την πιο φρέσκια δημιουργία της Andrea Arnold και συγκαταλέγεται ανάμεσα στις 21 που συναγωνίζονται για την κατάκτηση του βαρύτιμου τροπαίου του Χρυσού Φοίνικα, έχοντας στο επίκεντρο της ιστορίας της, που τοποθετείται επί αμερικάνικου εδάφους, τις περιπέτειες μιας ομάδας μπαγαπόντηδων νεαρών αδελφών, που διασχίζουν την Midwest, πουλώντας - υποτιθέμενες 0 συνδρομές περιοδικών. Η μεγαλύτερη εξ αυτών, ομορφούλα, γαρ, θα πέσει στην αντίληψη ενός τυχοδιώκτη, που θα την παρακινήσει να τον ακολουθήσει στα φιλόδοξα σχέδια του. Ρόλο θηλυκό, που κρατά η πρωτοεμφανιζόμενη και πανέμορφη Sasha Lane, που καθώς φαίνεται αποτελεί το καινούργιο εύρημα της Εγγλέζας, μετά από τον Michael Fassbender στο Fish Tank. "Δεν γνωριζόμουν προσωπικά με την Andrea, αλλά ήταν εκείνη που με προσέγγισε μόλις πέρσι για να λάβω μέρος στην ταινία, κατά την διάρκεια του Spring Break. Και αυτό συνέβη την κατάλληλη στιγμή, επισημαίνει η ενζενί, καθώς αρχικά δεν αντιλήφθηκα τι ακριβώς ζητούσε από μένα, αλλά με κέρδισε με την ευγένεια και το χαμόγελο της. Την εμπιστεύτηκα άμεσα, καταλαβαίνοντας πως είναι ένα πολύ σημαντικό πρόσωπο και δεν έχει καμία σχέση με τις κοινές "προτάσεις" που τάζουν ρόλους σοβαρούς και στο φινάλε αποδεικνύονται πορνοταινίες."  

American Honey Cannes American Honey Cannes
American Honey Cannes American Honey Cannes

Photo: Getty Images Europe / zimbio.com



Για να προετοιμάσει κατάλληλα το έδαφος η Arnold ταξίδεψε η ίδια στις Μεσοδυτικές Πολιτείες των ΗΠΑ αναζητώντας τις σωστές τοποθεσίες για να στήσει την κάμερα της. "Ήταν κάτι ιδιαίτερα δύσκολο για μένα, ιδιαίτερα όταν βρέθηκε πολλές φορές αντιμέτωπη με την άγρια φύση και τους πανίσχυρους κυκλώνες. Και τι δεν συνάντησα σε αυτές τις μικρές και φτωχικές κωμοπόλεις. Πιο αξιομνημόνευτη θα μου μείνει η στιγμή που σε ένα τοπικό φαρμακείο, γνώρισα έναν φαρμακοποιό, που μου συνταγογράφησε παυσίπονα για ηλικιωμένους και αντικαταθλιπτικά για νέους ανθρώπους!" Ο μεγάλος σταρ του πρότζεκτ όμως δεν είναι άλλος από τον πολύ Shia LaBeouf, που εσχάτως επιχειρεί μια στροφή 180 μοιρών στην καριέρα του και βρέθηκε επίσης στις Κάννες για την μεγάλη πρεμιέρα του έργου: "Για να μπω στο πετσί του ρόλου μου, έκανα κι εγώ ένα ταξίδι μιας εβδομάδας στην περιοχή, ώστε να καταλάβω πως ζουν εκεί οι άνθρωποι, πως είναι η ρουτίνα τους, η καθημερινότητα τους. Στο Μπέικερσφιλντ, από όπου κατάγεται και ο πατέρας μου, δεν υπάρχει τίποτα άλλο, παρά μόνο μια φυλακή. Απίστευτο! Κατανόησα όμως πλήρως την κατάσταση, διότι κι εγώ είμαι ένα παιδί της κατώτερης κοινωνικής τάξης." Όσο για το αν είχε κάποιες δυσκολίες με τις ερωτικές σκηνές που συμμετείχε στο φιλμ, η απάντηση του υπήρξε άμεση: "Όχι, αν και δεν νομίζω πως προσλήφθηκα γι αυτό τον λόγο. Εδώ πραγματικά βρήκα έναν ρόλο που ταιριάζει πραγματικά στον χαρακτήρα μου. Όπως το ίδιο συνέβη και με την επόμενη ταινία μου, που θα παίξω τον θρυλικό τενίστα Τζον Μάκ Ενρο, που επίσης ταιριάζουμε πολύ ως φυσιογνωμίες. Παθιάστηκα με αυτούς τους δύο ρόλους και γι αυτό πιστεύω πως μπήκα βαθιά μέσα τους, έγινα ένα με αυτούς."

Η ταινία American Honey συμμετέχει στο Διαγωνιστικό Τμήμα του Φεστιβάλ και η έξοδος της στις αίθουσες, παγκοσμίως, έχει προγραμματιστεί να γίνει μέσα στο προσεχές καλοκαίρι.

zerVo

Cannes Film Festival 2016
Περισσότερα... »



Cannes Film Festival 2016 Live

του Θόδωρου Γιαχουστίδη

Αγάπη μόνο!

Πρέπει να δικαιολογήσω τον εαυτό μου, δεν γίνεται αλλιώς. Η ώρα που ξεκινάει να γράφεται αυτό το κείμενο είναι Τρίτη βράδυ προς ξημερώματα Τετάρτης. Κι όμως εδώ θα διαβάσετε για τις ταινίες που είδαμε κατά τη διάρκεια της Δευτέρας! Πώς γένεν αυτό; Μα πολύ απλά: τι να πρωτοπρολάβουμε αδέλφια; Ταινίες να δούμε; Καλά να είμαστε; Και πότε ακριβώς να γράφουμε; Δεν βγαίνω μάνα μου, δεν βγαίνω.

Οπότε ναι, μάθαμε ότι η ΑΕΚ κέρδισε τον Ολυμπιακό στο κύπελλο 2 – 1, κάτι που δεν θα αναφέραμε αν γράφαμε το κείμενο τη Δευτέρα το βράδυ, μετά το πέρας των προβολών, ως οφείλαμε! Επίσης, δεν θα σας λέγαμε ότι στην προβολή του «Captain Fantastic», που είδαμε την Τρίτη το βράδυ, μεταξύ των παρευρισκομένων ήταν και η Katy Perry! Για την ταινία θα γράψουμε αύριο (αν προλάβουμε...) οπότε το ότι θα σας λέγαμε τότε για την Katy Perry θα το είχατε διαβάσει αλλού πολύ πιο μπροστά. Με λίγα λόγια, κουλουβάχατα. Δεν πειράζει όμως ρε παιδιά. Πάνω από όλα υγεία και καλή καρδιά...

Loving Cannes 2016


Ο Jeff Nichols είναι χαρακτηριστική περίπτωση σκηνοθέτη που αργά αλλά σταθερά εντάσσεται και «απορροφάται» από το σύστημα. Το χολιγουντιανό. Έδωσε τα διαπιστευτήριά του και τώρα πλέον, αφομειωμένος, πρέπει να κάνει «μεγάλες» ταινίες, για το πολύ κοινό. Ο άνθρωπος που λατρέψαμε με το «Καταφύγιο» (Take Shelter, 2011) και είχε κάτι πολύ ενδιαφέρον να πει και στο «Ένα καλοκαίρι» (Mud, 2012), μας την έκανε γυριστή αλά Σπίλμπεργκ με το «Ο εκλεκτός της νύχτας» (Midnight Special, 2016) και τώρα έρχεται στο διαγωνιστικό τμήμα των Καννών με κάτι καλό μεν αλλά τόσο προβλέψιμο και τόσο φτιαγμένο by the books, που δεν κρύβει καμία έκπληξη. Μιλάμε για το «Loving».

Η υπόθεση: Ιούνιος 1958. Ο Ρίτσαρντ Λάβινγκ κάνει πρόταση γάμου στην αγαπημένη του Μίλντρεντ σε ένα χωράφι της Βιρτζίνια όπου ζουν, σε ένα σημείο όπου σκέφτεται να χτίσει το σπίτι στο οποίο θα στεγάσουν την ευτυχία τους. Η Μίλντρεντ δέχεται και οι δυο τους φεύγουν για την Ουάσινγκτον όπου και παντρεύονται. Αμά τη επιστροφή τους, όμως, ένα βράδυ, η αστυνομία κάνει έφοδο εκεί που διαμένουν και τους συλλαμβάνει. Ποιο είναι το έγκλημά τους; Ο Ρίτσαρντ είναι λευκός και η Μίλντρεντ αφροαμερικάνα (και ολίγον τι Τσερόκι). Και γάμος μεταξύ λευκών και αφροαμερικάνων απαγορευόταν σύμφωνα με τους νόμους της Βιρτζίνια. Φυλακίζονται και ο δικαστής τους θέτει το δίλημμα: ή θα φύγουν από την πολιτεία για 25 χρόνια (!) ή θα φυλακιστούν για ένα χρόνο. Το ζευγάρι αποφασίζει να φύγει. Γεννιούνται τα παιδιά τους, μεγαλώνουν, αλλά η Μίλντρεντ θέλει να επιστρέψει. Και το ζευγάρι γυρίζει. Ένας ολόκληρος δικαστικός αγώνας ξεκινά προκειμένου να καταφέρουν να κατοχυρώσουν το αναφέρετο δικαίωμά τους να ζήσουν μαζί και ελεύθεροι εκεί όπου οι ίδιοι επιθυμούν...

Η άποψή μας: Η ταινία βασίζεται σε πραγματική ιστορία. Μάλιστα, έχει καταγραφεί και σε ένα ντοκιμαντέρ και συγκεκριμένα το «The Loving Story» (2011) της Nancy Buirski. Γενικά η υπόθεση ξεσήκωσε μεγάλο ντόρο στην εποχή της: ο Λευκός Οίκος έδειξε ενδιαφέρον και το περιοδικό Life έκανε ένα φωτογραφικό ρεπορτάζ που είχε τον εύγλωττο τίτλο «The Crime of Being Married». Μέχρι εδώ όλα καλά. Ο Jeff Nichols επιλέγει να μεταφέρει την πραγματική αυτή ιστορία ως μια ιστορία μυθοπλασίας, σαν να μην έγιναν όλα αυτά. Ως ένα δράμα που αξίζει τον κόπο να ειπωθεί γιατί έχει ενδιαφέρον. Κι αυτό το δεχόμαστε και μάλιστα ως κάτι έξυπνο: ο σκηνοθέτης δεν θέλει να κάνει μια από τις ντεμέκ στρατευμένες ταινίες αλά Χόλιγουντ αλλά να διηγηθεί μια ενδιαφέρουσα μικρή ιστορία που θέλει να τη μοιραστεί με τους θεατές του.

Μόνο που... παραείναι ευγενικός! Παραείναι χαμηλόφωνος. Ψιθυρίζει την ιστορία ούτε καν την αφηγείται με στεντόρεια φωνή. Διάολε, δεν υπάρχουν κακοί στην ταινία! Μόνο ο σερίφης τον οποίο υποδύεται ο Marton Csokas βγάζει μια άκαμπτη συμπεριφορά αλλά και πάλι δεν νιώθουμε ότι μισεί το ζευγάρι για αυτό που έκανε. Απλώς, εφαρμόζει τον νόμο. Εδώ καλά καλά δεν αναφέρεται ποιος «κάρφωσε» το ζευγάρι στην αστυνομία! Δηλαδή, ρουφιάνοι υπήρχαν, οδήγησαν ένα ζευγάρι στη φυλακή, με τη γυναίκα έγκυο παρακαλώ, και δεν κατονομάζεται! Η προσέγγιση αυτή του Nichols οδηγεί την ταινία σε χαμηλά ημιτόνια. Σε ένα φλατ πράγμα, γεμάτο ακαδημαϊσμό, που δεν διαθέτει καμία στιγμή ρίσκου, καμία στιγμή έκθεσης, καμία στιγμή αμφιβολίας από μέρους του θεατή, κάτι που ήταν σήμα κατατεθέν για το «Καταφύγιο». Όντας γνωστή η ιστορία και μην κρύβοντας καμία έκπληξη σε ότι αφορά την έκβαση θεωρούμε ότι ο Nichols έπρεπε να ζεστάνει τα πράγματα, να τα ζωντανέψει, να τα κάνει πιο ενδιαφέροντα. Αυτός ακόμα και το ερωτευμένο ζευγάρι το δείχνει ως ένα κανονικό ζευγάρι που έτυχε να μπει στο στόχαστρο του νόμου. Τέλος πάντων, σίγουρα καλοφτιαγμένη ταινία με ενδιαφέρουσα, αλλά υποτονική ερμηνεία από τον Edgerton. Εκείνη που κερδίζει τις εντυπώσεις είναι η Ruth Negga, στο ρόλο της Μίλντρεντ. Κλασικά, μικρό πέρασμα από την ταινία κάνει και ο Michael Shannon. Ο Nichols δείχνει πως του αρέσει να συνεργάζεται με τους ίδιους πάνω κάτω ανθρώπους. Ας ελπίσουμε ότι θα γυρίσει στον παλιό καλό εαυτό του και να μην μετατραπεί σε έναν ανθυπο-Spielberg.

Hell ro High Water Cannes 2016

Ο David Mackenzie από την άλλη είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση σκηνοθέτη. Ο Σκοτσέζος δημιουργός μπορεί να έχει αποδείξει στην καριέρα του ότι είναι ικανός για το καλύτερο και το χειρότερο, αλλά το καλύτερό του είναι πάρα πολύ καλό. Με την ταινία του «Hell ro High Water» περνάει για πρώτη φορά από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού και πηγαίνει στο Τέξας για να πει μια ενδιαφέρουσα ιστορία, σε μια ταινία που συμμετέχει στο τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα».

Η υπόθεση: Ο Τόμπι και ο Τάνερ είναι δύο αδέλφια. Ο μεγάλος αδελφός, ο Τάνερ, έχει κάνει χρόνια φυλακή. Ο Τόμπι από την άλλη είναι παντρεμένος, χωρισμένος κι έχει να δει τα παιδιά του πάνω από ένα χρόνο, καθώς πέρα όλων των άλλων, δεν έχει χρήματα για να πληρώσει διατροφή. Καθώς πλησιάζει η ημερομηνία που η τράπεζα θα τους πάρει το οικογενειακό ράντζο όπου έχουν βρει πετρέλαιο, καθώς δεν έχουν χρήματα για να αποπληρώσουν τα δάνειά τους, τα δύο αδέλφια καταστρώνουν ένα έξυπνο σχέδιο: να «χτυπάνε» υποκαταστήματα της συγκεκριμένης τράπεζας σε όλο το Τέξας, να τα ληστεύουν δηλαδή, κι αφού μαζέψουν το ποσό που απαιτείται, να ξεχρεώσουν το δάνειο και να σταματήσουν. Ξοπίσω τους θα βρεθεί ένας Ρέιντζερ που βρίσκεται τρεις βδομάδες μακριά από τη συνταξιοδότηση, ο Μάρκους και ο συνεργάτης του – κι αυτός που δέχεται τα διαρκή πειράγματά του – ο μισός Ινδιάνος Αλμπέρτο.

Η άποψή μας: Εδώ μάλιστα, έχουμε να κάνουμε με μια ταινία που σε κρατάει τόσο σε ότι αφορά το σασπένς όσο και με τα ηθικά διλήμματα με τα οποία μας φέρνει ως θεατές αντιμέτωπους. Αν το έπος των αδελφών Κοέν με την ανάλογη (περίπου δηλαδή) θεματική είχε τον τίτλο «No Country for Old Men» ετούτη η ταινία θα μπορούσε να ονομάζεται «No Country for Poor Guys». Πολύ έξυπνα ο Mackenzie κάνει το κοινωνικό του σχόλιο χωρίς καθόλου διδακτικό ύφος. Αρκούν οι επιγραφές στις άκρες των highways: «έχετε χρέος;», «θέλετε χρήματα;» και τέτοια, δίπλα σε πόλεις και χωριά κατεστραμμένες από μια οικονομία που ενδιαφέρεται μόνο για το κέρδος των μεγάλων επιχειρήσεων και των τραπεζών κι έχει χεσμένους του μεσο- και μικροαστούς αλλά και τους εργάτες της γης, τους white trash, αυτούς που κάποτε βγάζανε χρήματα με έντιμο τρόπο, έχοντας δουλειά και πλέον έχουν μπει στο περιθώριο. Ως θεατές δεν μπορούμε παρά να υποστηρίζουμε τους «κακούς». Γιατί αυτοί οι κακοί δεν γεννήθηκαν τέτοιοι. Έγιναν τέτοιοι. Γιατί τους ανάγκασαν οι τράπεζες, οι πραγματικοί κακοί της ιστορίας. Ή λοιπόν αντιστέκεσαι – κι ένας τρόπος είναι η παρανομία, όπως και να το κάνουμε – ή γίνεσαι λίπασμα αυτοκτονώντας ή περιθωριοποιείσαι.

Σε ότι αφορά τη δράση αυτή καθαυτή, ο Mackenzie σκηνοθετεί ωσάν να ζούσε στην Αμερική και δει στο Νότο της, στο Τέξας, μια εντελώς ιδιάζουσα πολιτεία δηλαδή, από γεννησιμιού του. Οι σκηνές κυνηγητού με τα αυτοκίνητα είναι πάρα πολύ καλά γυρισμένες, οι σκηνές των ληστειών επίσης, υπάρχει ένταση, υπάρχει ρυθμός, υπάρχει πάθος, υπάρχει ένα καλογραμμένο σενάριο από τον Taylor Sheridan (που υπέγραφε και το σενάριο για το «Sicario») και υπάρχουν και πάρα πολύ καλές ερμηνείες. Ο Chris Pine δείχνει πως δεν είναι απλά ένα ακόμα όμορφο αγόρι στο Χόλιγουντ. Η ερμηνεία του είναι χαμηλότονη, ειλικρινής, γλυκιά, το ακριβώς αντίθετο δηλαδή από εκείνη του Ben Foster που υποδύεται τον αδελφό του με πραγματική τρέλα, τέρμα τα γκάζια και μια περίεργη αίσθηση του δικαίου. Πείθουν ως αδέλφια κι αυτό είναι πολύ σημαντικό για την αξιοπιστία της ταινίας. Ο Jeff Bridges στο ρόλο του Ρέιντζερ, ε, τι να πούμε για τον άνθρωπο. Απίστευτος. Και ατακαδόρος. Γενικά, παρά το σκοτεινό του θέμα, το φιλμ δεν έχει κανένα πρόβλημα να έχει και χιούμορ! Αυτό προκύπτει κατά βάση μέσω των ατακών – προσβολών που ρίχνει ο Bridges στον συνεργάτη του, αλλά με κορυφαία κωμική σκηνή εκείνη μέσα στο dinner όπου η γραία σερβιτόρα ουσιαστικά επιβάλλει στους δύο συνεργάτες τι θα παραγγείλουν! Η μουσική των Nick Cave και Warren Ellis είναι ένα ακόμα plus σε τούτο το ελεγειακό νεο-γουέστερν που τελειώνει με... ισοπαλία. Στον τελικό διάλογο ανάμεσα στον Bridges και τον Pine η κάθε πλευρά παρουσιάζει τα επιχειρήματά της και ο θεατής καλείται να πάρει την τελική του απόφαση για το ποιος είναι ο δικαιωμένος από όλη αυτήν την ιστορία ανεξαρτήτως των νόμιμων ή μη νόμιμων μέσων που χρησιμοποίησε. Μια πραγματικά πολύ καλή ταινία.

Fai bei sogni Cannes 2016

51 ολόκληρα χρόνια έχουν περάσει από τότε που ο 77χρονος Marco Bellocchio γύριζε την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, το σπουδαίο «Γροθιές στην τσέπη» (I pugni in tasca, 1965). Φέτος συμμετέχει με την 23η μεγάλου μήκους ταινία της καριέρας του στο τμήμα «Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών». Τίτλος της: «Fai bei sogni» ή «Sweet Dreams». Η αλήθεια είναι πως ο Bellocchio έχει πλέον μεγαλώσει. Πολύ.

Η υπόθεση: Τορίνο, 1969. Η ειδυλλιακή παιδική ηλικία του 9χρονου Μάσιμο κατακρημνίζεται από το μυστηριώδη θάνατο της μητέρας του. Κανένας δεν του εξηγεί πως έγινε. Και ο πιτσιρικάς αρνείται να δεχτεί αυτήν τη βίαια απώλεια, ακόμα και όταν ο παπάς του λέει πως η μητέρα του βρίσκεται πλέον στον παράδεισο. Χρόνια αργότερα, κατά τη δεκαετία του '90, ο Μάσιμο έχει γίνει ένας αναγνωρισμένος δημοσιογράφος. Μετά την παραμονή του στη Βοσνία όπου κατέγραφε τα τεκταινόμενα στον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας και ιδιαίτερα όσα έλαβαν χώρα στο Σεράγιεβο, αρχίζει να υποφέρει από κρίσεις πανικού. Καθώς ετοιμάζεται να πουλήσει το διαμέρισμα των γονέων του ο Μάσιμο αναγκάζεται να ξαναζήσει το τραυματικό παρελθόν του. Η Ελίζα, μια γιατρός με κατανόηση μπορεί να βοηθήσει τον τσακισμένο ψυχολογικά Μάσιμο να ανοιχτεί επιτέλους και να αντιμετωπίσει τα παιδικά του τραύματα.

Η άποψή μας: Οι άντρες του ευρωπαϊκού νότου έχουμε μια ιδιαίτερη σχέση με τη μητέρα μας. Οι Ιταλοί είναι οι πιο διάσημοι «μαμάκηδες». Λατρεύουν τις μητέρες τους μέχρι τα βαθιά τους γεράματα! Στην Ελλάδα τα πράγματα είναι λίγο αντεστραμμένα: οι Ελληνίδες μάνες λατρεύουν τους γιους τους. Ανησυχούν όταν βγαίνουν έξω και περιμένουν να επιστρέψει ο κανακάρης τους σπίτι ακόμα κι αν είναι 40 και 5ο ετών ο κανακάρης! «Μπουφάν να βάλεις», σου λέει, «Δεν σε ταΐζουν εκεί που είσαι;» σε ρωτάει ντεμέκ από ενδιαφέρον. Ε, λοιπόν, αυτήν την ιδιαίτερη σχέση μητέρας και γιου αλά ιταλικά σκιαγραφεί εδώ ο Bellocchio. Μόνο που το... παρακάνει! Μια ταινία 134 λεπτών όπου ο βασικός πρωταγωνιστής δεν μπορεί να ξεπεράσει τον χαμό της μητέρας του;

Too much! Υπάρχουν σκηνές που έχουν ενδιαφέρον, όπως εκείνη όπου μητέρα και γιος χορεύουν twist ή που παρακολουθούν μαζί τηλεόραση αλλά το χαλαρό δέσιμο τους και η φλυαρία δεν λειτουργούν υπέρ της ταινίας. Εκείνο που σίγουρα λειτουργεί υπέρ της ταινίας είναι η υπέροχη παρουσία της Berenice Bejo. Κάθε φορά που εμφανίζεται στη μεγάλη οθόνη (και δυστυχώς είναι λίγες σε σχέση με ολόκληρη την ταινία) το πράγμα αποκτά ενδιαφέρον. Βέβαια, και πάλι είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς πως ένας τέτοιος ζεστός και τρυφερός άνθρωπος θα μπορούσε ποτέ να βρει ενδιαφέρονται έναν μονίμως μουτρωμένο, καταθλιπτικό και γκρινιάρη άντρα. Περί ορέξεως κολοκυθόπιτα. Ο Bellocchio λοιπόν δεν έκανε το θαύμα του. Να σημειώσουμε κλείνοντας πως το σενάριο της ταινίας βασίζεται στο ομώνυμο best seller στην Ιταλία του Massimo Gramellini.

El ciudadano ilustre Cannes 2016

Και κλείνουμε τη σημερινή μας ανταπόκριση με μια ταινία από το Μάρκετ. Πρόκειται για το φιλμ «El ciudadano ilustre» (The Distinguished Citizen) των Gastón Duprat, Mariano Cohn, μια ταινία αργεντίνικης παραγωγής που φέρνει στο νου κάτι από το «Κυνήγι» του Thomas Vinterberg αλλά και από τον «Βασιλιά» του Νίκου Γραμματικού, σε πιο χαλαρούς τόνους πάντως.

Η υπόθεση: Ο Ντανιέλ Μαντοβάνι είναι ένας συγγραφέας παγκοσμίου φήμης, την οποία επικυρώνει με τη βράβευσή του με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Τα βιβλία του πουλάνε τρελά και καθημερινά δέχεται δεκάδες προσκλήσεις για συνεντεύξεις (τηλεοπτικές, ραδιοφωνικές, γραπτές), για παρουσίαση σε διάφορες εκδηλώσεις τόσο φιλανθρωπικού όσο και κοσμικού χαρακτήρα, για ομιλίες σε πανεπιστήμια ανά τον κόσμο. Ο ίδιος όμως είναι μοναχικός άνθρωπος και προτιμά να βρίσκεται στο ησυχαστήριο του, στη Βαρκελώνη. Τη μόνη παρέα που ανέχεται είναι αυτή της ιδιαιτέρας βοηθού του. Κάποια μέρα τον περιμένει μια έκπληξη: τον καλούν να τον τιμήσουν από την γενέτειρά του, μια μικρή πόλη στην Αργεντινή. Ενώ αρχικά αρνείται την πρόσκληση εντέλει αποφασίζει να κάνει το μεγάλο ταξίδι. Εξάλλου, η γενέτειρά του πάντα αποτελούσε πηγή έμπνευσης για τα βιβλία του κι έχει να την επισκεφτεί για πάρα πολλές δεκαετίες. Μόνο που τα πράγματα εντέλει δεν του πάνε ακριβώς έτσι όπως τα περίμενε.

Η άποψή μας: Το αργεντίνικο σινεμά, γενικά το σινεμά της λατινικής Αμερικής είναι από τα πιο δημιουργικά και ενδιαφέροντα αυτή τη στιγμή. Στην Αργεντινή παράγονται ταινίες που απευθύνονται στο μεγάλο κοινό υπάρχουν όμως και καλλιτεχνικά δημιουργήματα υψηλής αισθητικής αξίας. Τούτη η ταινία είναι εμπορική: δεν είναι τυχαίο ότι τη διανομή της έχει αναλάβει το αργεντίνικο τμήμα της Ντίσνεϊ για την ίδια τη χώρα. Αυτό όμως πλέον δεν αποτελεί κριτήριο για να κρίνουμε μια ταινία. Αυτό αποτελεί απλώς μια επιπλέον πληροφορία. Γιατί η ταινία είναι καλή. Πολύ καλή μάλιστα. Ο βασικός χαρακτήρας, ο Ντανιέλ Μαντοβάνι, σε κανένα σημείο του φιλμ δεν αποκαλύπτει τον πραγματικό του εαυτό. Είναι αυτά που λέει; Είναι αυτά που γράφει; Ή απλά υποδύεται ρόλο; Ας πούμε, ο λόγος που εκφωνεί μετά τη βράβευσή του από τη Σουηδική Ακαδημία με το βραβείο Νόμπελ, δείχνει έναν άνθρωπο που δεν τον ενδιαφέρουν οι βραβεύσεις, έναν αντισυμβατικό τύπο, χορτάτο, που τον νοιάζουν πολύ πιο σημαντικά πράγματα από γιορτές και παράτες. Ισχύει; Ή το παίζει;

Γιατί όταν φτάνει στη γενέτειρά του μέχρι και σε πυροσβεστικό άρμα θα ανεβεί, ωσάν... ποδοσφαιριστής για να χαιρετίσει τους συμπολίτες του που έχουν βγει στους δρόμους (καλά, μην φαντάζεστε πλήθος – από τις έξυπνες και αστείες σκηνές της ταινίας) για να τον προϋπαντήσουν. Στη γενέτειρά του θα συναντήσει ξανά το μεγάλο του έρωτα, μια γυναίκα παντρεμένη με παιδί πια. Ο άντρας της ήταν φίλος με τον Ντανιέλ και θέλει να τα πάνε καλά. Η κόρη... μεγάλη ιστορία. Τα πράγματα στραβώνουν όταν ένας γιατρός που βλέπει τον πίνακά του να απορρίπτεται από κριτική επιτροπή στην οποία προεδρεύει τιμής ένεκεν ο Ντανιέλ, τον κατηγορεί ότι ουσιαστικά είναι ατάλαντος και πως κλέβει τις πραγματικές ιστορίες των συμπολιτών του για να βγάλει χρήματα. Η ένταση κλιμακώνεται και το φινάλε (μπορεί και να) είναι τραγικό. Οι δύο σκηνοθέτες παρουσιάζουν τον κόσμο της διανόησης μέσω του ήρωά τους ως λίγο ψεύτικο, λίγο δήθεν, αλλά ανθρώπινο, γεμάτο ανάγκες, λάθη, πάθη και ιδιαιτερότητες. Πάρα πολύ καλό φιλμ, που, για να καταλάβετε πόσο μπροστά είμαστε, θα βγει στις αίθουσες της Αργεντινής στις 18 Σεπτεμβρίου του 2016. Γατάκια!

Θοδωρής Γιαχουστίδης

Cannes Film Festival 2016 Live
Περισσότερα... »



Cannes Film Festival 2016 Live

του Θόδωρου Γιαχουστίδη

Κι όμως, δεν εκερδίσαμε το τζόκερ!

Ένας υπερτυχερός λέει κέρδισε σχεδόν 10 εκατομμύρια ευρώ στην κλήρωση του τζόκερ που έγινε την Κυριακή. Να δω τι θα του μείνουν από τη στιγμή που θα τον εντοπίσει η εφορία κι έπειτα. Η ΠΑΟΚΑΡΑ πήρε χι μέσα στο βάζελο, με 10 παίκτες από το 20ο λεπτό παρακαλώ. Η ΤΣ ΕΣ ΚΑ Μόσχας κατέκτησε την Γιουρολίγκα με τον Δημήτρη Ιτούδη στον πάγκο της! Τρέλα! Η Ουκρανία κέρδισε την Γιουροβίζιον με ένα τραγούδι για την... γενοκτονία των φασιστών Τατάρων από τον Στάλιν. Και ξεκινούν οι πανελλήνιες εξετάσεις – καλή επιτυχία σε όλα τα παιδιά που δίνουν τον αγώνα τον καλό.

Σαν πανελλήνιες είναι και κάθε φεστιβάλ, πόσο μάλλον το φεστιβάλ των Καννών. Άλλες ταινίες «γράφουν» άριστα καθώς οι δημιουργοί τους έρχονται διαβασμένοι, άλλες αιφνιδιάζουν καθώς, παρά το μη καλό διάβασμα του δημιουργού οι αυτοσχεδιασμοί τους, τους βγαίνουν σε καλό, άλλες καταλαβαίνεις ότι ο δημιουργός τους έχει διαβάσει καλά αλλά δεν ξέρει να διατυπώσει αυτά που ξέρει, άλλες είναι εκτός θέματος, άλλες δίνουν λευκή κόλλα και τα λοιπά και τα λοιπά. Για την τέταρτή μας ανταπόκριση έχουμε να αναφερθούμε σε τέσσερις ταινίες.

Ma vie de Courgette Cannes 2016


Η πρώτη ταινία της ημέρας είναι και η πρώτη ταινία κινουμένων σχεδίων που είδαμε στις Κάννες φέτος. Τίτλος της: «Ma vie de Courgette» (Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών). Πρόκειται για την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία που σκηνοθετεί ο Ελβετός Claude Barras, το σενάριο της ταινίας, που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Gilles Paris γράφτηκε από τη Γαλλίδα σκηνοθέτιδα Céline Sciamma, γνωστή μας από τις ταινίες «Tomboy» και «Bande de filles» και η διάρκεια της ταινίας – που ναι μεν ανήκει στη μεγάλη κατηγορία των κινουμένων σχεδίων αλλά έχει γυριστεί με την τεχνική του stop motion, με πλαστελίνες – είναι μόλις 66 λεπτά! Μια χαρά για ένα φεστιβάλ που μας έχουν ρημάξει στις σχεδόν τρίωρες δημιουργίες οι διάφοροι...

Η υπόθεση: Ο Ίκαρος είναι ένας πιτσιρίκος που ζει μαζί με την αλκοολική μητέρα του, καθώς ο πατέρας του τους έχει εγκαταλείψει (του άρεσε να πηγαίνει με διάφορες «κότες», όπως του έχει πει η μητέρα του). Για συναισθηματικούς λόγους προτιμά να τον φωνάζουν Courgette, ήτοι «Κολοκυθάκι». Μια μέρα για να προστατέψει τον εαυτό του από τη μαινόμενη, μεθυσμένη μητέρα του, τη σκοτώνει κατά λάθος. Με τη βοήθεια ενός συναισθηματικού αστυνομικού ο Courgette θα βρεθεί σε Ίδρυμα γεμάτο «προβληματικά» παιδιά όπως εκείνον. Εκεί θα δεχτεί αγάπη ίσως για πρώτη φορά στη ζωή του, θα φτιάξει φίλους, θα ερωτευθεί και θα κατορθώσει να φύγει έχοντας μια οικογένεια τεχνητή μεν αλλά πολύ πιο πραγματική από αυτήν που είχε πριν πάει στο Ίδρυμα.

Η άποψή μας: Πολύ καλή δουλειά έχει γίνει σε τούτη την τρυφερότατη ταινία που το μόνο της (μα σοβαρό) πρόβλημα είναι η εύρεση του target group! Τα πολύ πιτσιρίκια που βλέπουν ταινίες της Ντίζνεϊ ας πούμε, ίσως αγριευτούν με μια ταινία όπου υπάρχει φανερός αλκοολισμός ενηλίκου, δολοφονία χωρίς πρόθεση, και υπόνοιες για σεξουαλική κακοποίηση παιδιού από κάποιον από τους γονείς του! Οι έφηβοι από την άλλη ίσως βρουν την ταινία πολύ παιδική για τα γούστα τους. Οι ενήλικες συνήθως πηγαίνουν σε ταινίες κινουμένων σχεδίων συνοδεύοντας τα παιδιά ή τα ανίψια τους. Πρόβλημα λοιπόν.

Κατά τα άλλα, η ταινία είναι άψογη και ιδιαίτερα προσεκτική και ώριμη στα θέματα τα οποία θίγει. Η αθωότητα των παιδιών και οι συνεχόμενες αναρωτήσεις τους, ιδίως σε ότι έχει να κάνει με το σεξ, προκαλούν μονίμως γέλιο. Ο αστυνομικός δέχεται μονίμως μπουγέλο από έναν Άραβα πιτσιρίκο, καθώς ο μικρός θεωρεί πως εκείνος είναι υπεύθυνος που ο πατέρας του είναι στη φυλακή! Η σχέση του αστυνομικού με τον Courgette είναι κομβικής σημασίας για την ταινία, καθώς για πρώτη φορά ο μικρός βλέπει στο συγκεκριμένο ενήλικα μια πατρική φιγούρα, τέτοια που δεν είχε γνωρίσει ποτέ. Μεγάλη έκπληξη το άκουσμα του υπέροχου γερμανικού τραγουδιού «Eisbar» των Grauzone από το 1980, στη σκηνή με το πάρτι στην εκδρομή των παιδιών στο χειμερινό καταφύγιο! Καθόλου έκπληξη από την άλλη το άκουσμα του γαλλικού ύμνου «Le Vent Nous Portera» στο φινάλε της ταινίας, όχι από τους Noir Desir αλλά σε διασκευή. Πολύ καλή δουλειά, που καταχειροκροτήθηκε!

American Honey Cannes 2016

Η Andrea Arnold είναι αν μη τι άλλο μια πολύ ενδιαφέρουσα σκηνοθέτιδα. Με την τέταρτη μεγάλου μήκους ταινία της, και πρώτη αμερικάνικη, επιστρέφει στο φεστιβάλ όπου συμμετείχε και με τις δύο πρώτες ταινίες της, για την καθεμιά από τις οποίες έλαβε και το Βραβείο της Επιτροπής! Στο διαγωνιστικό τμήμα λοιπόν η ταινία «American Honey», με τίτλο δανεισμένο από το ομώνυμο τραγούδι των Lady Antebellum.

Η υπόθεση: Η Σταρ είναι μια 18χρονη κοπέλα που μπορεί να έχει μέλλον, παρόν όμως δεν διαθέτει. Ανήκει στην κατηγορία white trash, φροντίζει η ίδια τα δύο ανήλικα αδέλφια της μαζεύοντας φαγώσιμα από τους σκουπιδοντενεκέδες των σούπερ-μάρκετ και οι γονείς της είναι εκτός εικόνας. Μια μέρα θα συναντήσει μια παρέα συνομηλίκων της που τριγυρνάνε της μεσοδυτικές πολιτείες των ΗΠΑ βγάζοντας τα προς το ζην «πουλώντας» συνδρομές για περιοδικά! Την προσοχή της κερδίζει αμέσως ο Τζέικ, ένας καταφερτζής αλαζόνας, μεγαλύτερός της, που την προσκαλεί να τους ακολουθήσει και να βγάλει κι εκείνη χρήματα. Αφού αφήσει τα αδέλφια της, η Σταρ όντως ακολουθεί το παράξενο αυτό καραβάνι. Μεταξύ αυτής και του Τζέικ θα αναπτυχθεί μια ερωτική σχέση. Έτσι κι αλλιώς όμως είναι νέα, είναι νέοι και όλη η ζωή βρίσκεται μπροστά τους...

Η άποψή μας: Στις Κάννες είναι κανόνας οι περισσότερες ταινίες του διαγωνιστικού τμήματος να είναι μεγάλες σε διάρκεια. Τούτη η ταινία, ας πούμε, διαρκεί 162 λεπτά! Σχεδόν τρεις ώρες δηλαδή! Ξέρετε ποιο είναι το κατόρθωμα της Arnold; Ότι κατάφερε να γεμίσει αυτά τα 162 λεπτά χωρίς να μας παρουσιάζει κάτι το συγκλονιστικό αλλά κανένα λεπτό της ταινίας δεν σε κάνει να βαρεθείς ή σε αφήνει αδιάφορο! Μπορεί να είναι η πιο «χαλαρή» σε ότι αφορά τη διαδοχή των γεγονότων που έχω δει κι όμως όλα τα κομμάτια του παζλ κολλάνε. Από την αριστουργηματική διεύθυνση φωτογραφίας, το απαιτητικό και εντελώς έξυπνο μοντάζ και το καταπληκτικότερο σάουντρακ που έχετε ακούσει τα τελευταία χρόνια!

Ε, ναι, λοιπόν, αν είστε young at heart αποκλείεται να μην παρασυρθείτε από τη χαρά της ζωής που νιώθουν αυτά τα παιδιά. Που με την ίδια ευκολία που χορεύουν ξέφρενα υπό τους ήχους του «We found love» (in a hopeless place, έτσι;) της Rihanna, μπορούν να γουστάρουν μια βόλτα μέσα στην πόλη, μέσα στη νύχτα με το φοβερό και τρομερό «Recharge and revolt» των Raveonettes, που μέχρι πρόσφατα το είχα και ήχο κλήσης στο κινητό, έτσι; Θα μπορούσα να είμαι πατέρας αυτών των πιτσιρικάδων, αλλά διάολε, πολύ χαίρομαι που ένα μικρό μέρος μέσα μου μπορεί να νιώθει όπως αυτοί. Μια γενιά χαμένη, καμένη, κατεστραμμένη κι όμως ζωντανή, αισιόδοξη, δυνατή, με αυτοπεποίθηση, ιδίως σε ότι αφορά τις κοπέλες της παρέας.

Η πρωτοεμφανιζόμενη Sasha Lane είναι εξαιρετική στο ρόλο της Σταρ: ο φακός την αγαπάει και το πρόσωπό της ακτινοβολεί δυναμισμό. Ο Shia LaBeouf, το μεγάλο όνομα του καστ, μάλλον δίνει την καλύτερη ερμηνεία της ζωής του, ίσως επειδή ο συγκεκριμένος ρόλος βρίσκεται πιο κοντά σε αυτό που πραγματικά είναι. Μεταξύ των «επεισοδίων» που παρεκκλίνουν λίγο από το γενικό αισθητικό κανόνα εκείνη που ξεχωρίζει είναι αυτή με τους Τεξανούς, την τεκίλα και το σκουλήκι μέσα σε αυτήν ενώ η άλλη, με τους τύπους που δουλεύουν στις πηγές άντλησης πετρελαίου δεν είναι και από τις πιο δυνατές. Όποτε είναι μαζί οι δύο πρωταγωνιστές η ταινία κερδίζει σε ένταση και φλόγα. Και είναι αυτοί οι δύο που εκπροσωπούν την άποψη της σκηνοθέτιδας σχετικά με τη νέα γενιά και τη σχέση της με το σεξ και τον έρωτα: το σεξ βρίσκεται πολύ εύκολα, ο ρομαντισμός δεν έχει πεθάνει αλλά η εποχή παραείναι κυνική για να παραδεχτούν τα παιδιά ότι είναι ερωτευμένα. Ένας ύμνος στη νέα γενιά, μια ταινία – πυγολαμπίδα που, όπως στο φινάλε, με το λίγο φως το οποίο εκπέμπει, μπορεί να διώξει τα σκοτάδια που μας έχουν περικυκλώσει και ασφυκτικά σκεπάσει.

Beyond the Mountains and Hills Cannes 2016

Τον Eran Kolirin τον είχαμε γνωρίσει πίσω στο 2007 με την πολύ γλυκιά ταινία του «The Band's Visit» η οποία είχε προβληθεί στο «Ένα κάποιο βλέμμα» εκείνου του φεστιβάλ Καννών κερδίζοντας το βραβείο της FIPRESCI ενώ αργότερα κέρδισε το βραβείο καλύτερης ταινίας στο φεστιβάλ Αθηνών «Νύχτες Πρεμιέρας». Αφού τη δεύτερη ταινία του δεν την είδαμε ποτέ στην Ελλάδα, εννιά χρόνια μετά την πρώτη επιστρέφει στις Κάννες, και πάλι στο τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα» με το νέο του φιλμ «Me'ever Laharim Vehagvaot» ή για να καταλαβαινόμαστε «Beyond the Mountains and Hills». Μια ταινία καλογυρισμένη μεν, που έχει όμως θέμα σε ότι αφορά την πολιτική της ατζέντα...

Η υπόθεση: Ο Νταβίντ αποστρατεύεται μετά από 27 χρόνια συνεχούς παρουσίας και βρίσκει τον εαυτό του να μην ξέρει τι να κάνει. Αποκομμένος από την οικογένειά του για χρόνια προσπαθεί να βρει δουλειά στον ιδιωτικό τομέα σε μια χώρα όπου όλοι ασχολούνται με καριέρες και χρήματα. Η γυναίκα του, Ρίνα, είναι καθηγήτρια σε γυμνάσιο. Είναι όμορφη και οι άρρενες μαθητές της την θεωρούν milf. Ένας από αυτούς μάλιστα δεν θα διστάσει να προχωρήσει παραπάνω από ένα τυπικό φλερτ. Υπάρχουν και δύο παιδιά στην οικογένεια του Νταβίντ. Ο γιος του, Όμρι και η κόρη του, η Γιφάτ. Η Γιφάτ είναι η ακτιβίστρια της οικογένειας. Με το ιδιαίτερο παρουσιαστικό της, νιώθοντας αποκλεισμένη από τους συνομηλίκους της βρίσκει διέξοδο βοηθώντας ανθρώπους. Ιδίως σε ότι έχει να κάνει με Άραβες. Αυτό, όμως, την καθιστά και πολύ ευάλωτη σε μανιπουλάρισμα...

Η άποψή μας: Ο Eran Kolirin παρουσιάζει μια καθόλου κολακευτική εικόνα για το πως είναι να ζει κανείς στο Ισραήλ σήμερα. Σε μια χώρα που ακόμα και σήμερα καλείται να αντιμετωπίσει τις ενοχές της σχετικά με το πως συμπεριφέρεται στους Παλαιστίνιους: με βία δηλαδή και με αδικία. Μόνο που η βία και η αδικία γυρνάει μπούμερανγκ, έτσι δεν είναι; Είναι πολύ δύσκολο να ζει κανείς σε μια χώρα όπου παντού στους δρόμους κυκλοφορεί αστυνομία και στρατός, όπου οι Άραβες θεωρούνται εξ ορισμού τρομοκράτες, όπου έχει προκύψει το παράδοξο από λαός που δέχτηκε τη μεγαλύτερη επιχείρηση γενοκτονίας κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, να επιχειρεί πλέον το ίδιο από την αντίθετη πλευρά. Κατασκευαστικά, η ταινία είναι άψογη. Ο Kolirin δείχνει τους ήρωές του τον έναν μετά τον άλλο, να αντιμετωπίζουν τα προβλήματά τους. Ο πατέρας που νιώθει άχρηστος και προσπαθεί να γίνει μπουλντόγκ και όχι λύκος, όπως του μαθαίνουν στα μαθήματα μάρκετινγκ που παίρνει, προκειμένου να αρχίσει να πουλάει door to door διατροφικά συμπληρώματα. Η μητέρα που έχει απομακρυνθεί από το σύζυγό της, νιώθει κολακευμένη από το ενδιαφέρον του όμορφου αλλά κενού συναισθηματικά μαθητή της. Η κόρη, που δεν μπορεί να ταιριάξει πουθενά, βρίσκει διέξοδο στον ακτιβισμό. Και βιώνει καλοσύνη από Άραβες, ιδιαίτερα έναν όμορφο, που της συμπεριφέρεται τρυφερά, ευγενικά και με προσοχή.

Κι εδώ αρχίζουν οι χοντρές ενστάσεις μας. Ο φίλτατος πατέρας σε μια κρίση του παίρνει το όπλο του και πυροβολεί προς το βουνό που βρίσκεται κοντά στο σπίτι του (έτσι κι αλλιώς αυτό είναι το βουνό που χωρίζει τους Εβραίους από τους Άραβες). «Κατά λάθος» λοιπόν σκοτώνει έναν Παλαιστίνιο! Κανένα πρόβλημα! Ο γιος όταν μαθαίνει ότι η μητέρα του διαπομπεύτηκε από τον μαθητή με τον οποίο έκανε την εξωσυζυγική σχέση, τον ξεμοναχιάζει και τον κοπανάει μια τεράστια κοτρώνα στο κεφάλι. Δεν διευκρινίζεται αν τον σκοτώνει. Ο Kolirin δεν παίρνει θέση. Εμμέσως πλην σαφώς όμως υποδεικνύει στους θεατές να δεχτούν ότι «καλά του έκανε, του άξιζε ότι έπαθε». Σε ότι αφορά δε την κόρη, μπορεί να νιώθει κολακευμένη από την προσοχή που της δείχνει ο Παλαιστίνιος, όταν όμως εκείνος της ζητά να περάσει μια τσάντα σε έναν φίλο του στην άλλη μεριά, η δυσπιστία της επανέρχεται. Η πεποίθηση που της έχουν περάσει ότι οι Παλαιστίνιοι είναι κακοί και το μόνο που θέλουν είναι να διαλύσουν τους Εβραίους είναι βαθιά ριζωμένη μέσα της. Και βεβαίως, δικαιώνεται: ανοίγει την τσάντα, δεν την μεταφέρει και μετά από λίγο βλέπει στις ειδήσεις πως ο ευγενικός Παλαιστίνιος δεν ήταν παρά ένας ακόμα επικίνδυνος τρομοκράτης! Εντάξει ρε Kolirin, κόψε κάτι με την προπαγάνδα. Το ακόμα πιο τραγικό ιδεολογικά με την ταινία του είναι πως η... οικογένεια θα ενωθεί! Σε μια συναυλία, όλοι μαζί, θα τραγουδήσουν «Αυτή είναι η πατρίδα μας», δηλαδή είμαστε εμείς και είναι και οι άλλοι με τους οποίους δεν θα τα βρούμε ποτέ! Και η κόρη είναι η μόνη που κοιτάει άμεσα στο φακό, στους θεατές, σαν να λέει «είδατε τι πήγα να πάθω η ακτιβίστρια;». Κρίμα για έναν σκηνοθέτη που στην πρώτη του ταινία έδειχνε καθαρά πως ήταν υπέρ της συμφιλίωσης.

Caini Cannes 2016

Τελευταία ταινία για τη σημερινή μας ανταπόκριση είναι μια ταινία από την ακμάζουσα κινηματογραφικά Ρουμανία. Τίτλος της: «Caini» (Dogs). Σκηνοθέτης της είναι ο Bogdan Mirica κι αυτή είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του. Διαγωνίζεται στο παράλληλο του επίσημου διαγωνιστικού τμήματος «Ένα κάποιο βλέμμα»

Η υπόθεση: Ο Ρόμαν είναι ένας τυπικός αστός. Ζει στην πόλη και δεν βλέπει τον εαυτό του να μπορεί να ζήσει πουθενά αλλού. Ο παππούς του, ο Αλέκου, μόλις έχει αποβιώσει και του έχει κληρονομήσει μια τεράστια έκταση γης στα σύνορα της Ρουμανίας με την Ουκρανία. Ο Ρόμαν επισκέπτεται την απομακρυσμένη περιοχή. Δεν έχει τι να την κάνει και θέλει να την πουλήσει. Ο τοπικός γηραιός αστυνομικός, όμως, τον ενημερώνει και συνάμα τον προειδοποιεί. Ο Αλέκου ήταν ο μεγαλομαφιόζος της περιοχής. Η απέραντη έκταση γης είναι «σπαρμένη» πρόχειρους τάφους με θαμμένα πτώματα. Και οι πρώην συνεργάτες του Αλέκου δεν θα αφήσουν εύκολα τον Ρόμαν να προχωρήσει το σχέδιό του. Δεν θέλουν η γη αυτή να αλλάξει χέρια, έτσι ώστε να την χρησιμοποιούν όπως ήξεραν τόσα χρόνια.

Η άποψή μας: Πρώτο πλάνο: από τα ήσυχα νερά μιας λίμνης βλέπουμε να βγαίνουν μπουρμπουλήθρες και μετά από λίγο ένα κομμένο πόδι μαζί με το παπούτσι του (!) αναδύονται στην επιφάνεια. Σαν να λέμε, μια σκηνή που παραπέμπει στο «Μπλε βελούδο» του David Lynch και τη σκηνή με την ανεύρεση του κομμένου αυτιού. Γενικά, πάντως, ως αίσθηση η ταινία προσωπικά με παρέπεμψε στο «Όταν ξέσπασε η βία» του Burman. Εκεί ήταν πολιτισμός εναντίον ορεσίβιων αγριάνθρωπων. Εδώ είναι πολιτισμός εναντίον μαφιόζων, απομονωμένων, αποκομμένων από τον έξω κόσμο, από το γενικότερο κοινωνικό γίγνεσθαι, από τον πολιτισμό. Ο Mirica συνεχίζει στην παράδοση της σχολής που έχει φτιάξει η Ρουμανία, όπου καμία ταινία που βλέπουμε από εκεί στερείται ενδιαφέροντος. Με σταθερά πλάνα, με έλλειψη μουσικής και οποιουδήποτε στοιχείου που θα μπορούσε να αποσπάσει την προσοχή του θεατή από τα δρώμενα, ο σκηνοθέτης δείχνει αυτήν τη μάχη των δύο διαφορετικών κόσμων ψυχρά και ρεαλιστικά. Ο γηραιός σκύλος που κληρονομεί μαζί με τη γη ο Ρόμαν ονομάζεται «Αστυνομία» - είναι κι αυτό ένα αστείο σχετικά με το πόσο «γραμμένο» έχουν το Νόμο οι παράνομοι σε μέρη όπου τους παίρνει. Έτσι κι αλλιώς ο τοπικός γηραιός αστυνομικός, διεφθαρμένος είναι κι αυτός, αλλά καθώς πλησιάζει η ημέρα της συνταξιοδότησής του, κι ενώ η υγεία του είναι κατεστραμμένη (μονίμως με ένα τσιγάρο στο στόμα ενώ φτύνει αίμα) σαν να αποκτά συνείδηση, σαν να θέλει να δώσει μια ευκαιρία στον εαυτό του να πράξει το σωστό.

Τον αρχικακό τον υποδύεται ο Vlad Ivanov, αυτή η απίστευτη φάτσα που πρωτογνωρίσαμε ως γιατρό στο «Τέσσερις μήνες, τρεις εβδομάδες και δυο μέρες». Υπάρχουν στιγμές χιούμορ (πχ, ο βοηθός του αστυνομικού βρίσκει φρόνιμο να πάρει το μήλο που βρίσκεται μέσα σε ένα αυτοκίνητο – τόπο εγκλήματος κι όταν το αφεντικό του τον αγριοκοιτάζει, ο μικρός τον ρωτάει «τι, είναι στοιχείο; μα εγώ πεινάω, δεν έφαγα τίποτα από το πρωί!»). Και υπάρχει και πολύ βία: χρησιμοποιώντας ένα σφυρί ο χαρακτήρας που υποδύεται ο Ivanov κοπανάει έναν πληροφοριοδότη της αστυνομίας, ενώ οδηγεί το αυτοκίνητο, τουλάχιστον 20 φορές με μανία και μίσος στο κεφάλι! Όχι και από τις καλύτερες ρουμάνικες ταινίες που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια μα σίγουρα μια πολύ ενδιαφέρουσα ταινία.

Θοδωρής Γιαχουστίδης

Cannes Film Festival 2016 Live
Περισσότερα... »

2016 Cannes Film Festival Poster
Μια ακόμη Γαλλική παραγωγή από τις 21 συμμετέχουσες στην κούρσα για τον Χρυσό Φοίνικα, έκανε την επίσημη πρώτη της στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών. Πρόκειται για την νέα δημιουργία της Nicole Garcia, Mal De Pierres (αγγλιστί From The Land And The Moon) με την οποία η σκηνοθέτις επιστρέφει στον θεσμό μια δεκαετία κατόπιν του φιλμ της Selon Charlie, που επίσης είχε πάρει άρωμα από την Κρουαζέτ. Διασκευασμένο από το ομώνυμο μυθιστόρημα της Milena Agus του 2006, το φιλμ περιγράφει την αγωνία μιας γυναίκας στην μεταπολεμική Γαλλία να ανακαλύψει τον πραγματικό έρωτα, ενόσω οι γονείς της θα την θελήσουν να την παντρέψουν με έναν πλούσιο γαιοκτήμονα από την Ισπανία. Απογοητευμένη από την μοιραία τροπή που έχει πάρει η ζωή της, θα αποδράσει αναζητώντας καταφύγιο στην αγκαλιά ενός βετεράνου στρατιώτη του πολέμου στην Ινδοκίνα. Βασικότατο εργαλείο στα χέρια της δημιουργού, η τιμημένη με Όσκαρ το 2008, Marion Cotillard, που αποδίδει μια ακόμη εξαιρετική ερμηνεία ως ζορισμένη ψυχικά γυναίκα. "Δεν θα μπορούσα να φανταστώ καμία άλλη που θα ήταν ικανή να αποδώσει τον ρόλο αυτό με μεγαλύτερη σιγουριά και αυτοπεποίθηση. Η Marion είναι η ιδανική επιλογή, αφού η καθηλωτική έκφραση της, καταφέρνει να βγάλει τον απαιτούμενο αισθησιασμό. Κουβαλάει πάνω της όλη την δύναμη που αναδίδει αυτή γυναίκα στο ξέσπασμα της, είναι με μια λέξη η έμπνευση μου, ο κυριότερος λόγος που κατάφερα να ολοκληρώσω με επιτυχία το φιλμ" αναφέρει στην Συνέντευξη Τύπου η Garcia.

Mal De Pierres Cannes Mal De Pierres Cannes
Mal De Pierres Cannes Mal De Pierres Cannes

Photo: Getty Images Europe / zimbio.com



Ενώ και από την δική της μεριά η 40χρονη ηθοποιός, επιβεβαιώνει πως μαζί με την δημιουργό είχαν στα σκαριά το συγκεκριμένο πλάνο για περισσότερο από μια πενταετία: "Είχαμε μαζί διαβάσει το βιβλίο με την Nicole και αποφασίσαμε να το μετατρέψουμε σε νάριο από τις αρχές της δεκαετίας. Δυστυχώς οι λοιπές επαγγελματικές μας υποχρεώσεις δεν επέτρεψαν κάτι τέτοιο να γίνει πραγματικότητα νωρίτερα" ομολογεί η Cotillard, που πέρσι συμμετείχε σε πέντε παραγωγές, ενώ μέσα στο 2016 αναμένεται να την δούμε σε ακόμη τέσσερις. Εδώ πάντως η Γαλλίδα με την διεθνή καριέρα δεν είναι μόνη καθώς έχει στο πλευρό της δύο ιδιαίτερα αξιόλογους ερμηνευτές, τον θεατρικό περισσότερο Alex Brendemuehl και τον γοητευτικό Louis Garell.

Η ταινία Mal De Pierres συμμετέχει στο Διαγωνιστικό Τμήμα του Φεστιβάλ και η έξοδος της στις αίθουσες, της Γαλλίας πρωτίστως, έχει προγραμματιστεί για την 19η Οκτωβρίου.

zerVo

Cannes Film Festival 2016
Περισσότερα... »

2016 Cannes Film Festival Poster
Μετά από αποχή οκτώ ολόκληρων χρόνων, το Γερμανικό σινεμά επιστρέφει στο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών, μιας που για τελευταία φορά, ο πολύς Wim Wenders, αποχαιρέτησε την Ριβιέρα δίχως κανένα τρόπαιο στις αποσκευές του, το 2008 με την ταινία Palermo Shooting. Εκπρόσωπος των εμφανώς πεσμένων τον τελευταίο καιρό Αλλεμάνων στο ράλι για τον Χρυσό Φοίνικα, είναι η Maren Ade και το φιλμ της Toni Erdmann, μια γλυκόπικρη κομεντί, που περιγράφει την σχέση ενός μεσήλικα με την όμορφη, αλλά και απομακρυσμένη από εκείνον κόρη του. Ο Γουίνφριντ είναι ένας εκκεντρικός δάσκαλος μουσικής, ο οποίος μετά από τον χαμό του μοναδικού πιστού του φίλου, του σκύλου του, θα ταξιδέψει στην Ρουμανία, αναζητώντας τα χαμένα ίχνη της θυγατέρας του, που έχει πολλά χρόνια να την συναντήσει. Στο Βουκουρέστι, ο απελευθερωμένων αντιλήψεων άντρας θα βρεθεί μπροστά σε μια τεράστια έκπληξη, αντιλαμβανόμενος πως το παιδί του κατέχει σπουδαίο πόστο σε εταιρεία πετρελαίου. Επιμένοντας στους παλιμπαιδισμούς, δεν θα επιστρέψει στο Βερολίνο όπως της υποσχέθηκε, αλλά θα παραμείνει στην Ρουμανική πρωτεύουσα μασκαρεμένος, συνεχίζοντας τις φάρσες, ωσότου κερδίσει το ενδιαφέρον της. "Η πρεμιέρα μας εδώ ήταν μια τεράστια έκπληξη, παραδέχεται ο Ade, εκστασιασμένος από το θερμό χειροκρότημα που απέσπασε το πόνημα του στην πρώτη του παρουσία. Τόσο σημαντική ήταν για μας αυτή η υποδοχή, που αποτελεί ουσιαστικά επιβράβευση για τους κόπους μας."

Toni Erdmann Cannes Toni Erdmann Cannes
Toni Erdmann Cannes Toni Erdmann Cannes

Photo: Getty Images Europe / zimbio.com



Έστω κι αν το ύφος του φιλμ είναι διασκεδαστικό, εντούτοις το σενάριο του δεν λησμονεί να αφήσει αιχμές για τον σεξισμό που επικρατεί σε κάθε επαγγελματικό περιβάλλον, ακόμη κι αν το στέλεχος που βάλλεται, κατέχει περίοπτη θέση. "Ακόμη κι αν έχει καταφέρει να αναρριχηθεί σκαλοπάτι σκαλοπάτι στην μπράντα που εργάζεται, η νεαρή, αναφέρει στο σχόλιο της η σκηνοθέτης και κάτοχος ήδη Χρυσης Άρκτου από το Φεστιβάλ Βερολίνου του 09, εντούτοις υπάρχουν κάποιες πόρτες που δεν είναι δυνατόν να διαβεί, απλά και μόνο διότι στο φύλο της δηλώνει γυναίκα. Κι αυτό πολλές φορές τις σφαλίζει τις διόδους, παρά τις ανοίγει." Πρωταγωνιστές του έργου που φιλοδοξεί να επιστρέψει στην Γερμανία το Golden Palm, 32 χρόνια μετά το θρυλικό Paris, Texas (πάλι ο Wenders...) είναι ο Peter Simonischek και η κουκλίνα Sandra Hueller, που έκλεψε αμέτρητα φωτογραφικά φλας, κατά το πέρασμα της από το κόκκινο χαλί του φεστιβάλ.

Η ταινία Toni Erdmann συμμετέχει στο Διαγωνιστικό Τμήμα του Φεστιβάλ και η έξοδος της στις αίθουσες, της Γερμανίας πρωτίστως, έχει προγραμματιστεί για την 14η Ιουλίου.

zerVo

Cannes Film Festival 2016
Περισσότερα... »

2016 Cannes Film Festival Poster
Τέσσερα ολόκληρα χρόνια έχουν περάσει από τότε που η Κορέα εκπροσωπήθηκε με δημιουργία δικής της κοπής στο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ Καννών και η μεγάλη επιστροφή της ασιανής χώρας στον θεσμό, πραγματοποιείται με το πολυαναμενόμενο comeback του σπουδαίου Park Chan-Wook. Μετά το όχι και τόσο επιτυχημένο  Stoker, που κατέγραψε το αγγλόφωνο του ντεμπούτο ο Κορεάτης, εδώ ως βάση του σεναρίου του The Handmaiden, χρησιμοποιεί το μυθιστόρημα της Sarah Waters, Fingersmith, που χρονικά μας ταξιδεύει στην κατεχόμενη από τους Ιάπωνες, Κορέα, του περασμένου αιώνα, σε αντίθεση με το πρωτότυπο που διαδραματίζεται στην Βικτοριανή Αγγλία. Στο επίκεντρο της ιστορίας του 52χρονου Park, που στοχεύει πλέον στο σημαντικότερο των βραβείων του θεσμού, μια δωδεκαετία κατόπιν του τιμημένου με το Γκραν Πρι Oldboy, βρίσκεται η (και ερωτική) σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ μια πλούσιας κληρονόμου και της νεαρής κοπέλας, που μόλις έχει προσληφθεί από ευρηματικό απατεώνα, για να ντυθεί την στολή της υπηρέτριας της, προσεγγίζοντας την και κερδίζοντας την εύνοια της. "Είναι πάντοτε σπουδαίο να ξαναγυρνά κανείς στις Κάννες, που διαθέτουν τόσο όμορφες κινηματογραφικές αίθουσες, για να προβάλλει την δουλειά του. Μου αρέσει πάρα πολύ το κλίμα, γενικά της Νότιας Γαλλίας και δεν σας κρύβω πως σκοπεύω εντός των προσεχών εβδομάδων να περάσω λίγες ημέρες ξεκούρασης, κάνοντας διακοπές εδώ. Σε ότι αφορά στην ταινία μου τώρα, υπήρξαν δύο βασικά στοιχεία που απαιτούνταν, προκειμένου να διασκευαστεί η νουβέλα σε σενάριο. Η ανάπτυξη των διαφορών των κοινωνικών τάξεων όπως λάμβανε χώρα την εποχή εκείνη στην Βρετανία και το κτίσιμο του Δυτικού τύπου νοσοκομειακού Ιδρύματος που εκτυλίσσεται η υπόθεση. Στοιχεία που μόνο στην περίοδο κατοχής της Κορέας από την Ιαπωνία, εποχή εκμοντερνισμού κατά τα άλλα της χώρας, μπορεί κανείς να συναντήσει."

The Handmaiden Cannes The Handmaiden Cannes
The Handmaiden Cannes The Handmaiden Cannes

Photo: Getty Images Europe / zimbio.com



Σημαντικό δεδομένο και σε αυτό το σενάριο του Park, παίζει η εκδίκηση. Και γι αυτό ο σκηνοθέτης, θέλησε να δώσει το σχόλιο του: "Ναι μετά την τριλογία της εκδίκησης, συναντάμε το ίδιο αυτό μοτίβο και στο The Handmaiden, αυτό δεν είναι όμως το σημαντικότερο δεδομένο της υπόθεσης. Είναι ένα αγωνιώδες θρίλερ που εστιάζει στο ψυχολογικό κίνητρο που αναζητούν οι χαρακτήρες - εκδικητές. Σε ότι αφορά στην ομοφυλοφιλική έκφανση του στόρι, αυτό δεν παρουσιάζεται σαν το δικαίωμα που μπορεί να έχει ο οποιοσδήποτε στις ερωτικές του επιλογές. Με ενδιαφέρει ακόμη κι αν τα πάντα εξελίσσονται σε ένα πουριτανικό περιβάλλον, να παρουσιάσω τον λεσβιακό έρωτα, σαν κάτι το φυσικό." 

Η ταινία The Handmaiden συμμετέχει στο Διαγωνιστικό Τμήμα του Φεστιβάλ και η έξοδος της στις αίθουσες, της Νότιας Κορέας πρωτίστως, έχει προγραμματιστεί για την 1η Ιουνίου.

zerVo

Cannes Film Festival 2016
Περισσότερα... »