Ελληνικό Box Office 5 - 8 Νοεμβρίου 2015 by OPTOMA


Φιλμ
Διανομή
Wks Αίθουσες
4ήμερο Ελλάδας
Σύνολο Ελλάδας
1
The Peanuts Movie
Odeon
1
91
18.672
18.672
2
Hotel Transylvania 2
Feelgood Ent.
3
83
14.323
125.745
3
Legend
Seven / Spentzos
1
35
11.371
11.371
4
The Last Witch Hunter
Odeon
2
42
10.247
34.087
5
The Lobster
Feelgood Ent.
3
24
9.183
41.539
6
Crimson Peak
UIP
3
42
8.228
78.556
7
No Escape
Tanweer
2
41
6.849
25.055
8
Pan
Tanweer
3
36
4.414
44.669
9
Minions
UIP
7
34
4.156
278.600
10
Inside Out
Feelgood Ent.
10
35
3.765
298.008


Περισσότερα... »



Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 2015 TIFF 15 Live

του Θόδωρου Γιαχουστίδη

Γιάνναρης vs Τσαγγάρη σημειώσατε δύο!

Κυριακή βραδάκι, βγαίνω από το video room και ετοιμάζομαι να δω μία ταινία σε μία από τις αίθουσες στο Λιμάνι. «Για να ακούσω τι γίνεται στα τελευταία λεπτά στην Τούμπα», σκέφτομαι, ως πιστός Παοκτσής. «Καλά, με τον τελευταίο Πανθρακικό παίζουμε, αλλά ποτέ δεν ξέρεις», λες και είχα δει όνειρο. Και ακούω έναν Σταύρο Κόλκα σε πολύ κακή εμφανώς κατάσταση να περιγράφει τα τελευταία λεπτά. «Ωχ, μάλλον δεν πάμε καλά», η σκέψη και πάλι. «Το θέμα είναι, ισοπαλία ή χάνουμε;». Εντέλει, κάποια στιγμή ο Κόλκας λέει το σκορ: 3 – 3! Και να χάνει ευκαιρίες ο Πανθρακικός! Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα ρε παιδια, έτσι; Κι όμως γίνονται!

Και μιας που έχει ποδοσφαιροποιηθεί η πολιτική μας ζωή γιατί να μην το επεκτείνουμε και στον πολιτισμό; Στα χαρτιά, πριν την προβολή των ταινιών τους, στον «αγώνα» ανάμεσα στις νέες δημιουργίες του Κωνσταντίνου Γιάνναρη και της Αθηνάς Ραχήλ Τσαγγάρη, ο άσος από εδώ ως την Κρήτη έδειχνε ακούνητος! Έλα όμως που το φαβορί έχασε από το αουτσάιντερ. Είδαμε κι άλλες ταινίες χθες, αλλά το μεγάλο ματς – και για εμπορικούς λόγους – ήταν ανάμεσα στα δύο ελληνικά φιλμ. Οπότε, σκεφτήκαμε να γραφτούν δύο κείμενα: ένα που περιλαμβάνει τις δύο ελληνικές ταινίες κι ένα που περιλαμβάνει τις άλλες. Οπότε, για την τρίτη μέρα του φεστιβάλ θα διαβάσετε δύο κείμενα! Όρεξη να έχουμε να γράφουμε και όρεξη να έχετε να διαβάζετε!

Το Ξύπνημα της Άνοιξης TIFF 2015

Η ταινία «Το ξύπνημα της άνοιξης» του Κωνσταντίνου Γιάνναρη (Ελληνικές Ταινίες) ήταν μία από τις πλέον αναμενόμενες στο εφετινό φεστιβάλ. Ο πλέον κινηματογραφικός από τους σκηνοθέτες μας, μετά την ταλαιπωρία του «Άνθρωπος στη θάλασσα», φάνταζε έτοιμος να επιστρέψει με ένα πρότζεκτ που θα τον επανέφερε πάλι στην κορυφή των ενεργεία Ελλήνων σκηνοθετών. Στα χαρτιά, όλα έδειχναν θετικά. Άλλο τα χαρτιά, όμως, κι άλλο η πραγματικότητα.

Η υπόθεση: Πέντε έφηβοι συλλαμβάνονται από την αστυνομία και ανακρίνονται. Η Ιωάννα, ο Αλέξανδρος, ο Χρήστος, ο Ερμίρ και ο μικρότερος όλων, ο Άρης. Πέντε πιτσιρικάδες σε μια φθίνουσα πόλη, όπου τα πάντα καταρρέουν μέσα στην οικονομική και κοινωνική κρίση. They did a very bad thing, που λέει και το τραγούδι. Ποια η μεταξύ τους σχέση; Ποιο το έγκλημά τους; Πώς και γιατί έφτασαν σ' αυτό; Ποιος φταίει; Ποιος λέει την αλήθεια; Και πως αντιμετωπίζουν την κατάσταση οι ευρισκόμενοι σε παντελή άγνοια γονείς τους;

Η άποψή μας: Αν ήθελε να ηθικολογήσει ο Κωνσταντίνος Γιάνναρης θα μπορούσε πολύ απλά αντί για τους «Δαιμονισμένους» του Ντοστογιέφσκι να χρησιμοποιήσει ως αναφορά το πλέον γνωστό έργο του Ρώσου δημιουργού: «Έγκλημα και τιμωρία». Προς τιμήν του, δεν το κάνει. Αυτό, όμως, δεν σώζει την ταινία του από την αποτυχία. Αποτυχία καλλιτεχνική, έτσι, να εξηγηθούμε για να μην παρεξηγηθούμε. Ο Γιάνναρης καταγράφει μια γενιά παιδιών που βιώνει την κρίση στο πετσί της, χωρίς να μπορεί να πει πως έχει γνωρίσει «παλιές, καλές ημέρες». Όλα μαύρα κι άραχλα λοιπόν.

Οπότε, αντίδραση. Ναι, αλλά πως αντιδράμε; Με κλοπές. Με έρωτα. Με ντραγκς. Με καταλήψεις. Με δολοφονίες... Το φάουλ κατά την άποψή μας είναι πως από την εποχή του «Από την άκρη της πόλης» έχουν περάσει πάρα πολλά χρόνια! Κι αν εκεί ένας νέος σκηνοθέτης εδικαιούτο να περιγράφει την κατάσταση «από μέσα», 20 χρόνια μετά το να θεωρεί ότι κάνει το ίδιο κάτι σημαίνει, έτσι; Το ελληνικό «Kids» λοιπόν! Με λίγη πρόκληση εδώ (γλυφομούνια, αυνανισμοί, πούτσοι, τα γνωστά), με μια αισθητική επιλογή που δεν δικαιώνεται πάντα (μιλώ για τα παγωμένα stills), με έξυπνη χρήση της αφήγησης ως υποκειμενικό μέσο που χρησιμοποιείται κατά το δοκούν. Εδώ έχουμε κι έναν όμορφο παραλληλισμό με το ίδιο το σινεμά, έτσι; «Truth is in the eye of the beholder». Μία ιστορία και την ακούμε από πέντε διαφορετικούς αφηγητές. Όλο και κάτι θα αλλάξουν. Όλο και κάτι θα αποκρύψουν. Και ναι, θα πουν ψέματα. Όπως (σ)το σινεμά!

Αυτό ναι, ωραίο, έξυπνο, λειτουργικό: δεν είναι αυτή μία ταινία την οποία θα απορρίψουμε συλλήβδην. Κι εν πάση περιπτώσει, όλα να τα συγχωρήσουμε (αν χρειάζονται συγχώρεση). Αυτό το άθλιο αποτέλεσμα στις ερμηνείες όμως δεν καταπίνεται με τίποτε! Δεν ξέρω αν είναι θέμα μόνον της θεατρικής παιδείας των περισσότερων ηθοποιών μας ή αν αποτελεί αδυναμία του σκηνοθέτη να εκμαιεύσει κινηματογραφικές ερμηνείες, αλλά ήμαρτον! Η πρωταγωνίστρια, η Δάφνη Πατακιά, είναι μια κοπέλα να την πιεις στο ποτήρι. Εντελώς κινηματογραφική φάτσα, αισθαντικό κορμί, ζυμάρι προς πλάσιμο. Ε, καμία ατάκα της, κανένας διάλογος στον οποίο συμμετέχει δεν γίνεται πιστευτός! Καμία κουβέντα που ξεστομίζει ρε παιδάκι μου, τίποτε! Είναι ατρόμητη, εκτίθεται γενναιόδωρα στο φακό αλλά δεν έχει ούτε την σεναριακή ούτε την σκηνοθετική υποστήριξη που απαιτούνταν. Όταν κάποιος ηθοποιός βγάζει κάτι ψεύτικο (άντε, ας το πούμε «θεατρικό») επί της μεγάλης οθόνης, τότε ή δεν πιστεύει αυτά που λέει (του φαίνονται του ιδίου fake) είτε δεν καθοδηγείται κατά πως πρέπει από τον σκηνοθέτη οπότε προκύπτει στόμφος και φάουλ! Και όχι, στη συγκεκριμένη περίπτωση το ναϊφ δεν είναι το ύφος επιλογής. Το ίδιο ισχύει για όλους τους ηθοποιούς, μικρούς και μεγάλους που συμμετέχουν στην ταινία – απλά χρησιμοποιήσαμε την Δάφνη Πατακιά ως πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ωραία τα one liners τύπου «ο Θεός έπλασε τους ανθρώπους, ο Κολτ τους έκανε ίσους» αλλά, κατά πως φαίνεται, η άνοιξη αργεί ακόμα να ξυπνήσει.

(η ταινία ολοκληρώνει τις προβολές της στο φεστιβάλ την Τρίτη 10 Νοεμβρίου στις 17.00, στην αίθουσα Τόνια Μαρκετάκη – έχει διανομή από την Odeon και από όσο γνωρίζουμε θα βγει στις ελληνικές αίθουσες την προσεχή άνοιξη)

Chevalier TIFF 2015

Και πάμε στο «Chevalier» της Αθηνάς Ραχήλ Τσαγγάρη (Ελληνικές Ταινίες – Ειδική προβολή). Μια ταινία που το φεστιβάλ Θεσσαλονίκης είναι το 11ο στο οποίο συμμετέχει ανά τον κόσμο, μετά από εκείνα μεταξύ των άλλων του Λοκάρνο, του Αμβούργου, του Σαράγιεβο και του Λονδίνου (το BFI) - στο τελευταίο τιμήθηκε με το βραβείο καλύτερης ταινίας στο διαγωνιστικό τμήμα. Και αφού είδαμε και το σήμα της Match Factory στους τίτλους της αρχής, η ταινία πέρα από τη χώρα μας και στα φεστιβάλ που έλαβε μέρος, θα έχει εμπορική διανομή και στο εξωτερικό.

Η υπόθεση: Χειμώνας. Έξι άντρες βρίσκονται σε ρώτα επιστροφης μετά από χειμερινή εκδρομή ψαρέματος σ’ ένα πολυτελές γιοτ. Όταν μια μηχανική βλάβη τους εγκλωβίζει στο σκάφος, κάπου στον Σαρωνικό, κοντά σε ένα ανολοκλήρωτο ξενοδοχείο, ψάχνουν τρόπο να σκοτώσουν την ώρα τους μέχρι να αποκατασταθεί το πρόβλημα. Εντέλει, συμφωνούν όλοι να συμμετάσχουν σε ένα αυτοσχέδιο παιχνίδι που ονομάζεται «Chevalier». Κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού οι πάντες θα βαθμολογούν τους πάντες. Θα γίνονται συγκρίσεις. Θα γίνονται μετρήσεις. Και στο τέλος ο νικητής θα κερδίσει ένα δαχτυλίδι chevalier και θα αναδειχθεί ο καλύτερος ανάμεσα στους άντρες. Το παιχνίδι είναι διασκεδαστικό είναι όμως και βαθιά ανταγωνιστικό. Κανείς δεν θα κατέβει από το σκάφος αν δεν ανακηρυχτεί ο νικητής.

Η άποψή μας: Είμαστε από εκείνους που δεν ενθουσιάστηκαν (για να μην γράψουμε κάτι περισσότερο γαργαλιστικό) από τη βραβευμένη στη Βενετία προηγούμενη ταινία της Τσαγγάρη, το «Attenberg». Οπότε προσεγγίσαμε τούτη την ταινία με μια επιφύλαξη. Ευτυχώς, διαψευστήκαμε: τούτη η ταινία είναι σπουδαία! Και ως κωμωδία να την πάρει κανείς, καλά θα περάσει. Κι αν θέλει να την ψάξει σε βαθύτερα επίπεδα δεν θα μείνει ανικανοποίητος. Η βασική σεναριακή ιδέα είναι λίγων μόλις γραμμών: οι σχέσεις των ανδρών είναι ένα παιχνίδι. Οι άντρες είναι ανταγωνιστικοί. Κανένας δεν θέλει να χάσει στο παιχνίδι. Όλοι θέλουν να βγουν νικητές. Προπονούνται γι' αυτό. Χρησιμοποιούν τις γνώσεις τους γι' αυτό. Λένε ψέματα γι' αυτό. Ματώνουν γι' αυτό.

Το σενάριο που συνέγραψαν η Τσαγγάρη μαζί με τον Έλληνα Τσάρλι Κάουφμαν, Ευθύμη Φιλίππου, θα μπορούσε να γίνει ένας πρώτης τάξεων θεατρικό. Η Τσαγγάρη, όμως, κάνει μια εντελώς κινηματογραφική ταινία κρύβοντας τα θεατρικά πατήματα του σεναρίου. Και το κάνει αυτό τόσο έχοντας βελτιωθεί η ίδια ως κινηματογραφίστρια όσο – κυρίως – εκμαιεύοντας κινηματογραφικές ερμηνείες (εν αντιθέσει με τον Γιάνναρη) από το σύνολο του καστ της. Και ναι, δεν με ενδιαφέρει πόσες δεκάδες λήψεις χρειάστηκαν ενδεχομένως για να πει ο σταρ της ταινίας, ο Σάκης Ρουβάς, τα λόγια του, αλλά τις λέει σωστά κι έχοντας τη σωστή έκφραση στο πρόσωπο, το σωστό βλέμμα, τη σωστή στάση σώματος. Μεγάλη χαρά να βλέπεις τον Γιώργο Κέντρο ξανά σε κινηματογραφική ταινία, ο Μουρίκης είναι σταθερή αξία, ο Πυρπασόπουλος το ίδιο, ο Πάνος Κορώνης επίσης (είχαν παίξει το ανδρόγυνο με την Τσαγγάρη στο «Πριν τα μεσάνυχτα» του Λινκλέιτερ) κι εκείνος που κλέβει την παράσταση με άνεση είναι ο Μάκης Παπαδημητρίου.

Αν δεν πιστέψεις τους ηθοποιούς δεν μπορείς να πιστέψεις την ταινία, κι εδώ τους ηθοποιούς τους πιστεύεις. Τώρα, σε ότι αφορά την επανάληψη: κάποιος θα μπορούσε να πει πως από ένα σημείο και μετά παρακολουθούμε παραλλαγές στο ίδιο θέμα. Επεισόδια ανταγωνισμών στο επίπεδο ανεκδότων. Κι όμως, δεν είναι έτσι. Γιατί ο Φιλίππου κάθε φορά πάει κι ένα βήμα παραπάνω. Κι εν πάση περιπτώσει κάθε φορά που ένας νέος αγώνας εμφανίζεται, μια καινούργια δοκιμασία τίθεται σε ισχύ, μια ακόμα σύγκριση, υπάρχει παράλληλα και κλιμάκωση των δρώμενων. Οι άντρες από αρχαιοτάτων χρόνων τσεκάρουν μεταξύ τους «ποιος την έχει πιο μεγάλη». Έτσι, για την πλάκα. Έτσι, για την κυριαρχία. Και οι άνθρωποι κατ' επέκταση, γιατί μας αρέσουν οι επεκτάσεις. Η άρχουσα τάξη θα παίξει το παιχνίδι, φιλίες θα ακυρωθούν, αλήθειες θα ξεστομιστούν, ποταπά μέσα θα χρησιμοποιηθούν αλλά από τη στιγμή που θα στεφθεί ο νικητής (πολύ έξυπνα η Τσαγγάρη δεν μας αποκαλύπτει τον νικητή - εξάλλου δεν έχει σημασία, σωστά;) η ζωή θα συνεχιστεί και τα μέλη της άρχουσας τάξης θα συνεχίσουν να είναι συνολικά κυρίαρχα. Την ίδια ώρα, τα χαμηλότερα στρώματα, ο μάγειρας, ο θαλαμηπόλος, θα αντιγράψουν τα παιχνίδια των αφεντικών τους. Και θα φαγωθούν μεταξύ τους, με έπαθλο όχι ένα δαχτυλίδι chevalier αλλά να παραμείνουν για πάντα στη θέση τους, δούλοι.

Εντάξει, το χόντρυνα και είπαμε, η ταινία προσφέρει άφθονο γέλιο. Από την αφίσα με το τιμόνι του γιοτ που είναι φτιαγμένο από πέη, μέχρι τη σκηνή πριν ξεκινήσει το παιχνίδι chevalier, με τον ανανά (που θα μπορούσε κανείς με ζωηρή φαντασία να το συγκρίνει με τη σκηνή με τον Mr. Pink από το «Reservoir Dogs») έως την πιο τρελή τελετή αδελφοποίησης με αίμα που έχετε παρακολουθήσει ποτέ, τούτη η ταινία είναι – το επαναλαμβάνουμε – απολαυστική. Κι αν κάποιες ρουβίτσες απογοητευτούν, αφού μπορεί όλο αυτό να τους φανεί πολύ weird, εντούτοις μιλάμε για μια από τις καλύτερες ελληνικές ταινίες της χρονιάς.

(η ταινία προβάλλεται στο φεστιβάλ την Τρίτη 10 Νοεμβρίου στις 20.30, στην αίθουσα Ολύμπιον και την Τετάρτη 11 Νοεμβρίου στις 17.15 στην αίθουσα Τόνια Μαρκετάκη – έχει διανομή από την Feelgood Entertainment και θα βγει στις ελληνικές αίθουσες στις 26 Νοεμβρίου)

Θοδωρής Γιαχουστίδης

Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 2015 TIFF 15 Live
Περισσότερα... »



Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 2015 TIFF 15 Live

του Θόδωρου Γιαχουστίδη

Προαπαιτούμενα και ισοδύναμα

Όχι, δεν θα μιλήσουμε για μνημόνια εδώ, σκισμένα ή ανέπαφα. Για σινεμά θα μιλήσουμε. Με την τρέλα που μας διακατέχει. Με την ανάγκη μας να επικοινωνήσουμε μαζί σας. Να μοιραστούμε τις απόψεις μας. Πώς το λένε οι Cure στο «Disintegration»: «now that I know that Ι'm breaking to pieces/ Ι'll pull out my heart and Ι'll feed it to anyone»! Η πιο ωραία στιγμή για έναν γράφοντα είναι εκείνη που κάποιος θα του πει «διαβάσαμε αυτά που έγραψες και μας έπεισες να δούμε την ταινία». Σπουδαία στιγμή! Βέβαια, πάντα ελλοχεύει ο κίνδυνος κάποιος που διάβασε κάτι που έγραψες όντως να παρακινηθεί και να πάει να δει την ταινία που αποθεώνεις, να μην του αρέσει όμως καθόλου και να σε έχει στη μπούκα για να σε βρίσει – το λιγότερο. Είναι ένα ρίσκο, πάντως, που με μεγάλη μου χαρά παίρνω.

Η σημερινή μέρα ήταν ιδιαίτερα παραγωγική: συνολικά είδαμε 6 (έξι) ταινίες! Για να δημιουργήσουμε καβάντζα, πάντως, δύο από αυτές θα τις μεταφέρουμε για να τις αναλύσουμε αργότερα, μέσα στο 10ήμερο του φεστιβάλ. Και οι δύο είναι εξαιρετικές! Μιλάμε για τον «Γιο του Σαούλ» (που έτσι κι αλλιώς δεν θα έχει άλλη προβολή στο φεστιβάλ και βγαίνει κανονικά στις αίθουσες την ερχόμενη Πέμπτη) και για τις «Ατρόμητες» (που επίσης έχουν διανομή για τη χώρα μας και θα ξαναπροβληθούν στο φεστιβάλ, οπότε προλαβαίνουμε να γράψουμε για αυτές πριν από την επαναπροβολή τους). Μένουν τέσσερις ταινίες και ξεκινάμε αμέσως να γράφουμε για αυτές ακολουθώντας τη σειρά με την οποία τις είδαμε.

Zenaida TIFF 2015

Το «Zenaida» των Αλέξη Τσάφα και Γιάννη Φώτου (Ελληνικές Ταινίες) είναι από τις χαρακτηριστικές εκείνες περιπτώσεις που οι προθέσεις είναι τίμιες αλλά το τελικό αποτέλεσμα δεν δικαιώνει τον (τους) δημιουργό-ούς και δεν μπορεί να πείσει τους θεατές να σπεύσουν για να δουν την ταινία.

Η υπόθεση: H Ζενάιντα είναι μια νεαρή πόρνη που στα 19 της χρόνια έχει ήδη γνωρίσει το σκληρό πρόσωπο του ευρωπαϊκού ονείρου. Γεννημένη στην Αφρική, θύμα τράφικινγκ, εγκλωβισμένη σε μια αφιλόξενη μεγαλούπολη, η Ζενάιντα απλά επιβιώνει μοιράζοντας την καθημερινότητά της ανάμεσα στους πελάτες ενός σύγχρονου μπουρδέλου και τις παραισθήσεις ουσιών που της προσφέρουν αποδράσεις από το παρόν, αλλά της προκαλούν και εφιάλτες από το παρελθόν. Εικόνες παράλληλες της ζωής της στη μιζέρια της αφρικανικής φαβέλας και στην ψυχοφθόρα ευρωπαϊκή μεγαλούπολη. Έχοντας περάσει την αρχική δοκιμασία της βίαιης προσαρμογής που της επέβαλαν οι «ιδιοκτήτες» της, η Ζενάιντα έχει πλέον προσαρμοστεί στη ρουτίνα της. Μοιράζεται μαζί με άλλες δύο κοπέλες το μικρό διαμέρισμα στο οποίο τις έχουν εγκαταστήσει, προσέρχεται καθημερινά στο χώρο της «δουλειάς» και αμείβεται για τις υπηρεσίες της. Ένα μέρος των χρημάτων καταλήγει στους εμπόρους ουσιών και τα υπόλοιπα τα στέλνει στην οικογένειά της. Υπάρχει δυνατότητα για ανθρώπινη επαφή σε όλο αυτό;

Η άποψή μας: Ο Αλέξης Τσάφας έχει μια ιδιαίτερη σχέση με το Πράσινο Ακρωτήρι. Η μουσική αυτής της φτωχής αφρικάνικης χώρας – με διεθνή αντιπρόσωπο την τεράστια Cesaria Evora – τον γοήτευε από μικρό (δεν ξέρουμε αν τον γοητεύουν τώρα τα τσαλίμια του συμπατριώτη της ποδοσφαιριστή Γκάρι Ροντρίγκεζ του ΠΑΟΚ, για να κάνουμε και λίγη πλάκα). Το ένα πράγμα έφερε το άλλο, ο Τσάφας έγινε κάτοχος του συνόλου του αρχείου της καποβερντιανής δισκογραφίας και κατόρθωσε από τη μια να δέχεται διαρκώς προτάσεις για να γυρίσει βιντεοκλίπ στη χώρα και από την άλλη να γυρίσει την πρώτη ταινία μυθοπλασίας στο Κάπο Βέρντε (έτσι ονομάζεται το Πράσινο Ακρωτήρι στη γλώσσα των κατοίκων του) μετά από 25 ολόκληρα χρόνια!

Έτσι κι αλλιώς, μόνο μία κινηματογραφική αίθουσα υπάρχει στη χώρα, οπότε ο δραστήριος εκεί Τσάφας είναι κάτι σαν ο Σπίλμπεργκ τους. Και μέσω της Αφρικής έγινε γνωστός και στη χώρα μας. Τούτη η ταινία συνεχίζει την ιδιότυπη σχέση του δημιουργού της με την αφρικανική χώρα. Έχει γυριστεί και στη χώρα μας και στο Πράσινο Ακρωτήρι. Θίγει ένα πολύ σοβαρό θέμα, το τράφικινγκ, με νεαρές γυναίκες εγκλωβισμένες σε ένα κύκλωμα από το οποίο αδυνατούν να ξεφύγουν. Με μινιμαλιστικό τρόπο και επαναλαμβάνοντας τη ρουτίνα της Ζενάιντα ο σκηνοθέτης επιχειρεί το προφανές: πως γυναίκες σαν τη Ζενάιντα δεν είναι απλά ένα κομμάτι κρέας για τον κάθε καβλωμένο να κορέσει τις ορέξεις του. Είναι άνθρωποι με σάρκα και οστά, με απόψεις και όνειρα, με ανάγκη για ανθρώπινη επαφή. Οι σκηνές τόσο στην παιδική χαρά (όπου η Ζενάιντα βιώνει ρατσισμό ακόμη και στην άδολη επικοινωνία της με ένα μικρό κοριτσάκι) όσο και με τον νεαρό που γνωρίζει εκτός «δουλειάς» και τον οποίο θέλει να αγαπήσει αλλά δεν μπορεί, είναι οι καλύτερες της ταινίας. Δυστυχώς, πάντως, παρά το γεγονός ότι μιλάμε για μια ταινία 66 λεπτών, τα εκφραστικά της μέσα είναι πάρα πολύ φτωχά, το αισθητικό αποτέλεσμα δεν πιάνει μεγάλες επιδόσεις και το σύνολο απλά δεν πείθει. Η Μαρία Στεφανίδου, που υποδύεται τη Ζενάιντα, είναι θετική στο ρόλο της, ενώ όντως δυνατή είναι η μουσική επένδυση της ταινίας.

(η ταινία ολοκληρώνει τις προβολές της στο φεστιβάλ τη Δευτέρα 9 Νοεμβρίου στις 15.00, στην αίθουσα Τόνια Μαρκετάκη)

Hrutar TIFF 2015

Συνεχίζουμε το πρόγραμμά μας με την ταινία «Δεσμοί αίματος» (Hrútar / Rams) του Grímur Hákonarson (Διεθνές Διαγωνιστικό). Μια ταινία από την Ισλανδία (η 2η μεγάλου μήκους ταινία μυθοπλασίας του δημιουργού της) που όχι μόνον έλαβε μέρος στο τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα» του περασμένου φεστιβάλ των Καννών αλλά τιμήθηκε και με το βραβείο του.

Η υπόθεση: Ο Γκούμι και ο Κίντι είναι δύο μεσήλικα και βάλε αδέλφια που ζουν σε δύο γειτονικές φάρμες μιας απομονωμένης κοιλάδας στην Ισλανδία, εκτρέφοντας πρόβατα. Τα κοπάδια τους έχουν ρίζες σε αρχαίες φυλές και τα κριάρια τους συχνά πυκνά κερδίζουν βραβεία ως τα καλύτερα της χώρας! Είναι και οι δύο πολύ καλοί σε αυτό που κάνουν, είναι και οι δύο ανύπαντροι (μιας που δεν υπάρχουν πολλές γυναίκες στην περιοχή) και έχουν να μιλήσουν ο ένας στον άλλο για περισσότερο από 40 χρόνια! Ένα πείσμα, μια παρεξήγηση είναι η αιτία και ο ανταγωνισμός και ο εγωισμός τους δεν τους επιτρέπει να κάνουν βήματα για επαναπροσέγγιση. Τα πράγματα θα διαφοροποιηθούν δραματικά όταν ο Γκούμι διαπιστώσει ότι το πρόσφατα βραβευμένο κριάρι του Κίντι έχει σημάδια μιας θανατηφόρου και ανίατης νόσου, της Scrapie, κάτι ανάλογο με την σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια ή νόσο των τρελών αγελάδων όπως έγινε γνωστή. Εξαιτίας της τρομερής μεταδοτικότητας της νόσου η μόνη «θεραπεία» είναι η σφαγή όλου του κοπαδιού, το θάψιμο των σφαγμένων και η καλή απολύμανση της περιοχής. Και για δύο χρόνια δεν μπορούν να εκτραφούν άλλα πρόβατα εκεί που εντοπίστηκε κρούσμα. Όλη αυτή η διαδικασία αποτελεί κάτι σαν θανατική ποινή για τους εκτροφείς.

Ο Κίντι αντιδρά χρησιμοποιώντας το ντουφέκι του και ο Γκούμι χρησιμοποιώντας το μυαλό του. Όμως, καθώς οι κρατικοί λειτουργοί σφίγγουν τον κλοιό, τα δύο αδέλφια θα πρέπει να συνενοηθούν προκειμένου να σώσουν την αρχαία ράτσα των προβάτων τους αλλά και τους εαυτούς τους από την εξάλειψη.

Η άποψή μας: Εντάξει, δεν μου έχει ξανατύχει να βρεθώ απέναντι σε ταινία στην οποία θα μπορώ να χρησιμοποιήσω και τις γνώσεις μου ως διπλωματούχου κτηνιάτρου! Οπότε, επειδή παίζει βασικό ρόλο στην κατανόηση των επί της μεγάλης οθόνης συμβάντων καλό είναι να γνωρίζετε δύο πράγματα παραπάνω από επιστημονικής απόψεως. H «Τρομώδης νόσος» (ή Scrapie στα αγγλικά), είναι μια θανατηφόρος νευροεκφυλιστική νόσος που προσβάλει τον εγκέφαλο προβάτων και αιγών με κύρια κλινικά συμπτώματα την αστάθεια στο βάδισμα και την απώλεια προσανατολισμού. Τα αιγοπρόβατα όταν πάσχουν από την ασθένεια αυτή, εμφανίζουν νευρικότητα, αναπηδούν στα μπροστινά πόδια, ταλαντεύονται, τρέμουν, εχουν έντονη σιαλόρροια κατά τη μάσηση, ξύνονται χαρακτηριστικά και τελικά πεθαίνουν. Συμπτώματα εμφανίζουν συνήθως ζώα ηλικίας δύο έως πέντε ετών. Η ασθένεια οφείλεται σε μολυσματική πρωτεϊνη και ανήκει στην ομάδα των μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών. Ως κτηνίατρος λοιπόν θα έκανα ότι κάνει και η συνάδελφος στην ταινία: θα έδινα εντολή να θανατωθούν τα κοπάδια και θα έλεγχα εξονυχιστικά αν τηρείται ο νόμος κι αν γίνεται η δέουσα απολύμανση. Αυτό που κάνει ο Γκούμι δηλαδή (θα το δείτε, να μην σας χαλάω και τις εκπλήξεις της ταινίας) είναι παράνομο, μιας που διακινδυνεύει τόσο την παραμονή όσο και την εξάπλωση της νόσου.

Ως κριτικός κινηματογράφου, τώρα, μόνο διθυράμβους έχω να γράψω για την ταινία. Ο σκηνοθέτης της περιγράφει τον τρόπο ζωής μιας κοινωνίας ανθρώπων, άρρηκτα συνδεδεμένων με τα ζώα τους. Χωρίς την καθημερινά ρουτίνα της περιποίησης των ζωντανών, απλά δεν έχουν ζωή! Τα αγαπάνε τα πρόβατά τους και δεν υπάρχει ζωή χωρίς αυτά. Από την άλλη η σχέση των δύο αδελφών σκιαγραφείται εξαιρετικά. Αψύς, στιβαρός σωματικά και παρορμητικός ο Κίντι από τη μια, εύστροφος, πιο χαμηλών τόνων και περισσότερο αποφασιστικός ο Γκούμι. Με τις τεράστιες γενειάδες τους (δεν είναι χίπστερς οι άνθρωποι, κάνει κρύο στην Ισλανδία, οπότε το μούσι είναι ένας ακόμα τρόπος για να μένει ζεστό το πρόσωπό τους) να κυριαρχούν στο παρουσιαστικό τους σαφώς και διαφέρουν από τους καλοντυμένους και καλοξυρισμένους εκπροσώπους της πολιτείας «από το Νότο», από την πρωτεύουσα, από τον... πολιτισμό. Ο σκηνοθέτης στήνει εξαιρετικά την ταινία του, την εξελίσσει μεστά, στήνει σκηνές με χιούμορ για να φτάσει στην κορύφωση του φινάλε. Ένα φινάλε από τα πιο μεγαλοπρεπή συναισθηματικά, από τα πιο συγκινητικά, από τα πλέον υπέροχα. Εκεί, σε ένα λαγούμι μέσα στο χιόνι, τα δύο αδέλφια, γυμνά ψυχικά και σωματικά, θα ζεστάνουν το είναι μας. Καταπληκτικό!

(η ταινία προβάλλεται σήμερα Κυριακή 8 Νοεμβρίου στις 18.00, στην αίθουσα Ολύμπιον και Δευτέρα 9 Νοεμβρίου στις 15.45 στην αίθουσα Φρίντα Λιάπα – έχει διανομή από την Ama Films αλλά δεν γνωρίζουμε την ημερομηνία εξόδου της στις ελληνικές αίθουσες)

600 Millas / 600 Miles TIFF 2015

Σειρά έχει η ταινία «600 μίλια» (600 Millas / 600 Miles) του Gabriel Ripstein (Διεθνές Διαγωνιστικό). Ο γιος τους τιτανοτεράστιου Arturo Ripstein με την πρώτη του αυτή σκηνοθετική απόπειρα σε ταινία μεγάλου μήκους μυθοπλασίας κέρδισε το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη στο περασμένο φεστιβάλ Βερολίνου. Και φαίνεται πως είναι από τις περιπτώσεις εκείνες όπου το ταλέντο φαίνεται να μεταδίδεται γονιδιακά. Γιατί υπάρχουν κι άλλες περιπτώσεις που αποδεικνύουν το ακριβώς αντίθετο.

Η υπόθεση: Ο Αρνούλφο είναι ένας μεταέφηβος Μεξικάνος. Μαζί με έναν Αμερικανό «φίλο του» μεταφέρει παράνομα όπλα από τις ΗΠΑ στο Μεξικό, προκειμένου να οπλιστεί ένα καρτέλ. Στην αρχή υπάρχουν δυσκολίες αλλά εντέλει ο Αρνούλφο φέρνει εις πέρας τις παραγγελίες που δέχεται μέσω του θείου του και μάλιστα με σχετική ευκολία, τέτοια που και χρήματα πολλά κερδίσει και όνειρα για μεγαλύτερα πράγματα κάνει. Ο Χανκ Χάρις είναι πράκτορας της αμερικάνικης υπηρεσίας που κυνηγά το παράνομο εμπόριο όπλων. Ο Χανκ παρακολουθεί τον Ρούμπιο και πάει να τον συλλάβει αλλά εντέλει γίνεται όμηρος του πιτσιρικά! Πιστεύει πως είναι καλή ιδέα να παρουσιάσει το θύμα της απαγωγής του στο αφεντικό του. Στα 600 μίλια (1000 χιλιόμετρα) που διανύουν οι δύο άντρες, χτίζουν μια σχέση εμπιστοσύνης που θα ανατρέψει όλα όσα είχαν ως δεδομένα. Θα γίνουν φίλοι. Ή έτσι νομίζει ο Αρνούλφο...

Η άποψή μας: Η ταινία χωρίζεται εμφανώς σε δύο μέρη. Στο πρώτο ο σκηνοθέτης περιγράφει το παράνομο εμπόριο όπλων μέσω του... νόμιμου εμπόριου όπλου στις ΗΠΑ! Ιδίως στις νότιες πολιτείες τα όπλα αποτελούν μέρος της κουλτούρας. Ο καθένας που έχει ταυτότητα μπορεί να αγοράσει ένα όπλο! Πέρα από τα πλήρως εξοπλισμένα και με καταρτισμένο προσωπικό καταστήματα πώλησεις όπλων, υπάρχουν και πανηγύρια (!) όπου βλαμμένοι όλων των ειδών ψάχνουν να αγοράσουν όπλα ή απλά διασκεδάζουν (!!!) παρακολουθώντας τον σασυρμά, κουβαλώντας τα μωρά τους μαζί τους! Ε, άντε μετά αυτό το μωρό όταν μεγαλώσει να μην θεωρεί αυτονόητο να έχει όπλο. Σε αυτό το πρώτο μέρος νιώθεις κάποιες στιγμές πως παρακολουθείς ντοκιμαντέρ – τέτοια είναι η αλήθεια των καταστάσεων που περιγράφει ο σκηνοθέτης. Στο δεύτερο μέρος, εκείνο που ξεκινά με την «απαγωγή» του χαρακτήρα που υποδύεται ο Tim Roth (ο οποίος είναι ανάμεσα στους παραγωγούς της ταινίας) έχουμε να κάνουμε με ένα ιδιότυπο road movie, αλλά και με μια ταινία ανδρικής φιλίας. Ο πιτσιρίκος βλέπει αρχικά επιφυλακτικά τον μπαρουτοκαπνισμένο γκρίνγκο, ο οποίος ξέρει πολλά και του ανοίγει την ψυχή του. Θεωρεί ότι ο Χανκ είναι το εισιτήριό του για μεγαλύτερα πράγματα. Θεωρεί κάποια στιγμή ότι ο Χανκ είναι φίλος του.

Πόσο λάθος βγαίνει σε όλα τα επίπεδα, δεν περιγράφεται! Πάντως, ο ένας σώζει τον άλλο από μία φορά (η σκηνή όπου ο θείος, που βρίσκεται στην κουζίνα, προτρέπει τον Αρνούλφο να σκοτώσει τον Χανκ, που βρίσκεται δεμένος με χειροπέδες στην τουαλέτα και η κάμερα «βλέπει» και τους δύο χώρους είναι σπουδαία!). Αυτό χτίζει εμπιστοσύνη, σωστά; Χμ, όπως δείχνει η τελευταία σκηνή, η οποία συνεχίζεται ενώ πέφτουν οι τίτλοι τέλους, ο κυνισμός θα βγαίνει πάντα νικητής σε τέτοιες καταστάσεις. Πολύ ενδιαφέρουσα ταινία και περιμένουμε να δούμε το επόμενο βήμα ενός σαφέστατα ταλαντούχου σκηνοθέτη.

(η ταινία ολοκληρώνει τις προβολές της στο φεστιβάλ σήμερα Κυριακή 8 Νοεμβρίου στις 18.00, στην αίθουσα Φρίντα Λιάππα)

Aferim TIFF 2015

Και ολοκληρώνουμε τη σημερινή μας ανταπόκριση με ένα... βλάχικο γουέστερν! Η ταινία «Άφεριμ» (Aferim!) του Radu Jude (Ματιές στα Βαλκάνια) μοιράστηκε την Αργυρή Άρκτο καλύτερης σκηνοθεσίας μαζί με το «Cialo» της Malgorzata Szumowska, που επίσης θα δούμε στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης! Και είναι η επίσημη πρόταση της Ρουμανίας για το ξενόγλωσσο Όσκαρ. Και είναι απλώς... ταινιάρα!

Η υπόθεση: Στη Ρουμανία του 19ου αιώνα (και συγκεκριμένα στη Βλαχία), ο Κοσταντίν, ένας τοπικός αστυνομικός της εποχής, προσλαμβάνεται από τον μπογιάρ (τοπικό αφέντη) Ιορντάκε, προκειμένου να βρει, να συλλάβει και να του παραδώσει τον Καρφίν. Ο Καρφίν είναι ένας τσιγγάνος, σκλάβος του Ιορντάκε, που το έσκασε. Ο Ιορντάκε τον κατηγορεί ότι έκλεψε, η αλήθεια όμως είναι πως θέλει να τον εκδικηθεί μιας που είχε συνάψει ερωτική σχέση με την ελληνικής καταγωγής σύζυγο του Ιορντάκε, τη Σουλτάνα. Ο μεσήλικας, κουτσός και θυμόσοφος Κονσταντίν μαζί με τον πιτσιρικά γιο του, τον Ιονίτα, ξεκινούν το κυνηγητό και βιώνουν ένα ταξίδι στην ενδοχώρα γεμάτο περιπέτειες.

Η άποψή μας: «Ζούμε τη ζωή έτσι όπως μπορούμε κι όχι έτσι όπως θέλουμε» λέει το προφανές ο δοκιμασμένος στη ζωή, φαινομενικά νικητής αλλά ουσιαστικά ηττημένος Κονσταντίν στο φινάλε της ταινίας. Μιας ταινίας πραγματικά σπουδαίας, που η εμπειρία θέασής της απλά δεν χάνεται! Σε μεγαλόπρεπο και εντελώς ταιριαστό μαυρόασπρο η ταινία ξετυλίγει το σενάριό της έχοντας κεντρικό θέμα της προβληματικής της το ακανθώδες ζήτημα της σκλαβιάς των Ρομά. Επί πάνω από 500 χρόνια οι Ρομά πουλούνταν ως σκλάβοι στην περιοχή της Βλαχίας και τα αφεντικά τους, τους μεταχειρίζονταν σαν ζώα, έχοντας επάνω τους δικαίωμα ζωής και θανάτου! Μόλις το 1856 έπαψε να ισχύει αυτή η φρικιαστική κατάσταση, χωρίς αυτό να σημαίνει πως οι Ρομά, όχι μόνο στη Βλαχία και τη Ρουμανία αλλά και σε όλη την Ευρώπη γενικότερα έπαψαν να βιώνουν ρατσισμό από τους πολιτισμένους λευκούς συνανθρώπους τους. «Κοράκια» τους αποκαλούν οι πάντες καθ' όλη τη διάρκεια της ταινίας. Χαρακτηριστική της κατάστασης που βιώνανε είναι η σκηνή όπου σε ένα παζάρι, μια ολόκληρη δυναστεία (clan) και όχι οικογένεια τσιγγάνων ζητά να αγοραστεί (!) από έναν αφέντη, μιας που τα μέλη της δεν έχουν να φάνε και λιμοκτονούν!

Αλλά ο σκηνοθέτης δεν κάνει κύρηγμα, δεν παρουσιάζει την ταινία του ως σταυροφόρος κατά της κακομεταχείρισης των Τσιγγάνων. Πετυχαίνει τον στόχο του χωρίς να υποκύπτει στον διδακτισμό και τον λαϊκισμό. Και είναι απλά χειμαρρώδης, ανάλογα με τον κεντρικό του ήρωα. Ο οποίος μοιράζεται τη σοφία του (!!!) με τον άβγαλτο γιο του. Μια σειρά από προλήψεις είναι όλη του η πείρα από τη ζωή. Τα τσιτάτα του βγαίνουν από το στόμα του ταχύτερα από τα one-liners σε ταινίες με πρωταγωνιστή τον Arnold Schwarzenegger! Στην αρχή σε κάνουν να γελάς, όσο προχωρά η ταινία, όμως, καταλαβαίνεις πόσο εγκλωβισμένοι ήταν τότε οι άνθρωποι προσπαθώντας να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα. Αυτά ήξεραν, αυτά έκαναν! Έλεγαν μάλιστα «άφεριμ» (δηλαδή «μπράβο») ο ένας στον άλλο, ακριβώς επειδή πίστευαν ότι έκαναν το σωστό! Τότε, η άγνοια μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως δικαιολογία. Σήμερα, όπου ο καπιταλισμός επελαύνει και είμαστε όλοι σκλάβοι του Κεφαλαίου, ποια μπορεί να είναι η δικαιολογία για τον ρατσισμό, την ξενοφοβία και την εθελούσια άρνησή μας να διεκδικήσουμε καλύτερες ζωές για όλους; Απολαυστική και to the point ταινία, από τις πιο πλήρεις εμπειρίες θέασης στο φεστιβάλ ως τώρα. Μια ταινία που ακόμα και ο τρόπος ομιλίας και οι συνεχείς διάλογοι βοηθούν στο να αποκτήσει έναν ρυθμό στον οποίο ο θεατής παραδίδεται αμαχητί! Μην τη χάσετε με τίποτε!

(η ταινία ολοκληρώνει τις προβολές της στο φεστιβάλ την Παρασκευή 13 Νοεμβρίου στις 23.00, στην αίθουσα Σταύρος Τορνές)

Θοδωρής Γιαχουστίδης

Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 2015 TIFF 15 Live
Περισσότερα... »



Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 2015 TIFF 15 Live

του Θόδωρου Γιαχουστίδη

«Victoria» αλλά χωρίς νικητή

Εμφανώς καταβεβλημένος και ίσως υπέρ το δέον συγκινημένος ο διευθυντής του φεστιβάλ Δημήτρης Εϊπίδης κύρηξε την εναρξή του 56ου ΦΚΘ σε μια τελετή που ξεκίνησε αν μη τι άλλο, με θετικό πρόσημο. Με ένα σκετσάκι βγαλμένο από τις πρώτες, ένδοξες μέρες του βωβού κινηματογράφου. Ωραίο και αποτελεσματικό δρώμενο με πρωταγωνιστές σπουδαστές που ίσως μια μέρα δούμε στο σινεμά, μας έμπασε στη γιορτή. Παρουσιαστής της βραδιάς ήταν ο ηθοποιός Αντίνοος Ναλμπάντης, τον χαιρετισμό του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, Αριστείδη Μπαλτά (που δεν μπόρεσε να έχει φυσική παρουσία στη Θεσσαλονίκη), ανέγνωσε η Κυριακή Μάλαμα, ο πρόεδρος του «Ποταμιού», Σταύρος Θεοδωράκης κάθησε μέχρι το τέλος στην αίθουσα βλέποντας την ταινία έναρξης (να τα λέμε αυτά), όπως και ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Στέλιος Κούλογλου. Έξω από το «Ολύμπιον» οι απολυμένοι μα κυρίως μη αποζημιωμένοι πρώην εργαζόμενοι του «Αγγελιοφόρου» προσπαθούσαν να ευαισθητοποιήσουν τον αδιάφορο κόσμο για τον δίκαιο αγώνα τους. Και μέσα είδαμε μια ταινία αστραφτερή ως επίτευγμα, η οποία όμως χώλαινε σεναριακά.

Victoria TIFF 2015

Το «Victoria» λοιπόν του Sebastian Schipper ήταν η ταινία που είχε την τιμή να μας πάρει την... παρθενιά σε τούτο το φεστιβάλ. Είναι η τέταρτη μεγάλου μήκους ταινία ενός σκηνοθέτη που η δεύτερη ταινία του, το «Ο δικός μου φίλος» (Ein Freund von mir, 2006) αγαπήθηκε στη χώρα μας (και όχι αδίκως), όντας μία από τις πρώτες ταινίες που διένειμε η εταιρία Seven Films. Τούτη η ταινία έλαβε μέρος στο διαγωνιστικό τμήμα του περασμένου φεστιβάλ Βερολίνου, όπου τιμήθηκε απολύτως δίκαια με Αργυρή Άρκτο Ξεχωριστής Καλλιτεχνικής Επίτευξης (σε ότι αφορά τη δουλειά στην κάμερα). Εδώ, στην πόλη μας, την προλόγισε ο ένας εκ των τριών σεναριογράφων της, Eike Frederik Schulz (ο οποίος εμφανίζεται και στην ταινία στο ρόλο του μπάρμπαν). Αλλά, για να δούμε τι ακριβώς είναι η «Victoria» και τι την κάνει να ξεχωρίζει.

Η υπόθεση: Βερολίνο, 4 τα ξημερώματα, άνοιξη. Η Βικτόρια είναι μια 20χρονη κοπέλα από τη Μαδρίτη που βρίσκεται στη γερμανική πρωτεύουσα εδώ και τρεις μήνες. Αφού χορέψει ξέφρενα σ' ένα κλαμπ και προσπαθήσει να επικοινωνήσει με τους γύρω της χωρίς επιτυχία (δεν έχει φίλους) φεύγει με προορισμό ένα μαγαζί που πουλάει βιολογικό καφέ (αλλά και κακάο!) όπου εργάζεται, το οποίο πρέπει να ανοίξει στις 7 το πρωί. Βγαίνοντας από το κλαμπ, θα γνωρίσει τον Ζόνε και την παρέα του. Τέσσερις νεαρούς Βερολινέζους συνολικά. Μεταξύ του κοριτσιού και των αγοριών – ιδιαίτερα του Ζόνε – υπάρχει μια άνετη συνενόηση και επικοινωνία, παρά το γεγονός ότι γνωρίζονται για πρώτη φορά. Θα μιλήσουν, θα αστειευτούν, θα φλερτάρουν, θα κλέψουν μπύρες από ένα ψιλικατζίδικο, θα κάνουν εξομολογήσεις σε μία ταράτσα, θα περάσουν καλά. Μόνο που ο κολλητός του Ζόνε, ο Μπόξερ, έχει κάνει φυλακή. Και ο Μπόξερ χρωστάει μια χάρη σ' αυτούς που τον προστάτευαν στη στενή. Και ήρθε η στιγμή να ανταποδώσει τη χάρη. Και ζητάει βοήθεια από τους κολλλητούς του. Και η μπάλα παίρνει και τη Βικτόρια. Που καταλήγει να τους οδηγεί με ένα αμάξι. Μόνο που η τρελή, μεγάλη περιπέτεια σύντομα μετατρέπεται σε εφιάλτη.

Η άποψή μας: Είναι εντυπωσιακό αυτό που επιχείρησαν ο σκηνοθέτης και οι συνεργάτες του: μια ταινία διάρκειας δύο ωρών και 20 σχεδόν λεπτών, γυρισμένη σε 22 διαφορετικούς χώρους, με συνεχή ροή, χωρίς καθόλου μοντάζ! Καταλαβαίνετε πως ένα λάθος να γινόταν, κάποιος περαστικός να βρισκόταν στο λάθος σημείο τη λάθος στιγμή, κάποιος από τους ηθοποιούς να πάγωνε και να ξεχνούσε τα λόγια του και το όλον θα έπρεπε να γυριστεί από την αρχή. Το μόνο εμφανές λάθος που γίνεται είναι μια ανταλλαγή τσιγάρου, που δεν πιάνεται ακριβώς με την πρώτη. Γι' αυτό λοιπόν και η ταινία ολοκληρώθηκε με την τρίτη προσπάθεια. Και γι' αυτό οι φωνές που ακούτε σε κάποιο σημείο της ταινίας, εκεί, στη σκηνή με το αμάξι της διαφυγής, δηλώνουν πανικό, μιας που η ηθοποιός που υποδύεται τη Βικτόρια έκανε λάθος σε ότι αφορά τη διαδρομή και όλοι οι άλλοι ηθοποιοί αλλά και ο σκηνοθέτης προσπαθούσαν να την κατευθύνουν για να μην μπουν στη σκηνή κατά λάθος άνθρωποι από το συνεργείο της ταινίας – ο κάμεραμαν έσωσε την κατάσταση με μια έξυπνη κίνηση...

Επίτευγμα λοιπόν ως κατασκευή η ταινία – δεν χωράει κουβέντα επί αυτού. Με τους ηθοποιούς να αυτοσχεδιάζουν εν πολλοίς τους διαλόγους τους και να φέρνουν την αποστολή τους εις πέρας με εξαιρετικές επιδόσεις – ιδίως η πρωταγωνίστρια Laia Costa είναι σπουδαία – αφήστε που ο φακός την αγαπάει. Με τη μουσική του τιτανοτεράστιου Nils Frahm άλλοτε να δονεί με το μπιτ της την οθόνη κι άλλοτε να κατεβάζει τέμπο προκειμένου να συνάδει με την ωδή στα ατίθασα νιάτα που επιχειρεί η ταινία. Με τον κάμεραμαν να πετυχαίνει παπάδες. Ναι, αλλά, το σενάριο... χωλαίνει. Όσο εξελλίσεται το στόρι στο πρώτο μισό της ταινίας τα πράγματα έχουν φοβερό ενδιαφέρον. Το φλερτ, η ανάγκη των νέων να επικοινωνήσουν, μια πόλη που αγαπάνε οι πάντες, η ζωή στην άκρη της νύχτας, όλα αυτα έχουν ενδιαφέρον και σε κρατάτε σε εγρήγορση ως θεατή. Όμως. Δεν στέκει πουθενά μια κοπέλα τόσο αυθόρμητη, επικοινωνιακή και – θα το πω – όμορφη όπως η Βικτόρια να μην έχει φίλους στους τρεις μήνες της παραμονής της στο Βερολίνο. Δεν στέκει πουθενά με ένα τσακ να αποφασίσει να συμμετέχει σε ένοπλη (!) ληστεία μαζί με μια παρέα αγοριών που γνώρισε πριν λίγο! Οι ίδιοι οι φίλοι δεν γίνεται να αποφασίσουν να φέρουν εις πέρας τη ληστεία με μια μικρή πρόβα (!) και τη βοήθεια κοκαΐνης! Δεν είναι πιστευτό, πως το λένε. Ξεπερνά τα όρια της αφέλειας.

Αν ο σκηνοθέτης ήθελε να το πάει κατά «Μπόνι και Κλάιντ» μεριά, δεν χτίζει τα απαραίτητα θεμέλια για να το πετύχει αυτό. Αν πάλι ήθελε να δημιουργήσει το γερμανικό «Μίσος» απέχει παρασάγγας από την ταινία του Kassovitz, καθώς η όποια επιχείρηση κοινωνικού σχολιασμού είναι τόοοοσο επιφανειακή που περνάει στο ντούκου. Ο Γιάνναρης τέλος με το δικό του ανάλογο «Από την άκρη της πόλης» έχει να πει κάτι για τη νεολαία και το κάνει καλά... Το πως εξελλίσεται το ρομάντζο ανάμεσα στη Βικτόρια και τον Ζόνε είναι όλα τα λεφτά – με τη σκηνή στο καφέ και το πως παίζει πιάνο η Βικτόρια να ξεχωρίζει και να συγκινεί. Αλλά το άλλο μέρος της ταινίας, το μεγαλύτερο, με τη ληστεία και την προφανή κατάληξή της (μέχρι και η απαγωγή του μωρού φαίνεται να γίνεται απλά για να μεγαλώσει σε διάρκεια η ταινία!), σόρι αλλά φάουλ «δικέ μου φίλε» Sebastian Schipper.

(η ταινία προβάλλεται ξανά την Κυριακή 8 Νοεμβρίου στις 22.30, στην αίθουσα Ολύμπιον – έχει διανομή από την Seven Films αλλά δεν γνωρίζουμε την ημερομηνία εξόδου της στις ελληνικές αίθουσες)

Urok TIFF 2015

Για να μην αφήσουμε... ξεροσφύρι ως μοναδική ταινία της πρώτης μας ανταπόκρισης το «Victoria» θα αναφερθούμε σε άλλες δύο ταινίες που έτυχε να δούμε παλαιότερα και προβάλλονται στο φεστιβάλ.

Κάθε χρόνο εδώ στη Θεσσαλονίκη προβάλλονται οι τρεις ταινίες που είναι υποψήφιες για το βραβείο LUX του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Tο βραβείο LUX, που ιδρύθηκε το 2007, είναι το κινηματογραφικό βραβείο που απονέμεται κάθε χρόνο από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Το βραβείο LUX επιδιώκει δύο κύριους στόχους: στρέφει τα φώτα στη δημόσια συζήτηση για την Ευρώπη, και υποστηρίζει την κυκλοφορία των ευρωπαϊκών συμπαραγωγών στο εσωτερικό της Ένωσης. Μεταξύ των τριών υποψήφιων ταινιών βρίσκεται και η ταινία «Μάθημα» από τη Βουλγαρία. Μια ταινία που είδαμε πέρσι στο φεστιβάλ, στο Διαγωνιστικό Τμήμα, και την αγαπήσαμε πάρα πολύ. Είναι μια σπουδαία ταινία που σας συστήνουμε ανεπιφύλακτα να δείτε. Επ' ευκαιρία, ιδού τι γράφαμε πέρσ τέτοιον καιρό στην αντίστοιχη ανταπόκρισή μας:

Και να που η μεγάλη έκπληξη μας έφτασε από τη Βουλγαρία. Η ταινία «Μάθημα» (Urok/ The Lesson) των Kristina Grozeva και Petar Valchanov είναι ελληνοβουλγαρική παραγωγή. Και είναι πραγματικά σπουδαία ταινία.

Η υπόθεση: Η Νάντια είναι μια καθηγήτρια αγγλικών σε σχολείο μιας μικρής επαρχιακής πόλης της Βουλγαρίας. Παντρεμένη και με ένα τετράχρονο κοριτσάκι τα βγάζει δύσκολα πέρα, ιδίως από τη στιγμή που ο σύζυγός της δεν εργάζεται. Μια μέρα, μια μαθήτριά της καταγγέλει πως κάποιος από τους συμμαθητές της, της έκλεψε το πορτοφόλι της. Η Νάντια προσπαθεί να κάνει τον ένοχο να παραδοθεί μόνος του. Όταν αυτό δεν συμβαίνει αποφασίζει να δώσει ένα μάθημα στα παιδιά, με ηθικές προεκτάσεις. Την ίδια στιγμή μαθαίνει ότι κινδυνεύει να χάσει το σπίτι της από επιπολαιότητα του συζύγου της. Θα τραβήξει τα πάνδεινα προκειμένου να καταφέρει να αντέξουν οικονομικά. Κι όταν πλέον ο κύκλος θα κλείσει η Νάντια θα καταλάβει πολύ καλά τον πιτσιρίκο που έκλεβε τους συμμαθητές του...

Η άποψή μας: Μου αρέσει σε ταινίες όπως αυτή να χρησιμοποιώ ένα δίστιχο από τραγούδι του Παύλου Σιδηρόπουλου: «η απελπισία περίστροφο και σφαίρες της οι ανάγκες/ άντε, και καλή τύχη μάγκες». Οι δύο σκηνοθέτες από τη Βουλγαρία στήνουν ένα νεορεαλιστικό κομψοτέχνημα, μια ταινία που βροντοφωνάζει πως φιλήσυχοι, νομοταγείς και νοήμονες πολίτες μπορούν να χάσουν τη μπάλα από τη μία μέρα στην άλλη λόγω οικονομικών αναγκών και να προβούν σε απεγνωσμένες και απέλπιδες προσπάθειες λειτουργώντας όχι με λογική αλλά με το θυμικό, με παρορμητισμό και ό,τι βρέξει ας κατεβάσει. Η δασκάλα προσπαθεί να δώσει στα παιδιά ένα μάθημα ζωής, το μάθημα όμως τελικά το παίρνει εκείνη. Από τη στιγμή που ξεκινάει η κατηφόρα δεν έχει σταματημό. Η Νάντια φτάνει στα όριά της, κάθε φορά τα ξεπερνάει, κατορθώνει να πάρει μια ανάσα για να πέσει σε βαθύτερα τάρταρα και φτου και από την αρχή. Ξέρετε τι είναι να σου παίρνουν το σπίτι για δύο λέβα (τέσσερα ολόκληρα ευρώ;). Ή να σε εκβιάζουν με τον χείριστο τρόπο ενεχυροδανειστές; Αυτά που συμβαίνουν επί της μεγάλης οθόνης φαίνονται απίστευτα αλλά δεν είναι. Και για την Ελλάδα της κρίσης είναι πάρα πολύ γνώριμα. Σπουδαία η ερμηνεία της Margita Gosheva και τεράστιο κατόρθωμα (πάντα το επισημαίνω αυτό) των σκηνοθετών είναι πως μέσα σε όλη τη ζοφερή εικόνα βρίσκουν τον τρόπο να βάλουν και έξυπνο χιούμορ στο σενάριό τους. Ναι λοιπόν, όταν είσαι μπίμπο κι έχεις λυμένο το οικονομικό σου πρόβλημα για όλη τη ζωή σου, η αρνητική ενέργεια μπορεί να επηρεάσει τα τσάκρας σου! Ήμαρτον.

(η ταινία προβάλλεται την Τρίτη 10 Νοεμβρίου στις 12.45, στην αίθουσα Παύλος Ζάννας)

Nånting måste gå sönder/ Something Must Break

Τελειώνουμε την αναφορά μας στην πρώτη ημέρα του φεστιβάλ με την ταινία «Εγώ, ο Ερλ και το κορίτσι που πεθαίνει» (Me and Earl and the Dying Girl) του Alfonso Gomez - Rejon (Ανοιχτοί Ορίζοντες). Μια ταινία που ξεκίνησε την καριέρα της στο φετινό φεστιβάλ του Σάντανς και κέρδισε τόσο το βραβείο κοινού όσο και το μεγάλο βραβείο της επιτροπής στο τμήμα «Δραματική Ταινία».

Η υπόθεση: Ο Γκρεγκ είναι ένας τελειόφοιτος Λυκείου που προσπαθεί να παραμένει ανώνυμος στις συναναστροφές του, αποφεύγοντας τις βαθύτερες σχέσεις, ως σχέδιο επιβίωσης στο κοινωνικό ναρκοπέδιο που ονομάζεται εφηβεία. Μάλιστα, περιγράφει τον Ερλ, τον μόνιμο σύντροφό του με τον οποίο γυρίζουν βιντεάκια που παρωδούν κλασικές ταινίες, ως «συνεργάτη», κι όχι ως κολλητό του. Αλλά όταν η μητέρα του επιμένει πως ο Γκρεγκ πρέπει να περνά περισσότερο χρόνο με την Ρέιτσελ – μια συμμαθήτριά του που έχει διαγνωστεί με καρκίνο – εκείνος ανακαλύπτει σιγά σιγά την αξία της πραγματικής φιλίας.

Η άποψή μας: Μόνο τεράστια αγάπη και respect για αυτήν την ταινία! Από τα καλύτερα φιλμ που είδα φέτος! Μια ταινία που ζέχνει σινεμά και κινηματογραφοφιλία! Τα βιντεάκια – παρωδίες που στήνουν οι δύο μάγκες στην ταινία είναι 47 τον αριθμό και είναι το ένα πιο «γεια σου» από το άλλο! Ενδεικτικά να αναφέρουμε τίτλους και πηγή έμπνευσης: Anatomy of a Burger (Anatomy of a Murder), Box O'Lips, Wow (Apocalypse Now), Death in Tennis (Death in Venice), Don't Look Now, Because a Creepy-Ass Dwarf is About to Kill You!!! Damn. (Don't Look Now), Eyes Wide Butt (Eyes Wide Shut), A Sockwork Orange (A Clockwork Orange), The 400 Bros (The 400 Blows) και το αγαπημένο μου 2:48PM Cowboy (Midnight Cowboy)! Η μίμηση που κάνει ο πρωταγωνιστής στον Werner Herzog είναι απολαυστική, όπως και όλες οι άμεσες και έμμεσες αναφορές σε ταινίες (η αφίσα από το «Η νύχτα των ζωνταντών νεκρών» σε ένα βιντεοκλάμπ, «Το ξύπνημα των νεκρών» ως «μπάλωμα» στο Τζάκετ του Γκρεγκ κτλ, κτλ).

Αλλά και σε επίπεδο σάουντρακ ακούμε τα καλύτερα! Με μουσική και τραγούδια από αγαπημένες ταινίες. Ένα σάουντρακ το οποίο έχει επιμεληθεί και συμμετέχει σ' αυτό ο ανυπέρβλητος Brian Eno! Αν λοιπόν η ταινία παρέμενε στο σημείο των αναφορών και πάλι θα την λατρεύαμε. Έλα μου όμως που έχει και ζουμί και ουσία και βάθος! Αντιμετωπίζει με μπόλικο χιούμορ, ειλικρίνεια και τον απαραίτητο σεβασμό, χωρίς να ξεπέφτει σε ηθικολογίες και μελό ένα τόσο δύσκολο θέμα όσο ο καρκίνος – ιδίως όταν αυτός χτυπάει κορίτσια σε τόσο τρυφερή ηλικία, στην εφηβεία, τότε που όλος ο κόσμος φαίνεται γεμάτος υποσχέσεις και πιθανότητες. Το σενάριο της ταινίας, βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του Jesse Andrews, απλώνεται σε μια τεράστια γκάμα θεμάτων, χωρίς ποτέ να χάνει το δρόμο του. Δύσκολο πράμα η εφηβεία, ακόμα δυσκολότερη η απώλεια και η διαχείρισή της. Μα αυτό που λέει στο φινάλε η ταινία (η υπερβολική (;) δραματικότητα και η χρονική αναλογία του οποίου σε σχέση με το σώμα της ταινίας αποτελούν και το μοναδικό της, ελάχιστο, ψεγάδι) είναι καταπληκτικό μέσα στην προφάνειά του. Ναι, όταν πεθαίνει ένας άνθρωπος, γρήγορα χάνεται από την καθημερινότητά μας και δεν αργεί η ώρα που λησμονιέται. Με έναν παράδοξο τρόπο, όμως, συνεχίζει να ζει. Συνεχίζει να μας εκπλήσσει με πράγματα που δεν γνωρίζαμε για εκείνον. Η σκηνή στην οποία ο βασικός πρωταγωνιστής «βλέπει» λεπτομέρειες που του είχαν διαφύγει τόσο στην ταπετσαρία του δωματίου του κοριτσιού όσο και των βιβλίων της, είναι τόσο συγκινητική που δύσκολα θα καταφέρετε να πνίξετε τον κόμπο στο λαιμό ή ακόμα ακόμα τη ροή ενός ή πολλών δακρύων. Ταινία που τη συστήνουμε ανεπιφύλακτα, μιας που κατορθώνει να είναι και φεστιβαλική και για το μεγάλο κοινό και αυτό που λέμε στα ελληνικά crowd pleaser.

(η ταινία προβάλλεται την Κυριακή 8 Νοεμβρίου στις 17.00, στην αίθουσα Τόνια Μαρκετάκη και το Σάββατο 14 Νοεμβρίου στις 20.00 στην αίθουσα Τζον Κασσαβέτης – σύμφωνα με το site του φεστιβάλ η ταινία έχει διανομή στην Ελλάδα από την Fox Greece, μάλλον όμως μιλάμε για τα δικαιώματα για τηλεοπτική προβολή, σωστά;).

Θοδωρής Γιαχουστίδης

Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 2015 TIFF 15 Live
Περισσότερα... »

13 Hours: The Secret Soldiers of Benghazi PosterΓια 13 ώρες δεν είχαν την παραμικρή υποστήριξη, είχαν όμως ο ένας τον άλλο. Την πραγματικά ιστορία, πίσω από μια άκρως ριψοκίνδυνη στρατιωτική επιχείρηση, όπως εκείνη δεν ειπώθηκε ποτέ, υπόσχεται να αποδώσει μέσα από την καινούργια του ταινία, ο πάλαι ποτέ Μίδας, του καταιγιστικού σινεμά Michael Bay. Ο φοβερός και τρομερός σκηνοθέτης αναρίθμητων μπλοκμπάστερ κατά το παρελθόν, εδώ καταπιάνεται με την επιδρομή έξι καλά εκπαιδευμένων κομάντο, πίσω από τις γραμμές του εχθρού στην Βεγγάζη της Λιβύης, προκειμένου να σώσουν και να οδηγήσουν με ασφάλεια πίσω στην πατρίδα, τον Πρέσβη στην χώρα, Κρίστοφερ Στίβενς, η ζωή του οποίου κινδυνεύει από την φονική επίθεση αφιονισμένων Λίβυων στο προξενείο. Οι εικόνες που δίνει με την γνώριμη τεχνοτροπία του ο Bay, στο κατακόκκινο τρέιλερ του 13 Hours: The Secret Soldiers Of Benghazi, είναι κτισμένες καταπληκτικά και δίνουν υποσχέσεις για μια action στιγμή πολύ υψηλού επιπέδου, όσο και ιδιαίτερα φορτισμένης συναισθηματικά, κατά την προσφιλή του συνήθεια. Η πρεμιέρα του φιλμ στους κινηματογράφους των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου έχει προγραμματιστεί για τις 29 Ιανουαρίου 2016, από την Paramount.

13 Hours: The Secret Soldiers of Benghazi Movie

Δεν θα δούμε όμως και τόσο γνώριμα πρόσωπα στο καστ, όπως τον παλιό καλό καιρό σε ταινίες του Bay, με τους ρόλους στην βασισμένη σε νουβέλα του Mitchell Zuckoff πλοκή να μοιράζονται οι John Krasinski, James Badge Dale, Pablo Schreiber και David Denman.

Στις δικές μας αίθουσες? Ακόμη δεν έχει προγραμματιστεί

Περισσότερα... »

Alice Through the Looking Glass PosterΤο να σωθεί ο Κάπελας, είναι ζήτημα χρόνου. Μπορεί να πέτυχε στο σύνολο του περισσότερα από ένα δισεκατομμύριο δολάρια παγκοσμίως, ελάχιστοι όμως θα θυμούνται το Alice In Wonderland, σαν μια σπουδαία επιτυχία, ειδικά συνδυασμένη με υψηλό καλλιτεχνικό επίπεδο. Η Disney πάντως σκεπτόμενη πως θα καταφέρει να γεμίσει για ακόμη μια φορά τα ταμεία της, επιχειρεί ένα φόλοου απ, στην βγαλμένη από την έμπνευση του Lewis Carroll ιστορία, προσφέροντας το Alice Through The Looking Glass, όπου η Αλίκη επιστρέφει στον φανταστικό κόσμο έχοντας να αντιμετωπίσει καινούργιες προκλήσεις και κινδύνους. Αυτή την φορά ο παραμυθάς Tim στέκεται πίσω από την σκηνοθετική καρέκλα, σε εκείνη του παραγωγού, αφήνοντας στο πόστο του τον James Bobin των αξιοπρεπών τουλάχιστον The Muppets και αν μη τι άλλο από τα εισαγωγικά πλάνα του τρέιλερ, το φιλμ δείχνει πολύ πιο ταχύ, εντυπωσιακό, αλλά και τρομακτικό από τον προκάτοχο του. Την απάντηση για το αν πραγματικά είναι αυτή η διάθεση της δεύτερης ετούτης ιστορίας της κινηματογραφικής Αλίκης, θα την πληροφορηθούμε στις 27 Μαΐου 2016, όταν και θα κάνει την επίσημη παγκόσμια πρεμιέρα της στις σκοτεινές αίθουσες, φυσικά σε τρισδιάστατη φόρμα.

Alice Through the Looking Glass Movie

Επιστροφή στους ρόλους του ορίτζιναλ για την Mia Wasikowska αλλά και για τον Johnny Depp, που ερμηνεύει τον Hatter, ενώ την περιφέρεια διανθίζουν οι παρουσίες των Helena Bonham Carter, Sacha Baron Cohen, Rhys Ifans, μα και η Οσκαρούχα Anne Hathaway.

Στις δικές μας αίθουσες? Στις 26 Μαΐου 2016 από την Feelgood Ent.

Περισσότερα... »

Warcraft PosterΔύο κόσμοι, ένα σπίτι. Εξαιρετικά τα πηγαίνει η κινηματογραφική μεταφορά βίντεο παιχνιδιών στην μεγάλη οθόνη, καθώς μέσα στην προσεχή σεζόν τίτλοι όπως οι Assassin's Creed, Ratchet & Clank, The Angry Birds, αναμένεται να παρελάσουν από τα εκράν των αιθουσών. Περίοπτη θέση σε αυτή την λίστα, κρατά το Warcraft, που σκηνοθετεί ο υιός Bowie, Duncan Jones, ο οποίος αφού πέρασε με επιτυχία το τεστ δυνατοτήτων, σε Moon και Source Code, περνά το κατώφλι των πιο ακριβών παραγωγών, των αποκαλούμενων και μπλοκμπάστερς. Το επικό παραμύθι της Blizzard, διασχίζει μέσα από την συνεργασία της Universal και της Legendary και με τα εκρηκτικά CGI της, ολόκληρο το μακρύ ταξίδι από την κονσόλα στο σελιλόιντ και οι πραγματικά εντυπωσιακές πρώτες εικόνες από το καλοστημένο και εντυπωσιακό τρέιλερ καθηλώνουν. Οι φανατικοί φίλοι της μεσαιωνικής περιπέτειας, που διψούν για πλάνα με δράκους, υπερφυσικά όντα, δυναμικούς μαχητές και πανίσχυρα τέρατα, αλλά και όλοι όσοι λάτρεψαν το παιχνίδι στην μικρή τους οθόνη, θα πρέπει να καρτερήσουν μέχρι τις 10 Ιουνίου του 2016, όταν το φιλμ θα κάνει την επίσημη εμφάνιση του, σε 3D και IMAX (για τις προοδευτικές χώρες...)

Warcraft Movie

Αρκετά ισχυρό το καστ, μοιράζει τους ρόλους σε κατά βάση νέους χολιγουντιανούς αστέρες, όπως οι Travis Fimmel, Paula Patton, Ben Foster, Dominic Cooper, Toby Kebbell, Ben Schnetzer, Rob Kazinsky και ο Ασιάτης Daniel Wu.

Στις δικές μας αίθουσες? Ακόμη δεν έχει προγραμματιστεί

Περισσότερα... »

Μου Λείπεις Ήδη (Miss You Already) PosterΜου Λείπεις Ήδη
της Catherine Hardwicke. Με τους Toni Collette, Drew Barrymore, Dominic Cooper, Paddy Considine, Tyson Ritter, Frances de la Tour, Jacqueline Bisset


That Was Just A Dream, Just A Dream...
του zerVo (@moviesltd)

Ένα όνειρο είναι η ρημάδα. Κι όσο κι αν καθημερινά την καταριόμαστε όλοι, όταν μας σκορπά ασχήμιες στην καθημερινότητα της, εντέλει η ζωή είναι τόσο γλυκιά που την εκτιμάμε μόνο όταν πλησιάζει η ώρα μιας, οποιασδήποτε απώλειας. Απώλειας που συνήθως αφήνει σημάδια ανεξίτηλα σε αυτούς που μένουν πίσω, να ξετυλίγουν με βουρκωμένης ματιάς νοσταλγία, το κουβάρι με τις θύμησες του πάλαι ποτέ όμορφου και ανέμελου παρελθόντος, ρίχνοντας συνάμα το αλίμονο για όσους ταξίδεψαν πολύ νωρίς. Μια τέτοια, όχι σπάνια, μα ιδιαίτερα ανθρώπινη περίπτωση μοναδικής και ανεξίτηλης φιλίας, που δοκιμάζεται από αυτό το παραπονιάρικο ενδεχόμενο της απώλειας, προβάλει η βρετανικής κοπής δημιουργία Miss You Already. Που από τον τίτλο της και μόνο, προδιαθέτει τον ευσυγκίνητο, υποψήφιο θεατή του, να είναι έτοιμος για γερές δακρυγόνες, μελοδραματικές σεκάνς.

Μου Λείπεις Ήδη (Miss You Already) Wallpaper
Από μικρά παιδιά στο σχολείο, μέχρι και σήμερα που έχουν ξεπεράσει τα σαράντα τους χρόνια, η Μίλλυ και η Τζες, παραμένουν φίλες αχώριστες, παρότι η καθεμιά έχει τραβήξει τον δικό της δρόμο. Έχοντας αποκλειστικά και μόνο κοινές αναμνήσεις από όσα βίωσαν παρέα, πλέον συναντώνται όταν ξεκλέβουν ελεύθερο χρόνο από τις φαμίλιες τους, καθώς η πρώτη έχει να μεγαλώσει δύο ανήλικα παιδιά και να φροντίσει τον ατίθασο και φαινομενικά ανεύθυνο σύζυγό της, πρώην ρόκερ Κιτ, ενώ η δεύτερη παλεύει εναγωνίως να αποκτήσει δικά της βλαστάρια από τον καλό της Τζάγκο. Ακόμη κι αυτές τις λίγες στιγμές χαράς που τους έχουν απομείνει η μοίρα θα τις ζηλέψει, καθώς η πιο εκδηλωτική και εκρηκτική της δυάδας Μίλλυ, θα διαγνωστεί με καρκίνο στο στήθος, γεγονός που θα ανατρέψει όλα τα μέχρι στιγμής δεδομένα.

Αν και στην πραγματικότητα ο σκοπός του φιλμ, θα ήταν κινούμενο σε δύο πόλους, εφόσον δύο είναι τα βασικά πρόσωπα της ιστορίας, που βιώνουν το δράμα είτε από την μεριά του παθόντα είτε του συμπαραστεκόμενου του, εντούτοις θα ήταν και κάπως παράξενο να μην παρατηρηθούν ανισότητες στην μοιρασιά της σεναριακής αβάντας ανάμεσα στις δύο γυναικείες προσωπικότητες. Φυσικά με την πλάστιγγα να γέρνει προς την μεριά της ασθενούς, που βλέπει πάνω στην στιγμή που ένας καινούργιος ορίζοντας ανοίγεται μπροστά της, εκείνος της υπεύθυνης και μακρινής από κάθε λογής τρέλες, ακόμη και της μεγαλονιότης, μάνας, σε μια και μόνη στιγμή τα πάντα να εξανεμίζονται, να γίνονται στάχτη. Ακόμη κι αν προσπαθεί να πείσει τους πάντες γύρω της, πως μέσα από την πάλη για να υπερκεράσει το δεινό, δεν πρόκειται ποτέ να απολέσει την ανοιχτή της καρδιά και την εμφανέστατη εξωστρέφεια, εντούτοις σύντομα την σκυτάλη θα πάρει εντός της το παράπονο, που θα εξελιχθεί σε φθόνο για το μέλλον που της προδιαγράφεται γκρίζο.

Απεναντίας, η πιο κλειστή, χαμηλότονη, λιγότερο παλαβιάρα Τζες, μέσα στα ζόρια που αντιμετωπίζει η ίδια, θα προσθέσει και το πιο σημαντικό, ενόσω θα κληθεί να πάρει μια ακόμη πιο δυνατή θέση στο πλευρό της κολλητής, εκτιμώντας πως την έχει ακόμη πιο πολλή ανάγκη. Πολύ λογικά, ετούτος ο χαρακτήρας, εμφανίζεται από το σκριπτ κάπως πιο υποβαθμισμένος στην σύγκριση, με ανοδικές τάσεις όμως όσο πλησιάζουμε στο όχι και τόσο απρόβλεπτο φινάλε, εκεί που αναμενόμενα τα χαρτομάντηλα παίρνουν φωτιά, καθώς οι ζωές έρχονται και φεύγουν, αφήνοντας σημάδια ή γεννώντας νέες ελπίδες.

Δεν είναι και λίγες οι στιγμές που το πόνημα της Caterine Hardwicke, σκηνοθέτιδας που ευρηματικά φωτογράφησε τις τάσεις της πολύ νεαρής κοριτσίστικης γενιάς, πολλά χρόνια πριν στο Thirteen, αλλά και φρόντισε για μια όμορφη, λυρική στιγμή νεανικού έρωτα, στο κατοπινά ρότας λανθάνουσας, Twilight, χρησιμοποιεί ένα γλυκόπικρο χιούμορ για να σπάσει την προφανή μελαγχολία. Σε σεκάνς που πρωτοστατεί η κάποτε ιέρεια του Ευρωπαικού σινεμά Jaqueline Bisset, κατάξανθη εδώ, ως στην κοσμάρα της μαμά της Μίλλυ και πολύ λιγότερο οι ανύπαρκτοι σύζυγοι, που εμφανίζονται ως ψεύτικές καρικατούρες, πολύ μακρινές από τον αληθινό κόσμο, όπου σε συντριπτικό ποσοστό, φέρουν την μαρκίζα που φορά εδώ η φιλενάδα, η Τζες...

...η οποία και στο ερμηνευτικό κομμάτι δεν αβαντάρεται, σε σύγκριση με την κολλητή της, άσχετα αν στα παρά κινούμενης κάμερας πλάνα, τα χνώτα τους ταιριάζουν γάντι. Γεγονός που δεν πως πιστεύω πως έχει να κάνει με το υποκριτικό μισμάτς της Drew Barrymore, σε σύγκριση με την κατά πολύ καλύτερη, εκφραστικότερη και πολύπλευρη, τόσο στις υστερίες, όσο και στις κλισεδιάρικες μεταπτώσεις της Toni Colette. Η 43χρονη Αυστραλέζα, παρότι όχι σπουδαίας ομορφιάς, εντούτοις θυσιάζοντας πολλά στοιχεία της θηλυκότητας της - με απαρχή από τα μαλλιά κυρίως, αλλά προσθέτοντας τεχνητές ρυτίδες και ώχρα του βαριά ασθενή - διαθέτει ένα παράξενα ιδιόρρυθμο σεξ απίλ, που διατηρείται αναλλοίωτο από τον καιρό της Μίριελ, δυο δεκαετίες πριν.

Για πες: Η μοντέρνα εκδοχή των Beaches, δεν έχει σαν μοναδική διαφορά πως ταξιδεύει στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, βάζοντας σαν έδρα της το αμφίσημα χρωματιστό Λονδίνο, ούτε πως δεν διαθέτει στο σάουντρακ της ύμνο σαν το Wind Beneath My Wings. Είναι πολύ λιγότερο μελετημένο, πιο επίπεδο και μονοδιάστατο και επιμένων στην στερεοτυπία. Υπόσχεται και πραγματοποιεί, όμως κοντινή, αν όχι εφάμιλλη κατανάλωση Zewasoft, σε όσους ευαίσθητους εξ ορισμού γνωρίζουν τι επακριβώς πρόκειται να παρακολουθήσουν.

Μου Λείπεις Ήδη (Miss You Already) Rating




Στις δικές μας αίθουσες? Στις 5 Νοεμβρίου 2015 από την Odeon
Περισσότερα... »

Ο Σνούπι και ο Τσάρλι Μπράουν - Πίνατς: Η ταινία (The Peanuts Movie)  PosterΟ Σνούπι και ο Τσάρλι Μπράουν - Πίνατς: Η ταινία
του Steve Martino. Με τις φωνές των Noah Schnapp, Hadley Belle Miller, Mariel Sheets, Alex Garfin, Kristin Chenoweth, Bill Melendez (στα ελληνικά με τις φωνές των: Κωσταντή Μαυριά, Αναστασίας Γουλιάμου, Νάντιας Ευσταθίου, Χρήστου Ράπτη, Κατερίνας Παναγάκου, Έλλης Πικροδημήτρη, Nτίνου Πικροδημήτρη, Ροζαλίας Παπαϊωάννου, Πάνου Οικονόμου, Κατερίνας Καραγεωργιάδη, Μαρίσας Κεφαλογιάννη, Μελίνας Χατζηγεωργίου, Γιάννη Ζακχαίου, Τηλέμαχου Πάττα


Good Grief, Charlie Brown!
του Θόδωρου Γιαχουστίδη (@PAOK1969)

... I'm a loser baby...

Σε περιπτώσεις όπως της συγκεκριμένης ταινίας τα στοιχεία που δίνει το δελτίο τύπου είναι πάρα πολύ σημαντικά και χρήσιμα για την ενημέρωση του αναγνώστη. Έχουμε και λέμε λοιπόν (με μικρές δικές μας πινελιές): "Όταν στις 2 Οκτωβρίου του 1950 ο Charles Monroe Schulz (με το παρατσούκλι «Sparky») ξεκινούσε το καθημερινό κόμικ των «Peanuts», δεν μπορούσε να φανταστεί ότι σήμανε έτσι την αρχή μιας από τις πιο πολυαγαπημένες ιστορίες όλων των εποχών. Και όχι μόνον αυτό: το σύνολο των «Peanuts» αποτελεί αναμφισβήτητα τη μεγαλύτερη ιστορία την οποία έχει αφηγηθεί ένας και μοναδικός άνθρωπος! Όταν η ιστορία έλαβε τέλος πενήντα χρόνια αργότερα (και μία μέρα μετά τον θάνατο του δημιουργού της), στις 13 Φεβρουαρίου του 2000, είχε ήδη προλάβει να κατακτήσει τον χώρο της τηλεόρασης, του βιβλίου, του θεάτρου, του ραδιοφώνου και του σινεμά, κοσμώντας μεταξύ άλλων και το εξώφυλλο του περίφημου περιοδικού Time το 1965."

Ο Σνούπι και ο Τσάρλι Μπράουν - Πίνατς: Η ταινία (The Peanuts Movie) Wallpaper
Αρχικά, το κόμικ είχε τέσσερις βασικούς χαρακτήρες (τον Τσάρλι Μπράουν, τον Σνούπι, την Πάτι και τον Σέρμι) και το όνομα «L’ il Folks», το οποίο λόγω νομικών προβλημάτων αναγκάστηκε να αλλάξει σε «Peanuts» (εκ του «peanut gallery», όνομα που έχει δοθεί στις φθηνές θέσεις στο θέατρο – ένα όνομα που μισούσε ο Schulz!). Με συνολικά 17.897 δημοσιευμένα στριπ, στα ντουζένια του το «Peanuts» δημοσιευόταν σε πάνω από 2600 εφημερίδες παγκοσμίως, έφτασε τα 355 εκατομμύρια αναγνώστες σε 75 χώρες και μεταφράστηκε σε 21 γλώσσες, αποφέροντας (μαζί με τα παραφερνάλια – μπλουζάκια, κούκλες, μολύβια, τσάντες κτλ) κέρδη πάνω από 1 δισεκατομμύριο δολάρια στο δημιουργό του!».

Η υπόθεση: Ο Τσάρλι Μπράουν νιώθει τη γη να χάνεται κάτω απ’ τα πόδια του όταν η Μικρή Κοκκινομάλλα μετακομίσει στην πόλη και ξεκινά να πηγαίνει στο ίδιο σχολείο με εκείνον. Μακάρι να είχε το κουράγιο να της μιλήσει! Πώς όμως να το κάνει, ενώ είναι το ίδιο ατζαμής και αδιόρθωτος σε ό, τι κάνει; Όλοι του οι φίλοι, με προεξάρχοντα φυσικά το πιο αξιαγάπητο μπιγκλ όλου του κόσμου, τον Σνούπι, επιστρατεύονται για να τον βοηθήσουν να μάθει να χορεύει, να γίνει ατσίδας στα μαθήματα, να παίζει μπέιζμπολ… για να τον δουν να αποτυγχάνει πανηγυρικά και ξεκαρδιστικά σε ό, τι προσπαθεί! Εν τω μεταξύ, ο Σνούπι ξεκινά μια απίθανη αποστολή, καθώς σκίζει τους αιθέρες με σκοπό να αντιμετωπίσει τον αιώνιο αντίπαλό του, τον Κόκκινο Βαρόνο...

Η άποψή μας: Τσάρλι Μπράουν: ο μεγαλύτερος loser όλων των εποχών! Όπως αναφέρει και η wikipedia είναι πράος, νευρικός, δεν έχει καθόλου αυτοπεποίθηση, αδυνατεί να πετάξει έναν χαρταετό, να κερδίσει ένα παιχνίδι μπέιζμπολ ή να κλωτσήσει μια μπάλα αμερικάνικου ποδοσφαίρου – σ' αυτό βάζει το... χέρι της και η Λούσι, η γκρινιάρα και δεσποτική φίλη του, που πάντα ο Τσάρλι Μπράουν την εμπιστεύεται και πάντα εκείνη, την τελευταία στιγμή, αρπάζει τη μπάλα έτσι ώστε ο φίλος της να κλωτσήσει το κενό! Και είναι μονίμως ερωτευμένος με τη Μικρή Κοκκινομάλα! Είναι ο αγαπημένος μου κόμικ ήρωας (και εκατομμυρίων άλλων ανθρώπων ανά την υφήλιο, είμαι σίγουρος). Μαζί του μεγάλωσα, μ' αυτόν και την παρέα του. Τα πιτσιρίκια με τα άγχη των ενηλίκων.

Και από κοντά, ο Σνούπι, το πιο σκανταλιάρικο και το πιο ονειροπόλο σκυλί όλων των εποχών! Ένα σκυλί που ξαπλώνει πάνω στο σκυλόσπιτό του κι όχι μέσα σ' αυτό κι όταν ονειροπολεί, το χρησιμοποιεί ως αεροπλάνο! Είναι ο πιο πιστός φίλος του Τσάρλι Μπράουν – αυτό δεν σημαίνει ότι δεν του δημιουργεί μπελάδες πλειστάκις – ενώ ο δικός του φίλος είναι ένα... πουλί, ονόματι Γούντστοκ! Η παρακολούθηση της ταινίας παρέα με την πεντάχρονη κόρη μου, τη Δανάη (εντάξει, δεν τα έκλεισε ακόμα, τον ερχόμενο Μάρτιο θα γίνει πέντε) ήταν μια μοναδική εμπειρία. Σαν κάποιος να με έβαλε μέσα σε μια χρονομηχανή και να μου έδωσε τη δυνατότητα, μέσω των «Peanuts», να επισκεφτώ την παιδική μου ηλικία. Και να έχω και την καλύτερη παρέα! Τι να σας λέω τώρα! Αξία ανεκτίμητη, που λέει και μια ψυχή.

Όλοι είναι εδώ! Οι ενήλικοι που ποτέ δεν βλέπουμε και που όταν μιλάνε δεν ακούμε παρά ένα... τρομπόνι (μία από τις διαφορές κάθε τηλεοπτικής μεταφοράς ιστοριών των «Peanuts» σε σχέση με το κόμικ). Ο Σνούπι που βγάζει ήχους μόνο (τόσο αυτός όσο και ο Γούντστοκ – τη «φωνή» του γι' αυτούς δάνειζε επί χρόνια ο Bill Melendez και στη συγγκεκριμένη ταινία υπάρχουν «δάνεια» από άλλες ταινίες και σειρές μιας που ο Melendez μας έχει αφήσει χρόνους εδώ και 7 χρόνια! - κι εδώ υπάρχει διαφορά με το κόμικ, μιας που στο κόμικ οι σκέψεις του Σνούπι εμφανίζονταν σε «συννεφάκια»). Ο Λάινους μονίμως παρέα με την κουβερτούλα του. Η σκανταλιάρη αδελφή του Τσάρλι Μπράουν, η Σάλι. Η ατρόμητη αθλήτρια Πέπερμιντ Πάτι, που απευθύνεται στον Τσάρλι Μπράουν αποκαλώντας τον «Τσακ». Η κολλητή της φίλη, Μάρσι, η καλύτερη μαθήτρια από όλους, που αποκαλεί τον Τσάρλι Μπράουν «Τσαρλς» και την Πέπερμιντ Πάτι «Κύριε» (εδώ να σημειώσουμε πως στη συγκεκριμένη ταινία την αποκαλεί «καλέ» - ξενέρωμα όσο να πεις, αλλά φαντάζομαι πως έγινε για να μην μπερδεύονται τα πιτσιρίκια που έρχονται σε επαφή με τα Peanuts για πρώτη φορά). Ο Σρέντερ με το πιάνο και τον Μπετόβεν του. Όλη η αγαπημένη πινακοθήκη χαρακτήρων είναι εδώ!

Η δουλειά που έγινε τόσο από τους σεναριογράφους της ταινίας όσο και από τον σκηνοθέτη της – που μας έδωσε στο παρελθόν το «Χόρτον» (2008) και το «Η εποχή των παγετώνων 4: Ο χορός των ηπείρων» (2012) – είναι εξαιρετική, μεταφέροντας το πνεύμα του κόμικ με σαφέστατη σύγχρονη ματιά. Το 3D είναι λειτουργικό και χρήσιμο (αν και η κόρη μου, μετά το ημίωρο, κουράστηκε κι έβγαλε τα ειδικά γυαλιά, παρακολουθώντας την υπόλοιπη ταινία «θολά», κάτι που καθόλου δεν την πείραξε!). Η ταινία στη χώρα μας προβάλλεται μόνο μεταγλωττισμένη και σε 3D αλλά και σε κλασικό 2D. Ναι, περισσότερο στη νέα πιτσιρικαρία προσπαθεί να συστηθεί αλλά δεν μας πετάει κι εμάς, τους πρώην πιτσιρικάδες, απ' έξω. Να φανταστείτε, κάποια στιγμή, ο Τσάρλι Μπράουν στην ταινία νιώθει έστω για λίγο τι εστί να είναι κανείς πετυχημένος! Τις εντυπώσεις βεβαίως κλέβει ο Σνούπι, αγαπημένος για μικρούς και μεγαλους. Κι αν θέλετε ένα κουλτουριάρικο φινάλε σε τούτο το κείμενο, ιδού, σας το ρίχνω – δεν βρίθει πρωτοτυπίας, αλλά προφανέστατα ισχύει: δεν έχει υπάρξει ποτέ στην ιστορία μια τόσο αξιαγάπητη ιστορία με ήρωες παιδιά, που διαβρώνει μέσω του loser πρωταγωνιστή της, οριστικά και αμετάκλητα, το αμερικάνικο όνειρο. Enjoy!

Ο Σνούπι και ο Τσάρλι Μπράουν - Πίνατς: Η ταινία (The Peanuts Movie) Rating




Στις δικές μας αίθουσες? Στις 5 Νοεμβρίου 2015 από την Odeon
Περισσότερα... »

Η μυστική λέσχη (El Club / The Club)  PosterΗ μυστική λέσχη
του Pablo Larrain. Με τους Alfredo Castro, Roberto Farias, Antonia Zegers, Jaime Vadell, Alejandro Goic, Alejandro Sieveking, Marcelo Alonso, Jose Soza, Francisco Reyes


Άλλο λέσχη κι άλλο αίσχη
του Θόδωρου Γιαχουστίδη (@PAOK1969)

Γενοκτονία ή εθνοκάθαρση;

Ήταν ένας που βίαζε ανήλικα αγόρια, ένας άλλος που πουλούσε βρέφη σε άτεκνα ζευγάρια αρπάζοντάς τα από ανύπαντρες μητέρες, ένας τρίτος που «οικειοποιούνταν» χρήματα του στρατού, ένας πάλι που κατέδιδε ανθρώπους παραβιάζοντας την ιερότητα της εξομολόγησης, μία που χτυπούσε το υιοθετημένο της – αφρικανικής καταγωγής – κοριτσάκι... Όχι, δεν πρόκειται για κακόγουστο ανέκδοτο. Κάθε άλλο μάλιστα. Ο Pablo Larrain στη νέα του ταινία στήνει τον καθολικισμό στο απόσπασμα. Γιατί, όλοι όσοι αναφέρθηκαν στις παραπάνω γραμμές είναι καθολικοί ιερείς και μία καλόγρια. Είναι οι πρωταγωνιστές της ταινίας του. Άνθρωποι υπεράνω πάσης υποψίας. Άγιοι άνθρωποι. Μη χέσω...

Η μυστική λέσχη (El Club / The Club)  Wallpaper
Αυτή είναι η 5η μεγάλου μήκους ταινία του σημαντικού Χιλιανού σκηνοθέτη. Εκτός από την πρώτη του, τη «Fuga» (2006), οι επόμενες τρεις είχαν στο επίκεντρο της θεματικής τους διαφορετικές ιστορίες από τη Χιλή του δικτάτορα Πινοτσέτ. Μάλιστα, η προηγούμενή του ταινία, το «No» (2012), μάλλον η πιο εμπορική της φιλμογραφίας του, είχε ως πρωταγωνιστή έναν απολιτίκ διαφημιστή, τον οποίο προσέλαβε η (εκτός νόμου) αντιπολίτευση προκειμένου ο χιλιανός λαός να ψηφίσει «Όχι» στο δημοψήφισμα της χούντας του Πινοτσέτ. Ένα «Όχι» που θα οδηγούσε σε ελεύθερες εκλογές ενώ ένα «Ναι» θα κρατούσε τον δικτάτορα για άλλα οχτώ χρόνια στην εξουσία. Και, κοίτα να δεις τώρα, εκεί βγήκε επίσης το «Όχι» παρά τις αντίθετες προβλέψεις και... έγινε σεβαστό! Οποιαδήποτε ομοιότητα με Ελλαδιστάν (!) είναι απολύτως τυχαία...

Να σημειώσουμε ότι η ταινία «Μυστική λέσχη» έλαβε μέρος στο διαγωνιστικό τμήμα του περασμένου φεστιβάλ Βερολίνου, όπου και τιμήθηκε με το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής (Αργυρή Άρκτος) ενώ αποτελεί και την επίσημη πρόταση της Χιλής για το ξενόγλωσσο Όσκαρ.

Η υπόθεση: Στη μικρή παραλιακή πόλη της Χιλής Ελ Μπόκα, σε ένα απομονωμένο οίκημα, έξω από την πόλη, ζουν τέσσερις άντρες και μία γυναίκα. Είναι τέσσερις πρώην ιερείς και μια πρώην καλόγρια που έχουν αφοριστεί από την Καθολική Εκκλησία, καθώς κάθε άλλο παρά τιμούσαν το ράσο που φορούσαν. Βέβαια, η αλήθεια είναι πως η Εκκλησία τους έστειλε εκεί για να τους προστατέψει: μακριά από τον κόσμο, σε έναν τόπο υποτίθεται μετάνοιας και κάθαρσης. Οι τρεις από τους άντρες (ο τέταρτος – ο γηραιότερος – έχει παραδοθεί στα χέρια της ανοίας) εκπαιδεύουν ένα γκρέιχαουντ (σημείωση: το μόνο σκυλί που αναφέρεται στη Βίβλο) προκειμένου να λάβει μέρος σε αγώνες ταχύτητας σκύλων και να βγάλουν χρήματα. Η γυναίκα φροντίζει τους υπόλοιπους. Τη ρουτίνα τους θα ταράξει η εμφάνιση ενός ακόμα εξοστρακισμένου ιερέα. Όταν τον δει και τον αναγνωρίσει ένα από τα θύματα που υπέστησαν σεξουαλική κακοποίηση από εκείνον, τον διαπομπεύει και ο πρώην ιερέας αυτοκτονεί. Ένας ιερέας – σύμβουλος κρίσεων στέλνεται στο οίκημα από την Καθολική Εκκλησία για να τσεκάρει την κατάσταση. Οι ένοικοι τοι οικήματος φοβούνται πως εντέλει το οίκημα θα κλείσει και θα απομείνει ο καθένας μόνος του, να αντιμετωπίσει τη μοίρα του. Το αίσθημα της αυτοσυντήρησης, όμως, παίζει τα δικά του, παράξενα παιχνίδια...

Η άποψή μας: Μαύρη κωμωδία, σου λέει ο άλλος. Ok, για πείτε μας τώρα, πού γελάμε; Καμία σχέση με κωμωδία, κατάμαυρη ταινία πάντως σίγουρα είναι η συγκεκριμένη. Ξεκινώντας από έναν στίχο από τη «Γένεση», που περιγράφει πως ο Θεός χώρισε τον κόσμο σε φως και σκοτάδι, το... μαύρο κυριαρχεί στην ταινία. Από τα πρώτα πλάνα στην παραλία, με την εκπαίδευση του σκύλου, το φως ίσα που φαίνεται. Είναι τέτοια η κυριαρχία του σκοταδιού που τα πρόσωπα, οι πρωταγωνιστές, μόλις που φαίνονται, μόλις που μπορείς να τους ξεχωρίσεις, να διακρίνεις τα χαρακτηριστικά τους. Κι έτσι συνεχίζει στο μεγαλύτερό της μέρος η ταινία. Προφανής η αναλογία: σκοτεινός ο κόσμος μας, σκοτεινοί οι άνθρωποι, σκοτεινές και οι ψυχές τους (από θρησκευτικής και ηθικής – με δυτικούς όρους – απόψεως). Ακόμα και το φινάλε πριν το φινάλε, μέσα στο σκοτάδι εξελίσσεται. Με... εξιλαστήρια θύματα όχι αμνούς αλλά... σκυλιά! Ναι, τα μέλη της εκκλησίας, ακόμα και τα πρώην, όταν στριμώχνονται, δαγκώνουν. Όλοι οι άνθρωποι μπορούν να κάνουν τα πάντα προκειμένου να επιβιώσουν. Ναι, η κόλαση είναι οι άλλοι. Κι αν είναι για το γενικότερο... καλό να αναγκάζεσαι να ζεις με τον εχθρό σου, αυτόν που κακοποίησες και τώρα μπορεί να σε διασύρει, so be it!

Το κατηγορώ του Larrain εναντίον της Καθολικής Εκκλησίας είναι βαρύ και ολομέτωπο. Προσέξτε όμως: αυτή δεν είναι μια τυπική ταινία καταγγελίας με χολιγουντιανούς όρους. Κάθε άλλο. Τούτη είναι μια φεστιβαλική ταινία, με όσα καλά και κακά συνεπάγεται ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός. Στιβαρή, μεγαλόπρεπη, αναδύει μια έντονη κλειστοφοβία, ακόμα και στις σκηνές της απέραντης ανοιχτοσιάς της θάλασσας. Τα πλάνα του Larrain είναι ονειρικά (εφιαλτικά αν προτιμάτε), οι ρυθμοί του ιδιαίτεροι, η φωτογραφία εξαιρετική αλλά... κάπως, οι διάλογοι αρκετοί μεν, διάσπαρτοι δε και χωρίς να υπηρετούν ευλαβικά το plot και η μουσική του Arvo Part αρκεί για να σε οδηγήσει σε μυστήριες ατραπούς. Πέρα από τον πλήρη έλεγχο των μέσων του, ο σκηνοθέτης εκμαιεύει σπουδαίες ερμηνείες από όλο το καστ του. Αναφέρουμε χαρακτηριστικά τόσο τον σταθερό σε όλες του τις ταινίες Alfredo Castro (ναι, παίζει και στις πέντε), που είναι για άλλη μια φορά εξαιρετικός όσο και την (σύζυγο του Larrain στην πραγματικότητα) Antonia Zegers, που θάλλει στο ρόλο της πρώην καλόγριας.

Δυνατή ταινία το El Club, που δεν απευθύνεται σε όλους: αυτή είναι η... σκοτεινή αλήθεια. Και να πω και κάτι ως υστερόγραφο: πείτε με τρελό αλλά το (για μένα αντίστοιχο, παρά το γεγονός ότι δεν βάλλεται εκεί τόσο πολύ ο καθολικισμός) «Post tenebras lux» του Μεξικάνου Carlos Reygadas, μπορεί να είναι περισσότερο «γεια σου» σε σχέση με την ταινία του Larrain, πετυχαίνει όμως πιο καίρια τον στόχο του.

Η μυστική λέσχη (El Club / The Club)  Rating




Στις δικές μας αίθουσες? Στις 5 Νοεμβρίου 2015 από την Strada Films
Περισσότερα... »