Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 2015 TIFF 15 Live

του Θόδωρου Γιαχουστίδη

«Victoria» αλλά χωρίς νικητή

Εμφανώς καταβεβλημένος και ίσως υπέρ το δέον συγκινημένος ο διευθυντής του φεστιβάλ Δημήτρης Εϊπίδης κύρηξε την εναρξή του 56ου ΦΚΘ σε μια τελετή που ξεκίνησε αν μη τι άλλο, με θετικό πρόσημο. Με ένα σκετσάκι βγαλμένο από τις πρώτες, ένδοξες μέρες του βωβού κινηματογράφου. Ωραίο και αποτελεσματικό δρώμενο με πρωταγωνιστές σπουδαστές που ίσως μια μέρα δούμε στο σινεμά, μας έμπασε στη γιορτή. Παρουσιαστής της βραδιάς ήταν ο ηθοποιός Αντίνοος Ναλμπάντης, τον χαιρετισμό του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, Αριστείδη Μπαλτά (που δεν μπόρεσε να έχει φυσική παρουσία στη Θεσσαλονίκη), ανέγνωσε η Κυριακή Μάλαμα, ο πρόεδρος του «Ποταμιού», Σταύρος Θεοδωράκης κάθησε μέχρι το τέλος στην αίθουσα βλέποντας την ταινία έναρξης (να τα λέμε αυτά), όπως και ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Στέλιος Κούλογλου. Έξω από το «Ολύμπιον» οι απολυμένοι μα κυρίως μη αποζημιωμένοι πρώην εργαζόμενοι του «Αγγελιοφόρου» προσπαθούσαν να ευαισθητοποιήσουν τον αδιάφορο κόσμο για τον δίκαιο αγώνα τους. Και μέσα είδαμε μια ταινία αστραφτερή ως επίτευγμα, η οποία όμως χώλαινε σεναριακά.

Victoria TIFF 2015

Το «Victoria» λοιπόν του Sebastian Schipper ήταν η ταινία που είχε την τιμή να μας πάρει την... παρθενιά σε τούτο το φεστιβάλ. Είναι η τέταρτη μεγάλου μήκους ταινία ενός σκηνοθέτη που η δεύτερη ταινία του, το «Ο δικός μου φίλος» (Ein Freund von mir, 2006) αγαπήθηκε στη χώρα μας (και όχι αδίκως), όντας μία από τις πρώτες ταινίες που διένειμε η εταιρία Seven Films. Τούτη η ταινία έλαβε μέρος στο διαγωνιστικό τμήμα του περασμένου φεστιβάλ Βερολίνου, όπου τιμήθηκε απολύτως δίκαια με Αργυρή Άρκτο Ξεχωριστής Καλλιτεχνικής Επίτευξης (σε ότι αφορά τη δουλειά στην κάμερα). Εδώ, στην πόλη μας, την προλόγισε ο ένας εκ των τριών σεναριογράφων της, Eike Frederik Schulz (ο οποίος εμφανίζεται και στην ταινία στο ρόλο του μπάρμπαν). Αλλά, για να δούμε τι ακριβώς είναι η «Victoria» και τι την κάνει να ξεχωρίζει.

Η υπόθεση: Βερολίνο, 4 τα ξημερώματα, άνοιξη. Η Βικτόρια είναι μια 20χρονη κοπέλα από τη Μαδρίτη που βρίσκεται στη γερμανική πρωτεύουσα εδώ και τρεις μήνες. Αφού χορέψει ξέφρενα σ' ένα κλαμπ και προσπαθήσει να επικοινωνήσει με τους γύρω της χωρίς επιτυχία (δεν έχει φίλους) φεύγει με προορισμό ένα μαγαζί που πουλάει βιολογικό καφέ (αλλά και κακάο!) όπου εργάζεται, το οποίο πρέπει να ανοίξει στις 7 το πρωί. Βγαίνοντας από το κλαμπ, θα γνωρίσει τον Ζόνε και την παρέα του. Τέσσερις νεαρούς Βερολινέζους συνολικά. Μεταξύ του κοριτσιού και των αγοριών – ιδιαίτερα του Ζόνε – υπάρχει μια άνετη συνενόηση και επικοινωνία, παρά το γεγονός ότι γνωρίζονται για πρώτη φορά. Θα μιλήσουν, θα αστειευτούν, θα φλερτάρουν, θα κλέψουν μπύρες από ένα ψιλικατζίδικο, θα κάνουν εξομολογήσεις σε μία ταράτσα, θα περάσουν καλά. Μόνο που ο κολλητός του Ζόνε, ο Μπόξερ, έχει κάνει φυλακή. Και ο Μπόξερ χρωστάει μια χάρη σ' αυτούς που τον προστάτευαν στη στενή. Και ήρθε η στιγμή να ανταποδώσει τη χάρη. Και ζητάει βοήθεια από τους κολλλητούς του. Και η μπάλα παίρνει και τη Βικτόρια. Που καταλήγει να τους οδηγεί με ένα αμάξι. Μόνο που η τρελή, μεγάλη περιπέτεια σύντομα μετατρέπεται σε εφιάλτη.

Η άποψή μας: Είναι εντυπωσιακό αυτό που επιχείρησαν ο σκηνοθέτης και οι συνεργάτες του: μια ταινία διάρκειας δύο ωρών και 20 σχεδόν λεπτών, γυρισμένη σε 22 διαφορετικούς χώρους, με συνεχή ροή, χωρίς καθόλου μοντάζ! Καταλαβαίνετε πως ένα λάθος να γινόταν, κάποιος περαστικός να βρισκόταν στο λάθος σημείο τη λάθος στιγμή, κάποιος από τους ηθοποιούς να πάγωνε και να ξεχνούσε τα λόγια του και το όλον θα έπρεπε να γυριστεί από την αρχή. Το μόνο εμφανές λάθος που γίνεται είναι μια ανταλλαγή τσιγάρου, που δεν πιάνεται ακριβώς με την πρώτη. Γι' αυτό λοιπόν και η ταινία ολοκληρώθηκε με την τρίτη προσπάθεια. Και γι' αυτό οι φωνές που ακούτε σε κάποιο σημείο της ταινίας, εκεί, στη σκηνή με το αμάξι της διαφυγής, δηλώνουν πανικό, μιας που η ηθοποιός που υποδύεται τη Βικτόρια έκανε λάθος σε ότι αφορά τη διαδρομή και όλοι οι άλλοι ηθοποιοί αλλά και ο σκηνοθέτης προσπαθούσαν να την κατευθύνουν για να μην μπουν στη σκηνή κατά λάθος άνθρωποι από το συνεργείο της ταινίας – ο κάμεραμαν έσωσε την κατάσταση με μια έξυπνη κίνηση...

Επίτευγμα λοιπόν ως κατασκευή η ταινία – δεν χωράει κουβέντα επί αυτού. Με τους ηθοποιούς να αυτοσχεδιάζουν εν πολλοίς τους διαλόγους τους και να φέρνουν την αποστολή τους εις πέρας με εξαιρετικές επιδόσεις – ιδίως η πρωταγωνίστρια Laia Costa είναι σπουδαία – αφήστε που ο φακός την αγαπάει. Με τη μουσική του τιτανοτεράστιου Nils Frahm άλλοτε να δονεί με το μπιτ της την οθόνη κι άλλοτε να κατεβάζει τέμπο προκειμένου να συνάδει με την ωδή στα ατίθασα νιάτα που επιχειρεί η ταινία. Με τον κάμεραμαν να πετυχαίνει παπάδες. Ναι, αλλά, το σενάριο... χωλαίνει. Όσο εξελλίσεται το στόρι στο πρώτο μισό της ταινίας τα πράγματα έχουν φοβερό ενδιαφέρον. Το φλερτ, η ανάγκη των νέων να επικοινωνήσουν, μια πόλη που αγαπάνε οι πάντες, η ζωή στην άκρη της νύχτας, όλα αυτα έχουν ενδιαφέρον και σε κρατάτε σε εγρήγορση ως θεατή. Όμως. Δεν στέκει πουθενά μια κοπέλα τόσο αυθόρμητη, επικοινωνιακή και – θα το πω – όμορφη όπως η Βικτόρια να μην έχει φίλους στους τρεις μήνες της παραμονής της στο Βερολίνο. Δεν στέκει πουθενά με ένα τσακ να αποφασίσει να συμμετέχει σε ένοπλη (!) ληστεία μαζί με μια παρέα αγοριών που γνώρισε πριν λίγο! Οι ίδιοι οι φίλοι δεν γίνεται να αποφασίσουν να φέρουν εις πέρας τη ληστεία με μια μικρή πρόβα (!) και τη βοήθεια κοκαΐνης! Δεν είναι πιστευτό, πως το λένε. Ξεπερνά τα όρια της αφέλειας.

Αν ο σκηνοθέτης ήθελε να το πάει κατά «Μπόνι και Κλάιντ» μεριά, δεν χτίζει τα απαραίτητα θεμέλια για να το πετύχει αυτό. Αν πάλι ήθελε να δημιουργήσει το γερμανικό «Μίσος» απέχει παρασάγγας από την ταινία του Kassovitz, καθώς η όποια επιχείρηση κοινωνικού σχολιασμού είναι τόοοοσο επιφανειακή που περνάει στο ντούκου. Ο Γιάνναρης τέλος με το δικό του ανάλογο «Από την άκρη της πόλης» έχει να πει κάτι για τη νεολαία και το κάνει καλά... Το πως εξελλίσεται το ρομάντζο ανάμεσα στη Βικτόρια και τον Ζόνε είναι όλα τα λεφτά – με τη σκηνή στο καφέ και το πως παίζει πιάνο η Βικτόρια να ξεχωρίζει και να συγκινεί. Αλλά το άλλο μέρος της ταινίας, το μεγαλύτερο, με τη ληστεία και την προφανή κατάληξή της (μέχρι και η απαγωγή του μωρού φαίνεται να γίνεται απλά για να μεγαλώσει σε διάρκεια η ταινία!), σόρι αλλά φάουλ «δικέ μου φίλε» Sebastian Schipper.

(η ταινία προβάλλεται ξανά την Κυριακή 8 Νοεμβρίου στις 22.30, στην αίθουσα Ολύμπιον – έχει διανομή από την Seven Films αλλά δεν γνωρίζουμε την ημερομηνία εξόδου της στις ελληνικές αίθουσες)

Urok TIFF 2015

Για να μην αφήσουμε... ξεροσφύρι ως μοναδική ταινία της πρώτης μας ανταπόκρισης το «Victoria» θα αναφερθούμε σε άλλες δύο ταινίες που έτυχε να δούμε παλαιότερα και προβάλλονται στο φεστιβάλ.

Κάθε χρόνο εδώ στη Θεσσαλονίκη προβάλλονται οι τρεις ταινίες που είναι υποψήφιες για το βραβείο LUX του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Tο βραβείο LUX, που ιδρύθηκε το 2007, είναι το κινηματογραφικό βραβείο που απονέμεται κάθε χρόνο από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Το βραβείο LUX επιδιώκει δύο κύριους στόχους: στρέφει τα φώτα στη δημόσια συζήτηση για την Ευρώπη, και υποστηρίζει την κυκλοφορία των ευρωπαϊκών συμπαραγωγών στο εσωτερικό της Ένωσης. Μεταξύ των τριών υποψήφιων ταινιών βρίσκεται και η ταινία «Μάθημα» από τη Βουλγαρία. Μια ταινία που είδαμε πέρσι στο φεστιβάλ, στο Διαγωνιστικό Τμήμα, και την αγαπήσαμε πάρα πολύ. Είναι μια σπουδαία ταινία που σας συστήνουμε ανεπιφύλακτα να δείτε. Επ' ευκαιρία, ιδού τι γράφαμε πέρσ τέτοιον καιρό στην αντίστοιχη ανταπόκρισή μας:

Και να που η μεγάλη έκπληξη μας έφτασε από τη Βουλγαρία. Η ταινία «Μάθημα» (Urok/ The Lesson) των Kristina Grozeva και Petar Valchanov είναι ελληνοβουλγαρική παραγωγή. Και είναι πραγματικά σπουδαία ταινία.

Η υπόθεση: Η Νάντια είναι μια καθηγήτρια αγγλικών σε σχολείο μιας μικρής επαρχιακής πόλης της Βουλγαρίας. Παντρεμένη και με ένα τετράχρονο κοριτσάκι τα βγάζει δύσκολα πέρα, ιδίως από τη στιγμή που ο σύζυγός της δεν εργάζεται. Μια μέρα, μια μαθήτριά της καταγγέλει πως κάποιος από τους συμμαθητές της, της έκλεψε το πορτοφόλι της. Η Νάντια προσπαθεί να κάνει τον ένοχο να παραδοθεί μόνος του. Όταν αυτό δεν συμβαίνει αποφασίζει να δώσει ένα μάθημα στα παιδιά, με ηθικές προεκτάσεις. Την ίδια στιγμή μαθαίνει ότι κινδυνεύει να χάσει το σπίτι της από επιπολαιότητα του συζύγου της. Θα τραβήξει τα πάνδεινα προκειμένου να καταφέρει να αντέξουν οικονομικά. Κι όταν πλέον ο κύκλος θα κλείσει η Νάντια θα καταλάβει πολύ καλά τον πιτσιρίκο που έκλεβε τους συμμαθητές του...

Η άποψή μας: Μου αρέσει σε ταινίες όπως αυτή να χρησιμοποιώ ένα δίστιχο από τραγούδι του Παύλου Σιδηρόπουλου: «η απελπισία περίστροφο και σφαίρες της οι ανάγκες/ άντε, και καλή τύχη μάγκες». Οι δύο σκηνοθέτες από τη Βουλγαρία στήνουν ένα νεορεαλιστικό κομψοτέχνημα, μια ταινία που βροντοφωνάζει πως φιλήσυχοι, νομοταγείς και νοήμονες πολίτες μπορούν να χάσουν τη μπάλα από τη μία μέρα στην άλλη λόγω οικονομικών αναγκών και να προβούν σε απεγνωσμένες και απέλπιδες προσπάθειες λειτουργώντας όχι με λογική αλλά με το θυμικό, με παρορμητισμό και ό,τι βρέξει ας κατεβάσει. Η δασκάλα προσπαθεί να δώσει στα παιδιά ένα μάθημα ζωής, το μάθημα όμως τελικά το παίρνει εκείνη. Από τη στιγμή που ξεκινάει η κατηφόρα δεν έχει σταματημό. Η Νάντια φτάνει στα όριά της, κάθε φορά τα ξεπερνάει, κατορθώνει να πάρει μια ανάσα για να πέσει σε βαθύτερα τάρταρα και φτου και από την αρχή. Ξέρετε τι είναι να σου παίρνουν το σπίτι για δύο λέβα (τέσσερα ολόκληρα ευρώ;). Ή να σε εκβιάζουν με τον χείριστο τρόπο ενεχυροδανειστές; Αυτά που συμβαίνουν επί της μεγάλης οθόνης φαίνονται απίστευτα αλλά δεν είναι. Και για την Ελλάδα της κρίσης είναι πάρα πολύ γνώριμα. Σπουδαία η ερμηνεία της Margita Gosheva και τεράστιο κατόρθωμα (πάντα το επισημαίνω αυτό) των σκηνοθετών είναι πως μέσα σε όλη τη ζοφερή εικόνα βρίσκουν τον τρόπο να βάλουν και έξυπνο χιούμορ στο σενάριό τους. Ναι λοιπόν, όταν είσαι μπίμπο κι έχεις λυμένο το οικονομικό σου πρόβλημα για όλη τη ζωή σου, η αρνητική ενέργεια μπορεί να επηρεάσει τα τσάκρας σου! Ήμαρτον.

(η ταινία προβάλλεται την Τρίτη 10 Νοεμβρίου στις 12.45, στην αίθουσα Παύλος Ζάννας)

Nånting måste gå sönder/ Something Must Break

Τελειώνουμε την αναφορά μας στην πρώτη ημέρα του φεστιβάλ με την ταινία «Εγώ, ο Ερλ και το κορίτσι που πεθαίνει» (Me and Earl and the Dying Girl) του Alfonso Gomez - Rejon (Ανοιχτοί Ορίζοντες). Μια ταινία που ξεκίνησε την καριέρα της στο φετινό φεστιβάλ του Σάντανς και κέρδισε τόσο το βραβείο κοινού όσο και το μεγάλο βραβείο της επιτροπής στο τμήμα «Δραματική Ταινία».

Η υπόθεση: Ο Γκρεγκ είναι ένας τελειόφοιτος Λυκείου που προσπαθεί να παραμένει ανώνυμος στις συναναστροφές του, αποφεύγοντας τις βαθύτερες σχέσεις, ως σχέδιο επιβίωσης στο κοινωνικό ναρκοπέδιο που ονομάζεται εφηβεία. Μάλιστα, περιγράφει τον Ερλ, τον μόνιμο σύντροφό του με τον οποίο γυρίζουν βιντεάκια που παρωδούν κλασικές ταινίες, ως «συνεργάτη», κι όχι ως κολλητό του. Αλλά όταν η μητέρα του επιμένει πως ο Γκρεγκ πρέπει να περνά περισσότερο χρόνο με την Ρέιτσελ – μια συμμαθήτριά του που έχει διαγνωστεί με καρκίνο – εκείνος ανακαλύπτει σιγά σιγά την αξία της πραγματικής φιλίας.

Η άποψή μας: Μόνο τεράστια αγάπη και respect για αυτήν την ταινία! Από τα καλύτερα φιλμ που είδα φέτος! Μια ταινία που ζέχνει σινεμά και κινηματογραφοφιλία! Τα βιντεάκια – παρωδίες που στήνουν οι δύο μάγκες στην ταινία είναι 47 τον αριθμό και είναι το ένα πιο «γεια σου» από το άλλο! Ενδεικτικά να αναφέρουμε τίτλους και πηγή έμπνευσης: Anatomy of a Burger (Anatomy of a Murder), Box O'Lips, Wow (Apocalypse Now), Death in Tennis (Death in Venice), Don't Look Now, Because a Creepy-Ass Dwarf is About to Kill You!!! Damn. (Don't Look Now), Eyes Wide Butt (Eyes Wide Shut), A Sockwork Orange (A Clockwork Orange), The 400 Bros (The 400 Blows) και το αγαπημένο μου 2:48PM Cowboy (Midnight Cowboy)! Η μίμηση που κάνει ο πρωταγωνιστής στον Werner Herzog είναι απολαυστική, όπως και όλες οι άμεσες και έμμεσες αναφορές σε ταινίες (η αφίσα από το «Η νύχτα των ζωνταντών νεκρών» σε ένα βιντεοκλάμπ, «Το ξύπνημα των νεκρών» ως «μπάλωμα» στο Τζάκετ του Γκρεγκ κτλ, κτλ).

Αλλά και σε επίπεδο σάουντρακ ακούμε τα καλύτερα! Με μουσική και τραγούδια από αγαπημένες ταινίες. Ένα σάουντρακ το οποίο έχει επιμεληθεί και συμμετέχει σ' αυτό ο ανυπέρβλητος Brian Eno! Αν λοιπόν η ταινία παρέμενε στο σημείο των αναφορών και πάλι θα την λατρεύαμε. Έλα μου όμως που έχει και ζουμί και ουσία και βάθος! Αντιμετωπίζει με μπόλικο χιούμορ, ειλικρίνεια και τον απαραίτητο σεβασμό, χωρίς να ξεπέφτει σε ηθικολογίες και μελό ένα τόσο δύσκολο θέμα όσο ο καρκίνος – ιδίως όταν αυτός χτυπάει κορίτσια σε τόσο τρυφερή ηλικία, στην εφηβεία, τότε που όλος ο κόσμος φαίνεται γεμάτος υποσχέσεις και πιθανότητες. Το σενάριο της ταινίας, βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του Jesse Andrews, απλώνεται σε μια τεράστια γκάμα θεμάτων, χωρίς ποτέ να χάνει το δρόμο του. Δύσκολο πράμα η εφηβεία, ακόμα δυσκολότερη η απώλεια και η διαχείρισή της. Μα αυτό που λέει στο φινάλε η ταινία (η υπερβολική (;) δραματικότητα και η χρονική αναλογία του οποίου σε σχέση με το σώμα της ταινίας αποτελούν και το μοναδικό της, ελάχιστο, ψεγάδι) είναι καταπληκτικό μέσα στην προφάνειά του. Ναι, όταν πεθαίνει ένας άνθρωπος, γρήγορα χάνεται από την καθημερινότητά μας και δεν αργεί η ώρα που λησμονιέται. Με έναν παράδοξο τρόπο, όμως, συνεχίζει να ζει. Συνεχίζει να μας εκπλήσσει με πράγματα που δεν γνωρίζαμε για εκείνον. Η σκηνή στην οποία ο βασικός πρωταγωνιστής «βλέπει» λεπτομέρειες που του είχαν διαφύγει τόσο στην ταπετσαρία του δωματίου του κοριτσιού όσο και των βιβλίων της, είναι τόσο συγκινητική που δύσκολα θα καταφέρετε να πνίξετε τον κόμπο στο λαιμό ή ακόμα ακόμα τη ροή ενός ή πολλών δακρύων. Ταινία που τη συστήνουμε ανεπιφύλακτα, μιας που κατορθώνει να είναι και φεστιβαλική και για το μεγάλο κοινό και αυτό που λέμε στα ελληνικά crowd pleaser.

(η ταινία προβάλλεται την Κυριακή 8 Νοεμβρίου στις 17.00, στην αίθουσα Τόνια Μαρκετάκη και το Σάββατο 14 Νοεμβρίου στις 20.00 στην αίθουσα Τζον Κασσαβέτης – σύμφωνα με το site του φεστιβάλ η ταινία έχει διανομή στην Ελλάδα από την Fox Greece, μάλλον όμως μιλάμε για τα δικαιώματα για τηλεοπτική προβολή, σωστά;).

Θοδωρής Γιαχουστίδης

Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 2015 TIFF 15 Live

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η δική σου κριτική