

Με ανάμεικτα συναισθήματα έγινε δεκτή από το κοινό, που συρρέει κατά χιλιάδες στο μικρό νησάκι του Λίντο, η πρώτη παγκόσμια προβολή της νέας ταινίας της Sofia Coppola, Somewhere, επτά ολόκληρα χρόνια μετά την πρεμιέρα του εξαίρετου Lost In Translation στα πλαίσια του ίδιου θεσμού. Ένα φιλμ που η διασημότερη κόρη σκηνοθέτη που ακολούθησε το επάγγελμα του, ασχολείται με δύο κόσμους που γνωρίζει καλά όσο η παλάμη της. Τα ξενοδοχεία και το Χόλιγουντ. "Από μικρή με τον μπαμπά μου, ξόδευα πολύ χρόνο δίπλα του ταξιδεύοντας και ζώντας σε ξενοδοχεία. Είναι ένας μυστηριώδης μα συνάμα αγαπημένος τόπος, έναν χαρακτήρα που λαμβάνει από την την πρόσκαιρη διαμονή των επισκεπτών του, εφόσον και οι ίδιοι δίχως να τον νιώθουν ως εστία τους, έχουν μια διαφορετική συμπεριφορά. Σαν να νιώθουν πως βρίσκονται σε ένα μεταίχμιο του πριν και του μετά." Όπως ο κεντρικός ήρωας της ιστορίας, ένας αστέρας του σινεμά, που ανακαλύπτει το κενό της ψυχής του, όταν εμφανίζεται εντελώς αναπάντεχα η κόρη του, με την οποία δεν διατηρεί στενές σχέσεις, για να του ανατρέψει όλη την φιλοσοφία που είχε κτίσει για τον κόσμο. Ο πρωταγωνιστής Stephen Dorff εμβαθύνει ακόμη περισσότερο σε όσα είπε η Coppola, έχοντας εμπειρία από πρώτο χέρι: "Αυτό που βρήκα εντυπωσιακά ρεαλιστικό, είναι η απεικόνιση της απομόνωσης που νιώθει μόλις μια ταινία τελειώσει. Γι αυτός για τρεις τέσσερις μήνες οι υπόλοιποι συντελεστές ορίζουν την οικογένεια του και μόλις τους χάνει αφού τα γυρίσματα έληξαν νιώθει κενός και μόνος."

"Ήθελα να παρουσιάσω μια εντελώς διαφορετική εικόνα του λαμπερού Λος Άντζελες, από αυτοί που έχουν οι Αμερικάνοι, όπως την βίωσα όταν βρισκόμουν στην Γαλλία για την Maria Antoinette, συμπληρώνει στο σχόλιο της η σκηνοθέτης. Να παρουσιάσω όλα όσα συμβαίνουν στον πολύχρωμο κόσμο ενός ζορισμένου άντρα, που τα ζει σαν σε ντέζα βου, σαν να του έχουν παρουσιαστεί ξανά και πρέπει να ξέρει πως να τα αντιμετωπίσει. ταυτόχρονα όμως επιθυμία μου ήταν να παρουσιάσω το κοντράστ, ανάμεσα στο γνώριμο ιλουστρασιόν πρόσωπο της σόου μπιζ και της απλοικής σκέψης του μικρού κοριτσιού." Όσο για το πως είδε το Somewhere o Francis Ford? "Το λάτρεψε και αμέσως μου είπε πως μόνο εγώ θα μπορούσα να το κάνω..."
Περισσότερα... »


Σκανδάλισε ελαφρώς τους επισκέπτες του Λίντο με το υπέρ το δέον φιλελεύθερο πνεύμα του το Happy Few, η πρώτη Γαλλική ταινία χρονικά που προβλήθηκε στο Κονκόρσο. Ένα παθιασμένο κουαρτέτο, που συνευρίσκεται μαζί, χώρια ή με εναλλαγές των παρτενέρ ανεξαρτήτως φύλου, που χόρτασε με σεξ τις οθόνες του φεστιβάλ για όλη την υπόλοιπη του διάρκεια. Το ερωτικό δράμα του Antony Cordier, περιγράφει τον τρόπο που δύο φιλικά ζευγάρια, από μια εθιμοτυπική επίσκεψη, έφτασαν μέχρι τα άκρα, ανταλλάσσοντας συντρόφους, σε ένα μοιραίο παιχνίδι που ως συνήθως έχει άσχημη κατάληξη. Παρόντες στην παρέλαση μπροστά στο ένθερμο κοινό του φεστιβάλ, οι τέσσερις αστέρες που κρατούν τους βασικούς ρόλους του φιλμ. Αρχής γενομένης από τις γοητευτικές σαραντάρες Marina Fois (L'Immortel, Code A Change) και Elodie Bouchez (La Vie Revee Des Anges) που συνοδεύονταν από τους αναλόγου εμφάνισης κυρίους Roschdy Zem (Days Of Glory) και Nicolas Duvauchelle (Les Herbes Folles), γεμάτοι άνεση και αυτοπεποίθηση για το ικανοποιητικό τελικό αποτέλεσμα της προσπάθειας τους.

"Είναι πραγματικά πολύ δύσκολη η στιγμή όταν ένας άνθρωπος αντιλαμβάνεται πως αγαπά δύο πρόσωπα την ίδια στιγμή, λέει ο Cordier στο περιθώριο της προβολής. Η απόλυτη διαστροφή και συνάμα πιο οδυνηρή στιγμή είναι όταν οι σύζυγοι αρχίζουν να νιώθουν την έντονη επιθυμία για τον εραστή τους. Η φιλοδοξία τους να πετύχουν την απόλυτη απόλαυση όμως είναι ουτοπική, εφόσον πολύ γρήγορα μπαίνουν στην μέση συναισθήματα ζήλιας και μίσους και το όνειρο καταστρέφεται!"
Περισσότερα... »


Επιζητώντας να συνεχίσει την ειρηνευτική σκυταλοδρομία που ξεκίνησε ο περσινός θριαμβευτής της Μόστρα, Lebanon, προσεγγίζοντας τον πόνο που νιώθουν οι κάτοικοι μιας γωνιάς της πολύπαθης Μέσης Ανατολής, έκανε την πρώτη του εμφάνιση στο φεστιβάλ το φιλμ του Julian Schnabel, Miral. Οι αρχικές εκτιμήσεις κάνουν λόγο για ένα φιλμ δείγμα τυπικό της πρωτότυπης προοπτικής του Αμερικανοεβραίου, που παρασυρόμενο όμως από την ψυχική φόρτιση του, δεν ξεφεύγει από τους εύκολους μελοδραματισμούς. Εντύπωση πάντως προκάλεσε η αποχή από το κόκκινο χαλί της Μόστρα, των βασικότερων πρωταγωνιστών της ταινίας, όπως η Freida Pinto, ο Alexander Siddig, η Vanessa Redgrave και ο Willem Dafoe. Ο Schnabel ευδιάθετος πάντως εν μέσω της κόρης του και της σεναριογράφου - συντρόφου του Rula Jebreal, είχε πάρα πολλά να πει για το ζήτημα που απασχολεί για έξι δεκαετίες, Ισραηλινούς και Παλαιστίνιους: "Πρέπει αυτή η σύρραξη κάποια στιγμή να τελειώσει, δεν είναι δυνατόν κανείς πολιτικός να μην έχει πάρει χαμπάρι έστω και λίγα από όσα περιγράφονται σε μια ταινία σαν την Miral. Για πολλά χρόνια εξαιτίας της καταγωγής μου, υποστήριζα με φανατισμό το κράτος του Ισραήλ, δίχως να γνωρίζω ποια είναι η πραγματικότητα. Η νουβέλα της Rula μου έδειξε ποια είναι η αλήθεια, δείχνοντας μου να καταλάβω πως ποτέ μου δεν είχα επισκεφτεί την χώρα, ως τρόπο υπεκφυγής των ευθυνών μου ως Εβραίος."

Κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας είναι η Μιράλ, καρπός του έρωτα μιας βασανισμένης από την ίδια της την φαμίλια, που κλείστηκε άδικα στην φυλακή και του αδελφού μιας συγκρατούμενης της, φανατικής φονταμενταλίστριας, που κατηγορήθηκε για την ανατίναξη ενός κινηματογράφου. "Προκειμένου να διατηρήσω όσο το δυνατόν πιο ρεαλιστικό το ύφος του έργου, λέει ο Schnabel, είχα μόνιμα δίπλα μου την Jebreal, που έχει ζήσει τις καταστάσεις από πρώτο χέρι και με βοήθησε τόσο πολύ, που κανονικά το φιλμ πρέπει να φέρει την δική της υπογραφή. Έχω μάλιστα τόσο πολύ συγκινηθεί από το αποτέλεσμα, που δεν θα κάνω καμία ταινία για δύο χρόνια, προκειμένου να προωθήσω όσο μπορώ περισσότερο την Miral σε όλο τον κόσμο"
Περισσότερα... »


Βασισμένο στην παγκόσμια αναγνωρισμένη νουβέλα του Haruki Murakami, που πούλησε παγκοσμίως περισσότερα από δέκα εκατομμύρια αντίτυπα, ενώ μεταφράστηκε σε τριάντα τρεις γλώσσες, είναι το φιλμ Norwegian Wood, που έκανε την πρεμιέρα του την δεύτερη ημέρα των εκδηλώσεων της 67ης Μόστρα. Μια ταινία που σημαίνει και την επιστροφή σε υψηλό επίπεδο του Βιετναμέζου δημιουργού Anh Hung Tran, που γυρνώντας τον χρόνο δεκαπέντε χρόνια πίσω θα τον δούμε να σηκώνει στους ουρανούς της Βενετίας τον Χρυσό Λέοντα για χάρη του εξαίρετου Cyclo. Μετά από μια δεκαετία αποχής από την ενεργό δράση ο πενηντάρης πλέον Tran, επενδύει πάνω σε μια ρομαντική ιστορία που εκτυλίσσεται στο Τόκιο του 1960, έχοντας στο επίκεντρο της έναν άντρα που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο γυναίκες: Την αγαπημένη του καλύτερου του φίλου που μόλις αυτοκτόνησε και εκείνη που με τον ανεξάρτητο χαρακτήρα της, έχει κερδίσει την καρδιά του. "Δεν ξέρω για ποιο λόγο η παραγωγή επέλεξε εμένα για να σκηνοθετήσω το φιλμ, πιθανότατα ο Murakami να ήθελε κάποιον Ασιάτη για να μεταφέρει στην μεγάλη οθόνη το βιβλίο του, λέει με μετριοφροσύνη ο δημιουργός της λυρικής Πράσινης Παπάγιας. Συναντήθηκα μαζί του πάρα πολλές φορές μέχρι να βάλουμε μαζί το σενάριο σε μια τάξη. μετά τις πρώτες του συμβουλές όμως, με άφησε πλήρως ελεύθερο να αποφασίσω ο ίδιος τον τρόπο προσέγγισης του θέματος. Το φιλμ μιλά για τον πόνο που νιώθει κάποιος όταν τυλίγεται από το μυστηριώδες αγκάλιασμα της αγάπης. Και ο κεντρικός ήρωας το αντιλαμβάνεται αυτό εις διπλούν..."

Γυρισμένο εξ ολοκλήρου στην πρωτεύουσα της χώρας του Ανατέλλοντος Ήλιου, με Γιαπωνέζους πρωταγωνιστές ανάμεσα στους οποίους ξεχωρίζει η διεθνής πλέον Rinko Kikuchi (Babel), το Norwegian Wood προσεγγίζει την μετάλλαξη της συμπεριφοράς της νεολαίας της χώρας, δύο δεκαετίες μετά το πέρας του Μεγάλου Πολέμου, που τόσα δεινά της προκάλεσε. Εντύπωση πάντως προκάλεσε η ελάχιστη παρουσία στο σάουντρακ του κομματιού των Beatles, που χάρισε τον τίτλο του στην νουβέλα. "Ήταν βέβαιο πως σε κάποια στιγμή της ταινίας θα ακουγόταν, αλλά το τοποθέτησα στο φινάλε της, σαν να αποτελεί την έναρξη της σκέψης που πηγάζει από το κείμενο. Νομίζω πως είναι πολύ ανάλαφρο και συναισθηματικό για να δείξει τον ψυχικό πόλεμο που ένιωσαν μέσα τους τα πρόσωπα της υπόθεσης" συμπληρώνει ο Tran, για ένα φιλμ που πολλοί θα θελήσουν να το παρακολουθήσουν λόγω του μύθου του βιβλίου που εκδόθηκε το 1987, μα που σύμφωνα με τις πρώτες κρίσεις από το φεστιβάλ, δεν αποδίδει ούτε στο ελάχιστο την μαγική ατμόσφαιρα του λογοτεχνικού πονήματος.
Περισσότερα... »


Με ένα επτάλεπτο παρατεταμένο χειροκρότημα επιβράβευσε το κοινό της Μόστρα, την προβολή της πρώτης Ιταλικής ταινίας του διαγωνιστικού προγράμματος, που φέρει τον τίτλο La Pecora Nera, που στην δική μας γλώσσα μεταφράζεται ως το Μαύρο Πρόβατο. Κάτι που δεν συνέβη για λόγους εντοπιότητας, αφού οι γείτονες δεν συνηθίζουν να αντιμετωπίζουν με ιδιαίτερο σωβινισμό τον κινηματογράφο τους, μα κυρίως εξαιτίας της αξίας της δημιουργίας του σαραντάχρονου Ascanio Celestini. που αποτελεί μια μεταφορά για την μεγάλη οθόνη της ομώνυμης μεγάλης - εντός των συνόρων - θεατρικής επιτυχίας του. Πρόκειται για την αφήγηση της ιστορίας ενός παιδιού που κλείνεται στην ψυχιατρική κλινική, σε αντιδιαστολή με τις συνέπειες που είχε στην εξέλιξη του χαρακτήρα του, όπως απεικονίζονται στο σήμερα που έχει μεγαλώσει. "Είναι ένα φιλμ που καταγγέλλει την σκληρότητα του ασύλου, που λειτουργεί εντελώς διαφορετικά από άλλες περιπτώσεις εσώκλειστης διαβίωσης όπως η φυλακή ή το αυστηρό σχολείο, αναφέρει ο Celestini δίνοντας το στίγμα της σκέψης του. Δεν ήταν ο σκοπός μου να παρουσιάσω ένα θέμα γύρω από την τρέλα, αλλά σχετικά με την απομόνωση που μπορεί να νιώθει ένα άτομο κι ας μην είναι κατ ανάγκη φυλακισμένο πίσω από τέσσερις τοίχους. Το ίδιο συναίσθημα μπορεί να αισθανθεί κανείς ακόμη και σε πολυσύχναστα μέρη, όπως ένα σουπερμάρκετ ή το θέατρο. Συνεπώς δεν θέλω να καταγγείλω τα θεσμικά όργανα για αυτή την κάκιστη ποιότητα ζωής εντός της αλληγορικής κλινικής, μα να αναδείξω μια περισσότερο ηθική άποψη για την σχέση του ενός με την υπόλοιπη κοινωνία."

Οι πρώτες κριτικές από την Μόστρα μιλούν για ένα πανίσχυρο σε συναίσθημα δράμα, για σκηνοθετικό ντεμπούτο, κάτι που αντικατοπτρίζεται και στην επιτυχημένη του πορεία στην αγορά της κινηματογραφική αγορά της Βενετίας. Όσο για το αν αντιμετωπίζει με τον ίδιο τρόπο το ίδιο έργο του, ως θεατρικό ή φιλμικό, ο σκηνοθέτης έδωσε μια ιδιαίτερη άποψη υπέρ του πρώτου: "Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Ότι συμβαίνει στο σανίδι, ο θεατής το βάζει καλά στο μυαλό του και το παίρνει μαζί του για να το μελετήσει πολλές φορές αργότερα. Στο σινεμά το φιλμ πρέπει να είναι πολύ υψηλού επιπέδου για να συμβεί κάτι τέτοιο."
Περισσότερα... »


Τελικά η διαδρομή που ξεκίνησε σαν εμβόλιμο χιλιοτσακισμένο τρέιλερ στο Grindhouse, Ολοκληρώθηκε σήμερα με την επίσημη πρεμιέρα του Machete στο φεστιβάλ της Βενετίας. Δια χειρός Rodriguez, ο Μεξικάνος πληρωμένος φονιάς, που εξελίσσεται σε φιλμικό ήρωα, παρουσιάζει με δόσεις σατιρικές, αλλά και με μπόλικο αίμα, την εικόνα του μεταναστευτικού ζητήματος που μαστίζει τις ΗΠΑ. "Το πρόβλημα των εμιγκρέδων έχει πάρει κυριολεκτικά τεράστιες διαστάσεις στην Αμερική, είναι τα πρώτα λόγια του σκηνοθέτη του Mariachi και του From Dusk Till Dawn, στην καθιερωμένη συνέντευξη τύπου. Αυτό που εγώ ήθελα, ήταν να το παρουσιάσω με έναν τελείως διαφορετικό τρόπο από αυτόν που απεικονίζεται στα δελτία ειδήσεων, δείχνοντας την διαφθορά που επικρατεί πίσω από την παράνομη μετακίνηση ανθρώπων, ειδικά στα νότια σύνορα της χώρας. Διαφθορά που αφορά κατά κύριο λόγο τους πολύ υψηλά ιστάμενους διμερώς κι εδώ εννοώ τις κυβερνήσεις των δύο χωρών. Για το λόγο αυτό το σινεμά έχει ανακαλύψει σούπερ ήρωες όπως ο Ράμπο και τώρα ο Machete για να επιλύσουν με τον δικό τους τρόπο αυτά τα προβλήματα."

Ο πρωταγωνιστής του φιλμ, μόνιμα κεφάτος και χαμογελαστός, σε αντίθεση με το φοβιστικό του παρουσιαστικό, ο Danny Trejo, έχει ξοδέψει μεγάλο της καριέρας του - περίπου 180 ταινίες - δίπλα στον Rodriguez και δείχνει πολύ ικανοποιημένος γι αυτό: "Τον ρόλο του Machete τον μελετούσαμε με τον Robert από την εποχή του Desperado και οτιδήποτε έχουμε κάνει μαζί μέχρι τώρα βρίσκει αποκορύφωμα σε αυτή εδώ την ταινία! Αφήστε που ο συγκεκριμένος ρόλος μου έδωσε την ευκαιρία να φιλήσω μια τόσο ωραία γυναίκα, όπως η Jessica..." Εννοώντας βέβαια την κούκλα Alba που μέσα στο μαύρο της Valentino προκάλεσε όχι λίγες καρδιακές προσβολές παρελαύνοντας με τον γνώριμο αέρα της στο κόκκινο χαλί της λαμπερής Μόστρα...
Περισσότερα... »


Με την τρίτη επίσκεψη του στο φεστιβάλ της Βενετίας, κατόπιν του The Fountain, που πριν μια τετραετία είχε αποδοκιμαστεί από μεγάλη μερίδα των παρευρισκομένων και του The Wrestler, που υπήρξε και ο τελικός θριαμβευτής της χρονιάς 2008, ο Darren Aronofsky, ένας εκ των σημαντικότερων δημιουργών της γενιάς του, αποδεικνύει έμπρακτα την εκτίμηση που τρέφει για τον κορυφαίο ευρωπαϊκό κινηματογραφικό θεσμό. Μια σχέση αγάπης αμφίδρομη, όπως φαίνεται, από την στιγμή που ο καλλιτεχνικός διευθυντής της Μόστρα, όρισε το Black Swan, στην τιμητική θέση εκείνου που θα δώσει το εναρκτήριο λάκτισμα των φετινών εκδηλώσεων. Και αν κρίνω από τις αντιδράσεις όσων το παρακολούθησαν, τότε οι συνδιεκδικητές του Χρυσού Λέοντα για το 2010, μάλλον πρέπει να ιδρώσουν για να ξεπεράσουν τον πήχη που όρισε ο Νεοϋορκέζος, με ένα ψυχολογικό θρίλερ, που έχει σαν φόντο του, τον κόσμο του κλασσικού χορού: "Από την πρώτη στιγμή που μελετούσα τους χορευτές του μπαλέτου, αντιλήφθηκα πως οι διαφορές με τους παλαιστές είναι ελάχιστες. Αμφότεροι καλούνται να χρησιμοποιήσουν το κορμί τους σε εξαιρετικά ακραίες συνθήκες προκειμένου να επιτύχουν τον σκοπό τους", τονίζει με στόμφο ο 41χρονος Darren για να αναδείξει τα κοινά στοιχεία των ιδιοτήτων των βασικών χαρακτήρων, στις δύο τελευταίες του ταινίες. Μπαλαρίνα είναι η ηρωίδα του Black Swan, άριστη και συνεπής στο πρόγραμμα της από τα πολύ νεαρά της χρόνια, κάτι που οφείλεται και στην έντονη επίδραση της τελειομανούς μητέρας της, στον τρόπο λειτουργίας και μελέτης. Ισορροπία που θα διαταραχτεί ανάμεσα σε μάνα και κόρη, όταν η δεύτερη θα κερδίσει με το σπαθί της τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην παράσταση Η Λίμνη των Κύκνων, επιτυχία που θα προκαλέσει ζήλια στην πάλαι ποτέ χορεύτρια, που ουδέποτε εξελίχθηκε σε πριμαντόνα. Η Natalie Portman, χρειάστηκε έναν ολόκληρο χρόνο σκληρής επανάληψης των όσων είχε μάθει σε μικρή ηλικία στην σχολή χορού, για να μπορέσει να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις του ρόλου της προβληματισμένης Νίνα. "Έξι μήνες πριν από την έναρξη των γυρισμάτων ξόδευα έξι ώρες την ημέρα σε εξάσκηση μπαλέτου και άλλες τόσες στο κολυμβητήριο για να αποκτήσω την κατάλληλη φυσική κατάσταση. Όταν μάλιστα ξεκίνησε η εκμάθηση της δύσκολης χορογραφίας, η κατάσταση ξέφυγε εντελώς εκτός ελέγχου" υποστηρίζει η Portman, σαφώς ικανοποιημένη από το τελικό αποτέλεσμα.

To ύφος που χρησιμοποιεί στην αφήγηση του ο Aronofsky είναι ξανά το γνώριμο ρεαλιστικό, με τους ήρωες του να μην είναι άτρωτοι στις δυσκολίες και στον πόνο, που για τονίσει την αληθοφάνεια του, μεγεθύνει αρκετά τον κόκκο του φιλμ, όπως συμβαίνει στα ντοκιμαντέρ. "Το δυσκολότερο όλων ήταν να καταφέρω να πείσω κάποιους επαγγελματίες χορευτές να με βοηθήσουν στο να κάνω πραγματικότητα αυτό που είχα στο μυαλό μου. Όποια πόρτα κι αν χτύπησα την βρήκα κλειστή. Ευτυχώς με την αρωγή του Benjamin Millepied, που ανέλαβε το στήσιμο και την οργάνωση των χορευτικών σκηνών, αλλά και των έξοχων μελών της ομάδας του, πετύχαμε να αποδώσουμε όσο το δυνατόν καλύτερα, την ένταση που νιώθουν οι καλλιτέχνες επί σκηνής. Δεν ξέρω τι θα συνέβαινε στην περίπτωση αποτυχίας μας πάντως, αφού σας διαβεβαιώνω πως αυτοί οι χορευτές είναι πραγματικά επικίνδυνοι" συμπλήρωσε ο σκηνοθέτης, που φέτος κλείνει μια δωδεκαετία από τότε που μας συστήθηκε με το Pi και έκτοτε ουδέποτε πρόδωσε μέσω των δημιουργιών του, τις φιλμικές του αρχές.
Περισσότερα... »