Εμείς οι Τρεις
του Renaud Bertrand. Με τους Emmanuelle Béart, Stefano Accorsi, Jacques Gamblin, Audrey Dana

La Reine est Mort, Vive La Reine!
του zerVo
Εξάχρονος πιτσιρίκος, καταλαβαίνει πως η όμορφη μητέρα του καταπιέζεται έντονα, από την συζυγική ανυπαρξία του πατέρα του, που έχει αφιερώσει την ζωή του, στη μελέτη ανούσιων εφευρέσεων. Κατάσταση που θα αλλάξει άρδην, όταν ένα γοητευτικό ζευγάρι, μετακομίσει στην απέναντι μονοκατοικία. Από μικρό, όπως λέει η παροιμία, μαθαίνεις την αλήθεια. Ρητό που επαληθεύεται πλήρως στην περίπτωση του Nous Trois, ενός φιλμ που εξελίσσεται μέσα από την ματιά ενός μπόμπιρα, με προχωρημένο για την ηλικία του τρόπο σκέψης. Έχοντας αντιληφθεί στο παιδικό του μυαλό, σαν το απόλυτο πρότυπο, το πρόσωπο της βασιλίσσης της Μεγάλης Βρετανίας, με την δύναμη της φαντασίας, θα αντικαταστήσει την μορφή της, με αυτή της μάνας που κυριολεκτικά λατρεύει. Σε αντίθεση με την πατρική φιγούρα που μοιάζει απόμακρη και μηδενική, μόνιμα κλεισμένη σε ένα σκοτεινό εργαστήρι, να σκέφτεται καινούργιες ανακαλύψεις. Νεκρός, θα γράψει ο μικρός Σεμπαστιέν, δίπλα στο όνομα του μπαμπά, στην σχολική φόρμα. Μοιάζει με αστείο, μα αυτό πιστεύει...


Η άφιξη των καινούργιων γειτόνων, θα αλλάξει σε μεγάλο βαθμό τον ονειρικό του μικρόκοσμο. Ο γοητευτικός και μόνιμα χαμογελαστός Φιλίπ, φαντάζει σαν ο ιδανικός σύντροφος για την μαμά και κατ επέκταση ο καλύτερος πατέρας για εκείνον Η ευχή του, θα γίνει πραγματικότητα, όταν οι δυο τους ενωθούν ερωτικά, σε έναν δεσμό παθιασμένο, όσο και παράνομο. Η απορία μου, στη μελέτη ενός αλλοπρόσαλλου σεναρίου, είναι τους κανόνες ποιου φιλμικού είδους ακολουθεί. Κωμωδία, δράμα ή κάτι ενδιάμεσο? Στην πραγματικότητα το Nous Trois, μπερδεμένο σαν να βγήκε από την φαντασία νηπίου, δεν είναι τίποτα από τα τρία. Ο άπειρος Bertrand, πετυχαίνει μονάχα στην αναπαράσταση της εποχής - αρχές της δεκαετίας του 70 - και καταρρέει σε όλα τα άλλα. Ιδίως στην μελέτη των δύο βασικών του χαρακτήρων και εραστών, που πιο ουδέτεροι και αόρατοι δεν θα μπορούσαν να απεικονιστούν. Σε αντίθεση με τους δευτερεύοντες ρόλους, εκείνους που αν κοιτάξεις στο πόστερ θα τους δεις μισούς σε κάθε άκρια, που είναι δυσανάλογα, πολύ καλά μελετημένοι.

Για πες: Λογικό λοιπόν να αβαντάρονται οι υποστηρικτικές ερμηνείες, τόσο στις γυναίκες, όπου η όμορφη Audrey Dana, ως ανέμελη και φαντασμένη πολυλογού, ισοπεδώνει με άνεση την μελαγχολία της μάμα-Beart, όσο και στους άντρες που ο εξαιρετικός ρολίστας Jacques Gamblin, με την χαμένη ματιά του υπερφίαλου Κύρου Γρανάζη, βάζει εύκολα πλάτη τον παιδαρά Accorsi. Με δυο καλογραμμένους δεύτερους ρόλους, ένα εκφραστικό πιτσιρίκι και ένα όμορφο σάουντρακ στο φόντο, δεν μπορούμε να μιλάμε για αποτέλεσμα που μπορεί να ξεπερνά την μετριότητα, ειδικά από την στιγμή που προς το φινάλε, οι συναισθηματικές μεταπτώσεις είναι συνεχείς και παράλογες. Ίσως στα χέρια ενός πιο πεπειραμένου δημιουργού, το Εμείς οι Τρεις, που έχει αρκετά να πει για την έλλειψη επικοινωνίας ανάμεσα στα παντρεμένα ζευγάρια, να ήταν πιο ολοκληρωμένο.




Στις δικές μας αίθουσες, ακόμη δεν έχει προγραμματιστεί


Περισσότερα... »

Τα Ομορφόπαιδα
του Riad Sattouf. Με τους Vincent Lacoste, Anthony Sonigo, Alice Trémolière

Σπυράκια, κάλτσα και κοπάνα
του zerVo
Πέρα από τις δύο, κατά βάση, γνωστές μεθόδους κινηματογράφησης των αντιδράσεων των παιδιών, που μεταλλάσσονται σε εφήβους - την δραματική, άγρια και απαισιόδοξη του Elephant και του Bully και την αντίστοιχη της χοντράδας και του αστεϊσμού, του Superbad και των American Pies - υπάρχει και μια άλλη, που χρησιμοποιεί πιο ανθρώπινα και ρεαλιστικά στοιχεία για να αναπτύξει την θεματική της. Στιγμές της νιότης, που σε τεράστιο ποσοστό έχουν περάσει όλοι όσοι άρχισαν να νιώθουν πως τα ενδιαφέροντα τους ξεφεύγουν από το Joystick του Playstation και τα ρουχαλάκια της Μπάρμπι. Και που ανάλογα με την χροιά που θα δοθούν, μπορούν να κατηγοριοποιήσουν την ταινία στην κωμωδία ή στο δράμα αντίστοιχα.


Δεκατετράχρονος μαθητής, ούτε πανέξυπνος, ούτε ιδιαίτερα ικανός, με ατσούμπαλη κορμοστασιά, σιδεράκια στα δόντια και δεκάδες εφηβικά σπυράκια στο πρόσωπο, ονειρεύεται την ώρα που θα γευτεί το πρώτο του ερωτικό φιλί. Στιγμή που δεν θα αργήσει πολύ, αφού τον έχει βάλει στο μάτι, εμφανίσιμη και δημοφιλής στο σχολείο, συμμαθήτρια. Η περίπτωση του Les Beaux Gosses, είναι ένα τρανό παράδειγμα αυτής της υποκατηγορίας νεανικών ταινιών. Οι περιπέτειες του πιτσιρικά Ερβέ, στην αναζήτηση του τι πάει να πει ερωτισμός, εύκολα θα μπορούσαν να έχουν μελό χαρακτήρα, αν η κάμερα εστίαζε με αγωνία στην απόρριψη, αν το σενάριο απέδιδε ευκρινέστερα το ζόρικο οικογενειακό περιβάλλον ή αν το θέμα εμβάθυνε πιο πολύ σε μοντέρνα κοινωνικά ζητήματα, όπως η μετανάστευση και η νεανική βία. Ο Sattouf, την έκθεση των εφηβικών εμπειριών, προτιμά να την περάσει μέσα από ένα διασκεδαστικό φίλτρο, δίνοντας στις αναμφίβολα αληθινές εικόνες του κέφι και ευχάριστη διάθεση, που θα σου αποσπάσουν το γέλιο, χωρίς ιδιαίτερο κόπο. Και αυτό πιστεύω είναι το σωστό, το δίκαιο. Αν ανατρέξεις στις αναμνήσεις των σχολικών σου χρόνων, ακόμη και την χειρότερη στιγμή θα την φέρεις στο μυαλό χαμογελώντας, έμπειρος πια, δίχως τους κουτούς φόβους και τα ανεύθυνα άγχη του πρωτάρη.

Στην ουσία ο Γάλλος, ξεφυλλίζει ένα άλμπουμ γεμάτο φωτογραφίες από μαθητικές θύμισες, που έχουν τραβηχτεί με τόση αφέλεια, ώστε να σου προκαλέσουν ευθυμία. Ο κεντρικός του χαρακτήρας είναι βγαλμένος από τον μέσο όρο, δεν είναι ούτε ο κούκλος της τάξης, ούτε ο nerdy απουσιολόγος. Είναι φοβητσιάρης και άτολμος, το λέγειν δεν είναι το φόρτε του και περιμένει ένα σηματάκι από απέναντι για να κάνει ένα κάποιο βήμα. Και το κυριότερο δίνει βάση στις απόψεις και τις φιλοσοφίες της, σε χειρότερη μοίρα παρέας, που τουλάχιστον από αναξιοπιστία σκίζουν. Αυτή είναι και η βάση ενός σεναρίου όμορφα δομημένου, που ακόμη και αν τοποθετείται χρονικά στο σήμερα, δεν καταφεύγει στις εύκολες λύσεις της τεχνολογίας για να αναπτυχθεί. Οι τσόντες που εξάπτουν την φαντασία των μπόμπιρων, δεν είναι κρυμμένες σε κάποιο ακατάλληλο σάιτ του Ίντερνετ, αλλά στις σελίδες των...καταλόγων της Redutte. Η επικοινωνία των ερωτευμένων δεν γίνεται με SMS και e-mail, αλλά με τον κλασσικό τρόπο, με το τηλεφώνημα, που πρώτη θα τρέξει να απαντήσει η μαμά. Οι δύο φίλοι για να συναντηθούν, δεν το κάνουν με μια απλή κλήση στο κινητό, αλλά ο ένας αγγαρεύει τον πατέρα του, να τον περιπλανήσει με το αμάξι στην μισή πόλη, ώστε να εντοπίσει τον άλλον. Αναχρονισμός δηλαδή, αλλά με μπόλικη νοσταλγία δοσμένος...

Για πες: Οι άγνωστες φάτσες των έφηβων, έτσι όπως τις έχει ζωγραφίσει ο - και κομίστας - Riad Sattouf είναι πραγματικά όλα τα λεφτά. Το δίδυμο των αταίριαστων Ομορφόπαιδων, ο ένας σπυριάρης και ψηλός, ο άλλος άραβας χεβιμεταλάς, είναι απόλαυση απλά και μόνο που τους βλέπεις. Έχοντας βοήθειες από την έμπειρη περιφέρεια, την Noemi Lvovski, που παίζει την πιεσμένη αλλά ανοιχτόκαρδη μάνα, την Devos, την Jacob και την Golino σε μικρά περάσματα, το Beaux Gosses αφήνει μια αξιόλογη ανάμνηση για τις ερμηνείες του. Κάποιες ανούσιες σκηνές, που μπήκαν για να γεμίσει το 90λεπτο, αλλά ουσιαστικά καταφέρνουν να σπάσουν το ρυθμό, εντέλει δεν χαλάνε την γενικότερη καλή ιδέα, ενός ευρωπαϊκού φιλμ, με νεανικό χαρακτήρα, που θα απολαύσουν περισσότερο όμως, οι θεατές μεγαλύτερων ηλικιών.




Στις δικές μας αίθουσες 13 Μαΐου 2010, από την Nutopia


Περισσότερα... »

Φεύγω
της Catherine Corsini. Με τους Kristin Scott Thomas, Sergi López, Yvan Attal
Κόκκινος Κύκλος
του zerVo
Σαρανταπεντάρα κυρία, απογοητευμένη από την βαρετή τροπή που έχει πάρει ο γάμος της, παίρνει το ρίσκο να εγκαταλείψει πλούσιο σύζυγο και ανήλικα παιδιά, για να αφεθεί στην αγκαλιά φτωχού μετανάστη. Εντάξει, σύμφωνοι κι εγώ μαζί της, να σηκώσω και την παντιέρα της ελευθερίας της αν χρειαστεί, αρκεί μονάχα να μου εκθέσει τους λόγους της φυγής της. Όχι απλά να πετάξει ένα "γιατί έτσι μου γουστάρει" και αντίο, όπως κάνει η και καλά φεμινίν ταινιούλα. Επιχειρήματα θέλω, απτά, χειροπιαστά. Εγώ γνωρίζω, πως όποιος έχει την μαγκιά, γεμίζει την βαλίτσα του με δυο ρουχαλάκια κι ένα σαπούνι, φυλά σταυρωτά τα παιδάκια του, που εξ οφίτσιο παρατώντας τα χάνει και την κηδεμονία τους και αποχαιρετά. Η κυρά, αμ θέλει τον μορφονιό, αμ πετά στον κάλαθο των αχρήστων τον νοικοκύρη, αμ θέλει και την μισή περιουσία του. Ανέκδοτο και μάλιστα γαλλικό. Πιο κρύο και από αμερικάνικο... Για είναι είμαι τίμιος, τουλάχιστον με την χώρα μου, εκτιμώ πως ο Πάνος Κοκκινόπουλος, θα το έφτιαχνε καλύτερα το Partir. Όχι πως υποτιμώ τον εγχώριο τηλεοπτικό σκηνοθέτη, άλλωστε το να κλείνει το νυχτερινό πρόγραμμα ενός σταθμού υψηλής θέασης, με δικά του έργα εδώ και μια δεκαετία, είναι παγκόσμιο φαινόμενο. Απλά το παρόν, μακροσκελές επεισόδιο της σειράς Ο Κόκκινος Κύκλος, όταν έχει ανάμεσα στο καστ του τέτοια ονόματα, περιμένεις να είναι αν μη τι άλλο, τουλάχιστον αξιοπρεπές. Του αντιθέτου! Σε κανένα του σημείο η κυρία Catherine Corsini, δεν κάνεις σαφείς τους λόγους, όχι μόνο της φυγής της ηρωίδας της, αλλά και της αιματηρής κατάληξης της εξέγερσης της. Γιατί βαρέθηκε να το παίζει νοικοκυρά? Γιατί σιχάθηκε τις ερωτοτροπίες - με εκείνη, προσοχή, όχι με κάποια άλλη - του συμβίου της? Γιατί οποιαδήποτε απαίτηση της, συμπεριλαμβανομένου και του μοντέρνου φυσιοθεραπευτηρίου, καλύπτεται σε χρόνο dt? Γιατί κουράστηκε να μεγαλώνει γιο και κόρη? Γιατί στην αγκαλιά του μπρατσωμένου εργάτη βρήκε την χαμένη ερωτική αγαλλίαση? Οποιαδήποτε απάντηση και να επιλέξεις από τον multiple choice κατάλογο, δεν ικανοποιεί, όχι βεβαίως σαν ρεαλιστική εκδοχή, αλλά ούτε καν σαν σπινθήρας ενός μυθοπλαστικού κινηματογραφικού σεναρίου. Όχι για το Φεύγω. Αυτό το εξήγησα. Αλλά για το Φεύγω ΚΑΙ Απαιτώ... Για πες: Και να πεις πως το τρίτο πρόσωπο - Σπανιόλος γαρ - είναι κανένας Banderas, να το καταλάβω. Από που και ως που αυτός ο Καταλανός με τα τεράστια αυτιά Sergi Lopez, έχει περαστεί εδώ και καμιά δεκαετία - από τον καιρό του Liaison Prornographique δηλαδή - σαν το καυτό όνειρο της μεσήλικης αστής, δεν μπορώ να το κατανοήσω. Ακόμη και ο πέτρινος εξοχικός πύργος ή ο καταπράσινος μεσογειακός κάμπος, που το φιλμ χρησιμοποιεί στο φόντο, δείχνουν πολύ πιο ερωτικά από δαύτον. Αντιθέτως η Scott Thomas, στα πενήντα και με τη βούλα πια, δείχνει πιο ερωτεύσιμη από ποτέ. Η Αγγλίδα επαναλαμβάνει τον ρόλο της στον Άγγλο Ασθενή, με τόση άνεση, που αντιλαμβάνεται κανείς πολύ εύκολα, το χαμηλότατο επίπεδο του συρφετού που την περιβάλλει, συμπεριλαμβανόμενου και του Attal - αυτός είναι ο κύριος - που τον βρίσκουμε στην χειρότερη στιγμή της καριέρας του. Σαφέστατα δίχως την αρχοντική σταρ από την Κορνουάλη, που για την εδώ ερμηνεία της, απέσπασε μια ακόμη υποψηφιότητα για Cesar, δεν θα υπήρχε απολύτως κανείς λόγος παρακολούθησης του μετριότατου Partir. Που για όνομα Θεού, κάνει και την απόπειρα, μέσω της συγκλονιστικής μελωδίας του Delerue, στο χαλί της, να θέσει εαυτόν δίπλα στο Vivement Dimanche! του μαέστρου Truffaut. Βρε άντε και αλέ παρτί από δω χάμω!




Στις δικές μας αίθουσες 29 Απριλίου 2010, από την Nutopia

Rewind /// Trailer - Partir
Περισσότερα... »

Ο Στρατός των Εγκληματιών
του Robert Guédiguian. Με τους Simon Abkarian, Virginie Ledoyen, Robinson Stévenin

Ανδρών επιφανών...
του zerVo
1943. Με το που ξεκινούν στο Παρίσι οι διωγμοί των Εβραίων από τα Ες Ες, μια ομάδα νέων από τις μειονότητες, θα συνθέσει έναν πανίσχυρο πυρήνα αντάρτικου πόλης, που θα προκαλέσει τεράστιες ζημιές στον κατακτητή. Πρόκειται για την ιστορία της σέκτας (πραγματικών) επαναστατών, που κινήθηκε κάτω από τις οδηγίες του Αρμένιου στοχαστή και ποιητή Μισάκ Μανουκιάν, που έγραψε μια από τις πιο ηρωικές σελίδες στο βιβλίο της παριζιάνικης αντίστασης. Δεν είναι τυχαίο που οι αξιωματούχοι της Γκεστάπο, έθεσαν αυτοσκοπό την σύλληψη των μελών της οργάνωσης, προκειμένου να χρησιμοποιήσουν τις φιγούρες τους σαν μέσον προπαγάνδας και εκφοβισμού, όλων των πολιτών με ανάλογες επαναστατικές διαθέσεις. Το φινάλε τους τραγικό, όσο και ένδοξο. Η κατακόκκινη αφίσα με τις φιγούρες των λίγο πριν την εκτέλεση "εγκληματιών", τοιχοκολλήθηκε σε κάθε γωνιά της Γαλλίας, σαν σύμβολο της ισχύος του Ναζισμού αλλά και ως ανάθεμα στην επερχόμενη απειλή των Μπολσεβίκων. Κι όλα αυτά μόλις εξήντα πέντε χρόνια πριν...


Το L'Armee De Crime δεν διαφέρει τεχνικά από τις αναλόγου στυλ Γαλλικές δημιουργίες, που έχουν σαν φόντο τους την περίοδο της κατοχής. Άλλωστε η Πόλη του Φωτός, έχει διατηρήσει πολλές γωνιές της αναλλοίωτες από την εποχή εκείνη, ώστε να σταθεί επάξια σαν φυσικό σκηνικό εξέλιξης της ίντριγκας. Ο - επίσης Αρμένικης καταγωγής - σκηνοθέτης Robert Guediguian (Lady Jane) έχει την τύχη να διαθέτει στο πλάι του εξαιρετικούς καλλιτεχνικούς διευθυντές, που στήνουν ένα υπέροχο ντεκόρ, που συνδυασμένο με την εξαίρετη μουσική επένδυση από τον Desplat, εισάγει άμεσα τον θεατή στο κλίμα της εποχής. Η σκηνοθετική δυσκολία έχει να κάνει μόνο με το γεγονός της προσέγγισης πολλών διαφορετικών χαρακτήρων, που ο καθένας έχει τους δικούς του λόγους για να εισαχθεί στην φράξια των μαχητών. Και σε αυτή την μελέτη των επιμέρους αξιών επανάστασης, ο δημιουργός ξοδεύει υπερβολικά μεγάλο χρόνο - πάνω από το πρώτο μισό του φιλμ - δίχως να αφήνει περιθώριο για την δράση, που περιορίζεται απλά σε μια ενέδρα φορτηγού, μια χειροβομβίδα στα πόδια αγήματος και την εν ψυχρώ εκτέλεση ενός στρατηγού. Τα πιο εντυπωσιακά επιτεύγματα που πέτυχε ο Στρατός των Εγκληματιών, εφόσον δεν πρόκειται για χολιγουντιανή υπερπαραγωγή, αιωρούνται, απλώς για να τα φανταστείς. Εκείνον που έχει άποψη περί των πραγματικών περιστατικών, πάντως, το L'Armee, δεν θα τον απογοητεύσει, αφού η καταγραφή τους γίνεται με σεβασμό και δίχως περιττές δραματουργικές σάλτσες, που είναι πιθανό να τον αποπροσανατολίσουν.

Για πες: Βασικός άξονας, που γύρω του περιστρέφεται ολόκληρο σχεδόν το σενάριο, η μορφή του Μανουκιάν, που εδώ ερμηνεύεται άψογα από τον Simon Abkarian του Ararat, δίνοντας σου την εντύπωση, πως ο Αρμένης έγινε ηθοποιός μόνο για να αποδώσει κάποια στιγμή της καριέρας του αυτό τον ρόλο. Το δυναμικό στοιχείο της υπόθεσης, το δίχως οίκτο και τύψεις πρωτοπαλίκαρο, ερμηνεύει ο τριαντάχρονος Robinson Stevenin, όνομα που πιστεύω θα μας απασχολήσει αρκετά και στο μέλλον, ενώ την σύζυγο του ηγέτη, που κατά βάση στα απομνημονεύματα της γράφτηκε το σενάριο, παίζει η Virginie Ledoyen, το κορίτσι δηλαδή, των πολλών (φρούδων, εντέλει) υποσχέσεων του The Beach.




Στις δικές μας αίθουσες, ακόμη δεν έχει προγραμματιστεί


Περισσότερα... »

Ο τρελός έρωτας του Σιμόν Εσκενάζυ
του Jean-Jacques Zilbermann. Με τους Antoine de Caunes, Mehdi Dehbi, Elsa Zylberstein

Βγάλε το μπλουζάκι - χαμόγελο
του zerVo
Επαγγελματίας κλαρινετίστας, που διατηρεί ερωτικό δεσμό με γοητευτικό νεότερο του άντρα και νιώθει μια ιδιαίτερη έλξη για Αλγερινής καταγωγής τραβεστί, βρίσκεται μπροστά σε αδιέξοδο, όταν θα κληθεί να αποκαλύψει στο στενό οικογενειακό του περιβάλλον, πως είναι...αδερφή. Στη ηλικιωμένη μαμά του δηλαδή, που δεν είναι για πολλές πολλές συγκινήσεις, μιας και έχει εισβάλλει με βίαιο τρόπο στο ρετιρέ του στην Μονμάρτη, όντας κλινήρης, αλλά και στην πρώην σύζυγο του και τον δεκάχρονο γιο τους, που μόλις επισκέφτηκαν μετά από καιρό το Παρίσι. Κατάσταση μύλος δηλαδή, που έχει μπερδέψει αρκετά τον ήρωα της ιστορίας, που μοιάζει να μην μπορεί να αντεπεξέλθει ψυχικά στην πρόκληση της αποκάλυψης, αλλά ούτε και να υποχωρήσει στις συναισθηματικές του αδυναμίες. Μια κατάσταση που θα εκτραχυνθεί ακόμη περισσότερο, όταν στα ζόρια του θα μπει και ο θρησκευτικός παράγοντας, αφού τόσο ο ίδιος, αλλά κυρίως ο στενός του περίγυρος, είναι μεγαλωμένοι με αυστηρά εβραϊκά πρότυπα και το καινούργιο του...κορίτσι, είναι μουσουλμάνα.


Ικανοποιητικό ρυθμό διαθέτει η αφηγούμενη ιστορία του ταλαίπωρου Simon Eskenazy, τέμπο που αποδίδει το μουσικό θέμα του τραγουδιού της Τιτίνας στο μπαγκράουντ και οι παραλλαγές του. Και όμορφη απεικόνιση της πολύχρωμης γειτονιάς της Πόλης του Φωτός, μια μικρή Βαβέλ, που συνθέτουν εκπρόσωποι από όλες τις φυλές του Ισραήλ. Ο Silbermann, κτίζει ένα ευχάριστο κλίμα, για να προσαρμόσει την ίντριγκα του, στο πέρασμα του χρόνου όμως κατεβάζει τις εύθυμες στροφές και καταλήγει σε ένα μέτριο κοπιάρισμα του Pretty Woman, του φιλμ δηλαδή, που σε μεγάλο βαθμό καθορίζει τον μπούσουλα της εξέλιξης. Σημασία έχει πως με τον ένα (κωμικό) ή με τον άλλο (δραματικό) τρόπο, καταφέρνει να περάσει το μηνυματάκι του, σύνθημα βροντερό ενάντια στα δήθεν και τους καθωσπρεπισμούς, που σε όλες τους τις φόρμες πνίγουν τον σύγχρονο αστό. Και που τον υποχρεώνουν να φορά διαρκώς άνετα μπλουζάκια - χαμόγελο για να περιορίσουν το άσχημο συναίσθημα, μα όταν όλα πάρουν το δρόμο τους το παπιγιόν, εντέλει, παίρνει την δική του θέση.

Για πες: Κακά τα ψέματα, το σενάριο δεν είναι το δυνατό στοιχείο του απελευθερωμένων αντιλήψεων dramedy. Είναι όμως οι ερμηνείες, αφού πέραν του πρωταγωνιστή Antoine De Caunes, που υποδύεται τον ζορισμένο, έτσι που τα έχει κάνει, μουσικό, υπάρχουν δύο εξαίρετες υποστηρικτικές παρουσίες που κάνουν την διαφορά. Εκείνη του Mehdy Dehbi ως ζωηρούλας και ενίοτε θλιμμένης Μαντάμ Μπατερφλάι και αυτή της Judith Magre, ως κοκέτας, φιλάσθενης μητέρας, που συνθέτουν τους κύριους λόγους για να παρακολουθήσεις το εύθυμο ταινιάκι, που άξια μπορεί να χαρακτηριστεί σαν συνεχιστής του Gazon Maudit...




Στις δικές μας αίθουσες, ακόμη δεν έχει προγραμματιστεί


Περισσότερα... »

Ένας υποδειγματικός επαγγελματίας. Μια τέλεια ζωή. Μια αναπάντεχη συνάντηση... Επιτυχημένος μάνατζερ, λίγες μόλις ώρες πριν αναλάβει την προεδρία της επιχείρησης που εργάζεται, σαν ελάχιστη αποζημίωση για την τεράστια προσφορά του, εξομολογείται σε παλιό και καλό του φίλο, την άδικη μέθοδο που χρησιμοποίησε για να ανέβει τα σκαλοπάτια της ιεραρχίας. Τον έφαγαν οι τύψεις, που λέει ο σοφός λαός, τώρα θα τον φάνε οι απειλές, όλων εκείνων που πάτησε πάνω στα πτώματα τους για να εξελιχθεί επαγγελματικά. Το θρίλερ Sans Laisser De Traces του πρωτάρη Gregoire Vigneron, χρησιμοποιεί χιτσκοκικές φόρμες για να εξελιξει το σασπένς, παρουσιάζοντας μια ίντριγκα που στο παρελθόν έχει ειπωθεί ουκ ολίγες φορές στη μεγάλη οθόνη. Στον κεντρικό ρόλο του φιλόδοξου γιάπη, εμφανίζεται ο Benoit Magimel, που καθώς φαίνεται δεν κατάφερε να εξελιχθεί σε αστέρα πρώτου μεγέθους, όπως υπόσχονταν οι πρώτες του παρουσίες σε La Pianiste και Πορφυρά Ποτάμια 2, ενώ πλάι του, τον ρόλο του διπρόσωπου (?) κολλητού φίλου, κρατά ο Francois Xavier Demaison. Η ταινία έκανε πρεμιέρα στην Γαλλία, στα μέσα Μαρτίου, δίχως ιδιαίτερα μεγάλη επιτυχία στο box office.

Στις δικές μας αίθουσες, ακόμη δεν έχει προγραμματιστεί

Η ταινία Sans Laisser De Traces (Δίχως Ίχνη) θα προβληθεί στα πλαίσια του 11ου Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου, το Σάββατο 17 Απριλίου 2010 στις 22.15 στον κινηματογράφο Αττικόν, παρουσία του σκηνοθέτη Gregoire Vigneron.

Περισσότερα... »

Ανάμεσα στην ξηρά και στην θάλασσα, ανάμεσα στον μύθο και την πραγματικότητα, κρύβεται ένα μυστήριο που μόνο η καρδιά μπορεί να αποκαλύψει. Μοναχικός ψαράς, ονόματι Σιράκιους, θα ανακαλύψει εμβρόντητος πως στα δίχτυα του έχει παγιδευτεί, μια εκθαμβωτικά όμορφη γυναίκα. Η μικρή του κόρη, θα υποστηρίξει πως πρόκειται για γοργόνα, κάτι που ο ίδιος θα αμφισβητήσει αρχικά, μα όταν αντιληφθεί πως τα πάντα στη ζωή του αλλάζουν προς το καλύτερο, θα καταλάβει πως κάποια μαγική δύναμη έχει βάλει το χεράκι της. Παραμυθάκι παιδικό θυμίζει η υπόθεση της καινούργιας ταινίας του αγαπημένου Neil Jordan, με τον σκανδιναβικής χροιάς τίτλο Ondine, που έκανε την πρεμιέρα της στο περσινό Τορόντο και απέσπασε θετικότατα σχόλια από όσους την παρακολούθησαν. Η παραγωγός Magnolia Pictures στηρίζει πολλά πάνω στην ικανή όπως φαίνεται από το τρέιλερ δημιουργία του Ιρλανδού, που θα κάνει την εμφάνιση της στις αμερικάνικες αίθουσες στις 11 του ερχόμενου Ιούνη.


Σε μια καλή πορεία που έχει εναποθέσει τις ελπίδες του για ανάκαμψη της καριέρας του και ο Colin Farrell, που εσχάτως βλέπει τα φώτα της δημοσιότητας να μην πέφτουν και πολύ επάνω του, σε αντίθεση με την πραγματική κούκλα Πολωνέζα Alicja Bachleda με τις μεξικάνικες ρίζες, που βλέπει τον ρόλο της στην Ondine σαν βατήρα για μια περαιτέρω δυνατή καριέρα στο Χόλιγουντ. Σε δεύτερους ρόλους συναντάμε τους συνήθεις συνεργάτες του Jordan, Tony Curran και Stephen Rea.
Στις δικές μας αίθουσες στις 3 Σεπτεμβρίου 2010
Περισσότερα... »

Ωκεανοί
των Jacques Perrin και Jacques Cluzaud. Αφηγείται ο Jacques Perrin

Le Grand Bleu!
του zerVo
Ένα ταξίδι με όχημα τον κινηματογραφικό φακό, στα βάθη των ανάλογα με την διάθεση τους, γαλανών ή σκοτεινιασμένων μπλε ωκεανών, είναι το καινούργιο πόνημα, του περίφημου ντοκιμαντερίστα, με τις οικολογικές καταβολές Jacques Perrin. Μια βόλτα στα μυστικά που κρύβονται καλά κάτω από την υγρή επιφάνεια που σκεπάζει τα 2/3 του πλανήτη, εκεί που δεν μπορεί να φτάσει το κοινό θνητό μάτι, ούτε καν η ανθρώπινη φαντασία. Στα 100 λεπτά της διάρκειας του, το Oceans, χωρισμένο άτυπα σε ενότητες, παρουσιάζει τις πιο ιδιαίτερες μορφές της υδρόβιας ζωής, αποκαλύπτοντας συνήθειες που μοιάζουν αρκετά με εκείνες του μοναδικού λογικού όντος του κόσμου μας. Στιγμές άλλοτε γαλήνιες, άλλοτε εκρηκτικές, άλλοτε ειρηνικές και άλλοτε επιθετικές, με πρωταγωνιστές θηριώδη κήτη, χαριτωμένες φώκιες, μπαλαρίνες μέδουσες και πολεμοχαρή καβούρια.


Για πες: Ουσιαστικά όμως, μια άποψη να έχει πάρει κανείς από τα προ οκταετίας συγκινητικά Ταξιδιάρικα Πουλιά, μπορεί να αντιληφθεί σε μεγάλο βαθμό τι πρόκειται να παρακολουθήσει στους Ωκεανούς. Το σενάριο είναι άκρως ευαισθητοποιημένο γύρω από τις συνέπειες της, δίχως οίκτο, παρέμβασης του ανθρώπου στο θαλάσσιο οικοσύστημα, επιχειρώντας μέσω της τελευταίας του πράξης - το βάναυσο κυνήγι του καρχαρία - να φέρει ακόμη περισσότερους υποστηρικτές κάτω από την σημαία Save The Planet. Τα πλάνα που επί πέντε χρόνια κινηματογράφησε το επιτελείο του Perrin, είναι δίχως άλλο μοναδικά και σπάνια, η δική μου απορία όμως, έχει να κάνει με το γιατί δεν παρουσιάστηκαν σε τρισδιάστατη φόρμα, στοιχείο που θα έκανε το θέαμα πολλές παραπάνω φορές εντυπωσιακότερο.




Στις δικές μας αίθουσες 15 Απριλίου 2010, από την Village


Rewind /// Trailer - Oceans
Περισσότερα... »

Εναρκτήρια Ταινία:
Robin Hood - Dir: Ridley Scott

Διαγωνιστικό Τμήμα:
A Screaming Man - Dir: Mahamat-Saleh Haroun
Another Year - Dir: Mike Leigh
Biutiful - Dir: Alejandro González Iñárritu
Burnt by the Sun 2 - Dir: Nikita Mikhalkov
Certified Copy - Dir: Abbas Kiarostami
Fair Game - Dir: Doug Liman
Housemaid - Dir: Im Sang-soo
La Nostra Vita - Dir: Daniele Luchetti
Of Gods and Men - Dir: Xavier Beauvois
Outrage - Dir: Takeshi Kitano
Outside the Law - Dir: Rachid Bouchareb
Poetry - Dir: Lee Chang-dong
The Princess of Montpensier - Dir: Bertrand Tavernier
Tournée - Dir: Mathieu Amalric
Uncle Boonmee - Dir: Apichatpong Weerasethakul
You, My Joy - Dir: Sergei Loznitsa

Ένα Κάποιο Βλέμμα:
Adrienn Pál - Dir: Ágnes Kocsis
Angelica - Dir: Manoel de Oliveira
Aurora - Dir: Cristi Puiu
Blue Valentine - Dir: Derek Cianfrance
Chatroom - Dir: Hideo Nakata
Chongqing Blues - Dir: Xiaoshuai Wang
The City Below - Dir: Christoph Hochhäusler
Hahaha - Dir: Hong Sang-soo
Heartbeats - Dir: Xavier Dolan
Life Above All - Dir: Oliver Schmitz
The Lips - Dir: Iván Fund & Santiago Loza
Octubre - Dir: Daniel Vega
R U There - Dir: David Verbeek
Rebecca H. (Return to the Dogs) - Dir: Lodge Kerrigan
Simon Werner Disappeared… - Dir: Fabrice Gobert
Socialisme - Dir: Jean-Luc Godard
Tuesday, After Christmas - Dir: Radu Muntean
Udaan - Dir: Vikramaditya Motwane

Εκτός Συναγωνισμού:
Tamara Drewe - Dir: Stephen Frears
Wall Street: Money Never Sleeps - Dir: Oliver Stone
You Will Meet a Tall Dark Stranger - Dir: Woody Allen

Ειδικές Προβολές:
Abel - Dir: Diego Luna
Chantrapas - Dir: Otar Iosseliani
Draquila: L'Italia Che Trema - Dir: Sabina Guzzanti
Inside Job - Dir: Charles Ferguson
Nostalgia For The Light - Dir: Patricio Guzmán
Over Your Cities Grass Will Grow - Dir: Sophie Fiennes

Μεταμεσονύκτιες Προβολές:
Blackhole - Dir: Gilles Marchand
Kaboom - Dir: Gregg Araki


Περισσότερα... »

Παράνοια
του Breck Eisner. Με τους Timothy Olyphant, Radha Mitchell, Joe Anderson

Φοβού...γενικώς!
του zerVo
Όταν το 1973, ο μοναδικός George A. Romero, παρουσίαζε το The Crazies, ούτε ο ίδιος πιθανότατα θα φανταζόταν, πως κοντά τριάντα χρόνια μετά, το πόνημα του θα παρέμενε τόσο επίκαιρο και διαχρονικό. Με οδηγό τον τρόμο, από την εξέλιξη μιας δημιουργούμενης από τον άνθρωπο μόλυνσης, ο σκηνοθέτης του The Night Of The Living Dead, ανέπτυξε μια πολυεπίπεδη μελέτη, πάνω στην μοιραία ανευθυνότητα των επιστημόνων, πάνω στην αιμοσταγή αντίδραση του κράτους σε καταστάσεις πανικού, αλλά κυρίως πάνω στην εύκολη μεταστροφή του απλοϊκού ανθρώπου, σε ανεξέλεγκτο φονιά. Ευτυχώς που υπάρχουν και κάποιες περιπτώσεις αξιοπρεπών ριμέικς, όπως το παρόν, για να θυμίζουν και στους νεότερους πως το σινεμά τρόμου, δεν είναι μονάχα αποκεφαλισμοί, ακρωτηριασμοί και gore. Δίχως μια βάσιμη ιδεολογία πίσω από τα ποτάμια αίματος, το ανατριχιαστικό προϊόν, ξέρεις, ποτέ δεν ξεπερνά την μετριότητα.


Παράξενα περιστατικά φονικής επιθετικότητας, των μέχρι πρότινος φιλήσυχων κατοίκων, κάνουν την εμφάνιση τους στην μικρή κωμόπολη του Όγκντεν Μαρς της Αιόβα. Όταν το νεκροτομείο θα αρχίσει να γεμίζει πτώματα, ο ντόπιος σερίφης, θα καταλάβει πως τα φαινόμενα δεν έχουν παροδικό χαρακτήρα, αλλά παίρνουν την μορφή επιδημίας. Όπως συμβαίνει κατά κόρο σε τέτοιες περιπτώσεις, το φυσικό φόντο για την εξέλιξη της υπόθεσης, συνθέτει η μικρή κοινωνία ενός χωριού της αμερικάνικης επικράτειας, όπου όλοι είναι γνωστοί με όλους και ζουν τις ζωές τους σε μια φλύαρη, πλην αρεστή σε άπαντες αρμονία. Εκεί είναι που προκαλεί την πρώτη εντύπωση στον κοκκινολαίμη μάρσαλ, το ξέσπασμα βίας ενός μέχρι χθες γείτονα και φίλου. Όταν τα περιστατικά πολλαπλασιαστούν θα πάρει το ρίσκο να αναλάβει δράση, μα δεν θα προλάβει. Η περιοχή θα μπει σε καραντίνα από τις αρχές και θα τεθεί υπό καθεστώς στρατιωτικού νόμου, που όποιος τον παραβιάσει, αυτομάτως υπογράφει την θανατική του καταδίκη. Ο λόγος απλός και ανατριχιαστικός. Ένα επιστημονικό ατύχημα - πτώση πειραματικού αεροσκάφους σε λίμνη της περιοχής - θα μολύνει σε τέτοιο βαθμό την ύδρευση, ώστε οι κάτοικοι να εμφανίσουν τα συμπτώματα της άγνωστης αρρώστιας μέσα σε 48 μόλις ώρες.

Όπως συνέβη δηλαδή σε ανάλογες περιπτώσεις στο 28 Days Later ή στο 30 Days Of Night, με την μοναδική διαφορά πως οι άνθρωποι δεν μεταλλάσσονται σε κανιβαλιστικών διαθέσεων ζόμπι, αλλά σε επιθετικά όντα που το μόνο που επιζητούν είναι να διαμελίσουν, ακόμη και τα πιο αγαπημένα τους πρόσωπα. Η σεναριακή ιδέα στην εξέλιξη της παίρνει το ύφος του Carpenterικού The Thing, όταν οι εναπομείναντες υγιείς (?) που έχουν ξεφύγει από τις δαγκάνες των SWAT, αρχίζουν να αναρωτιούνται για το ποιος ανάμεσα τους μπορεί να έχει μολυνθεί. Με το κλοιό να σφίγγει, δίχως να υπάρχει η παραμικρή ελπίδα διαφυγής, η Παράνοια μεταβάλλεται σε ένα αγωνιώδες θρίλερ, λιτό, συμπαγές και δίχως ψεύτικα εφέ, από εκείνα που κρατούν ψηλά τους παλμούς του σασπένς μέχρι το φινάλε. Εκεί που λαμβάνει χώρα η εξ ουρανών εξιλέωση, λογική απόρροια του συμβάντος, ανοίγοντας μεγάλη κουβέντα για τον ανηλεή και δικτατορικό τρόπο που μπορεί μια Διοίκηση να αποφασίσει τον όλεθρο, μη ρισκάροντας την πιθανότητα μιας πανδημίας.

Για πες: Στην ουσία το φιλμ του Breck Eisner, που γι αυτόν λειτουργεί σαν γεφυράκι, πριν περάσει δημιουργικά στο μπλοκμπάστερ και τον Flash Gordon, απεικονίζει επί της οθόνης ένα από τα πιο καυτά ζητήματα της εποχής, την αγωνία για την παγκόσμια διασπορά ενός ιού που μπορεί να επιφέρει μέχρι και τον θάνατο. Σίγουρα τα προβλήματα στην αφήγηση είναι πολλά, εφόσον κάποιες απορίες για το πως φτάσαμε στο χάος, δεν επεξηγούνται επαρκώς, η πιθανότητα όμως μιας τέτοιας μυστηριώδους εξέλιξης, σε συνδυασμό με το τέμπο που διαρκώς ανεβαίνει, είναι που κάνουν το φιλμ αρεστό, σε όποιον έχει την θέληση να μπαλώσει κατά το δοκούν τις τρύπες. Σημαντικό μερίδιο της ευθύνης του ευπρεπούς αποτελέσματος, ανήκει στον κεντρικό πρωταγωνιστή Timothy Olyphant, που στις πλάτες του σηκώνει το σύνολο σχεδόν των πλάνων, ως ο έτοιμος για όλα σερίφης, αποδεικνύοντας πως δικαιούται λίγης περισσότερης προσοχής από ακριβότερες παραγωγές κι όχι να περιορίζεται ρολιστικά σε τηλεοπτικά γουέστερν (Deadwood) ή να πλασάρεται απλώς ως ιδεαλιστής τρομοκράτης (Die Hard 4). Σαφώς και η προτίμηση μου τείνει στην πλευρά του πρωτότυπου, που διαθέτει πολύ περισσότερη πολιτική άποψη και κατακρίνει σαφέστερα τις φασιστικές μεθόδους καταστολής, αυτό όμως δεν σημαίνει πως το The Crazies του 2010, δεν στέκεται με σεβασμό στην τριών δεκαετιών ζωής ματιά του Romero, πάνω σε μια φανταστική υπόθεση, που δεν απέχει πολύ από το να γίνει πραγματικότητα.




Στις αίθουσες 25 Μαρτίου 2010 από την Village


Περισσότερα... »

Έτσι πρέπει να κάνει ο μεγάλος δημιουργός. Να μην αφήνει την πρόοδο και την καινοτομία, να του απομακρύνεται, αλλά να συμβαδίζει μαζί της. Όπως στην περίπτωση του Martin Scorsese, που μόλις ανακοίνωσε πως η επόμενη του ταινία, θα φιλμαριστεί σε 3-D συνθήκες, ακολουθώντας το τρισδιάστατο δόγμα της εποχής. Πρόκειται για το φιλμ The Invention Of Hugo Cabret, που θεματικά βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Brian Selznick. Ένα υβριδικό έντυπο 550 σελίδων, που συνδυάζει τον γραπτό λόγο με την έξοχη εικονογράφηση, περισσότερων από τριακοσίων σκίτσων, που μέσα τους κρύβουν τα κλειδιά για την εξέλιξη της δράσης. Είναι η ιστορία ενός δωδεκάχρονου αγοριού, που ζει την δική του μοναχική ζωή, σε μια τρύπα του πολυσύχναστου σιδηροδρομικού σταθμού της πόλης. Όταν τα μυστικά του θα αρχίσουν να αποκαλύπτονται σε περισσότερο κόσμο, αυτό δεν θα έχει θετικό αντίκτυπο για κανέναν, ιδίως για τον πιτσιρικά. Μέλη του ιδιόρρυθμου αυτού πρότζεκτ, αποτελούν ήδη η Chloe Morets, ο Sacha Baron Cohen (θυμήσου, Borat) και ο Sir Ben Kingsley, που θα ερμηνεύσουν αντίστοιχα το αινιγματικό κορίτσι, τον σταθμάρχη και τον περίφημο συγγραφέα Ζορζ Μελιές, που κρατά έναν σημαντικό ρόλο στην υπόθεση. Το φιλμ έχει ήδη προγραμματιστεί από την Warner, να κάνει την πρεμιέρα του στις αίθουσες, τον Δεκέμβριο του 2011.

Περισσότερα... »

Επικηρύσσοντας Την Πρώην
του Andy Tennant. Με τους Jennifer Aniston, Gerard Butler, Christine Baranski

It's A Kind Of Tragic...
του zerVo
Δεν έχει υπάρξει φορά που να παρακολουθήσω την Aniston στο πανί και να μη με πνίξουν τα ζωτικής σημασίας ερωτηματικά: Πως είναι δυνατόν αυτό το κορίτσι να περνιέται για πρωταγωνίστρια και μάλιστα πρώτης γραμμής? Πως τα έχει καταφέρει, να έχει κάνει και επιτυχίες? Με ποιο τρόπο μπορεί κάποιος σκηνοθέτης να σβήσει με μια μαγική γόμα την υποκριτική της αχαροσύνη και να την αναδείξει ερμηνευτικά? θα μπορούσε τέλος ποτέ να βρεθεί κατάλληλος παρτενέρ, που να την πάρει από το χέρι για να συνθέσουν παρέα ένα αξιοπρεπές ζευγάρι? Το τελευταίο, δεν το πέτυχαν κατά σειρά οι Aaron Echart, Vince Vaughn, Ben Stiller, Jim Carrey και Clive Owen. Λες να τα κατάφερνε στο The Bounty Hunter ο ρηχός...This Is Sparta?


Πρώην μπάτσος, που βγάζει τα προς το ζην ως κυνηγός επικηρυγμένων, νιώθει πως θα εξασφαλίσει το πιο ευχάριστο μεροκάματο της καριέρας του, αν καταφέρει να εντοπίσει και να οδηγήσει στην φυλακή, την μισητή πρώην σύζυγο του, που καταζητείται από τις αρχές, με την κατηγορία της βιαιοπραγίας. Το στόρι θυμίζει σε πολλά του σημεία τη μεγάλη επιτυχία του John Landis από το 1988, The Midnight Run, με την μοναδική διαφορά πως το δίδυμο διώκτη - φυγά τότε, συνέθεσαν ο De Niro και ο Charles Grodin, προσφέροντας μια εξαιρετική κωμική περιπέτεια. Εδώ αν και η σεναριακή ιδέα είναι αξιόλογη, το φιλμ πολύ γρήγορα στην πορεία του παρεκτρέπεται, μην καταφέρνοντας να αποκτήσει ταυτότητα. Εκεί που η ικανή σεναριακή ιδέα προϋποθέτει γρήγορες στροφές, ώστε το αρσενικό της υπόθεσης να προσφέρει το κρύο πιάτο της εκδίκησης στο πάλαι ποτέ λατρεμένο του αμόρε, παρεμβαίνει άνισα ο παράγοντας χιούμορ και οδηγεί την κατάσταση στο σλάπστικ. Μόλις συνηθίσεις στο χαλαρό σατυρικό υφάκι, αρχινάει το πιστολίδι, από τις δύο τρεις υποιστορίες που είναι πιθανό και να σε μπερδέψουν. Και αφού το ταλαιπωρημένο σου μυαλό, εντέλει, πιστέψει πως βλέπει ένα διασκεδαστικό action, οι πρωταγωνιστές φιλιούνται κι αγκαλιάζονται. Μύλος...

Μέσα μου έτρεφα κάποιες ελπίδες πάντως, πως ο Andy Tennant, θα καταφέρει να δαμάσει την αλλοπρόσαλλη κατάσταση, πριν εκείνη φύγει εντελώς εκτός τροχιάς. Τελικά διαψεύστηκα παταγωδώς, αφού ο 55χρονος σκηνοθέτης, αντί να σταθεί στην προϋπάρχουσα δυναμική του Hitch, επέλεξε την καταστροφική έμπνευση του Fool's Gold. Αν το σενάριο είχε περιοριστεί στο κυνηγητό του ζευγαριού στην περιφέρεια του λαμπερού Ατλάντικ Σίτι, πιθανόν το αποτέλεσμα να είχε μια γλυκιά γεύση, που θα έφερνε κατά κάποιο τρόπο στα ντεμοντέ μα αξιοπρεπή Bird On A Wire (με Gibson και Hawn) και Into The Night (με Pfeiffer και Goldblum). Όταν όμως στην υπόθεση προστίθεται κι ένα νέο πρόσωπο ανά λεπτό (μαμάδες, μαφιόζοι, πιστολέρο, επίδοξοι εραστές, ξενοδόχοι, τατουαζάδες) τότε η όποια υποψία συνοχής χάνεται και επικρατεί πανδαιμόνιο.

Για πες: Κι έχεις ταυτόχρονα να ανεχθείς και το δυσβάσταχτο βάρος της παρουσίας της Jennifer Aniston, που ναι μεν είναι ομορφούλα, αλλά από υποκριτική γρι. Το ελληνόπουλο στα κοντά δεκαπέντε χρόνια καριέρα του μέχρι τώρα, έχει βελτιώσει τις καμπύλες, έχει μακρύνει τις μπούκλες, έχει φτιάξει δυνατό μπούστο, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποκληθεί σοβαρή ερμηνεύτρια. Εδώ μάλιστα που δεν ξέρει τι να παίξει, δράμα ή κωμωδία, το κομφούζιο της δεν έχει τελειωμό, παρασύροντας στον Άδη και τον συμπαίκτη της Gerard Butler, που αν μη τι άλλο προσπαθεί, αλλά δεν πετυχαίνει να αποσοβήσει το μοιραίο. Τουλάχιστον να την κυνηγούσε για προσβολή του επαγγέλματος του ηθοποιού, θα σηκωνόμουν όρθιος να τον χειροκροτήσω κιόλας, αν θα την οδηγούσε στο φρέσκο και μάλιστα άμεσα...



Στις δικές μας αίθουσες 15 Απριλίου 2010 από την Audiovisual


Περισσότερα... »