Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 2018 TIFF 18 Live

του Θόδωρου Γιαχουστίδη

9η ανταπόκριση – Σάββατο 10 Νοεμβρίου
Στο τέλος του 2020 η Θεσσαλονίκη θα έχει μετρό!

Νοέμβριος 2020. Το 61ο φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης είναι έτοιμο να ξεκινήσει. Είναι το πρώτο με πρωθυπουργό τον Κυριάκο Μητσοτάκη και Υπουργό Πολιτισμού τον Άδωνη Γεωργιάδη. Το μεγάλο αφιέρωμα του φεστιβάλ είναι στην πατριωτικές ταινίες του Τζέιμς Πάρις ενώ υπάρχει και ρετροσπεκτίβα με τίτλο «Κάντο όπως η Ρίφενσταλ». Το μότο του φεστιβάλ είναι πλέον η φράση «το λιγουρεύστε;» και στην αφίσα ο Καζαντζάκης συναντά τον Ελ Γκρέκο κι όλοι μαζί συναντούν τον Παύλο Μελά και τον πατέρα Παϊσιο, με το σελιλόιντ να τους ενώνει. Κι εγώ ξεκινώ από την Καλαμαριά, από το Βότση, λίγο πριν τα 51α μου γενέθλια (!!!) για να πάω να πάρω τη διαπίστευσή μου από το γραφείο τύπου στο Λιμάνι. Και παίρνω το μετρό ρε φίλε! Μεγάλες στιγμές! Τι από όλα αυτά ΔΕΝ ΘΑ ΙΣΧΥΕΙ; Μουάχαχαχαχα, εδώ θα είμαστε (;) για να το δούμε.

Σήμερα είναι η τελευταία ημέρα του φεστιβάλ, θα γίνει η απονομή των βραβείων και θα προβληθεί η ταινία με την οποία θα πέσει η αυλαία του φεστιβάλ, το περίφημο «Girl», που μάγεψε πολύ κόσμο στις Κάννες. Εμείς, εδώ, ας γράψουμε την άποψή μας για μερικές ακόμα ταινίες. Για τέσσερις ακόμα συγκεκριμένα.

Σόκρατες (Socrates) TIFF 2018

Ο Alex Moratto είναι Αμερικανοβραζιλιάνος σκηνοθέτης. Οι βραβευμένες μικρού μήκους ταινίες του «Nowhere to Be Found», «The Parting» και «The Other Side» έχουν προβληθεί σε διεθνή κινηματογραφικά φεστιβάλ. Πήρε το πτυχίο του από το UNC School of the Arts, όπου έλαβε την υποτροφία Kenan Excellence και κέρδισε το σπουδαστικό βραβείο DGA Student Film Jury Award για τη διπλωματική του εργασία. Ζει στην Καλιφόρνια και στο Σάο Πάολο. Το Σόκρατες (Socrates) είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, η οποία έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο φεστιβάλ του Λος Άντζελες και είναι από τις ταινίες που διεκδικούν τον Χρυσό Αλέξανδρο. Η ταινία γυρίστηκε από ένα επιτελείο νέων 16 με 20 ετών με τον ελάχιστο δυνατό προϋπολογισμό (κόστισε μόλις 20 χιλιάδες δολάρια) και με παραγωγό τον Αμερικανό σκηνοθέτη Ramin Bahrani (της φήμης των ταινιών «Άνθρωπος σπρώχνει καρότσι» (Man Push Cart, 2005), που είχε λάβει μέρος στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, κερδίζοντας τα βραβεία καλύτερης ανδρικής ερμηνείας και κοινού και «99 σπίτια» (99 Homes, 2014).

Η υπόθεση: O Σόκρατες είναι ένας έφηβος, που ζει με τη μητέρα του σε ένα φτωχόσπιτο κάπου στα παραλιακά προάστια του Σάο Πάολο. Όταν η μητέρα του πεθαίνει ξαφνικά, ο Σόκρατες χάνει τον κόσμο μέσα από τα χέρια του. Η σχέση του με τον πατέρα του (με τον οποίο η μητέρα του είχε χωρίσει) δεν είναι η καλύτερη δυνατή, χρήματα δεν υπάρχουν και ο Σόκρατες θα πρέπει να μάθει να επιβιώνει. Μόνος του. Η σπιτονοικοκυρά του θα τον διώξει, η σχέση του με τον Μαϊκόν δεν θα έχει αίσιο τέλος και ο πιτσιρικάς θα πρέπει να βρει μέρος να κοιμάται και τρόπους να γεμίσει το στομάχι του. Η συναισθηματική του κάλυψη μπορεί να περιμένει. Προέχει να ωριμάσει – βίαια...

Η άποψή μας: Οι Βραζιλιάνοι δείχνουν μια μεγάλη λατρεία στην αρχαία Ελλάδα. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί έχουν ονόματα αρχαιοελληνικά. Ο μεγαλύτερος Βραζιλιάνος ποδοσφαιριστής μετά τον Πελέ ήταν ο Σόκρατες (το πλήρες του ονοματεπώνυμο: Sοcrates Brasileiro Sampaio de Souza Vieira de Oliveira). Και ο πιτσιρικάς ήρωας της ταινίας μας ονομάζεται Σόκρατες, λοιπόν. Είναι το όνομά του που βαφτίζει το φιλμ. Είναι ο Σωκράτης, που σε όλη την ταινία βλέπουμε την... απολογία του. Απολογία απέναντι σε μια κοινωνία, που τον κατηγορεί για δεκάδες αδικήματα, τα οποία δεν διέπραξε! Είναι η κοινωνία που πρέπει να δικαστεί και να καταδικαστεί. Και να πιει το κώνειο, μπας και γεννηθεί κάτι καινούργιο, πιο δίκαιο, να πάρει τη θέση της.

Ο σκηνοθέτης, στην παρουσίαση της ταινίας του, μας ενημέρωσε πως γύρισε την ταινία πολύ κοντά στο θάνατο της μητέρας του, γεγονός που τον επηρέασε πάρα πολύ. Αυτό φαίνεται στην ταινία. Ο συνεχόμενος θρήνος του Σόκρατες για τη μητέρα του είναι ο θρήνος του σκηνοθέτη για τη δική του μητέρα. Ένα το κρατούμενο. Ο σκηνοθέτης δημιουργεί μια ταινία, με τα λίγα μέσα που διαθέτει, η οποία ξεχειλίζει ταλέντο και δύναμη. Το σινεμά του έχει την αίσθηση του επείγοντος, είναι τραχύ, πυκνό, γρήγορο. Αυτή είναι μια ταινία δυνατή, που έχει κάποιες αστοχίες (δικαιολογούνται από την... πρώτη φορά) αλλά συνολικά αφήνει πολύ καλές εντυπώσεις. Απλή στη δομή της αλλά συμπαντική στις αλήθειες της, δημιουργεί το πορτρέτο ενός νέου περικυκλωμένου από τείχη, μέσα από τα οποία ψάχνει μια χαραμάδα διαφυγής.

Ο Σόκρατες είναι νέος, χωρίς λεφτά, χωρίς κάποιον να τον αγαπά, δίχως στέγη, δίχως νόμο. Η ομοφυλοφιλία του είναι ένα επιπλέον... επιβαρυντικό στοιχείο. Η σχέση του με τον Μαϊκόν φαντάζει αρχικά ως σανίδα σωτηρίας, φεύ, όμως, κι εκείνος έχει να αντιμετωπίσει τους δικούς του δαίμονες για να γνοιαστεί κάπως παραπάνω για τον όμορφο και εκφραστικό Σόκρατες. Οι καταστάσεις που βιώνει θα γίνουν ολοένα και πιο άσχημες: θα αναγκαστεί να φάει από τα σκουπίδια (αληθινό ως κατάσταση, λίγο άστοχο και χειριστικό ενδεχομένως), θα φτάσει στο όριο να πουλήσει το σώμα του, μέχρι και με τον άθλιο πατέρα του θα προσπαθήσει να τα βρει. Τίποτα, όμως, δεν θα πάει καλά. Μόνη διέξοδος, η θάλασσα. Ο υγρός τάφος. Εκεί, οι στάχτες της μητέρας του θα ενωθούν με την άμμο της παραλίας ως υπόσχεση συνέχειας. Εκεί, η ταινία, με αναφορές από το «Moonlight» και τα «400 χτυπήματα», παραπέμπει και στον «Γιο του Σαούλ». «Η μητέρα του Σόκρατες», λοιπόν. Ως υπόσχεση στον εαυτό του. Ως τάμα. Ως μια νέα αφετηρία εντέλει. Κάτι μου λέει πως ο Σόκρατες θα βρει το δρόμο του. Χωρίς να ξεπουλήσει κανένα ιδανικό του.

Πολύ δυνατό ντεμπούτο, με την ορμή και την αμεσότητα, αλλά και τις αδυναμίες, ενός πρωτόλειου. Θα δούμε καλά πράγματα από τον σκηνοθέτη στο μέλλον.

(η ταινία ολοκλήρωσε τις προβολές της στο φεστιβάλ – απ' όσο γνωρίζουμε, η ταινία δεν έχει πάρει ακόμα διανομή για τη χώρα μας)


Pearl TIFF 2018

Η ελβετικής υπηκοότητας γαλλόφωνη σκηνοθέτιδα Elsa Amiel γεννήθηκε το 1979 στο Παρίσι. Έχει εργαστεί ως βοηθός δίπλα σε πολλούς διάσημους σκηνοθέτες – από τον Raoul Ruiz και τον Mathieu Amalric μέχρι την Noémie Lvovsky, μεταξύ άλλων – αλλά και ως ηθοποιός (πχ τελευταία είχε έναν μικρό ρόλο στην ταινία «Η οδύνη» πάνω σε βιβλίο της Ντιράς) και σκηνοθέτις μικρού μήκους ταινιών. Το Pearl είναι η πρώτη της ταινία μεγάλου μήκους ταινία μυθοπλασίας που σκηνοθετεί. Η παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας δόθηκε στο περασμένο φεστιβάλ Βενετίας, όπου πήρε μέρος στο τμήμα « Giornate degli Autori». Στη Θεσσαλονίκη η ταινία λαμβάνει μέρος στο διαγωνιστικό τμήμα.

Η υπόθεση: Η Λέα Περλ ετοιμάζεται πυρετωδώς για τον μεγάλο τελικό ενός διεθνούς διαγωνισμού μπόντι μπίλντινγκ, όταν δέχεται μια απρόσμενη επίσκεψη από το παρελθόν: ο πρώην εραστής της, ο Μπεν, εμφανίζεται ξαφνικά μπροστά της μαζί με τον εξάχρονο γιο της, τον Ζοζέφ, του οποίου την ύπαρξη η Λέα είχε ξεχάσει. Ο Μπεν ζητάει από την Περλ να προσέχει για λίγο τον Ζοζέφ, για να μπορέσει ο ίδιος να θέσει σε εφαρμογή μια ακόμα κομπίνα του, από αυτές που υποτίθεται θα τον βοηθήσουν να τα κονομήσει. Η Λέα αντιδρά αρνητικά. Ο προπονητής της, ο Αλ, την πιέζει συνεχώς. Την θέλει απερίσπαστη και στοχοπροσηλωμένη. Αν τα πάνε καλά στον διαγωνισμό, θα κερδίσουν το ενδιαφέρον από σπόνσορες, οι οποίοι θα τους βοηθήσουν τα μάλα οικονομικά. Μήπως όμως το ξύπνημα του μητρικού φίλτρου της Λέα είναι πλέον μη αναστρέψιμο;

Η άποψή μας: Αυτή είναι η πρώτη ταινία μυθοπλασίας στην ιστορία του σινεμά που έχει ως κεντρικό χαρακτήρα μια γυναίκα μπόντι μπίλντερ! Από μόνο του αυτό είναι ένα γεγονός εξαιρετικά ενδιαφέρον. Και η σκηνοθέτιδα καταφέρνει να μην «χαντακώσει» την ταινία της με εύκολο εντυπωσιασμό ή επικεντρωμένη μόνο στην επιφάνεια. Έχει ενδιαφέρον ο προβληματισμός στον οποίο οδηγεί τον θεατή το premise. Η Λέα εγκαταλείπει το παιδί της για να αναζητήσει τον εαυτό της. Αυτή η άκαρδη (;) μάνα επιλέγει να γίνει μπόντι μπίλντερ. Να «φτιάξει» το σώμα της, να το απεκδύσει από κάθε ίχνος θηλυκότητας και να χτίσει ένα βουνό από μυς. Έτσι νιώθει καλύτερα. Έτσι νιώθει καλύτερα;

Με συνεχείς προπονήσεις, με ειδική διατροφή, με απίστευτες στερήσεις, με κατανάλωση δεκάδων ορμονών για να σταματήσει η περίοδος – για να μην μιλήσουμε για τα αναβολικά (για τα οποία ούτε η ταινία κάνει ιδιαίτερη αναφορά – τα προσπερνάει καθώς δεν την ενδιαφέρουν τη σκηνοθέτιδα, είναι εκτός φόκους αυτού που θέλει να πει). Η Λέα μεταμορφώνεται, γίνεται αυτό που θέλει προφανώς αλλά με φοβερό πόνο. Με σπαρτιατική πειθαρχία. Και με μεγάλο κόστος. Είναι χαρακτηριστική η σκηνή ενός αθλητή με μυς σαν του Χουλκ (γενικά, γίνεται αναφορά σε υπερήρωες) ο οποίος κλαίει γοερά, σπαρακτικά, ένα τέρας τεστοστερόνης που λιώνει σαν κοριτσάκι (συγχωρέστε με τον μη πολιτικά ορθό χαρακτηρισμό μου, αλλά καταλαβαίνετε τι θέλω να πω). Εκτός από τη Λέα, σε αυτό το σύμπαν ξεχωρίζει ο Αλ – στον ρόλο ο σπουδαίος Peter Mullan. Ο Αλ, ένας άνθρωπος που θα ήθελε ο ίδιος να είναι μπόντι μπίλντερ. Είναι όμως σακάτης. Ανάπηρος, σωματικά – σε αντίστιξη με την ψυχολογική αναπηρία της Λέα; Θα ήθελε να είναι ο ίδιος μπόντι μπίλντερ. Θα ήθελε να μετατρέψει το ατελές του σώμα στην πιο τέλεια εκδοχή του – υπάρχει σκηνή που το δείχνει ξεκάθαρα. Από την άλλη, λειτουργεί λίγο ως δόκτωρ Φράνκενσταϊν. Δημιουργεί... τέρατα! Δημιουργεί υπερ-ανθρώπους που δεν ταιριάζουν με τους υπόλοιπους... φυσιολογικούς εμάς. Και μάλιστα, με τη θέλησή τους!

Η σκηνοθέτιδα μας λέει το προφανές, που πολλές φορές ξεχνάμε, καθώς πάντοτε, μα πάντοτε, επηρεαζόμαστε από την εμφάνιση: κάθε μπόντι μπίλντερ δεν είναι ΚΔΟΑ (Κτηνώδης Δύναμη Ογκώδης Άγνοια). Είναι άνθρωποι με σάρκα και οστά, με όνειρα και φιλοδοξίες, με ματαιώσεις και ρουτίνα, με ταπεινώσεις και μεγαλείο. Η Λέα λοιπόν έχει φτάσει ένα τσικ πάρει το μεγάλο βραβείο. Το αντικείμενο εκείνο που θα συμβολοποιεί την επίτευξη των στόχων της. Αυτό για το οποίο πάλευε τα τελευταία χρόνια. Και θα πάρει και χρήματα για όλο αυτό – να μην ξεχνάμε ποτέ τα χρήματα. Ναι, αλλά η πανοπλία της έχει ρωγμές. Κι εκεί μέσα θα τρυπώσει ο γιος της. Θα ρίξει τα τείχη της; Ωραίο φιλμ, με πρωταγωνίστρια μια μπόντι μπίλντερ (η Julia Föry που υποδύεται την Περν, δεν είναι ηθοποιός) που τα πάει μια χαρά στο ρόλο της, ταινία γήινη και τραχιά, όπου μεταξύ των άλλων ξεχωρίζει η πολύ καλή μουσική του Fred Avril.

Ταινία εντελώς συγγενική με το «Wrestler» του Darren Aronofsky, μια σπουδή πάνω στη μητρότητα, κάτι ωραίο και συγκινητικό για να δεις.

(η επαναληπτική προβολή της ταινίας θα γίνει την Κυριακή 11 Νοεμβρίου στις 13.00 στην αίθουσα Φρίντα Λιάππα – απ' όσο γνωρίζουμε, η ταινία δεν έχει πάρει ακόμα διανομή για τη χώρα μας)

Εμείς τα ζώα (We the Animals) TIFF 2018

Ο Jeremiah Zagar μεγάλωσε στη Νότια Φιλαδέλφεια, περνώντας τα περισσότερα απογεύματά του στη σκοτεινή αίθουσα ή στους διαδρόμους του τοπικού βίντεο κλαμπ. Χρόνια αργότερα, όταν σπούδαζε στο Έμερσον Κόλετζ, ξεκίνησε να κινηματογραφεί τους γονείς του, δυο χίπηδες καλλιτέχνες, κάθε φορά που επισκεπτόταν το πατρικό του για διακοπές. Κάπως έτσι γεννήθηκε το ντοκιμαντέρ «In a Dream», το οποίο έκανε πρεμιέρα στο φεστιβάλ South by Southwest (SXSW), βρήκε διανομή στις αμερικανικές αίθουσες και προβλήθηκε σε πολλά φεστιβάλ ανά την υφήλιο. Προβλήθηκε στο δίκτυο HBO, μπήκε στη μικρή λίστα για τις υποψηφιότητες για τα βραβεία Όσκαρ, και ήταν υποψήφια για δύο βραβεία Έμι, μεταξύ των οποίων και για το βραβείο Καλύτερου Ντοκιμαντέρ. Όταν δεν εργάζεται, περνά τον καιρό του κολυμπώντας στα καλύτερα δημόσια κολυμβητήρια της Νέας Υόρκης. Η ταινία του Εμείς τα ζώα (We the Animals) είναι η πρώτη μεγάλου μήκους μυθοπλασίας του. Έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο περασμένο φεστιβάλ του Σάντανς, όπου τιμήθηκε με το βραβείο καλύτερης ταινίας στο τμήμα NEXT. Στη Θεσσαλονίκη διεκδικεί τον Χρυσό Αλέξανδρο, συναγωνιζόμενη μαζί με τις άλλες 14 ταινίες του τμήματος.

Η υπόθεση: ΗΠΑ, δεκαετία του '80. Ο Μάνι, ο Τζόελ και ο Τζόνα είναι τρία αδέλφια πριν την εφηβεία τους. Ζουν σε ένα σπίτι περικυκλωμένο από δέντρα, κοντά σε ένα δάσος, σε μια αδιάφορη βιομηχανική πόλη στην επαρχιακή ζώνη της Νέας Υόρκης, μαζί με τον πατέρα τους και τη μητέρα τους. Η μητέρα δουλεύει στην τοπική ζυθοποιεία ενώ ο πατέρας βρίσκεται μονίμως από τη μια δουλειά στην άλλη. Δεν στεριώνει πουθενά λόγω του παρελθόντος του (είχε μπλέξει παλιότερα σε παρανομίες) και του οξύθυμου χαρακτήρα του. Είναι πορτορικανικής καταγωγής και η γυναίκα του λευκή Αμερικάνα. Οι δυο τους ερωτεύθηκαν από το γυμνάσιο ακόμα και η σχέση τους είναι γεμάτη πάθος. Αλλά και γεμάτη βία. Όταν ο μπαμπάς φεύγει από το σπίτι και η μαμά πέφτει σε κατάθλιψη, τα τρία αδέλφια πρέπει να τα βγάλουν πέρα μόνα τους. Και ο Τζόνα, ο πιο ευαίσθητος από τους τρεις, ο πιο ονειροπόλος, ο καλλιτέχνης, που ζωγραφίζει συνεχώς στο τετράδιό του, έχει να αντιμετωπίσει και τα πρώτα ερωτικά του σκιρτήματα, καθώς νιώθει να έλκεται από ένα άλλο αγόρι. Και διαφεύγει σε έναν κόσμο φανταστικό, αποκλειστικά δικό του...

Η άποψή μας: Μια χαρά ταινία είναι αυτή. Εξαιρετικά φωτογραφημένη, με υπέροχη μουσική, σούπερ σκηνοθεσία, φοβερές ερμηνείες από τα πιτσιρίκια (που εννοείται, δεν είναι ηθοποιοί), με μπόλικο λυρισμό και στοιχεία φαντασίας. Το ερώτημα του ενός εκατομμυρίου δολαρίων, όμως, είναι το εξής: μπορεί να γίνει τούτη η ταινία το φετινό «Moonlight» (ναι, πάλι αυτό στη σημερινή μας ανταπόκριση); Καταλήγω σε αρνητική απάντηση. Κι αυτό επειδή κατά τη γνώμη μου η ταινία του Zagar δεν έχει τα φόντα και την πολυπλοκότητα της ταινίας του Jenkins, που την έφτασε μέχρι την κατάκτηση του Όσκαρ. Το βασικό της μειονέκτημα: δεν έχει δυνατό δραματουργικό υπόβαθρο. Και βλέπει τα πράγματα πιο πολύ στην επιφάνειά τους. Η οποία όμως παρουσιάζεται εντυπωσιακά, με έναν αβίαστο, ιμπρεσιονιστικό τρόπο.

Τα πιτσιρίκια βλέπουν τους γονείς τους να αγαπιούνται και να τρώνε τις σάρκες τους, να προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα μεταξύ τους αλλά και με την σκληρή πραγματικότητα των ελάχιστων χρημάτων. Κι ο πιο πιτσιρίκος (και πιο ευαίσθητος) από τα τρία αδέλφια προσπαθεί να αντιμετωπίσει την δική του ενηλικίωση, το δικό του ξύπνημα της σεξουαλικότητάς του. Ο πιτσιρικάς εγγονός ενός γηραιού κύριου που ζει κοντά τους, δείχνει στα αγόρια τσόντα! Και ο Τζόνα δεν μπορεί να πάψει να τον επισκέπτεται συνέχεια από εκεί και πέρα. Γιατί αυτό που νιώθει δεν ξέρει πως να το βαφτίσει και πως να το αντιμετωπίσει, σίγουρα όμως θέλει να φιλήσει εκείνο το ξανθό αγόρι... Πέρα από το «Moonlight» μπορούμε να εντοπίσουμε αναφορές και ομοιότητες από το ύστερο έργο του Terence Malick και «Τα μυθικά πλάσματα του Νότου» μέχρι το γιαπωνέζικο «Κανείς δεν ξέρει» και το «Florida Project».

Ταινία ενηλικίωσης με σκηνές που κόβουν την ανάσα (όπως εκείνη πχ της βίαιης και «καταναγκαστικής» προσπάθειας του πατέρα να μάθει στον Τζόνα να κολυμπάει, απλά πετώντας τον στα βαθιά). Αλλά και με σκηνές λυρικές, σουρεάλ και μαγικές, που δημιουργούν όμορφη αντίστιξη με τον άβολο ρεαλισμό της ταινίας. Μάλιστα, κάποιες φορές η ομορφιά σκεπάζει θαρρείς το δράμα, την πίκρα, τη φτώχεια. Είπαμε: στην προσπάθειά του να αφηγηθεί κάτι που να αρέσει στον θεατή αισθητικά ο σκηνοθέτης αποφεύγει την εμβάθυνση γιατί εκεί, πέρα από την επιφάνεια, τα πράγματα μπορεί να μην είναι και τόσο αρεστά. Να είναι ζόρικα. Αξιόλογο δείγμα γραφής σε μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ταινίες του φετινού διαγωνιστικού τμήματος, μια ταινία που βασίζεται στο αυτοβιογραφικό ομώνυμο βιβλίο του Justin Torres. Κι αν ο πατέρας, απογοητευμένος, δεν βλέπει καμία διαφυγή, μια καλύτερη ζωή για τον ίδιο και τα παιδιά του, το γλυκύτατο φινάλε μας κάνει να πιστεύουμε (επειδή το θέλουμε) πως ο Τζόνα, ίσως και να μπορέσει να ξεφύγει. Ε;

(η επαναληπτική προβολή της ταινίας θα γίνει την Κυριακή 11 Νοεμβρίου στις 15.30 στην αίθουσα Φρίντα Λιάππα – απ' όσο γνωρίζουμε, η ταινία δεν έχει πάρει ακόμα διανομή για τη χώρα μας)

Ανάμεσα σε δύο θάλασσες (Entre dos aguas/ Between Two Waters) TIFF 2018

Ο Isaki Lacuesta ξεκίνησε την καριέρα του το 2002 με το ντοκιμαντέρ «Cravan vs Cravan». Ακολούθησαν οι ταινίες «La leyenda del tiempo» (The Legend of Time, 2006), «Los condenados»» (The Condemned, 2009), «La noche que no acaba» (Zabaltegi Specials, 2010) και το αφρικανικό δίπτυχο ταινιών που αποτελείται από τα El cuaderno de barro (The Clay Diaries, 2011) και «Los pasos dobles» (The Double Steps, το οποίο κέρδισε το Χρυσό Όστρακο στο Φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν το 2011). Επέστρεψε στο Επίσημο Διαγωνιστικό του Σαν Σεμπαστιάν με το «Murieron por encima de sus posibilidades» (Dying Beyond Their Means, 2014) και το 2016 σκηνοθέτησε το «La propera pell» (The Next Skin), σε συνεργασία με την Isa Campo. Η νέα του ταινία Ανάμεσα σε δύο θάλασσες (Entre dos aguas / Between Two Waters), που προβάλλεται στη Θεσσαλονίκη ως μία από τις Ειδικές Προβολές, αποτελεί συνέχεια της ταινίας «La leyenda del tiempo». Και κέρδισε το βραβείο καλύτερης ταινίας στο περασμένο φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν, όπου κι έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της.

Η υπόθεση: Ο Ίσρα και ο Σίτο είναι δύο Τσιγγάνοι και είναι αδέλφια. Ο Ίσρα μπήκε φυλακή για εμπόριο ναρκωτικών και ο Σίτο κατατάχθηκε στο Ναυτικό, όπου τοποθετείται ως μάγειρας. Όταν ο Ίσρα αποφυλακίζεται, θα συναντηθεί με τον Σίτο στην πόλη τους, το Σαν Φερνάντο, καθώς τυγχάνει και ο αδελφός του να βρίσκεται με άδεια εκεί μετά από μεγάλο ταξίδι. Η συνάντησή τους θα ξυπνήσει μνήμες από τότε που ήταν παιδιά: τότε που ο πατέρας τους δολοφονήθηκε βίαια. Ο Σίτο φαίνεται να έχει βρει το δρόμο του: έχει ενσωματωθεί, έχει βολευτεί, είναι υπόδειγμα νομοταγούς πολίτη. Για τον Ίσρα τα πράγματα είναι πολύ πιο δύσκολα: δεν μπορεί να βρει δουλειά, η γυναίκα του τον διώχνει από το σπίτι, δεν μπορεί να χαρεί τις κόρες του και δεν μπορεί να μείνει στο σπίτι της μητέρας του, μιας που εκείνη ήταν που τον «κάρφωσε»...

Η άποψή μας: Καμιά φορά μπαίνεις να δεις μια ταινία με μειωμένες προσδοκίες και χαμηλωμένο τον πήχη και εκπλήσσεσαι θετικότατα. Αυτό πχ συνέβη σε μένα με τούτη την ταινία. Περίμενα να βαρεθώ: δεν βαρέθηκα. Καθόλου! Μιλάμε για μια ταινία δύο ωρών κι ένός τετάρτου και σε κρατάει. Κάτι σαν ντοκιμαντέρ είναι τούτο εδώ, αν και το σενάριο είναι λεπτομερώς γραμμένο – άρα ουσιαστικά έχουμε να κάνουμε με μυθοπλασία. Έστω, με docudrama. Ή με δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ. Τόσοι πολλοί ορισμοί για να πεις το ίδιο πράγμα. Μ' αυτές τις ταινίες παίρνω τα μέτρα μου. Είμαι κουμπωμένος. Δαγκώνομαι. Εννιά φορές στις δέκα βγαίνω σωστός. Ε, υπάρχει και η μία ταινία που ξεφεύγει από τον κανόνα. Όπως αυτή. Την ταινία «La leyenda del tiempo», της οποίας τούτη εδώ είναι άτυπη συνέχεια, δεν την έχω δει. Ελάχιστοι φαντάζομαι την έχουν δει εκτός Ισπανίας, αλλά και μέσα στην Ισπανία.

Αυτό, βέβαια, δεν εμποδίζει την απρόσκοπτη παρακολούθηση της ταινίας, με τη σημείωση πως σε κάποια σημεία, το πισωγύρισμα με σκηνές από την πρώτη ταινία, με τους Ίσρα και Σίτο να είναι νέοι, μπερδεύει ελαφρώς. Ωραία η σκηνή με το πήδημα από τη γέφυρα, τα τρία κοριτσάκια του Ίσρα είναι πανέμορφα, η σκηνή της γέννας στην έναρξη της ταινίας σε προδιαθέτει για το τι θα ακολουθήσει και στο φινάλε έχουμε επίσκεψη σε ένα πολύ ιδιότυπο νεκροταφείο, όπου για τα ψηλά οστεοφυλάκια, χρειάζεται να πάρεις σκάλα για να τα φτάσεις και να αφήσεις λίγα λουλούδια. Ο σκηνοθέτης παρακολουθεί τους ήρωές του από κοντά, τους αγαπά, δεν τους κρίνει και μας μπάζει στη ζωή τους. Μια ζωή δύσκολη, με λίγες χαρές και πολλές πίκρες. Δεν έχουμε κάτι σαν τον «Καιρό των τσιγγάνων», να μην παρεξηγηθούμε.

Αλλά η ταινία είναι πειστική, σαφέστατα ρεαλιστική, και καταγράφει μια δύσκολη καθημερινότητα στην πόλη της Ανδαλουσίας με το μεγαλύτερο δείκτη ανεργίας σε ολόκληρη την Ισπανία! Εντέλει, τα δύο διαφορετικά αδέλφια θα πάρουν δύο διαφορετικούς δρόμους: της παρανομίας ο ένας, της ενσωμάτωσης ο άλλος. Της ενσωμάτωσης μέχρι σημείου... παρελάσεως. Ο άλλος ότι έχει να πει, το λέει με το γεμάτο τατουάζ κορμί του. Ένα αξιόλογο πορτρέτο και μια ενδιαφέρουσα, διαφορετική κινηματογραφική πρόταση.

(η επαναληπτική προβολή της ταινίας θα γίνει την Κυριακή 11 Νοεμβρίου στις 20.30 στην αίθουσα Φρίντα Λιάππα – απ' όσο γνωρίζουμε, η ταινία δεν έχει πάρει ακόμα διανομή για τη χώρα μας)

Θόδωρος Γιαχουστίδης

Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 2018 TIFF 18 Live