Park PosterPark

της Σοφίας Εξάρχου. Με τους Δημήτρη Κίτσο, Δήμητρα Βλαγκοπούλου, Enuki Gvenetadze, Λένα Κιτσοπούλου, Γιώργο Παντελεάκη, Thomas Bo Larsen, Παναγιώτη Παπαδόπουλο, Γιώργο Μοναστηριώτης, Τεό Αγγέλοφ


Από την άκρη της χώρας...
του Θόδωρου Γιαχουστίδη (@PAOK1969)

Wasted Youth... not;

Η Σοφία Εξάρχου σπούδασε ηλεκτρολόγος μηχανικός στο ΕΜΠ, σκηνοθεσία στη Σχολή Σταυράκου και θέατρο στο Stella Adler Studio (NY). Συνέχισε τις σπουδές της στη σχολή ESAV στην Τουλούζη. Το 2014, επιλέχθηκε να συμμετάσχει στο Sundance Screenwriters & Directors’ Lab. Το Park είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της. Κι έλαβε μέρος σε ουκ ολίγα φεστιβάλ ανά τον κόσμο. Ξεκίνησε την πορεία της με την παρουσία της στο φεστιβάλ του Τορόντο. Συνέχισε στο φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν (όπου τιμήθηκε με το «New Directors Award»). Σειρά είχαν τα φεστιβάλ των Ρέικιαβικ, Βαρσοβίας, BFI του Λονδίνου, Γενεύης, Στοκχόλμης, Ρότερνταμ και η πορεία συνεχίζεται! Βεβαίως, τον περασμένο Νοέμβριο η ταινία ήταν μία από τις τρεις ελληνικές που έλαβαν μέρος στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Εδώ η ταινία τιμήθηκε με το βραβείο καλύτερης γυναικείας ερμηνείας (για τη Δήμητρα Βλαγκοπούλου), έστω κι εξ ημισείας.

Park Quad Poster
Μόλις πριν δύο ημέρες, την Τρίτη 7 Μαρτίου, ανακοινώθηκαν και οι υποψηφιότητες της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, όπου η ταινία της Εξάρχου διεκδικεί 6 (έξι!) βραβεία, και συγκεκριμένα: πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη, α' ανδρικού ρόλου (για τον Δημήτρη Κίτσο), β' ανδρικού ρόλου (για όλους τους ερασιτέχνες που εμφανίζονται στην ταινία!), φωτογραφίας, μουσικής και ήχου. Την Τρίτη 21 Μαρτίου θα ξέρουμε πόσες από αυτές τις υποψηφιότητες θα έχουν γίνει βραβεύσεις: πόσα βραβεία «Ίρις» θα πάρει η ταινία;

Η υπόθεση: Δέκα χρόνια μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, μια παρέα αγοριών ζει ανάμεσα στις εγκαταλελειμμένες αθλητικές εγκαταστάσεις του Ολυμπιακού Χωριού της Αθήνας. Τα αγόρια περιφέρονται άσκοπα ανάμεσα στα ερείπια, στήνοντας παιχνίδια και οργανώνοντας ζευγαρώματα σκύλων για να βγάζουν χρήματα. Ο μεγαλύτερος της παρέας, ο 17χρονος Δημήτρης μαζί με την 22χρονη Άννα – πρώην αθλήτρια – προσπαθούν να ξεφύγουν από το Χωριό με προορισμό τα τουριστικά ξενοδοχεία των νοτίων προαστίων. Καθώς οι εξορμήσεις τους συνεχίζονται και τα δυο παιδιά εισχωρούν όλο και πιο πολύ στις ζωές των τουριστών, η επιθυμία του Δημήτρη για αποδοχή θα δοκιμαστεί με βίαιο τρόπο.

Η άποψή μας: To weird greek wave συναντά τον Κωνσταντίνο Γιάνναρη του «Από την άκρη της πόλης» θα μπορούσαμε να πούμε για τη συγκεκριμένη ταινία. Η επιλογή της Εξάρχου να γυρίσει την ταινία στα χαλάσματα των Ολυμπιακών εγκαταστάσεων, εκεί που το 2004 η Ελλάδα έζησε τις τελευταίες ημέρες και νύχτες μεγαλείου της (εντός ή εκτός εισαγωγικών), είναι αν μη τι άλλο ευφυής. Χωρίς πολλά λόγια και με πολύ εύστοχο συμβολισμό επιτυγχάνει να πιάσει εντελώς εξαιρετικά την παρακμή της Ελλάδας σε όλα τα επίπεδα. Αυτή, όμως, μοιάζει να είναι και η μοναδική καλή ιδέα της ταινίας, που θα μπορούσε κάλλιστα να περιοριστεί σε ένα φιλμάκι μικρού μήκους ή ακόμα ακόμα σε ένα ντοκιμαντέρ.

Η Εξάρχου επιλέγει να γυρίσει μεγάλου μήκους ταινία μυθοπλασίας, έχοντας μόνο μια εξαιρετική σεναριακή ιδέα στη φαρέτρα της. Α, και μερικές πολύ ενδιαφέρουσες φάτσες παιδιών, αυθεντικών τσογλανακίων (sic), που καθόλου πείρα από υποκριτική δεν έχουν, γράφουν όμως εξαιρετικά στο φακό. Αναγκαστικά, η σκηνοθέτιδα οδηγείται στην επανάληψη και στο προφανές. Και σε κατάχρηση του «ου» ως επιφώνημα του στυλ «περνάμε καλά». Τόσο «ου» καταντά ενοχλητικό, αν και πάλι στόχος είναι να δει ο θεατής παιδιά που δεν μπορούν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους ή με τους μεγαλύτερους παρά μόνο να ουρλιάξουν σε πρώτο επίπεδο.

Μέσα στα χαλάσματα ανθίζει κι ένας έρωτας αλλά... να 'χαμε να λέγαμε. Έρωτας καταγής σε μια χώρα διαλυμένη δεν μπορεί παρά να είναι καταδικασμένος. Κανένας ρομαντισμός, καμία κίνηση προσέγγισης του θεατή. Μόνο παρατήρηση. Όλα εκεί, μια φέτα ζωής εντελώς άνοστη. Και να η κόντρα του Δημήτρη με το αφεντικό του στα μάρμαρα (what;) και να τα ντουζ στις χαλασμένες εγκαταστάσεις και να η σχέση του με τη μητέρα του (εντελώς αναξιοποίητη η Κιτσοπούλου) και να τα επί πληρωμή ζευγαρώματα των σκύλων. Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι υπάρχει σενάριο δεν υπάρχει πλοκή, δεν υπάρχει δραματουργία: το όλο πράγμα δεν πάει πουθενά. Κι όχι ρε παιδιά, οι δύο επαγγελματίες πρωταγωνιστές (ιδίως το αγόρι) δεν δίνουν καλές ερμηνείες, μην τρελαθούμε, σόρι κιόλας. Εκεί που τα πράγματα... χειροτερεύουν είναι με τη σκηνή στην ταβέρνα του ξενοδοχείου, όπου γίνεται συνέδριο και οι σύνεδροι το ρίχνουν έξω, παίζουν και - με υπόσχεση πληρωμής - διασκεδάζουν «αναγκάζοντας» τον νεαρό Δημήτρη να πέσει βραδιάτικα στην παγωμένη θάλασσα. Βρε τους κακούς Ευρωπαίους που μας έκαναν εμάς τους Έλληνες, μετανάστες στην ίδια μας τη χώρα! Και μας εξευτελίζουν για λίγα ευρώ αυτοί που μας οδήγησαν ως εδώ. Ok. Say no more.

Συγχαρητήρια στην Εξάρχου, που έπεισε έναν σπουδαίο Δανό ηθοποιό να συμμετάσχει στην ταινία της (τον Thomas Bo Larsen τον θαυμάσαμε μεταξύ των άλλων στο υπέροχο «Κυνήγι» του Thomas Vinterberg αλλά και στην παλιότερη αριστουργηματική «Οικογενειακή γιορτή» του ιδίου σκηνοθέτη). Ελπίζουμε η επόμενη ταινία της εμφανώς ταλαντούχου δημιουργού να πιάσει υψηλότερες επιδόσεις, μακριά από τις... κακές επιρροές ταινιών του Larry Clark.

Park Rating


Στις δικές μας αίθουσες? Στις 9 Μαρτίου 2017 από την Neo Films

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η δική σου κριτική