Επτά Ψυχοπαθείς

του Martin McDonagh. Με τους Colin Farrell, Sam Rockwell, Woody Harrelson, Christopher Walken, Tom Waits, Abbie Cornish, Olga Kurylenko

Παγιδευμένος στην σκιά του Guy Ritchie
του gaRis (@takisgaris)
When you are involved in some way with the movie business, how can you not like Seven Psychopaths? Multi -layered gangster genre references, gratifying violence, archetypical evil men and perplexed sinning souls, tallying up to an atmosphere of cloying criminality and over stylised self-indulgence that at first almost fascinates, then it culminates in utter backstreet existentialism. Draw this analogy; just as if Charlie Kaufman’s Adaptation meets Pulp Fiction half way before relapse to kick-ass Guy Ritchie territory. Irish play writer/filmmaker Martin McDonagh (In Bruges) can totally brag about summoning Hollywood’s B’ for Bad-assery in here (take a deep breath: Christopher Walken, Woody Harrelson, Tom Waits, Harry Dean Stanton, Sam Rockwell) and naturally the perennially b-boy Colin Farrell interplaying good vs evil here, without any distinctive lines drawn between them, for mayhem and wrong choices are cataclysmic in density and duration. There are vignettes that scream cartoonish fun, that being the only paragon which holds the narrative from falling entirely apart in the non sequitur third act.

Seriously, how far can massive killings can go in a case of a mere dognapping? Sure, it’s not any canine, it’s a Shih Tzu whose abduction leaves its psychopath gangster owner Charlie in agony and extreme irritation. Learning that the match made in heaven was initially there, namely bringing outspoken dog lover Mickey Rourke in for the role, only to abandon the ship early on due to a quarrel with one of the producers really let me down, Woody Harrelson’s committed performance notwithstanding. Colin Farrell, easily in character of an alcoholic writer (Marty) struggling to put the Seven Psychopaths book/script together paired with the hilariously vivacious turn by the so underestimated but brilliant Sam Rockwell (the failed actor/ part time dog dognapper Bickle) hit the bromance mark. As bravely acknowledged sometime in the story itself, female characters are neglectfully underwritten, leaving not much of a fertile ground for upcoming stars Abbie Cornish and Olga Kurylenko to add significance to this self-conscious dessert trip over to Joshua Tree National Park (South-eastern California) where the inevitable shoot out will scatter everybody, along with our hope that this meta-existential vengeance flick can reach any worthwhile final destination, apart from playfully arranged deaths and morbidly humorous dialogue.

And there you have this charismatic, alien persona of Christopher Walken, playing a semi-religious tragic father/widower, accomplice to Bickle’s fatal dognapping that really rips you apart with its restrained agnosticism, his liberating ego-free thinking, playful deconstruction of machismo and de-dramatization of heroism. Hans is a Polish, soft spoken psychopath, married to a black woman, losing his daughter to a serial killer whom he hunted down until he finally killed himself. Hans seeing that reacted in the same manner, slashing his throat, simply because he wished he could still be one of the killer’s furies in Hades. In a sense, although he once escaped perdition, Hans remained a walking dead eversince, a grieving shadow as much as a kind, sinning soul in transition. Chistopher Walken is so glaringly ethereal here that I can only hope that the Academy checks this outstanding achievement come awards consideration time. Seven Psychopaths is little more than the sum of its iconic references (Marty=Scorsese, Bickle=Travis from Taxi Driver) and Martin McDonagh shows no progress since In Bruges but equal gallons of flair to make you stare, stubbornly trapped in the Guy Ritchie zone.

Ψάχνω να βρω το πως το Seven Psychopaths σε έναν σινεφίλ δεν θα μπορούσε να είναι αρεστό. Πολυεπίπεδες αναφορές στο γκαγκστερικό genre, χορταστική βία, αρχετυπικοί σατανικοί χαρακτήρες και σαστισμένες αμαρτωλές ψυχές, συνθέτουν μια ξελιγωτική ατμόσφαιρα εγκλήματος, που ναι μεν εκ πρώτης όψεως συναρπάζει, στην εξέλιξη της όμως δεν είναι κάτι περισσότερο από μια κοινότυπη μετριότητα. Βασικά το φανταζόμουν σαν το Adaptation του Charlie Kaufman να συναντά το Pulp Fiction, με κάποια kick ass ψήγματα της Guy Ritchie αισθητικής. Ο Ιρλανδός θεατρικός σεναριογράφος και σκηνοθέτης Martin McDonagh (του In Bruges) μπορεί να καυχηθεί πως μάζεψε υπό την εποπτεία του, όλους τους σκληροτράχηλους μυστήριους του Χόλιγουντ - πάρε βαθιά ανάσα και μέτρα: Christopher Walken, Woody Harrelson, Tom Waits, Harry Dean Stanton, Sam Rockwell - παρέα με το αιώνιο bad boy, Colin Farrell, για να συμμετάσχουν σε ένα παιχνίδι του Καλού ενάντια στο Κακό, δίχως όμως να υπάρχουν διακριτές γραμμές μεταξύ τους, απουσία που οδηγεί εντέλει σε ένα κατακλυσμιαίο αποτέλεσμα σε πυκνότητα και διάρκεια. Υπάρχουν  στιγμές που το φιλμ ακολουθεί κατά γράμμα τις προσταγές της καρτουνίστικης διασκέδασης και αυτός είναι ο μοναδικός παράγοντας που σώζει την αφήγηση πριν εκείνη καταρρεύσει ολοκληρωτικά στην τρίτη και τελική πράξη.

Σοβαρά τώρα, πόσες μαζικές δολοφονίες μπορεί να κρύβει η αθώα ιστορία της απαγωγής ενός κατοικιδίου ζώου? Σύμφωνοι, δεν είναι οποιοδήποτε σκυλάκι, μα είναι ένα Σιν Τζου, η εξαφάνιση του οποίου έχει προκαλέσει στον μαφιόζο Τσάρλι, το αφεντικό του, αγωνία και κατάθλιψη. Κι εδώ κάνει την εμφάνιση της η πρώτη απογοήτευση, γνωρίζοντας πως για τον συγκεκριμένο ρόλο του αγαπησιάρη γκάνγκστερ είχε επιλεγεί ο ιδανικότερος όλων Mickey Rourke, ο οποίος εγκατέλειψε νωρίς το σκάφος κατόπιν σύγκρουσής του με την παραγωγή και παρότι ο αντικαταστάτης του, ο Harrelson, είναι όπως συνήθως αξιοπρεπής. Ο Farrell κινούμενος σε γνώριμα νερά, υποδυόμενος τον αλκοολικό συγγραφέα Μάρτι, παλεύει να κρατήσει το βιβλίο / σενάριο του Seven Psychopaths σε μια ισορροπία ειδικά όταν παίρνει μπροστά η ξεκαρδιστική ανατροπή από τον κολλητό του, τον υποτιμημένο αλλά πάντοτε εξαιρετικό Sam Rockwell (ο αποτυχημένος ηθοποιός / απαγωγέας του τετράποδου, Μπικλ). Όσο κυλά η ίντριγκα, τόσο γίνεται και πιο προφανές πως οι θηλυκοί χαρακτήρες δεν έχουν παραμεληθεί ιδιαίτερα, με συνέπεια να μην αφήνεται πρόσφορο έδαφος στις ελπιδοφόρες Cornish και Kurilenko να προσθέσουν κάτι το ξεχωριστό με το ταξίδι τους στο περίφημο Εθνικό Πάρκο του Τζόσουα Τρι στην νοτιοανατολική Καλιφόρνια, ένα αναπάντεχο πλάνο που θα διαλύσει και την τελευταία ελπίδα πως αυτή η μετα-υπαρξιακή ιστορία εκδίκησης, έχει και κάποιον συγκεκριμένο τελικό προορισμό και δεν είναι απλώς ένα παιχνίδι φονικών με νοσηρά χιουμοριστικούς διαλόγους.

Υπάρχει τέλος αυτή η χαρισματική περσόνα του Christopher Walken να υποδύεται έναν ημι-θρήσκο τραγικό πατέρα / χήρο που γίνεται συνεργός στο εγχείρημα του Μπικλ, σκίζοντας σε στα δύο με τον συγκρατημένο αγνωστικισμό του, την δίχως εγωισμούς απελευθερωμένη σκέψη του, την παιχνιδιάρικη αλαζονεία του και αποδραματοποίηση των ηρωισμών του. Ο Χανς είναι ένας Πολωνός,  γλυκομίλητος ψυχοπαθής, παντρεμένος με μια μαύρη γυναίκα, που έχει χάσει την κόρη του από το κτύπημα ενός σίριαλ κίλερ, τον οποίο κυνήγησε άγρια μέχρι που εκείνος αυτοκτόνησε. Ο Χανς θέλει να αντιδράσει με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, χαρακώνοντας τον λαιμό του, υποθέτοντας πως έτσι μπορεί να κυνηγήσει τον φονιά, ωσάν τις Ερινύες στον Κάτω Κόσμο. Κατά μια έννοια, ο Χανς αν και ξεπέρασε την απώλεια, ουσιαστικά είναι ένας ζωντανός νεκρός, μια πένθιμη σκιά, που μεταλλάσσεται σε αμαρτωλή ψυχή. Ο Walken είναι τόσο εξώφθαλμα ρεαλιστικός εδώ, σε τέτοιο βαθμό που ελπίζω η Ακαδημία να τσεκάρει το καταπληκτικό του αυτό ερμηνευτικό επίτευγμα την στιγμή της διανομής των υποψηφιοτήτων της. Συνοπτικά πάντως οι Επτά Ψυχοπαθείς, είναι απλώς κάτι παραπάνω από απλές σημειολογικές αναφορές (Μάρτι = ο Scorsese, Μπικλ = ο Ταξιτζής Τράβις) με τον McDonagh να μην δείχνει την παραμικρή πρόοδο από την εποχή της Μπριζ, χύνοντας τόνους ταλέντου για να σε πείσει πως είναι παγιδευμένος στην σκιά του Guy Ritchie. 

Στις δικές μας αίθουσες, στις 9 Νοεμβρίου 2012 από την Odeon

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η δική σου κριτική