by Takis Garis

Episode 18 - Η Επίθεση των Ενζενί

> The Hunger Games (5/10): Σα να μη μας έφταναν οι J.K. Rowling (Harry Potter) και Stephenie Meyer (Twilight), μας προέκυψε η Suzanne Collins με την sci-fi δυστοπική τριλογία The Hunger Games-Catching Fire-Mockingjay για να χυπήσει για άλλη μια φορά τα μυαλά των απανταχού δεκαπεντάρηδων στο blender της emo θανατίλας. Το μοτίβο είναι απαράλλαχτο, καθώς σε κάθε περίπτωση οι αγωνιούντες για τη ζωή τους έφηβοι δρουν σε έναν λάθος κόσμο, πλασμένο από τους ενήλικες δυνάστες, ενώ συντάσσονται σε κλίκες, είτε φυλές ή ακόμη κι ο καθείς μόνος του για την επιβίωση. Κάτι δηλαδή όπως συμβαίνει με το μέγα κοινωνικό τερατούργημα που λέγεται σχολείο. Στο Hunger Games, όπου καλπάζει ξεπερνώντας τα $200Μ σε εισπράξεις από την πρώτη εβδομάδα προβολής του, οι συνειρμοί τύπου Leviathan είναι οφθαλμοφανείς,ενώ οι περισσότερο διαβασμένοι δε μπορούν να παρακάμψουν ότι το εύρημα της ετήσιας θυσίας δύο νέων (Reaping) από εκάστη εκ των 12 επαρχιών της απολυταρχικής Panem εις ανάμνησιν μιας αποτυχημένης εξέγερσης, παραπέμπει πολύ περισσότερο στην ιστορία εξευμενισμού του Μινώταυρου παρά στην οφθαλμολάγνα σαδιστική (ως αυθεντικά γιαπωνέζικη) αισθητική του Battle Royale.



> Τρίτη και φαρμακερή σκηνοθετική κατάθεση του Garry Ross, μετά το παρόμοιας θεματικής Pleasantville και το made-for-oscars, sports epic Seabiscuit. Λάθος επιλογή, εκτός αν το κριτήριο ήταν το πώς οι μάχες 12χρονων μέχρι τελικής πτώσεως στην big brother τηλεοπτική αρένα των Hunger Games, θα υπηρετήσουν τον αδιαφιλονίκητα πρωταρχικό στόχο της ταινίας που είναι φυσικά το PG13. Και είναι να γελάς με το ότι το documentary Bully πήρε R για μια λέξη (F***), με αποτέλεσμα να μη μπορούν να το δουν στα σχολεία οι πρώτιστα ενδιαφερόμενοι μαθητές, ενώ εδώ τα παιδία…ξεσκίζει, στα υπερ-γρήγορα, με χασαπακλάδικο editing και τριπλές οπτικές γωνίες τύπου guerrilla film making, για να μη μας πάρουν χαμπάρι. Ευτυχώς η υπερταλαντούχα και ιδανικά κασταρισμένη Jennifer Lawrence (οσκαρική υποψήφια για το παρομοίως επιβιωτικό (sic) Winter's Bone, το παίρνει πάνω στο… τόξο της, υποβοηθούμενη από τους φοβερούς ρολίστες Woody Harrelson και Stanley Tucci. Η ταινία βλέπεται άνετα, πολύ λίγο όμως προβληματίζει, εκτός αν το μόνο ζητούμενο είναι το πώς θα ξεχαρμανιάσει η νεολαία τώρα που σειρά Twilight βρίσκεται στο… twilight της.

> Mirror Mirror (5/10): Καλώς τον φίλο μας τον Ταρσέμη (Singh), μετά το τρελό swords’n’sandals camp των Immortals, στη στροφή του προς τη διασκευή (ο Θεός να την κάνει) του κλασικού παραμυθιού της Χιονάτης των αδερφών Grimm. Τώρα βέβαια, μετά από όσα υπόδηλα και έκδηλα φετιχιστικά κιτσάτα απόειδα, λιγότερο θα με εξέπληττε να έβλεπα και κανα-δυο cameos από Δαλιδά και Ραφαέλα Καρά. Ο υπογεγγραμένος τα επικών visuals και εντελώς νηστίσιμα σε σεναριακό μεδούλι The Cell και The Fall, έβγαλε το μπόλυγουντ άχτι του (δες την τελική μουσικοχορευτική money shot) προδίδοντας ο.τιδήποτε φεμινιστικό είχε να δώσει ο χαρακτήρας της Snow White, καστάροντας την ασχέτου (με ένσημα από τα αριστουργήματα The Blind Side, Abduction) Lily Collins, κοτσάροντάς της κάτι καραμανλικά φρύδια α λα Anne Hathaway και βάζοντάς της (ευτυχώς) δίπλα ως ρομαντικό ενδιαφέρον τον ταλαίπωρο όσο και φέρελπι Armie Hammer σε αλλεπάλληλα ημίγυμνα ενσταντανέ.




> Αυτά που είδε και φούντωσε η κακιά βασίλισσα Julia Roberts (αυτή του «Καθρέπτη-καθρεφτάκι μου» του τίτλου) που το διασκεδάζει αρκετά η γυναίκα, αρκετά αυτάρεσκα όμως, περίπου όσο στο κάκιστο περσινό Larry Crowne. Οι 7 νάνοι τα σπάνε τόσο ως comic relief όσο και ερμηνευτικά. Ο πραγματικός πρωταγωνιστής όμως είναι τα υπερλουσάτα σκηνικά, η εξόφθαλμα φωτογραφημένη, στα όρια του κραχτού ενδυματολογία που αφεαυτής είναι ικανός λόγος να μπεις μονομιάς στην it’s so bad it’s good λογική της ταινίας. Αυτό που σίγουρα διασώζει τα προσχήματα, κάνοντας το εγχείρημα λίαν ευχάριστο ως παρακολούθηση είναι ο σφιχτός ρυθμός και οι offbeat όσο και off target ατάκες αυτοπαρώδησης του μύθου που έχει στόχο να επανεντάξει τον μύθο στη σημερινή γενιά των παιδιών στην προεφηβεία, εκείνα δηλαδή τα οποία θα πιαστούν χεράκι –χεράκι με τους γονείς για να περάσουν ένα ανώδυνο 98λεπτο στο σινεμά. Ως εκεί ο Ταρσέμης την κάμωσε καλά τη δουλειά.

> Silent House (4/10): Δεδηλωμένη η αδυναμία μου για τη Elisabeth Olsen, breakthrough actress της περσινής χρονιάς στο στοιχειωτικό Martha Marcy May Marlene. Στην πρώτη της εμφάνιση στο πανί, στοιχηματίζω ότι ξώμεινε (αδίκως) μόλις ένα-δυο σκαλιά πριν την οσκαρική υποψηφιότητα. Όταν το Γενάρη ρώτησα τον ευρισκόμενο στο Sundance αγαπημένο συνάδελφο, chief editor της New York Post, Lou Loummenick αν διαβλέπει ένα λαμπρό πρωταγωνιστικό  μέλλον για τη Lizzie, μου απάντησε πως θα χρειαστεί τουλάχιστον έναν-δυο δυνατούς ρόλους για να το πετύχει αυτό. Πράγμα που δε συμβαίνει δυστυχώς στο Silent House, remake του Ουρουγουανού thriller La Casa Muda κάποιου Gustavo Hernandez, βασισμένο τεχνικά στο γνωστό gimmick που ξεκίνησε ο Hitchcock στο θρυλικό The Rope: Single take, uncut για 85 (στην περίπτωσή μας) λεπτά.




> Οι συνεργάτες που εντυπωσίασαν στην αντίστοιχη καρχαριοειδή εκδοχή του Open Water (2004), Chris Kentis και Laura Lau, βελτίωσαν μεν το αρχικά ανερμάτιστο σενάριο, χωρίς όμως να πείσουν κι αυτή τη φορά πως ακόμη κι αν είσαι αυτό το αγγελικό εργαλείο που λέγεται Lizzie Olsen, δεν αρκεί να περιφέρεσαι για μία και πλέον ώρα σε ένα σκοτεινό σπίτι με ένα φανάρι και να εξαντλείς εαυτόν και τους θεατές σου ενόψει ενός payoff που θεωρητικά είναι σοκαριστικό, ως εκτέλεση πάντως κυμαίνεται στα όρια του γελοίου. Ενδιαφέρον μέχρις ενός σημείου λοιπόν το πείραμα, αποτυχημένο δε. Όπως εύκολα δύναται να τυποποιηθεί η Lizzie σα μια ακόμη scream queen κι όσο αργεί η πρόσκληση από σκηνοθέτες του mainstream, τόσο το άγχος (όλων μας) μεγαλώνει. Να σημειωθεί, ότι το remake αυτό δεν έχει γυριστεί με μια λήψη, όπως ο προκάτοχός του, πιθανόν για να μπορεί ο κάμερα μαν να υπενθυμίζει κάθε λίγο στην Olsen να ανασηκώσει με τρόπο τους ώμους της ώστε να δείξει το φανάρι (ξανά) λίγο ντεκολτέ.
gaRis

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η δική σου κριτική