The Artist

του Michel Hazanavicius. Με τους Jean Dujardin, Bérénice Bejo, John Goodman, James Cromwell, Missi Pyle, Penelope Ann Miller, Malcolm McDowell


Η πανδαισία της σιωπής
του gaRis (@takisgaris)
Η συγγραφή μιας κινηματογραφικής κριτικής είναι αφ’εαυτής πράξη άσκησης εξουσίας. Αναλυτική δήλωση αποδοχής ή απόρριψης μιας αρτίστικης οντότητας. Καλλιτεχνίας ή κακοτεχνίας, δεν κάνει διαφορά. Τις περισσότερες φορές για να συμβεί αυτό, τίθεται η ημιορατή προϋπόθεση, ένα σχεδόν προαπαιτούμενο, να τηρηθεί μια απόσταση ασφαλείας από την ταινία. Γιατί; Πείτε το απλά επαγγελματική διαστροφή. Η απόσταση θα δημιουργήσει συναισθηματικό αντίβαρο, έναν σχεδόν φόβο του να αφεθεί κανείς στην ουσία της κινηματογραφικής τέχνης που είναι δράμα (με την έννοια του δρώντος έργου) σε εικονικά πραγματικό χρόνο. Εγώ δε θα πέσω σε αυτή τη λούμπα.

Για ταινίες όπως The Artist, τα ολισθήματα που καραδοκούν στη θέα μιας «αντικειμενικής», «αποστασιοποιημένης» κριτικής ανάλυσης είναι πάμπολλα. The Artist έχει δημιουργήσει ντόρο ήδη από τις φετινές Cannes κι αποτελεί το μέγα φαβορί για την τελική επικράτηση στα φετινά Oscars. Το θέμα με The Artist είναι κάτι πολύ σπάνιο για τα κινηματογραφικά δεδομένα του 21ου αιώνα, του Avatar, των Transformers και του 3D: The Artist μας γυρίζει πίσω στα 1927, ώστε να επαναδρομολογήσει το σινεμά του μέλλοντός μας. Όχι για να μας παιχνιδίσει τα vintage μονοπάτια του βωβού κινηματογράφου, ως μια πικάντικα γλαφυρή άσκηση hommage. Αλλά για να επαναφέρει στο προσκήνιο εικόνες και σημειωτική που είχαν παραγκωνιστεί μέσα στον ορυμαγδό της εικονοποιημένης τρεχάλας, του σπινταριστού κενού, της πατικωμένης βιο-σκατούλας που ταΐζουμε όλοι συστηματικά τους θεατές - επιγόνους μας.

Ο σχεδόν απαρατήρητος στο ευρύ παγκόσμιο κoινό Γάλλος Michel Hazanavicious, παρέα με τους πρωταγωνιστές του στα classy Bond-spoofs OSS 117, Jean Dujardin και Bérénice Bejo (σύζυγο και μητέρα των δύο παιδιών του), παίζει εκτός έδρας - εντός Hollywood και καταγάγει μια περίλαμπρη νίκη, εκεί που αδυνατεί το αργόσυρτο κατά το ήμισυ μάθημα κινηματογραφικής ιστορίας του Hugo, μέσα στο λάθος περίβλημα της οικογενειακής ταινίας. Η ιστορία είναι τόσο παλιά, όσο το ίδιο το Hollywoodland. O περιζήτητος star George Valentin (Dejardin) στη δύση του βωβού σινεμά, γνωρίζεται τυχαία με την θαυμάστριά του Peppy Miller (Bejo) που θα αναδειχθεί με την φρεσκάδα του προσώπου και την τσαχπινιά των χορευτικών της σε star του ομιλούντος σινεμά, όταν αυτός θα αρνηθεί να «μιλήσει» τόσο στην γκιόσα σύζυγο (Penelope Ann Miller) όσο και στον αρχετυπικό παραγωγό των ταινιών του (John Goodman).
Το τι επακολουθεί είναι τόσο προβλέψιμο, όσο σαγηνευτικό. Ο ίδιος ακριβώς λόγος που η μάνα μου όσο και η γυναίκα μου, όσο είμαι εξίσου πεπεισμένος ότι δεκαετίες αργότερα και η κόρη μου θα εξακολουθούν να θεωρούν το Gone With The Wind ένα all time classic must-see. Ο σεναριογράφος Hazanavicious συναγωνίζεται τον σκηνοθέτη σε ρηξικέλευθη τόλμη, ορθή εκτίμηση του βάθους του κάδρου, της κινησιολογίας των naturals ερμηνευτών του. Οι αναφορές πλημμυρίζουν το κιάρο-σκούρο: Από το Singin’ in the Rain στο A Star Is Born, στο Citizen Cane μέχρι το σοφό score του Ludovic Burce που παραπέμπει στο θρυλικό χαλί του Bernard Herrmann στο Vertigo. H ταινία λάμπει ευρηματικά μέσα από το φακό του Guillaume Schiffman, ενώ το ψαλίδι του one-man-band Hazanavicious κόβει και ενώνει αλάνθαστα 100 λεπτά όπου η πανδαισία της σιωπής συναγωνίζεται την απαράμιλλη ευγλωττία των εικόνων του.

Μελόδραμα; Σίγουρα. Νοσταλγική κομεντί; Σαφέστατα. O Dujardin είναι η απόλυτη φιλμική διασταύρωση Douglas Fairbanks και Jean Kelly. H Bejo μετενσαρκώνει τις Bebe Daniels και Colleen Moore. Ακόμη και o αξιολάτρευτος Uggie the dog κλέβει αξιοκρατικά αρκετό on screen time με την απίστευτη τεχνική του. Αν ο Rob Marshall κατέπληξε με το επιτομημένο musical Chicago, ο Hazanavicious παραθέτει ένα αγαστό μάθημα για το πώς φτιάχνεται ένα real entertainment Hollywood movie, ως μετα-μοντέρνα αισθητική πρόταση. Απαλά, χωρίς βαρύγδουπες ή αβυσσαλέες κραυγές για την κατρακύλα της ανθρωπότητας, όπως τα arthouse αριστουργήματα των 187 θεατών. Με αξιοπρέπεια, ένταση χωρίς χειραγώγηση, συγχρονισμό που αυξομειώνει τους καρδιακούς παλμούς του θεατή ως βηματοδότης. Αν ο ορισμός του αριστουργήματος έχει να κάνει με το πόσο μια ταινία συνδέεται διαχρονικά ως καλλιτεχνική αξία, συναντώντας την ευρεία αποδοχή του κοινού, τότε The Artist το μόνο που απομένει να κάνει είναι να αφήσει το πέρασμα του χρόνου να το αναδείξει στη θέση που δικαιωματικά του ανήκει: Της ταινίας που κατόρθωσε να σώσει μια μετριότατη κινηματογραφικά χρονιά από την ανυποληψία.






Στις δικές μας αίθουσες, στις 22 Δεκεμβρίου 2011 από την Feelgood

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η δική σου κριτική