Πικαδέρο (Pikadero) Poster ΠόστερΠικαδέρο

του Ben Sharrock. Mε τους Joseba Usabiaga, Barbara Goenaga, Lander Otaola, Zorion Eguileor, Itziar Lazkano


«Δεν είναι το σεξ το παν»...
του Θόδωρου Γιαχουστίδη (@PAOK1969)

Έλα να αγαπηθούμε ντάρλινγκ!

Αυτή είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία που σκηνοθετεί ο Σκοτσέζος Ben Sharrock. Γιατί είναι γυρισμένη στη γλώσσα των Βάσκων; Μα επειδή η κοπέλα του – και παραγωγός της ταινίας – είναι... Βάσκα (ή Βάσκισσα; ή από τη Χώρα των Βάσκων; Ότι είναι πιο σωστό, βοηθήστε με οι φιλόλογοι!). Η ταινία, μια συμπαραγωγή Ισπανίας – Μεγάλης Βρετανίας, έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν στις 18 Σεπτεμβρίου του 2015. Στη συνέχεια η ταινία προβλήθηκε σε παραπάνω από 20 διεθνή φεστιβάλ ανάμεσα στα οποία το φεστιβάλ του Εδιμβούργου όπου κέρδισε το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας – Michael Powell Award, στο φεστιβάλ κινηματογράφου της Ζυρίχης όπου κέρδισε το Βραβειο Κριτικής Επιτροπής, το φεστιβάλ Βρυξελλών όπου κέρδισε το Βραβείο Cineuropa και στο φεστιβάλ του Κιέβου Molodist όπου κέρδισε το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας και το Βραβείο FIPRESCI.

Πικαδέρο (Pikadero) Quad Poster Πόστερ
Σε ότι αφορά τις επιρροές του, ο σκηνοθέτης δήλωσε τα εξής (τα οποία αντλήσαμε από το δελτίο τύπου που μας έστειλε η εγχώρια εταιρία διανομής): «Η αισθητική του ''Πικαδέρο'' είναι συνδεδεμένη με το στυλ του χιούμορ και τον τρόπο αφήγησης. Η έμπνευσή μου έρχεται εν μέρει και από τους σκηνοθέτες Elia Suleiman - ''Ο χρόνος που απομένει'' (The Time that Remains, 2009) ήταν η ταινία που με έκανε να θέλω να γίνω σκηνοθέτης καθώς μέχρι τότε δεν είχα δει κάτι ανάλογο. Άλλη μία ταινία που με επηρέασε ήταν ''Η επίσκεψη της μπάντας'' (Bikur Ha-Tizmoret, 2007) του Eran Kolirin που επίσης δημιουργεί χιούμορ από απλές καταστάσεις μέσα από την θέση της κάμερας, τα χρώματα και την παρατήρηση. Ήθελα το χιούμορ να βγαίνει μέσα από την ίδια την εικόνα κι όχι τόσο πολύ από αστείους διαλόγους.

Ο διάλογος είναι βέβαια κεντρικός για το χιούμορ μιας ταινίας αλλά είναι περισσότερο σημαντικός ο τρόπος που παρουσιάζεται ο διάλογος μέσα από την κάμερα. Ο Aki Kaurismäki είναι ακόμα μία μεγάλη έμπνευση και υποστηρικτής αυτής της αισθητικής μαζί με τον Jim Jarmusch, τον Fernando Eimbcke και ως ένα σημείο και την Joanna Hogg. Σε συνδυασμό με τις κινηματογραφικές αναφορές, άντλησα στοιχεία και από τους πίνακες του Edward Hopper και του George Shaw όσον αφορά στον τρόπο που δημιουργούσαν το αίσθημα απομόνωσης μέσα από τη σύνθεση, τα χρώματα και το φως».

Η υπόθεση: Ο Γκόρκα είναι ένας άντρας που πλησιάζει στα 30 και συνεχίζει να ζει μαζί με τους γονείς του στη μικρή πόλη Geltokia, στη Χώρα των Βάσκων, στην Ισπανία. Η οικονομία της πόλης στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε ένα τοπικό εργοστάσιο παραγωγής εργαλείων, στο οποίο όμως δεν γίνονται πλέον προσλήψεις, ίσα ίσα διώχνει κόσμο ελλείψει κατανάλωσης που θα καλύψει την παραγωγή. Οι περισσότεροι συνομήλικοι του Γκόρκα σκέφτονται πως θα φύγουν στο εξωτερικό προς αναζήτηση δουλειάς. Ανάμεσά τους ο Ινάκι, ο κολλητός του Γκόρκα, που μαθαίνει γερμανικά. Ο Γκόρκα το μόνο που γουστάρει τρελά είναι να παίζει ράγκμπι. Επίσης, έχει γνωρίσει την Άνε, μια φοιτήτρια ιστορίας της τέχνης, με την οποία δείχνει να τους ενώνει έντονη ερωτική «χημεία». Μόνο που αυτή η χημεία δεν έχει πού να εκφραστεί!

Η Άνε παίρνει καθημερινά σχεδόν το τρένο για να συναντήσει τον Γκόρκα, αλλά ο Γκόρκα δεν έχει κάποιο μέρος για να εκφράσουν τον έρωτά τους. Στο σπίτι του είναι οι γονείς του. Αυτοκίνητο δεν έχει. Πρέπει να ψάξει για πικαδέρο, για δημόσιο χώρο όπου πηγαίνουν άστεγα ζευγάρια για να κάνουν σεξ. Θα τα καταφέρουν η Άνε και ο Γκόρκα να βρεθούν; Και πώς σκέφτονται να αντιμετωπίσουν την οικονομική κρίση και την ανεργία που τους περικυκλώνει;

Η άποψή μας: Άστεγα ζευγάρια υπήρχαν πάντα. Και προ κρίσης και τώρα με την κρίση υπάρχουν και μετά την κρίση θα συνεχίσουν να υπάρχουν – αν η κρίση τελειώσει ποτέ... Πόσα χρόνια το Σέιχ Σου εδώ στη Θεσσαλονίκη δεν χρησίμευσε για παρκάρισμα αυτοκινήτου και ερωτικό ξέδωμα; Ή ο χώρος κοντά στο Μέγαρο Μουσικής; Ή η καβάντζα στο Shark; Υπαίθριοι γαμιστρώνες, αλλάζουν συχνά οι τοποθεσίες, υπάρχουν και οι κλασικές σταθερές. Άλλοι χρησιμοποιούν εισόδους πολυκατοικιών άμα λάχει – είπαμε, το ερωτικό πάθος δεν εγκλωβίζεται και δεν έχει αιδώ να σκεφτεί. Οι τουαλέτες των μπαρ είναι all time classic. Ναι, αλλά τι γίνεται αν η κοπέλα βγάζει το top της, το αφήνει στα πλάγια της πόρτας του wc, έρχεται ο άλλος να κατουρήσει (και κατουράει πολύ ώρα ο αλήτης!) και στο τέλος παίρνει και το top και φεύγει; Είναι να μην σε θέλει η τύχη σου!

Εντάξει, στην εισαγωγή διαβάσατε για τις επιρροές του σκηνοθέτη, δεν ανέφερε πουθενά όμως τον τρισμέγιστο Bunuel! Που, στον «Εξολοθρευτή άγγελο» παρουσίαζε ανθρώπους σε ένα πάρτι να μην μπορούν να φύγουν από το σπίτι στο οποίο είναι μαζεμένοι, χωρίς προφανή λόγο! Απλά δεν μπορούν! Όπως εδώ, το ζευγάρι! Βρίσκεται, ξαναβρίσκεται, προσπαθεί, ξαναπροσπαθεί, αλλά δεν μπορεί να ολοκληρώσει. Και ναι, είναι και εγκλωβισμένοι! Χωρίς να μπορούν να χαρούν το παρόν. Και με το μέλλον να διαγράφεται αβέβαιο και σκούρο! Δεν υπάρχουν αμφιβολίες γι' αυτό. Ο σκηνοθέτης, με πλάνα όπου η κάμερα είναι ακίνητη και τα κάδρα υπέροχα, σαν πίνακες ζωγραφικής, πιάνει αυτήν την απελπισία μιας γενιάς που δεν έχει τίποτε. Και κυρίως, δεν έχει ελπίδα. Μοναδική διέξοδος φαντάζει η φυγή. Η μετανάστευση. Με τις πιθανότητες για κάτι διαφορετικό να μην είναι υπέρ της. Και πάντα, καθηλωτικό, να επανέρχεται ξανά και ξανά το ερώτημα: αφήνεις τη σιγουριά για να κυνηγήσεις κάτι που μπορεί να μην πιάσεις ποτέ; Αφήνεις τη χειροπιαστή έπαυλη για ένα παλιό αυτοκίνητο μάρκας Ρενό – αντίκα; Ζεις ή επιζείς;

Ο Sharrock χτίζει από την αρχή την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα που δίνει τον τόνο στην ταινία και δεν παρεκκλίνει λεπτό από αυτήν. Το χιούμορ δεν βγαίνει από τις ατάκες – βγαίνει από τις καταστάσεις. Και υπάρχουν και μπόλικες στιγμές, μικρών κινηματογραφικών θριάμβων και άφατης κινηματογραφοφιλίας. Ακόμα κι αν αυτή μεταφράζεται με τις 150 πιο διάσημες κινηματογραφικές ατάκες εις την αγγλική. Ωραίο δώρο, έτσι; Οι ηθοποιοί υπηρετούν το όραμα του σκηνοθέτη: δεν έχουμε εδώ κάποια ερμηνεία που «φωνάζει». Όλα είναι πιο εσωτερικά, πιο στυλιζαρισμένα, πιο φλατ.

Κάποιες στιγμές το πράγμα κουράζει. Και το φινάλε με την καρτ – ποστάλ είναι περισσότερο μελοδραματικό απ' όσο επιτρέπει η πορεία της ταινίας ως αυτό. Και είναι και λίγο παράταιρο – θέλω να πω, φαίνεται σαν ο σκηνοθέτης να θέλει να μας κάνει λιανά όσα έως τότε τα περνούσε σχεδόν αθόρυβα. Πάντως, τα λόγια της κοπέλας στο γράμμα από τη Σκοτία είναι πραγματικά υπέροχα. Γλυκιά ταινία, που σε όποιον κάνει κλικ, θα την αγαπήσει βαθύτατα.

Πικαδέρο (Pikadero) Rating
Στις δικές μας αίθουσες? Στις 14 Σεπτεμβρίου 2017 από την One from The Heart

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η δική σου κριτική