Ανάμεσα σε Δυο Κόσμους
του Juan Diego Solanas. Με τους Kirsten Dunst, Jim Sturgess, Timothy Spall


Ποιος Νεύτωνας?
του zerVo (@moviesltd)

Τσάμπα τα λεφτά. 60 ολόκληρα εκατομμύρια δολάρια, πεταμένα για ποιον λόγο? Για να κάνει πραγματικότητα ένας παντελώς άσημος Αργεντινέζος σκηνοθέτης την ματαιοδοξία του να κάνει ταινία που να μοιάζει με το έπος του Christopher Nolan? Για να τα κονομήσουν δίχως σοβαρό αντάλλαγμα κάποιοι μετρ στην κατασκευή εφετζίδικων, αλλά και ψεύτικων, ντεκόρ, που υποτίθεται θα παίξουν τον βασικό ρόλο σε μια μελλοντολογικού ύφους ρομαντζαδούρα? Ή για να καταλάβουμε επιτέλους όλοι, πως το είδος του roc com ή του rom dram επί του παρόντος, δεν έχει την παραμικρή δυνατότητα εξέλιξης, παρά καλό θα είναι να ανακυκλώνει πια τα ίδια και τα ίδια σενάρια, αντί να τρώει τους παράδες ανυποψίαστων χρηματοδοτών, που μπέρδεψαν τα προσχέδια του Love Story με αυτά του Inception?

Σε έναν διαφορετικό Γαλαξία από τον δικό μας, υπάρχουν δύο ανεξάρτητοι μεταξύ τους πλανήτες, που κινούνται σε παράλληλες τροχιές, αποτελώντας ταυτόχρονα ο ένας τον ουρανό του άλλου. Ο Κατώτερος Κόσμος, είναι ο φτωχικός, ο μουντός, ο δίχως μεγάλες ελπίδες και προσδοκίες, που εργάζεται μόνο προς όφελος του Ανώτερου, του εξελιγμένου, του πλούσιου, του κυρίαρχου. Στον πρώτο ζει ο Άνταμ, ένας συνεσταλμένος και γεμάτος καινοτόμες ιδέες νέος, που πριν από δέκα χρόνια, είχε (παρανόμως) έλθει πολύ κοντά με την όμορφη και δημοφιλή στην αντίπερα όχθη Ιβ, η οποία δυστυχώς, ελέω ενός πολύ σοβαρού ατυχήματος, κατά την διάρκεια της καταδίωξης από τους συνοριοφύλακες, έχει πάθει αμνησία και έχει λησμονήσει παντελώς την μορφή του.

Σημαντικός παράγοντας εξέλιξης της - δίχως πολλές αναστολές, βλακώδους - ίντριγκας, αποτελεί η βαρύτητα, όχι όμως με τον τρόπο που την όρισε ο Νεύτωνας και η σύγχρονη φυσική, αλλά με βάση μια αλλοπρόσαλλη λογική, που υποστηρίζει πως ο καθένας, έλκεται βαρυτικά μόνο από τον κόσμο που ανήκει και αν κατά τύχη βρεθεί στον αντίπερα, πρέπει να κινείται ανάποδα ή να αιωρείται. Ή κάτι τέτοιο, τέλος πάντων, δύσκολα ερμηνεύσιμο και επεξηγίσιμο, που δεν έχει την παραμικρή συνοχή με τους νόμους και τους κανόνες που διέπουν την πραγματικότητα. Θα μου πει κανείς, δεν αντιλαμβάνεσαι πως όλα όσα περιγράφει ο κύριος Juan Diego Solanas από το μακρινό Μπουένος Άιρες - που πέτυχε το απόλυτο κόλπο γκρόσο, αφού δίχως ίχνος σεναρίου, απέσπασε προϋπολογισμό που αντιστοιχεί σε πέντε, έξι σοβαρότατες ευρωπαϊκές παραγωγές - κινούνται στην σφαίρα της αλληγορίας και της μεταφορικότητας? Και βέβαια όχι θα απαντήσω, αφού δεν ήταν δα προαπαιτούμενο, για να παρουσιάσει κανείς την Νεράιδα και το Παλικάρι The Next Millenium Edition, να οδηγήσει τρεις τέσσερις μικροκομπανίες που τα έβαλαν ρεφενέ τα φράγκα, στην απόγνωση...

Για πες: Το κατεστραμμένο του πράγματος πάντως διαφαίνεται από πάρα πολύ νωρίς, από την ώρα που μελετά ο υποψήφιος θεατής την ταυτότητα του Upside Down και αντιλαμβάνεται ποιους ηθοποιούς πρόκειται να παρακολουθήσει στην μεγάλη οθόνη. Γιατί μην μου πεις πως δεν είναι ικανή προειδοποίηση η παρουσία του μαγνήτη κάθε λογής κινηματογραφικών φλομπών, πέρα από ατάλαντου Jim Sturgess και της μοναδικής ενζενί στην ιστορία που δεν εκμεταλλεύτηκε πρωταγωνιστικό ρόλο τριλογίας μπλοκμπάστερ (επιπέδου Spider-Man) Kirsten Dunst, για να παίζει σε τρισάθλιες ανοησίες του Trier? Είναι και παραείναι, επειδή μπορεί κάποιος όμως να παρασυρθεί από το εφετζίδικα πιασάρικο τρέιλερ και να ενδώσει, να τον προειδοποιήσω πως το φιλμ εκτός από πολύ κακό, δεν σου δίνει και την δυνατότητα να το κουβεντιάσεις, τουλάχιστον σε σοβαρό επίπεδο. Κι αυτό στην δική μου σκεπτική είναι ότι χειρότερο μπορεί να (μην) προσφέρει ένα καλλιτεχνικό πόνημα...






Στις δικές μας αίθουσες? Την Πρωτοχρονιά του 2013 από την Village
Περισσότερα... »

Άννα Καρένινα
του Joe Wright. Με τους Keira Knightley, Jude Law, Aaron Taylor-Johnson, Kelly Macdonald, Domhnall Gleeson, Ruth Wilson, Alicia Vikander, Olivia Williams, Emily Watson


Ξέφρενη Μαζούρκα / Μονότονο Βαλτζ
του zerVo (@moviesltd)

Προσπαθούσα να ανακαλύψω ποιος ακριβώς λόγος μπορεί να σπρώξει έναν δημιουργό, στο να πάρει την απόφαση να φιλμάρει για πολλοστή φορά, ένα από τα πλέον διαβασμένα, όσο και κινηματογραφημένα μυθιστορήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Επί της παρούσης, θα περίμενα μια ευθεία πολιτικοκοινωνική προσέγγιση των γραφομένων 35 χρόνια πριν το κίνημα που άλλαξε τον ρου της ευρωπαϊκής ιστορίας του 20ου αιώνα, σε συσχετισμό με τις συνέπειες της πτώσης του δύο δεκαετίες πριν, ως υποτιθέμενα αποτυχημένο, σαν φόντο του εμπνευσμένου ρομάντζου που ξεπήδησε από το μυαλό του Τολστόη. Η πραγματικότητα της τελευταίας Anna Karenina ήταν πολύ πιο απλή και επίπεδη, αφού έχει να κάνει μόνο με την φιλοδοξία ενός ικανού σκηνοθέτη, στο να παρουσιάσει την ιστορία με τον τρόπο που - πιθανότατα - για χρόνια ονειρευόταν. Και τίποτα παραπάνω.

Παντρεμένη από τα δεκαοκτώ της με έναν από τους πλέον σεβάσμιους πολιτικούς της Αγίας Πετρούπολης, αλλά και κατά είκοσι χρόνια μεγαλύτερο της, τον Κόμη Καρένιν, η πανέμορφη αλλά και συνεσταλμένη Άννα, ουδέποτε έχει ταξιδέψει πέρα από την πόλη της, μακριά από το λατρεμένο της γιο. Ευκαιρία που θα της δώσουν για ένα ταξίδι στην Ρωσική συμπρωτεύουσα, τα οικογενειακά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο αστός αδελφός της Στίβα, εκεί που θα συναντήσει τον Αξιωματικό του Ιππικού, Αλεξέι Βρόνσκι, έναν από τους πλέον περιζήτητους εργένηδες της Μόσχας και που στην γοητευτική του θωριά, θα νιώσει, για πρώτη φορά, τα ερωτικά σκιρτήματα να την κυριεύουν.

Με άλλα μέτρα όμως ο περίγυρος αντιμετωπίζει την απιστία ενός άντρα, όταν μάλιστα εκείνος είναι ιδιαίτερα δημοφιλής και αγαπητός στους κύκλους του και με άλλα σταθμά αντιστοίχως μιας γυναίκας, όταν ο σύζυγος που σκέφτεται να εγκαταλείψει, αποκαλείται μέχρι και Άγιος από οποιονδήποτε τον έχει γνωρίσει. Κανόνας που ισχύει εσαεί, είναι διαχρονικός και δεν αφορά μόνον τα τέλη του 1800, περίοδο που εξελίσσεται η ίντριγκα. Εκεί ακριβώς διαφαίνεται η δυναμικότητα του κάθε χαρακτήρα που συμμετέχει σε μια από τις πιο όμορφα και μελωδικά γραμμένες ερωτικές περιπέτειες που συντάχθηκαν ποτέ. Όταν λοιπόν η φιλμική διασκευή, έχοντας στις πανάκριβες απαιτήσεις της την υποστήριξη του στούντιο, ακολουθεί πιστά το τόσο inspirational ορίτζιναλ, είναι σχεδόν αδύνατον να μην έχει θετικό πρόσημο στην τελική της αξιολόγηση. Όμως...

Ο δημιουργός που όσο κανείς σήμερον, έχει ασχοληθεί με την κινηματογράφηση κλασσικών λογοτεχνικών έργων (Pride And Prejudice, Atonement) Joe Wright, σχεδιάζοντας το πρότζεκτ με τον φίλο του και στενό του συνεργάτη, σεναριογράφο Tom Stoppard, σκέφτηκαν να βουτήξουν τον έτσι κι αλλιώς ελκυστικό μύθο, σε ένα πρωτόγνωρο μείγμα θεατρικού και μιούζικαλ, για το οποίο κανείς θεατής δεν είναι προετοιμασμένος και χρειάζεται κάποιον χρόνο για να προσαρμοστεί σε αυτή την ιδιαίτερη συλλογιστική. Αφού το πετυχαίνει μάλιστα, απόλυτα υποθέτω εντυπωσιασμένος από τα πανάκριβα λούσα και σκηνικά που εκτοξεύουν στο ζενίθ το art direction της ταινίας, μαγεύεται και από την φρενήρη μαζούρκα, το αριστοτεχνικό τέμπο που χειρίζεται ο σκηνοθέτης στην απόδοση των πληροφοριών. Κι ενώ θα πίστευε κανείς πως ο ίδιος ρυθμός θα διατηρηθεί μέχρι τέλους, αναιτίως, στην δεύτερη πράξη - την μελαγχολικότερη και σαφώς πιο απαιτητικών χειρισμών - τα πάντα διαφοροποιούνται.

Για πες: Την σκυτάλη παίρνει πλέον ο μονότονος κτύπος του βαλτζ, οι καταστάσεις αν και γνωστές στους περισσότερους αρχίζουν να θολώνουν, η πολύχρωμη μαγεία εξαφανίζεται και η πλατεία στωικά περιμένει να ακούσει την μοιραία στριγκλιά του συρμού. Ακόμη κι αν δεν είχαν αναπτύξει μεταξύ τους την απόλυτη χημεία, μετά από τρεις συνεργασίες σκηνοθέτης και πρωταγωνίστρια, δεν θα μπορούσα να φανταστώ άλλη από την Keira Knightley για να αποδώσει την Καρένινα στην μεγάλη οθόνη. Το πιο καλλίγραφο γυναικείο χολιγουντιανό προφίλ των ημερών μας, πανεύκολα αποδίδει τον ρόλο της διαταραγμένης συναισθηματικά γυναίκας, ακόμη κι αν δεν βοηθιέται ιδιαίτερα από το ντουέτο της Aaron Johnson, που μοιάζει πολύ πιο στημένος ως Βρόνσκι από όσο απαιτείται, εν αντιθέσει με τον Jude Law, που μόνο με την εμπειρία του παίζει στα δάκτυλα τον χαρακτήρα του άχρωμου και απομακρυσμένου συζύγου. Πρόκειται για μια τίμια σε γενικές γραμμές πρόταση από έναν αξιόλογο οτέρ, που την προσφέρει σε ένα εναλλακτικό περιτύλιγμα από το σύνηθες, η οποία αν σταθεροποιούσε την ένταση της σε όλο το χρονικό της εύρος, αλλά και αν έριχνε δυο τρεις ματιές περισσότερες στο πολιτικό μήνυμα του στόρι - με μια και μόνο σεκάνς, δεν καθίσταται γενικότερα σαφές, πως το δρεπάνι θα είναι για πάντα κυρίαρχο, νικηφόρο και εντέλει ευτυχισμένο - θα ήταν πολύ πιο συμπαγής και ενδιαφέρουσα.






Στις δικές μας αίθουσες? Την Πρωτοχρονιά του 2013 από την UIP
Περισσότερα... »

The Impossible
του Juan Antonio Bayona. Με τους Naomi Watts, Ewan McGregor, Tom Holland, Samuel Joslin, Oaklee Pendergast, Marta Etura


Φοβού τη Φύση...
του zerVo (@moviesltd)

Ήταν το πρωινό της 26ης Δεκεμβρίου του 2004, όταν η ανθρωπότητα σοκαρισμένη παρακολουθούσε από τους τηλεοπτικούς δέκτες την πρωτοφανή και ανείπωτη τραγωδία που κτύπησε τις ακτές των φτωχικών χωρών της Νοτιοανατολικής Ασίας. Τσουνάμι, ήταν η κουβέντα που προστέθηκε εκείνη την ημέρα στο κοινό λεξιλόγιο και οι συνέπειες της εμφάνισης της, ήταν πολύ τρομακτικότερες από όσο φονική ακούγεται. Συνέπεια μιας εκ των μεγαλύτερων σεισμικών δονήσεων που έχουν καταγραφεί ποτέ στα χρονικά - 9,3 Ρίχτερ, με επίκεντρο τον Ινδικό Ωκεανό - ήταν η εισροή τεραστίων θαλασσίων όγκων στους παραλιακούς, τουριστικούς κατά βάση, οικισμούς, φυσικό φαινόμενο που άφησε πίσω του περισσότερους από 230.000 νεκρούς και εκατομμύρια άμοιρους, ξεριζωμένους από τις εστίες τους.

Την όμορφη Ταΐλάνδη επέλεξε η πενταμελής φαμίλια του επιχειρηματία Χένρι και της γιατρού Μαρία, για να περάσει ξένοιαστα τις ημέρες των Χριστουγέννων. Τίποτα δεν προμήνυε την καταστροφή που θα ακολουθούσε λίγες ώρες μετά το άνοιγμα των δώρων και την ανταλλαγή των ευχών, καθώς η οικογένεια διασκέδαζε στην πισίνα του ξενοδοχείου της, ένα θεόρατο κύμα με ορμή χειμάρρου θα την παρασύρει, σκορπώντας τα μέλη της στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Δίχως ακόμη να έχει συνέλθει από το σοκ της υδάτινης επίθεσης η βαρύτατα τραυματισμένη από τα ακατάσχετα κτυπήματα μητέρα, θα καταφέρει να εντοπίσει μέσα στον πανικό το μεγάλο της αγόρι, αγνοώντας όμως την τύχη των δύο μικρότερων, αλλά και του αγαπημένου της συζύγου.

Είναι η δεύτερη φορά που μια ακριβή παραγωγή ασχολείται με το πολύνεκρο συμβάν που συντάραξε τον πλανήτη, με πρώτη πριν από μια τριετία την περίπτωση του δια χειρός Eastwood, Hereafter. Αμφότερα τα φιλμ δεν είχαν σκοπό να εστιάσουν στο δράμα που βίωσε η πάμπτωχη ζώνη της Νοτιοανατολικής Ασίας, μα να προσεγγίσουν σε προσωπικές τραγικές ιστορίες που προκλήθηκαν από τον Αρμαγεδδώνα. Κι αν Η Ζωή Μετά είχε κάπως πιο μεταφυσικό χαρακτήρα, στην παρούσα περίπτωση η καταστροφή μεταδίδεται μέσω του τρόμου που μπορεί να προκαλέσει και του κατοπινού (πραγματικού) φόβου για την τύχη (ή την δυστυχία) των συγγενικών προσώπων που αγνοούνται.

Γέννημα θρέμμα της μεγαλοπρεπούς Ισπανικής horror σχολής ο Juan Antonio Bayona, αφού μοίρασε αμέτρητες ανατριχίλες στην πλατεία, με το αριστοτεχνικό θρίλερ El Orfanato, παίρνει ως πρώτη ύλη τις αναμνήσεις της φαμίλιας (των συμπατριωτών του) Μπελόν και τις αφηγείται μέσα από τα ίδια τους τα μάτια, σε αντίθεση με κάθε άλλη disaster movie, που στοχεύοντας στον εντυπωσιασμό, δεν φείδεται CGI εφέ για να χορτάσει το μάτι. Το τσουνάμι εδώ, δεν ορίζει το σημαντικότερο κομμάτι του κάδρου, όπως έγινε στα φανφαρόνικα Day After Tomorrow ή στο 2012, αλλά αυτό τον όγκο κρατά ο ίδιος ο άνθρωπος και οι αρχέγονοι φόβοι του, που νιώθουν (και από προαίσθημα και από κάποιες ενδείξεις) το κακό να πλησιάζει, μα δεν γνωρίζει πως να το δαμάσει. Το πλάνο της γιγάντιας παλίρροιας, δίχως ψεύτικες φιοριτούρες, ανούσια 3D και σκηνικά φτιαγμένα στο κομπιούτερ, είναι τόσο ζωντανό στην Point Of View απόδοση του, που είναι σχεδόν βέβαιο πως θα κάνεις ασυναίσθητη κίνηση να καλυφθείς, λίγο πριν σε σκεπάσει το νερό. Συνεπώς όταν ένας σκηνοθέτης, καταφέρνει στο δυσκολότερο βήμα του, που είναι το δεύτερο και όχι το ντεμπούτο του να με εκπλήξει, σημαίνει αυτομάτως πως ο Bayona μπαίνει στην λίστα των πιο ελπιδοφόρων μαέστρων του είδους.

Για πες: Φυσικά πέρα από την καθοδήγηση του τρεμουλιάρη, όπως στα ντοκιμαντέρ, φακού και στην καταπληκτική φωτογραφία του μετρ Oscar Faura (Julia's Eyes, The Machinist) είναι ξεχωριστή τύχη για το πρότζεκτ να διαθέτει ένα τόσο ικανό καστ, στους βασικούς του ρόλους. Κι αν η Naomi Watts έχει σοκάρει ξανά ως πονεμένη μάνα στο 21 Grams και ο McGregor έχει βγάλει τους ίδιους απελπισμένους λυγμούς στην εντός της βρετανικής νήσου καριέρα του, δεν ισχύει το ίδιο για τον πρωτοφανέρωτο πιτσιρίκο Tom Holland, που αποδίδει με απίστευτη ωριμότητα τον έφηβο ο οποίος σε λίγες μόλις στιγμές πρέπει να δείξει άντρας. Δεν είναι τυχαίο που η πιο καθηλωτική σεκάνς - προσκλητήριο νεκρών κι αγνοουμένων στο νοσοκομείο του τρόμου (δίχως να υπερβάλω, μου έφερε στον νου κάτι παρόμοιο από την Λίστα του Σίντλερ) είναι δομημένη πάνω του. Τώρα αν από κάποιο κοντά στο φινάλε πόιντ και μετά το μελόδραμα, με το πουσάρισμα των συναισθημάτων της φαμίλιας, έδειξε να παίρνει κυρίαρχη θέση στο πανί, θα το προσπεράσω χωρίς να μου χαλάσει την γενικά θετικότατη εικόνα του The Impossible. Άλλωστε κάποιον που έχει επιβιώσει μέσα από αυτό το μακελειό - όπως η συγγραφέας της βασικής νουβέλας - τον δικαιολογώ, δίνοντας του το δικαίωμα να βγάλει και μια υπερβολή παραπάνω στην εξιστόρηση του.






Στις δικές μας αίθουσες? Την Πρωτοχρονιά του 2013 από την Odeon
Περισσότερα... »

You visualize boredom just by glancing at the above title. My point being that one should take all these exclamations about a terrific or great or all shades of awesome movie with a grain of salt. Truly the average quality this year was a notch higher since, say, 2007, however I can’t even begin ranting about the abuse of the classification “masterpiece” for clockwork banalities like Argo or masqueraded maliciousness posing as senile compassion like Amour. It’s worth stressing that Documentary as much as Animated features are considered to be a real barometer of how truly excited we ought to be about the yearly celluloid production. Talking “celluloid” seems kind of funny in the year we witnessed The Hobbit in 48 frames per second in 3D. On the other hand, The Master’s back-to-past-glorious 65mm was a sight for sore eyes on so many levels. Before cutting to the chase, I won’t escape temptation to smirk about the French invasion (Amour, Rust and Bone, The Intouchables, Holy Motors) that seems to be crashing the Oscar race in the absence of the european masters’ cinema of the past, Haneke notwithstanding. So the americans can sleep safe at night *grin* since an American film, two years after The Kings’ Speech and The Artist seems inevitable to prevail. Moreover, if this film is about Lincoln, a uniting presidential figure in a heavily- polarized election year. So here it goes:

The BIG let downs

To the Wonder: This film tanks in every single way. Made out of thin air, an indelible stain in Terry Malick’s iconic work.

Cosmopolis: Nonsensical, preposterous wall street- yarn. The final Videodrome homage broke my heart like shuttered glass.

Les Miserables: Uvula porn, Tom Hooper in Chris Nolan- opaqueness mode. Worst editing of the year. Great talent wasted.

The Enigma / Holy Motors – I want to dismiss this Leos Carax pathos as the most pretentious, pompous, portentous film masturbation but I can’t. Might be the accordion scene. Maybe Denis Lavant transformations won me over.

King of Trash / Piranha 3DD – This cannibalistic piece of crap is not only LOL toxic but also features a clueless David Hasselhoff in the most wrenching self-parody I can remember for a long while.

Underappreciated Achievement in Filmmaking / The Hobbit: An Unexpected Journey – Yep, my eyes where crossed and I needed to get my glasses off. BUT, this is the future of cinema as we don’t quite come to know it yet. Isn’t this a plagiarist definition of the term “pioneer”?

Best Film not in English LanguageA Royal Affair (Denmark) - A fine exhibit of delivering the right blend of history, politics, civil rights, suspense and romance. I reiterate that the future of cinema lies at the Scandinavian peninsula.

Best Documentary FeatureThe Imposter- Life imitates art of personality theft. Horrifying, suspenseful and truer than your worst angst.

Best Animated FeatureFrankenweenie – It’s a common secret that Tim Burton’s best days are bygones. This little jewel is his long- time pet project and has a heart of a 8 year old. On the plus side, it epitomizes every reason why we love(d) his cinema.

Best ComedyThis Is 40 – Judd Appatow wears his heart on his sleeve from a grossed- out hilarious to an earnestly romantic effect. This is a bitter-sweet comedy for us (me).

Overrrrated

Amour – So Mr. Haneke, is THIS the love story of a senior couple? No. Just a plot twist to strengthen your nihilist world view as in every movie you have made. Difference is, you are not being honest about it this time, advocating cruelty as the ultimate act of Love.

Argo – Solid, yes. The new Clint or even the new Clooney, sorry Ben, you ain’t; Happy to be at the Oscars.

Skyfall - “Best Bond ever”? Really? Unless you mean the sexual heat between Craig and Bardem.

The Dark Knight Rises – Operatic delirium as undeserved ending to The Dark Knight trilogy. How Nolan killed Bane/Hardy.

Django Unchained –A lot may cheer watching Tarantino’s farcical messing around, sorry, not my cup of Quentin.

Lincoln – That awkward moment that you are waiting for a lifetime just to experience a Spielberg’s movie without him in the limelight at the cost of his actors and there you have it. And it kind of annoys you.


Best of 2012

10. The Grey – Masculinity is a very tender, brave and primitively wild thing. It takes lonesome wolves Carnahan and Neeson to remind us of that.

9. Flight –Denzel is a truly amazing actor that takes every contrivance out of this over-worn characterization. Zemeckis solid as ever, ploughing the field for an unforgettable performance.

8. Caesar Must Die – Others just age. Les Tavianis mature by reinventing ars povera in the most unlikely Shakespearean stage. A high -security prison.

7. Looper – Science fiction adventure at its brainiest. JGL shines but Bruce Willis steals your heart away.

6. The Amazing Spiderman – Loved it shamelessly. Better than all Batmen and The Avengers combined. This is an amazing indie-superhero flick sporting unbelievable chemistry between charismatic Garfield and adorable Stone.

5. Life of Pi – Gorgeous visuals and breath taking cinematography by master craftsman Ang Lee. If only could he be bold(er) enough to show the harrowing (and true) side of his survival story.

4. Kill List – Ben Wheatley. He is the director to watch. Also, don’t miss the Sightseers. I am not revealing anything about Kill List’s plot. It will haunt you. Be prepared.

3. Silver Linings Playbook – A wildly successful character study, a marvellous comedy, featuring best ensemble of the year. Hugely entertaining, just wished it wouldn’t end up freefalling to Hollywood conventions’ ground in the third act.

2. Beasts of the Southern Wild – Benh Zeitlin managed the improbable amidst the Louisiana swamps. Triumph of survival lessons taught by the ingenious 6 y.o. Quvenzhane Wallis.

Best Film of 2012: The Master
I am a member of the P.T.A. Church. A day hasn’t gone by without re-imagining the infinite ways this conundrum of film mystique could work for my senses. Paul is a league of his own, joined the pantheon of great auteurs with just six films under his belt. Phoenix outperforms anybody appeared onscreen for ages and P.S. Hoffman is giving free lessons in world class acting. In 65mm, The Master is bound to grow inside of me, conquering my most intimate film contemplation places. Someone said “Oscars?” No Oscars. We are discussing Kubrick, Hitchcock and Chaplin category here.

That’s it folks. Here’s wishing you all a happy, prosperous and lucky 2013. Tweet me at @TakisGaris – Oscar season continues with the January 10th Academy Awards Nominations. Predictions update due next weekend. Hope you enjoyed this list. You know, this is an every film reviewer’s unspoken fantasy…oops! There I said it!

Περισσότερα... »

232 τις μέτρησα. Τώρα να πέφτω και 2 ή 3 έξω στην απογραφή, πάντως κοντά σε αυτό το νούμερο ήταν οι δημιουργίες που παρέλασαν από τις εγχώριες κινηματογραφικές αίθουσες μέσα στην χρονιά που πέρασε. Και δεν μου διέφυγε καμία σε παρακολούθηση. Λίγο - στα πεταχτά που λένε - ή πολύ - να είδα και κάποιες μια χούφτα φορές - άπασες πέρασαν από την αντίληψη μου, σχηματίζοντας έτσι μια γενικότερη εκτίμηση για το φιλμικό 2012: Δεν ήταν, εντέλει, μια καλή χρονιά για τους σινεφίλ. Με την έννοια πως και πάλι, όπως ισχύει δηλαδή εδώ και καμιά δεκαετία, οι στιγμές που θα διαλέξει ο φανατικός της Έβδομης Τέχνης να πάρει μαζί του στην βαλίτσα, δεν άγγιξαν πανύψηλα στάνταρντς. Να πω πως από την 250άδα, το ένα δέκατο θα μου μείνει αξέχαστο και ακόμη άλλο τόσο κλάσμα, πως το συμπάθησα? Θα το πω. Κι αυτό με ελαφρώς κατεψυγμένη καρδιά...

Ψύχος που προκάλεσε πιότερο η ένθεν του Ατλαντικού - αλλά και κακείθεν του Ειρηνικού, μιας και το Ασιανό σινεμά, πάντα διατηρεί μια ξέχωρη θέση στην εκτίμηση μου - συμπεριφορά των κινηματογραφιστών, που δεν θα έλεγα πως διήνυσαν και την ποιοτικότερη στιγμή της έμπνευσης τους. Κάτι λίγο οι Γάλλοι, κάτι ελάχιστο οι Βόρειοι, μερικά ψήγματα από Βρετανία μεριά, σε γενικές γραμμές η εξωχολιγουντιανή παραγωγή δεν μου άφησε καλή γεύση. Σε αντίθεση με την Αμερική, που βελτίωσε σημαντικά την καλλιτεχνική απόδοση των μπλοκμπάστερς της, προσφέροντας μερικές εξαιρετικά προσεγμένες εκρήξεις αδρεναλίνης, δείχνοντας πως το ψάχνουν και λίγο περισσότερο σεναριακά και δεν μένουν απλώς στον τρισδιάστατο εντυπωσιασμό και στα ειδικά εφέ.

Συνηθίζεται σε κάτι τέτοιες αναδρομές να μιλάμε για απογοητεύσεις, δηλαδή για φιλμς που περιμέναμε εναγωνίως και τελικώς αποδείχτηκαν κατώτερα του αναμενομένου. Προσωπικά ποτέ μου δεν την είχα αυτή την έγνοια, να σπριντάρω προς την αίθουσα αν το πόνημα ανήκει στον Tarantino και αντιθέτως να έχω το βήμα της χελώνας αν μου σφυρίξουν πως το εργάκι είναι...Βιετναμέζικης προέλευσης. Τα πάντα - και κυρίως η θετική προκατάληψη ή η αρνητική προδιάθεση - ξεκινούν από μηδενική βάση, μικρό και αδειανό καλάθι που λένε, συνεπώς ελάχιστες φορές έχω νιώσει απογοητευμένος από μια επιμέρους δημιουργία. Επί συνόλου όμως δεν μπορώ να μην πω, πως ήταν και η πιο περιφανής σεζόν για τα ελληνικά χρώματα, που κινήθηκε κάτω του μετρίου, με ελάχιστες καλές στιγμές (η καλύτερη είχε τον τίτλο Η Πόλη των Παιδιών και όχι Άδικος Κόσμος, όπως εκτίμησε η εγχώρια Ακαδημία του σινεμά) κι εκείνες μακριά από το λέβελ του πρόσφατου παρελθόντος.

Με αφαιρετικό τρόπο, λοιπόν, επιχείρησα να μαζέψω τις είκοσι στιγμές που μου εντυπώθηκαν περισσότερο μέσα στο έτος που τρεμοσβήνει κι από εκείνες να καταλήξω στο περιβόητο τοπ τεν, όπως κάθε σινε-σχολιαστής που σέβεται τον εαυτό του. Τι πέταξα έξω από την εικοσάδα δίχως ενδοιασμό, πέρα από τα βεβαίως (μέτρια έως κακά) εννοούμενα? Χμμμ. Ας πούμε τον Scorsese, που δεν ήταν Scorsese. Ή τον Woody Allen, που μου φάνηκε πολύ λάιτ για τα γούστα που μου έχει καλομάθει ο Βιτρίνας. Φυσικά τον Cronenberg, φυσικά όλους τους αλλοπρόσαλλους Soderbergh, τον Polanski και τον Eastwood με τις αψυχότατες σοφιστείες τους, εννοείται τον Burton που μάλλον τα έχει χαμένα, αλλά και τον Fincher που δεν κατάφερε να με κερδίσει με την δική του βερσιόν της ιστορίας του Κοριτσιού με το Τατουάζ. Ίχνος τύψεων δεν με διακρίνει. Με όλους τους κλείνω ραντεβού στο εγγύς μέλλον. Με εκείνους που δεν μπήκαν στην τελική δεκάδα, είχα έναν ελαφρύ πόνο ψυχής.

Έκοψα, που λες, δίχως να το πολυθέλω δύο φασαριόζικα μεν, μα εξαιρετικής απόδοσης σινε-κόμικ, εννοώ τους The Avengers και τον Dark Knight Rises, παρότι οι πρώτοι Εκδικητές με συνεπήραν και ο κατώτερος της Τρόικας Μπάτμαν, διέθετε επίπεδο. Είπα αντίο στο παρατσάκ - δυστυχώς - σε ευρωπαϊκές παραγωγές, που με πενιχρά μέσα και προϋπολογισμούς τα πήγαν περίφημα, όπως η Barbara, οι Les Intouchables, το The Angel's Share, η Le Havre και φυσικά το Amour του Haneke, που δεν ήταν κάτι σπουδαίο. Σπουδαία ήταν η Λευκή Κορδέλα. Με πείραξε τέλος που στα δέκα δεν μπήκαν τα όχι πομπώδους συλλογιστικής The Descendants, Martha Marcy May Marlene και Beasts Of The Southern Wild. Αρκετά όμως με τους πεσόντες, να πάμε στο ζουμί, στο τι μου άρεσε πιο πολύ βρε αδερφέ? Κι όπως επιτάσσει ο κανόνας σε αντίστροφη μέτρηση, για να μην χαλούμε και το σασπένς.


10. Moonrise Kingdom - Τον Wes τον θεωρούσα ότι πιο υπερτιμημένο έχει παρουσιάσει το αμερικάνικο σινεμά τα τελευταία είκοσι χρόνια. Εδώ όμως με έκανε και δάκρυσα από νοσταλγία και συγκίνηση, γυρίζοντας με με τόση ευκολία σε ανέμελες, ανήσυχες και ανεύθυνες εποχές που έχουν χαθεί ανεπιστρεπτί. Ο Anderson στην καλύτερη στιγμή της καριέρας του, μου έδειξε επιτέλους τις τεράστιες ικανότητες που όλοι οι άλλοι διέκριναν κι εγώ απορούσα που στην ευχή ήταν κρυμμένες.

9. Life Of Pi - Σταθερή αξία ο Ασιάτης, πέτυχε μέσα από την κομπιουτερέ απεικόνιση, να βγάλει έναν τέτοιο ωκεανό συναισθημάτων, ώστε κυριολεκτικά αφέθηκα στα κύματα του, δίχως να προβάλω την παραμικρή αντίσταση. Ελάχιστοι σκηνοθέτες μπορούν να χαρακτηριστούν μαέστροι, ο συγκεκριμένος τίτλος είναι δύσκολα κατακτήσιμος. Ο Ang Li με την μαγική του μπαγκέτα, αφού με ταξίδεψε για ένα δίωρο πάνω σε μια ακυβέρνητη σχεδία, τον κερδίζει παμψηφεί!

8. The Master - Anderson κι εδώ, εντελώς διαφορετική όμως η ματιά του, όπως και η ψυχοσύνθεση του. Ο Paul Thomas, μισό σκαλοπατάκι υποδεέστερος εκτιμώ του There Will Be Blood, αλλά κατά πολύ πιο πολιτικοποιημένος και ριζοσπαστικός, σηκώνει ψηλά την παντιέρα ρόσα του καταπιεσμένου ραγιά, ανοίγοντας ορίζοντες στους κατακτημένους. Πέντε σαν και δαύτον να υπήρχαν στο Χόλιγουντ, προοδευτικοί και καινοτόμοι σε αντίληψη, όλο το σινεμά θα ήταν διαφορετικό.

7. The Pirates: The Band Of Misfits - Την ώρα που τα μοντέρνα κινούμενα σχέδια ουσιαστικά αντιγράφουν τον εαυτό τους ή κοπιάρουν τον ανταγωνισμό τους, οι πλαστελινένιοι Πειρατές επέμειναν στο παραδοσιακό στυλ και στήριξαν την οντότητα τους σε σενάριο γεμάτο καυστικότητες και αυτό το πλήρωσαν με την βροντερή απουσία τους από κάθε λογής ανούσιες βραβεύσεις. Ούτε συζήτηση, το πιο εμπνευσμένο animation και το μόνο που σε δεύτερη θέαση, έχει κάτι παραπάνω να πει.

6. The Grey - Καθηλώθηκα! Και τι δεν θα έδινα και η δική μου τελευταία φωτογραφία, από τον μάταιο τούτο κόσμο, να είναι αυτό το πεντακάθαρο και ηλιόλουστο landscape του φινάλε. Ακόμη περισσότερα θα έδινα όμως να έπαιρνα κουράγιο από αυτή την παρθένα φύση, για να δώσω την τελική μάχη με τον εχθρό και τον φόβο. Ο τοπ δημοφιλής Liam Neeson βέβαια, δεν έχει καμία  ανάγκη να αποδείξει κάτι, ούτε και ο σκηνοθέτης Joe Carnahan, γι αυτό και το έργο κυκλοφόρησε στις States, τον αντιοσκαρικό Γενάρη. Μεγάλη μαγκιά!

5. Looper - Το alter ego του παιχνιδίστικου Back To The Future που κατάφερε και συνδύασε με τις ίδιες ακριβώς δόσεις το sci-fi με την δράση και την καινοτομία με το δράμα. Ο Rian Johnson, όχι απλά ισορρόπησε για 120 λεπτά πάνω στην τεντωμένη κλωστή που από την μια θα τον έριχνε στον καιάδα του περίγελου και από την άλλη στο limbo της χρονικής ατασθαλίας, αλλά πρόσφερε μια μελλοντολογική κοινωνιολογική μελέτη, που την περνάς ακόμη και για υπαρκτή, πραγματική. Μάγος!

4. War Horse - Σιγά και να μην έλειπε από την λίστα ο μέγιστος των παραμυθάδων, ο κορυφαίος της κινηματογραφικής αφήγησης, ειδικά από την στιγμή που έχει βρει και τον τρόπο - πια - να βάζει τον σωστό επίλογο στις ταινίες του. Ένα πολυδιάστατο σπαραξικάρδιο ταξίδι μέσα στις φλόγες του πολέμου, εκεί όπου ηττημένοι είναι όλοι οι συμμετέχοντες σε αυτόν, μα νικήτρια μπορεί να βγει η θέληση για την επιβίωση. Δεν υπάρχει δεύτερος The Beard και ούτε πρόκειται ποτέ να υπάρξει. Ακόμη κι όταν δεν είναι στα πολύ high του!

3. Rust And Bone - Η πιο μεγάλη μη αγγλόφωνη στιγμή του δωδεκαμήνου. Ένα ανατριχιαστικό,  συγκλονιστικό, ευθύβολο καθρέφτισμα της μίζερης καθημερινότητας των σύγχρονων κοινωνιών, μια ελεγεία για τον έρωτα, ειδικά όταν εκείνος προβάλλει σε ώρες που τα μισμάτς και τα χάντικαπς δυστυχώς δεν του δίνουν μεγάλα περιθώρια για να αναπτυχθεί. Ρεσιτάλ ερμηνείας από την κορυφαία μη Αμερικανίδα ηθοποιό αυτή την στιγμή. Τα σέβη μου μαντάμ Cotillard! Και μακριά από το Χόλιγουντ ε?

2. Skyfall - Είμαι ο τελευταίος που θα έλεγε καλή κουβέντα για Τζέιμς Μποντ της Daniel Craig era, όντας μέγας φαν της σειράς και θιασώτης των παλιών, εκρηκτικών, κοσμοπολίτικων στιγμών. Αυτές πια μπαίνουν στο χρονοντούλαπο, δίνοντας την σκυτάλη σε μια ολοκαίνουργη προσωπικότητα, ουχί καταθλιπτική αλλά αναζωογονημένη, που διαθέτει ένα μοναδικό προσόν, πέρα των γκάτζετς του Q. Την σκηνοθεσία του Mendes, την πιο αρτιστίκ κατασκοπικής περιπέτειας δράσης, όσο θυμάμαι να βλέπω σινεμά.

1. Tinker Tailor Soldier Spy - Θα μπορούσα να το παρακολουθώ για μέρες, να κυλά με το ίδιο ακριβώς αργό τέμπο και να με σινε-μεταφέρει πίσω στις ημέρες του Ψυχρού Πολέμου, έχοντας καταφέρει μέσα από τις μέχρι παραμικρής λεπτομέρειας, ρεαλιστικά μελετημένες εικόνες του να αποδώσει την φονική γοητεία της σκοτεινής και ιντριγκαδόρικης εποχής. Είναι στατιστικά βέβαιο μίστερ Alfredson, πως το κλίμα θα ξαναψυχράνει σε κάποια χρόνια. Κύκλος είναι. Εσύ Σουηδέ μου και ο Σμάιλι παρέα σου, τουλάχιστον σινεματικά, το διατηρήσατε κοντά στους μηδέν Κελσίου.

Για να πω την αλήθεια με αυτού του είδους τα τσαρτς δεν είμαι και τόσο φίλος, με την έννοια πως ένα καλλιτεχνικό πόνημα σε μια διαφορετική του θέαση, με μια εναλλακτική διάθεση και σε μια προχωρημένη ανάλυση του, μπορεί να σκαρφαλώσει ή να κατέβει στην εκτίμηση. Του καθενός, όχι μόνον την προσωπική μου. Προσπάθησα να είμαι όσο το δυνατόν πιο τίμιος στις επιλογές μου, διαλέγοντας φιλμς που τα κουβέντιασα πάρα πολύ μέσα μου, πριν τους αποδώσω την ταμπέλα του ξεχωριστού.

Ελπίζω σε έναν χρόνο από σήμερα, οι πολύ καλές φιλμικές στιγμές να είναι τόσες πολλές, αλλά και τόσο ικανές, που η δεκάδα θα είναι πολύ μικρή για να τις χωρέσει και αναγκαστικά το κείμενο θα μεγαλώσει κατά άλλες τόσες. Το αν αισιοδοξώ πως η ελπίδα μου θα γίνει πραγματικότητα, βέβαια είναι ένα άλλο ζήτημα που σηκώνει πολύ συζήτηση...
Περισσότερα... »

Django Unchained
Directed by Quentin Tarantino. With Jamie Foxx, Christoph Waltz, Leonardo DiCaprio, Kerry Washington, Samuel L. Jackson, Walton Goggins, Dennis Christopher, James Remar, Michael Parks, Don Johnson


Quentin Unleashed
by gaRis (@takisgaris)

“No one can serve two masters. Either he will hate the one and love the other, or he will be devoted to the one and despise the other.” (Matthew 6:24)

This comes from an avid fan who really *gets it* Quentin; you may come up with innumerable alternate vigilantes-rewriting-history: The Jewish “Nazi-extermination squad” or the “Nigger Knight Rises” (pardon my French but, Variety counted this abominate word around 109 times during your inexcusably prolonged 165 min. incendiary saga) and…what’s next? May be the “Suffragettes’ Uncut”? Moving forward, this is not even my main argument/pain/frustration here. In fairness, P.T. Anderson will flip his father-son strained relations plot device over and over again and still produce authentically inspiring film artistry. We all know that you are a confessed fan of his and heaven knows a few people are living-breathing-gushing film the exhilarating way you do. So, let me serve this cold to ya, Quentin: You are being lazy, man.

Loosely adapting (D is silent)jango from the 1966 (directed by Sergio Corbucci) revenge spaghetti western staring Franco Nero (who shows in a brief cameo as a bar owner, watching a live black- men Mandingo fight on the couch, siting by slave owner Calvin Candie / Leo DiCaprio), Django Unchained is an effing salute to D. W. Griffiths’ Birth of a Nation (1915), prone to expose white men’s atrocities in the deep old (circa 1865) American South. Honestly, for the first 2 hours in, it feels like the real epicentre is actually the dentist -turned -bounty hunter and Django’s saviour/mentor Dr. King Schultz (Austrian Christoph Waltz who characteristically steals the show from anaemic Jamie Foxx’s Django, whose multiple cosplay simply does not deliver other than going through the motions). So much is the investment on Waltz by Tarantino that the only meaty female role is a black slave known by the name Brunhilda von SHAFT (get the reference?) who speaks German. Brunhilda (hilarious, eh?) is Django’s wife (Kerry Washington, reprising Foxx’s wife role from biopic Ray) and serves as an almost silent tapestry, depriving this masculinity overdosed flick by necessary feminine resonance. But hey, this is a Tarantino movie, right? As long as black slaves are getting graphically lynched by fierce dogs and white trash playing poker using slave’s extracted teeth it all works. It should work but it doesn’t really.

It’s a pity that Will Smith, with who in mind Tarantino originally wrote the script couldn’t get the role (he was filming M.N. Shyamalan’s After Earth). What nobody dares to mention, so I am willing to step forth, is the atrocious Quentin -the man- himself cameo at the key moment where Django is…Unchained. Like Shyamalan in Signs, bad acting finally finds its right connotation in the film lexicon. But, what the heck, this is supposed to be a revisionist parody, right? Yes and no. Although I can have this vulgar, acid and risibly bloodbath-ish any day over white man guilt- fuelled, lukewarm Lincoln, I yet strongly sympathise with Spike Lee’s Twitter denunciation of the film, for being not a good servant (pun intended) for the black emancipation cause. Tarantino’s grindhouse self-indulgence aside, there is enough great dialogue, especially involving Leo DiCaprio (who is remarkable again), who runs his slave Candyland farm with black –loathing cruelty paired with pretentious ignorance, portraying the epitome of the wealthy southern man. While DiCaprio, master of Brunhilda amongst numerous other intimidated black people in Candyland, has an intriguing affection for his chief servant Stephen, a negro-hater black who has an intense scene with Django that is nailed in memory, exploring an unchartered area regarding racial dynamics. Samuel L. Jackson, is fifth time’s a charm here as lame bigot Stephen and I could take oath on him snatching a supporting nod, if only there wasn’t a scene with Leo where he’s out of character for a tad bit.

Conclusion: Sally Menke (1953-2010) is so profoundly absent here. This is Tarantino’s first flick without her in the editing room and man it shows. Badly. Scenes are fluid, great sets and trademark shots all over the place. Even Big Daddie - KKK leader Don Johnson is super entertaining but, this being acknowledged, the film lacks cohesion and is stretching to serve its procured duality; a civil rights bloody manifesto in disguise and a tedious, bombastic unapologetic mayhem. Judging from my fellow reviewers’ response and witnessing its box office blooming, feels like a won bet in process. Tarantino has come a long way since his only true classics, namely Reservoir Dogs and Pulp Fiction. He is a hipster god and a film persona to behold for he has always been fresh, juicy and creatively provocative. I feel these elements are pushed aside here in the name of a self -congratulating kill-‘em-all mannerism which will indoctrinate many new adherents but will lose some old true believers. Collateral damages. There was a time some twenty years ago I felt a new Godard was born. Thank God(ard), Jean Luc is still alive and kicking.






World Premiere: 25 December 2012
Περισσότερα... »

Ο Κυνηγός
του Daniel Nettheim. Με τους Willem Dafoe, Frances O'Connor, Sam Neill, Morgana Davies


Πέρα από τον πολιτισμό...
του zerVo (@moviesltd)

Στην σκεπτική των περισσότερων, οι Αντίποδες, μοιάζουν στις μέρες μας ως η Γη της Επαγγελίας. Ειδικά στις δύσκολες εποχές που διανύουμε, η λαμπερή βιτρίνα των μεγαλουπόλεων της Ωκεανίας, δίνει την εντύπωση ενός τόπου με ελάχιστα προβλήματα, που βρίσκεται σε άνθιση και δηλώνει πανέτοιμος να αγκαλιάσει με το Αυστραλέζικο όνειρο τον επίδοξο μετανάστη. Με μια εκ των έσω, βεβαίως, ματιά, τα πράγματα δεν είναι και τόσο ρόδινα, αφού οι κοινωνικές αντιθέσεις, ειδικότερα όσο απομακρυνόμαστε από τα μεγάλα αστικά κέντρα, πολλαπλασιάζονται και η τεράστια νήσος με τον ελάχιστο πληθυσμό, παρότι πανέμορφη, δεν μοιάζει ιδιαίτερα φιλόξενη...

Επαγγελματίας εκτελεστής, με τεράστια εμπειρία στο φονικό του παρελθόν, λαμβάνει εντολή από μεγάλη ερευνητική εταιρία να εντοπίσει στην μακρινή Τασμανία, τον μοναδικό επιζώντα τίγρη της περιοχής, να τον αιχμαλωτίσει και να τον παραδώσει για περαιτέρω γενετικές (μιλιταριστικού περιεχομένου!) μελέτες.  Ο Μάρτιν κάτω από την ψεύτικη ταμπέλα του επιστήμονα, θα βρεθεί κάτω από την ίδια στέγη με μια ανορθόδοξη οικογένεια, που τα ίχνη του πατέρα της έχουν χαθεί εδώ και έναν περίπου χρόνο, στην αναζήτηση του ίδιου ακριβώς σπάνιου ζώου. Η πρόκληση για τον πεπειραμένο κυνηγό μεγάλη. καθώς και οι κίνδυνοι που καλείται να αντιμετωπίσει.

Κι αυτό διότι οι παροχές που του έχουν προσφέρει οι σύνδεσμοι του δεν είναι και οι αρτιότερες, την ίδια στιγμή που η υποδοχή του από τους κοκκινολαίμηδες αγροίκους ντόπιους θα είναι το λιγότερο εχθρική. Σύντομα ταξιδεύοντας μέσα στις άγριες στέπες της Αυστραλίας, θα κατανοήσει πως βρίσκεται ενώπιος μιας δοκιμασίας που όμοια της δεν έχει συναντήσει στο παρελθόν του. Προσωπικά δεν κατάφερα να διαχωρίσω μέσα μου αν το πόνημα του Daniel Nettheim, έχει περισσότερο να κάνει με την εσωτερική αναζήτηση του Hunter ή αποτελεί μια οικολογική κραυγή αγωνίας για έναν παρθένο κόσμο που χάνεται. Γι αυτό επέλεξα τον τρίτο δρόμο ρεαλισμού που με οδήγησε το σενάριο, εκείνον του επίμονα πρωτόγονου τρόπου ζωής, ενός μέρους μιας χώρας που βρίσκεται σε σταδιακή ανάπτυξη.

Για πες: Ο λόγος είναι γιατί πέρα από τον βασικό χαρακτήρα της ίντριγκας, τον άφοβο άντρα που υποδύεται κινούμενος στα γνώριμα ψηλά του στάνταρντς ο Willem Dafoe, οι λοιποί ήρωες δεν παιδεύονται ούτε στο ελάχιστο, αντιθέτως με την ενίοτε αλλοπρόσαλλη, αναίτια απομονωμένη από τον πολιτισμό παρουσίαση τους, δεν βοηθούν στο να αντιληφθεί ο θεατής την εναλλαγή στον ψυχισμό του Κυνηγού. Η καταπληκτική, υποφωτισμένη φωτογραφία του τοπίου της καταπράσινης Τασμανίας, ώρες ώρες κόβει την ανάσα με την μεγαλοπρέπεια της, σε καμία περίπτωση όμως δεν παίρνει θέση στην απογείωση της δραματουργίας ενός έργου που κινείται στα ήρεμα νερά ενός επίπεδου ντοκιμαντέρ, που περιστρέφεται θεματικά γύρω από την άγρια φύση.






Στις δικές μας αίθουσες? Στις 27 Δεκεμβρίου 2012 από την Strada
Περισσότερα... »

Εντιμότατοι Απατεώνες
του Michael Hoffman. Με τους Colin Firth, Cameron Diaz, Alan Rickman, Tom Courtenay, Stanley Tucci, Julian Rhind-Tutt, Pip Torrens, Anna Skellern


Είναι πολλά τα λεφτά...
του zerVo (@moviesltd)

Καλές και άγιες οι πιο πρόσφατης κοπής, πιπεράτες κωμωδίες της σχολής του Apatow, που και εμπορικά τα πηγαίνουν περίφημα, αλλά και με την ευρηματική τους εξυπνάδα, έχουν κερδίσει την εκτίμηση του κοινού, μα πολλές φορές από τον σινεφίλ υπάρχει μια κάποια απαίτηση για κάτι πιο παλιομοδίτικο, λιγότερο μοντέρνο, μα εξίσου διασκεδαστικό. Τότε είναι που το χέρι, δίχως δισταγμό, τρέχει στην βιντεοθήκη για να τραβήξει έναν από τους πολυπαιγμένους Ροζ Πάνθηρες, που αποτελούν σιγουράκι ως επιλογή. Εκτός και αν συμπτωματικά στους κινηματογράφους παίζεται καμιά καινούργια βερσιόν τέτοιας ντεμοντέ κομεντί, που συνήθως όμως - αν κρίνω από τις πιο πρόσφατες εξ αυτών, σαν τον Arthur ή το Just Go With It - ως αποτέλεσμα, δεν είναι και το καλύτερο δυνατόν...

Ο Χάρι Ντιν είναι ένας ειδικός μελετητής έργων τέχνης, που εργάζεται στην εταιρία του μεγιστάνα επιχειρηματία Σαχμπανταρ, ως συμβουλάτορας του στην προμήθεια νέων αριστουργημάτων, που θα κοσμήσουν την αμύθητη συλλογή του. Έχοντας βαρεθεί την μίζερη ζωή του μονίμως συννεφιασμένου Λονδίνου, αλλά και την προσβλητική συμπεριφορά του υπερφίαλου αφεντικού του, θα σκαρφιστεί το απόλυτο κόλπο. Να του πασάρει το κάλπικο έτερον ήμισυ ενός πανάκριβου έργου του Μονέ, ως αυθεντικό, βάζοντας έτσι στην τσέπη μια ντουζίνα εκατομμύρια λίρες. Για να τα καταφέρει όμως, θα πρέπει να τον πείσει πως η κάτοχος του ανυπολόγιστης αξίας πίνακα, μια κατάξανθη Τεξανή καβαλάρισσα, είναι σύμφωνη να διαπραγματευτεί την πώληση του.

Κι έτσι ο γυαλάκιας χαρτογιακάς, αφού πρωτίστως εξασφαλίσει μια ικανή αντιγραφή του έργου, θα αναγκαστεί να ταξιδέψει μέχρι την άλλη άκρη του κόσμου, ώστε να έρθει σε επαφή με την Πι Τζέι Πουζνόφκσι, την υποτιθέμενη ιδιοκτήτρια του και να την πάρει αγκαζέ μέχρι την Λόντρα, όπου θα λάβει χώρα το χρυσοφόρο δούναι και λαβείν. Τα ζόρια θα ξεκινήσουν την στιγμή που τα έξοδα θα αρχίσουν να ξεπερνούν τον αρχικό προυπολογισμό του πλάνου, αλλά κυρίως την ώρα που ο εκκεντρικός δισεκατομμυριούχος, θα τυφλωθεί από την σέξι καταγάλανη ματιά της καυτής Νότιας. Η θεματική βάση αυτού του σκανταλιάρικου, όσο και φαρσικού μύλου, έχει τις ρίζες της, κοντά στον μισό αιώνα πριν, όταν στα 1966, ο αξεπέραστος Michael Caine και η μοναδική Shirley McLaine, έπαιξαν παρέα στο ορίτζιναλ σπαρταριστό Gambit. Με το οποίο το τωρινό, ελάχιστη σχέση έχει, εφόσον εκτός των βασικών προσώπων της ιστορίας (για την ακρίβεια των ονομάτων των χαρακτήρων) όλα τα υπόλοιπα είναι εντελώς διαφοροποιημένα.

Προσωπικά πιστεύω πως θα ήταν πολύ πιο ευχάριστο να είχα στα χέρια μου μόνο το σενάριο των Εντιμότατων Απατεώνων, σε σύγκριση με το τελικό αποτέλεσμα που παρακολούθησα στο πανί. Και ο λόγος δεν είναι διότι οι λέξεις που το ορίζουν, είναι γραμμένες από το πιο ταλαντούχο αδερφικό δίδυμο της ιστορίας του σινεμά, αλλά που δεν εμφανίστηκε ένας Χριστιανός να το εκμεταλλευτεί κατά τον τρόπο που του αξίζει. Μισή δουλειά δηλαδή, με τους Coen να ζωγραφίζουν κυριολεκτικά, μιξάρωντας το σλάπστικ με τον γνώριμο κυνισμό τους, έχοντας όμως τροχοπέδη την αφήγηση του Michael - ποτέ δεν ξεπέρασε την μετριότητα - Hoffman, που περιγράφει τα καυστικά και ευθύβολα ανέκδοτα τους με μια απίστευτα ξυλαγκουρίσια αισθητική.

Για πες: Το γεγονός πως υπάρχουν στιγμές πηγαίου γέλιου, οφείλεται σε εκρήξεις του σκριπτ που διαφεύγουν του ισοπεδωτικού χειρισμού του ντιρέκτορα και αναδύουν την δεδομένη ικανότητα των Joel / Ethan να εξάπτουν τους σατιρικούς νευρώνες (βλέπε και Arizona Junior, Big Lebowski ακόμη ακόμη και Fargo). Παμπόνηροι πάντως οι αδελφοί, επιδέξια απέφυγαν να σκηνοθετήσουν οι ίδιοι το στόρι τους, παρακάμπτοντας έτσι και τις παγίδες που έκρυβε το, έτσι κι αλλιώς ρίσκο του Gambit, ειδικά από την στιγμή που από τις εικόνες του θα παρήλαυνε ο Οσκαρούχος Colin Firth. Ο οποίος ναι μεν είναι θετικός ως νεο-Sellers, υποδυόμενος τον αδέξιο κανάγια, χάνει πόντους στην ερμηνευτική του σοβαρότητα όμως, κυκλοφορώντας μόνο με το σώβρακο στα γείσα του πολυτελούς Σαβόι (η καλύτερη πράξη της ταινίας). Άσε που η χημεία του με την "σαραντάρησα και μου φαίνεται" Diaz, είναι από ανύπαρκτη, έως μηδενική, εξαφανίζοντας έτσι το όποιο ερωτικό παρακλάδι θα μπορούσε να ξεφυτρώσει και να εκτοξεύσει το ενδιαφέρον στα ύψη, όπως άλλωστε είχε συμβεί once upon a time και στο πρωτότυπο...






Στις δικές μας αίθουσες? Στις 25 Δεκεμβρίου 2012 από την Odeon
Περισσότερα... »