Cannes Film Festival 2017 Live

του Θόδωρου Γιαχουστίδη

Μια τετράδα ενδιαφερουσών ταινιών στο διαγωνιστικό

Την Κυριακή (σήμερα δηλαδή!) το βράδυ γίνεται η τελετή απονομής των βραβείων του επίσημου προγράμματος του 70ου φεστιβάλ κινηματογράφου των Καννών. Ενός φεστιβάλ που θα περάσει στην ιστορία ως ένα από τα πιο αδύναμα σε ότι αφορά το διαγωνιστικό τμήμα. Ας είναι, ενδιαφέρουσες ταινίες είδαμε και κάποιες από αυτές άγγιξαν τον χαρακτηρισμό «μεγάλες». Δεν είδαμε όμως (επαναλαμβάνω, στο διαγωνιστικό) εκείνη την ταινία που θα γράψει ιστορία. Σίγουρα η ταινία του Λάνθιμου είχε το κάτι διαφορετικό κι αν βραβευτεί θα αποτελέσει ένδειξη μεγάλης τόλμης από μέρους της επιτροπής – κι ας μην μου άρεσε ή να το θέσω καλύτερα, η ταινία με εντυπωσίασε, με εξόργισε, με έκανε να τη θαυμάσω, με έκανε να βαρεθώ, με εκνεύρισε και θέλω πλέον να δω τι μπορεί να κάνει ο συγκεκριμένος σκηνοθέτης χωρίς τον αυτοκόλλητό του, Φιλίππου, μιας που (νομίζω) έχουν κάνει το weird και το σκοτεινό μανιέρα και αυτοσκοπό.

Κυριακή κοντή γιορτή και θα σας συμβούλευα να μην τζογάρετε! Οι βραβεύσεις στα φεστιβάλ δεν έχουν καμία σχέση με τα Όσκαρ όπου πραγματικά μπορείς να ποντάρεις εκ του ασφαλούς. Πάμε στις ταινίες μας.

You Were Never Really Here Cannes 2017

H Lynne Ramsay είναι σπουδαία σκηνοθέτιδα, πραγματικά από τις λίγες γυναίκες που κάνουν τόσο σκληρό σινεμά, με κινηματογραφικά δοκίμια πάνω στη σύγχρονη βία, όχι με τον εμπορικό, εξωστρεφή και στρατόκαβλο τρόπο της Kathryn Bigelow πχ, αλλά με βαθύ, υπαρξιακό τρόπο. Η ταινία της You Were Never Really Here διεκδικεί τον Χρυσό Φοίνικα. Ήρθε στις Κάννες την τελευταία στιγμή πραγματικά: στη δημοσιογραφική προβολή δεν ήταν έτοιμοι οι τίτλοι τέλους για να καταλάβετε! Και με τούτη, την τέταρτη μεγάλου μήκους ταινία της μετά τα «Ratcatcher» (1999, προβλήθηκε στο τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα»), «Morvern Callar» (2002, προβλήθηκε στο τμήμα «Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών») και «Πρέπει να μιλήσουμε για τον Κέβιν» (We Need to Talk About Kevin, 2011, προβλήθηκε στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ των Καννών), η κατά τρεις μέρες μεγαλύτερή μου σπουδαία Σκοτσέζα αποδεικνύει πως μια χαρά μπορεί να τα καταφέρει και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, και σε φιλμ είδους (κατά μία έννοια) χωρίς να βάζει νερό στο κρασί της.

Η υπόθεση: Ο Τζο είναι ένας βασανισμένος άνθρωπος. Ως παιδί βίωσε ενδοοικογενειακή βία, καθώς ο πατέρας του βιαιοπραγούσε τόσο πάνω στη μητέρα του όσο και πάνω στον ίδιο. Ως πράκτορας του FBI βίωσε γεγονότα, που τον στοίχειωσαν. Ως στρατιώτης στην... επέμβαση των ΗΠΑ στο Ιράκ βίωσε πράγματα, που τον συγκλόνισαν. Πλέον ζει με τη γηραιά και χρήζουσα φροντίδα μητέρα του, καταπίνει χάπια για να αντέξει τον πόνο στο χαρακωμένο και πληγωμένο μυαλό και κορμί του και φλερτάρει με την ιδέα να εγκαταλείψει τον μάταιο τούτο κόσμο. Τον κρατάει ζωντανό το γεγονός ότι θέτει τον εαυτό του στην υπηρεσία μιας αποστολής – έστω, με το αζημίωτο: να βρίσκει εξαφανισμένα ανήλικα κορίτσια, μπλεγμένα δολίως σε κυκλώματα πορνείας και να τιμωρεί όσους εμπλέκονται σε αυτά. Κι όταν λέμε «τιμωρεί» εννοούμε «σκοτώνει». Η τελευταία υπόθεση που αναλαμβάνει, όμως, θα τον φέρει αντιμέτωπο με τη διαφθορά σε ανώτερα επίπεδα, καθώς η Νίνα, το κορίτσι που ψάχνει, είναι κόρη ενός Αμερικάνου γερουσιαστή και στην εξαφάνισή της εμπλέκεται ένας άνθρωπος υπεράνω πάσης υποψίας...

Η άποψή μας: Ε, ναι λοιπόν, η Lynne Ramsay κάνει τον «Ταξιτζή» του 21ου αιώνα – οι αναλογίες είναι εμφανέστατες. Γι' αυτό και προτείνω σε αγαπητούς συναδέλφους να μην βιάζονται στις (αρνητικές τους) κρίσεις για την ταινία. Το ίδιο έκανε ο Ραφαηλίδης με την ταινία του Scorsese και μάλλον το μετάνιωσε πικρά αργότερα. Γιατί βρε παιδί μου, όλες οι ταινίες αυτοδικίας δεν είναι ίδιες. Είναι σαν να λέμε τη γνωστή φράση – πιπίλα «καταδικάζουμε τη βία από όπου κι αν προέρχεται». Έ, όχι ρε φίλε, μην εξισώνεις το θύτη με το θύμα! Ναι, η αστική δημοκρατία χρησιμοποιεί το Νόμο για να διατηρεί την Τάξη, για να μην μετατραπεί η κοινωνία, η κάθε ευνομούμενη κοινωνία, σε ζούγκλα. Και σας ρωτώ: είναι αυτό που ζούμε στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες δημοκρατία; Είναι δημοκρατία να είσαι παιδεραστής και να μην την πληρώνεις επειδή έχεις δύναμη και φράγκα αλλά να μπαίνεις στη φυλακή επειδή, ξέρω 'γω, έθιξες τον... Παϊσιο; Είναι ρητορική μίσους να λες «καλά του κάνανε του Παπαδήμου» και δεν είναι ρητορική μίσους να λες «κάτω η χούντα των Συριζανέλ» ή «κλείστε τώρα τα social media»;;;;; Πίσω στην ταινία μας.

Στα χέρια κάποιου άλλου σκηνοθέτη, η πρώτη ύλη από την pulp νουβέλα του Jonathan Ames θα μπορούσε να δώσει ως τελικό αποτέλεσμα κάτι στο πλαίσιο και στο μήκος κύματος του «Death Wish». Ή για να μην πάμε τόοοοσο πίσω, στις ταινίες με πρωταγωνιστή τον Charles Bronson, ας μνημονεύσουμε τις ταινίες τύπου «Taken», όπου η αυτοδικία έχει γίνει πλέον απλά ένας αστερίσκος της πλοκής, το εναρκτήριο λάκτισμα, για να δούμε μια σπινταριστή περιπέτεια. H Lynne Ramsey είναι έμπειρη, ξέρει τις παγίδες και τις αποφεύγει. Σαφώς και κάνει την καταγγελία της αλλά πιο πολύ την ενδιαφέρει η ψυχή του πρωταγωνιστή της. Το λακωνικό σε λέξεις σενάριό της βρίσκει τον απόλυτο εκφραστή της στο πρόσωπο (ναι, στο πρόσωπο) και την εσωτερική ερμηνεία ενός από τους πιο σπουδαίους σύγχρονους ηθοποιούς παγκοσμίως!

Με πυκνή γενειάδα που – κοίτα να δεις τώρα – μου τον έκανε να μοιάζει πάρα πολύ με τον Mel Gibson στην πρόσφατη «Βίαιη δικαιοσύνη» (Blood Father), ο Joaquin Phoenix θερίζει! Τον βλέπεις και με το βλέμμα του, την ανάσα του, τον τρόπο που λέει τις ελάχιστες λέξεις που χρησιμοποιεί, βιώνεις τον πόνο του χαρακτήρα που υποδύεται. Τον βλέπεις και ανατριχιάζεις! Τον βλέπεις και ξέρεις πως διορθώνοντας (βίαια) το κακό που κάνουν γουρούνια σε μικρά κορίτσια προσπαθεί να μην τρελαθεί, να μην σαλτάρει, να εξιλεωθεί. Δεν σώζει τα κορίτσια – εκείνα τον σώζουν! Είναι πραγματικά απίστευτος. Και εξαιρετικός στα δύο του δίδυμα. Τόσο με τη μητέρα του (πολύ καλή η Judith Roberts) όσο κυρίως με την πιτσιρίκα Ekaterina Samsonov, που περνάει σχεδόν απαρατήρητη σε μια άλλη ταινία στην οποία την είδαμε στις Κάννες, στο διαγωνιστικό, στο «Wonderstruck». Η σχέση του με τη μικρή Νίνα που υποδύεται η Samsonov δεν είναι ανάλογη με εκείνη του De Niro με την Foster στον «Ταξιτζή». Είναι πιο βαθιά, πιο δεμένη, πιο ολοκληρωμένη.

Παρά το σκοτεινό, σκοτεινότατο θέμα της, η ταινία διαθέτει σκηνές κατάμαυρου χιούμορ. Καθώς μαθαίνει απαραίτητες αλήθειες από έναν άνθρωπο που οδηγεί στο θάνατο, ο Τζο ξαπλώνει μαζί του στο πάτωμα, κρατιούνται χέρι χέρι και τραγουδούν μαζί το «I’ve Never Been To Me» της Charlene! Ξέρετε, αυτό το τραγούδι που μεταξύ των άλλων λέει «Oh I've been to Nice and the Isle of Greece»!!! Γενικώς, η ηχητική μπάντα είναι ένας από τους βασικούς πρωταγωνιστές της ταινίας. Τη μουσική υπογράφει ο θεούλης Jonny Greenwood των Radiohead, δεύτερη φορά για ταινία της Ramsey και τρίτη φορά για ταινία με πρωταγωνιστή τον Phoenix (καθώς ο Joaquin έχει πρωταγωνιστήσει στις δύο από τις τρεις ταινίες του Paul Thomas Anderson για τις οποίες έχει γράψει μουσική ο Greenwood!). Και το μοντάζ είναι πρωταγωνιστής και η διεύθυνση φωτογραφίας είναι εξαιρετική, τίποτα δεν μοιάζει άστοχο, ακόμα και οι σινεφίλ αναφορές είναι πανταχού παρούσες (εκείνο το διαλυμένο γυαλί πόσο «Αδέσποτα σκυλιά» και Peckinpah είναι ρε παιδιά – άλλη ταινία που κατηγορήθηκε για φασιστική στην εποχή της, όπως και ο «Ταξιτζής» για το θέμα της αυτοδικίας – είπαμε, είναι και η οπτική και η ηθική με την οποία διαπραγματεύεσαι ένα θέμα). Αλλά και... «Oldboy» έχουμε – ο δικός μας σκοτώνει με σφυρί – είθε να κρατούσε και δρεπάνι!

Υπάρχουν σκηνές πραγματικής ποίησης (όπως εκείνη της βύθισης στο ποτάμι, με τις πέτρες, μια διπλή υγρή ταφή με μία επιστροφή) υπάρχει και μία αστοχία: το φινάλε πριν το φινάλε. Φοβερό σε δύναμη, σοκαριστικό, «η ζωή αλλάζει δίχως να κοιτάζει τη δική σου μελαγχολία» και ματωμένα χρήματα, αλλά λίγο γίνεται προς εντυπωσιασμό. Το happy end (κι όμως!) εντέλει το κερδίζουν οι δύο ήρωες. Σπουδαία ταινία, indeed. Και σε όσους δεν άρεσε, δεν ήταν πραγματικά εκεί όταν προβαλλόταν...

Aus dem Nichts Cannes 2017

Της... αυτοδικίας λοιπόν στην αρχή αυτής της ανταπόκρισης, αλλά και στη συνέχειά της. Μιας που μιλάμε για τη νέα ταινία του πολύ πολύ αγαπημένου μας Fatih Akin, Aus dem Nichts (In the Fade). Πλάκα πλάκα, αυτή είναι η ένατη μεγάλου μήκους ταινία μυθοπλασίας του τουρκικής καταγωγής Γερμανού σκηνοθέτη, που αγαπάει το Αμβούργο (όπου γεννήθηκε) και την Ελλάδα (κι εμείς τον αγαπάμε, τα αισθήματα είναι αμοιβαία)!. Και είναι μόλις η δεύτερη ταινία του, που συμμετέχει στο διαγωνιστικό του φεστιβάλ των Καννών! Η προηγούμενη με την οποία διεκδίκησε τον Χρυσό Φοίνικα ήταν η ταινία «Η άκρη του ουρανού» (Auf der anderen Seite, 2007). Μάλιστα, εκείνη η ταινία κέρδισε το βραβείο σεναρίου και το βραβείο της Οικουμενικής Επιτροπής! Για να δούμε τι θα κάνει τούτη εδώ.

Η υπόθεση: Η Κάτια είναι μια Γερμανίδα που ζει στο Αμβούργο. Είναι ερωτευμένη με τον κουρδικής καταγωγής Νούρι Σεκέρτσι, ο οποίος βρίσκεται στη φυλακή για εμπόριο ναρκωτικών. Εκεί θα τον παντρευτεί. Έξι χρόνια μετά, ο Νούρι έχει βγει από τη φυλακή, δουλεύει ως νομοταγής πολίτης και επιχειρηματίας, η Κάτια κρατάει τα λογιστικά του βιβλία κι έχουν αποκτήσει μαζί κι έναν αξιολάτρευτο γιο, τον Ρόκο. Μια μέρα η Κάτια θα αφήσει τον Ρόκο στο γραφείο του πατέρα του για να πάει με την κολλητή της σε ένα σπα. Επιστρέφοντας, θα μάθει τα άσχημα νέα: έκρηξη βόμβας διέλυσε το γραφείο και σκότωσε τον Νούρι και τον Ρόκο! Η Κάτια είναι συντετριμμένη, τόσο που θέλει να βάλει τέλος στη ζωή της. Όταν η αστυνομία, με τη βοήθεια της Κάτιας, παύει να ψάχνει στην κατεύθυνση του ξεκαθαρίσματος λογαριασμών ως κίνητρο της βομβιστικής επίθεσης, αλλά συλλαμβάνει δύο νεοναζί ως υπαίτιους, υποκινούμενους από ρατσιστικό μίσος, η Κάτια παίρνει κουράγιο για να τους δει να τιμωρούνται. Θα τιμωρηθούν όμως; Μπορεί η δικαιοσύνη να τη δικαιώσει; Ή θα χρειαστεί να πάρει η ίδια το νόμο στα χέρια της;

Η άποψή μας: Μετά την αστοχία της «Μαχαιριάς» και το μικρό αλλά γλυκύτατο «Βερολίνο, Αντίο», που είδαμε (οι λίγοι που το είδαμε) φέτος στις αίθουσες της χώρας μας, ο Akin επιστρέφει σε ακόμα μεγαλύτερη φόρμα με τούτη τη δραματική ταινία. Είναι παράδοξο το γεγονός ότι η πρωταγωνίστρια της ταινίας, η Diane Kruger, παίζει για πρώτη φορά την Γερμανίδα σε γερμανική παραγωγή, όντας... Γερμανίδα. Η γυναίκα έχει παίξει σε δεκάδες ταινίες, κυρίως όμως γαλλικές ή και χολιγουντιανές παραγωγές. Κλείνουμε την παρένθεση. Η ταινία έχει σαφή διακριτά μέρη. Στην αρχή, μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, ο Akin μας συστήνει τους ήρωές του και με λιτές λεπτομέρειες μας βάζει στον κόσμο τους. Δεν φαφλατίζει, δεν απεραντολογεί, είναι καίριος, άμεσος, μας συστήνει τους ήρωές του και δεν μπορούμε παρά να τους συμπαθήσουμε. Ναι ρε παιδί μου, κι ένας μπλεγμένος με ναρκωτικά άνθρωπος μπορεί να έχει μια δεύτερη ευκαιρία, μπορεί να γίνει συνειδητοποιημένος πολίτης, θετικός για το κοινωνικό σύνολο, καλός οικογενειάρχης, όλα αυτά. Και μετά έρχεται η έκρηξη. Και η απώλεια. Και ο θάνατος.

Και στο κάδρο κυριαρχεί πλέον η Kruger. Που πνίγεται μέσα στη θλίψη. Που προσπαθεί να συνειδητοποιήσει τι έγινε και γιατί έγινε. Που δεν μπορεί να συνέλθει. Που είναι διαλυμένη. Αλλά που έχει τη διαύγεια να υπερασπιστεί τη μνήμη του άνδρα της και του παιδιού της. Όταν η αστυνομία αφήνει υπονοούμενα ότι ο άνδρας της έμπλεξε ξανά με τα ναρκωτικά και πως η έκρηξη είχε ως κίνητρο το ξεκαθάρισμα λογαριασμών, αντιδράει. Λογικά. Και αντιπροτείνει κάτι που της φαίνεται απολύτως λογικό επίσης: τη βόμβα την έβαλαν νεοναζί. Έτσι κι αλλιώς, καθώς έφευγε από το γραφείο, μίλησε με μια κοπέλα που άφησε το ποδήλατό της έξω από το γραφείο. Μια κοπέλα με χαρακτηριστικά... Άριας φυλής. Δεν την πιστεύει όμως κανείς. Και προχωράει σε μια πράξη, που εκείνη τη στιγμή της φαίνεται η πιο... λογική (και πάλι, αυτό το άτιμο το μυαλό). Μέσα στο μπάνιο κόβει τις φλέβες της.

Σ' αυτό το σημείο παραδόξως τούτη η ταινία θυμίζει τη βραβευμένη με Χρυσή Άρκτο φέτος στο Βερολίνο ταινία «On Body and Soul» της Ildikó Enyedi: και στις δύο, οι γυναίκες πρωταγωνίστριες σώζονται μετά από απόπειρα αυτοκτονίας μέσα στη μπανιέρα από ένα τηλεφώνημα. Η σκηνή που βγαίνει η Kruger από το γεμάτο αίμα μπάνιο της θα μπορούσε να είχε παρθεί από το «Carrie» ή από ταινία του Argento! Από αυτό το σημείο και μετά, η λογική της ταινίας αλλάζει. Γίνεται ένα δικαστικό δράμα. Και ο Akin χάνει για λίγο την ισορροπία του. Το ασπρόμαυρο κυριαρχεί στη δικαστική αίθουσα, το ασπρόμαυρο κυριαρχεί και σε ότι αφορά τους συμμετέχοντες στη δίκη. Οι νεοναζί κατηγορούμενοι (η κοπέλα με το ποδήλατο όπου ήταν παγιδευμένη η βόμβα και ο σύντροφός της) και ο δικηγόρος τους σκιαγραφούνται ως το απόλυτο κακό και η Kruger και ο δικός της δικηγόρος ως το απόλυτο καλό. Λογικό (υπερβολική χρήση της λέξης, αλλά ναι, απολύτως δικαιολογημένα): σκατά στους φασίστες και δεν μπορεί φασίστας να είναι καλός άνθρωπος. Αλλά να, ίσως θα μπορούσε να το δουλέψει λίγο περισσότερο αυτό το τμήμα ο σκηνοθέτης. Ήταν εύκολο γι' αυτόν να το αφήσει έτσι. Τέλος πάντων.

Στις σκηνές του δικαστηρίου κάνει μεγάλη εμφάνα και ο Γιάννης Οικονομίδης, ο γνωστός σκηνοθέτης μας, που υποδύεται έναν χρυσαυγίτη (!!!) ο οποίος δίνει άλλοθι στους κατηγορούμενους (ότι και καλά, την εποχή που έγινε η επίθεση, βρίσκονταν στο ξενοδοχείο του, στην Ελλάδα), όταν ο ίδιος ο πατέρας του νεοναζί τον κατηγορεί ξεκάθαρα ως βέβαιο οργανωτή της επίθεσης (πάρα πολύ καλός για άλλη μια φορά ο Ulrich Tukur στον μικρό του ρόλο). Και μετά; Η δικαιοσύνη όντας τυφλή (ή κάνοντας τα στραβά μάτια εκεί που πρέπει κι εκεί που θέλει) αφήνει τους κατηγορούμενους ελεύθερους λόγω έλλειψης αρκετών επιβαρυντικών στοιχείων. Εσείς τι θα κάνατε στη θέση της Kruger, με δεδομένη την ενοχή των κατηγορούμενων, παρά την άδικη απόφαση του δικαστηρίου; Θα τους συγχωρούσατε; Μπράβο, αυτό θα σας έκανε καλούς Χριστιανούς. Ή θα ζητούσατε να πάρετε εκδίκηση; Κι εδώ μπαίνει και πάλι το ακανθώδες ζήτημα της αυτοδικίας.

Κι άλλη παρένθεση εδώ: στο «120 battements par minute» τα μέλη της Act Up, βλέποντας πως η κυβέρνηση Μιτεράν και η δικαιοσύνη δεν κάνουν τίποτε για να αντιμετωπιστεί η μάστιγα του Aids, προβαίνουν σε δυναμικές αντιδράσεις. Μεταξύ αυτών, πετάνε μπαλόνια ή καπότες (δεν θυμάμαι) γεμάτες με ψεύτικο αίμα, σε ανευθυνο-υπεύθυνους. Δεν είναι αυτό... αυτοδικία; Δεν αντιδρούν σε κάτι που μπορεί να στερήσει τη ζωή τους, που τους αδικεί κατάφωρα, παίρνοντας το νόμο στα χέρια τους; Έχουν άδικο; Δεν ασκούν βία; Ναι, οι γραμμές είναι πολύ λεπτές, αλλά με αφορμή και τα όσα συμβαίνουν στη χώρα μας μετά την επίθεση στον Παπαδήμο, τα όσα έγραψε ο Φιλιππάκης, η μήνυση Στουρνάρα, λίγο έλεος, εντάξει; Αυτοδικία, λοιπόν. Το ποιος θα αποφασίσει αν είναι σωστή ή λάθος έχει να κάνει με το από ποια μεριά του φράχτη βρίσκεσαι. Κι εδώ, όμως, ο Akin το παλεύει το θέμα όπως και η πρωταγωνίστριά του. Ο άνδρας της σκοτώθηκε, το παιδί της σκοτώθηκε, η δικαιοσύνη την πρόδωσε και οι δολοφόνοι βρίσκονται εκεί έξω (στην Ελλάδα συγκεκριμένα!!!), να κρύβονται (γνωστά θρασύδειλα), μέχρις ότου αποφασίσουν να προχωρήσουν σε κάποια άλλη πράξη βίας, και πάλι ατιμώρητη. Τι κάνεις; Πώς πολεμάς τον φασισμό; Αν βάλει απλά τα εκρηκτικά και τους σκοτώσει, όπως σχεδιάζει αρχικά η Kruger, θα εξισωθεί με αυτούς στα βλέμματα κάποιων θεατών – όχι όλων, αλλά λέμε. Δεν μπορεί όμως και να τους αφήσει και ατιμώρητους. Οπότε... «Αποθανέτω η ψυχή μου μετά των άλλων αλλοφύλων».

Συγκλονιστική ταινία, που σε στιγμές θυσιάζει τη λεπτότητα υπέρ του μηνύματος. Αυτό.

L'amant double Cannes 2017

Και πάμε στην πιο απολαυστική ταινία του διαγωνιστικού τμήματος – με διαφορά! Το L'amant double του François Ozon είναι το πιο αστείο πάτσγουορκ – φόρος τιμής σε 586 χιλιάδες σκηνοθέτες και σκηνές που έχουμε δει στο παρελθόν! Κι έχει τουλάχιστον μια δική του, ολόδική του σκηνή, που πλέον είναι ανθολογίας. Θα επανέλθουμε, γιατί εδώ είμαστε στην εισαγωγή! Η 18η μεγάλου μήκους ταινία του 50χρονου σκηνοθέτη είναι μόλις η τρίτη του που διεκδικεί τον Χρυσό Φοίνικα, μετά τις ταινίες «Η πισίνα» (Swimming Pool, 2003) και «Νέα & όμορφη» (Jeune & jolie, 2013), συμμετέχοντας στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ των Καννών. Αν κάνει την... αποκοτιά και της δώσει κανάν Χρυσό Φοίνικα ο Almodovar σήμερα το βράδυ, θα μιλάμε για την πιο fun βράβευση όλων των εποχών. Και όσο να πεις, το προτιμώ, από το να βραβευτεί το φαβορί κατά πως φαίνεται «120 battements par minute», μια ταινία δύο ωρών και 20 λεπτών που οι δύο ώρες της διαδραματίζονται σε ένα αμφιθέατρο όπου μαζεύονται τα μέλη της Act Up και μιλάνε, μιλάνε, μιλάνε, the french way. Πολύ κινηματογραφικό ενδιαφέρον, τι να πω! Ήδη η συγκεκριμένη ταινία κέρδισε το βραβείο της FIPRESCI ως η καλύτερη του διαγωνιστικού – για να μην μπερδευόμαστε, η ταινία του Campillo, όχι του Ozon. Οι συνάδελφοι, όπως διαπίστωσα και από τα βραβεία που έδωσε η Διεθνής Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου, σίγουρα στερούνται χιούμορ – ή διαθέτουν μπόλικο από αυτό...

Η υπόθεση: Η Κλοέ είναι μια πανέμορφη, νέα γυναίκα. Παλιότερα μάλιστα δούλευε ως μοντέλο. Διαμαρτύρεται για πόνους στο στομάχι της. Κι όταν οι γιατροί στους οποίους απευθύνεται δεν της βρίσκουν τίποτε σωματικό, αποφασίζει με την παρότρυνση κάποιου από αυτούς να πάει σε ψυχίατρο, μιας που το πρόβλημά της κατά πως φαίνεται, είναι ψυχολογικό. Πηγαίνει στον Πολ Μεγιέρ και βρίσκει τις συναντήσεις μαζί του εξαιρετικά απελευθερωτικές. Εκείνος την ακούει κι εκείνη ξανοίγεται ολοένα και περισσότερο. Κάποια στιγμή της λέει πως δεν μπορεί να την βλέπει πια, καθώς την έχει ερωτευθεί. Οι συνεδρίες ολοκληρώνονται, η Κλοέ δείχνει ευτυχισμένη, οι πόνοι έχουν φύγει και οι δυο τους... παντρεύονται και ζουν μαζί. Η Κλοέ πιάνει δουλειά σε ένα μουσείο, όλα δείχνουν καλά. Τα προβλήματα θα επιστρέψουν όταν η Κλοέ αντιληφθεί πως δεν ξέρει σχεδόν τίποτε για τον Πολ, ενώ εκείνος γνωρίζει τα πάντα για εκείνην. Γιατί της κρύβει πράγματα; Ποια η σχέση του επίσης ψυχιάτρου Λουί Ντελόρντ με τον Πολ; Γιατί μοιάζουν σαν δυο σταγόνες βροχής; Κι εντέλει, τι είναι αυτοί οι πόνοι στο στομάχι, που επιστρέφουν;

Η άποψή μας: Αρχίζει η ταινία, πέφτουν οι τίτλοι αρχής και βλέπουμε την Κλοέ να της κόβουν τα μακριά μαλλιά. Η μουσική είναι ωραία, οι τίτλοι πέφτουν χαλαρά, η Marine Vacth, που υποδύεται την Κλοέ είναι πανέμορφη, όλα καλά. Κατ. Κοντινό. Γκρο πλάνο ρε παιδιά, πως το λένε. Κάτι βγαίνει από έναν σάρκινο ροζ σωλήνα. Βλέπουμε ένα υπέροχο αιδοίο. Βρισκόμαστε σε ιατρείο και η γυναικολόγος μόλις έχει τελειώσει μια κολποσκόπηση, βγάζοντας τον κολποδιαστολέα. Το αιδοίο, εκεί, σε όλη του την υπέροχη μεγαλοπρέπεια. Κατ. Και μοντάζ κατευθείαν με το πράσινο, υγρό μάτι της Κλοέ. Σε κάθετη λήψη. Όχι οριζόντια. Με το μετείκασμα να στέλνει κατευθείαν το μήνυμα: αιδοίο ίσον μάτι! Με το μάτι βλέπουμε τη ζωή. Από το αιδοίο γεννιέται η ζωή! Ρε τον μπαγάσα, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα ο Ozon κάνει μια υπέροχη δήλωση για το σινεμά (που ως γνωστό είναι ένα ανοιχτό παράθυρο στον κόσμο) για τη ζωή και αποτίνει έναν βλάσφημο φόρο τιμής στον «Ανδαλουσιανό σκύλο» του Luis Buñuel και του Salvador Dalí! Εκεί, ένα ξυράφι κόβει ένα μάτι!

Εννοείται πως στην ταινία δεν υπάρχει κανένας σκύλος, παρά μόνο στον τίτλο. Ε, στην ταινία του Ozon το πόσο πολλές γάτες υπάρχουν (ζωντανές και βαλσαμωμένες) δείχνουν ότι συνεχίζει το αστείο, χωρίς μέτρο, έτσι, γαμάτα! Και μην ξεχνάμε βεβαίως πως στα αγγλικά η γάτα είναι γνωστή και ως pussy, ήτοι, μουνί. Πω πω πω, και δεν έχουμε ξεκινήσει ακόμα, έτσι; Ο Ozon δημιουργεί ένα ερωτικό θρίλερ και διασκεδάζει αφάνταστα στην πορεία! Οι αναφορές του πέφτουν η μία μετά την άλλη με ρυθμό πολυβόλου! Προφανέστατη αναφορά νούμερο ένα: «Οι διψασμένοι» (Dead Ringers, 1988) του David Cronenberg. Δίδυμοι γυναικολόγοι εκεί δίδυμοι (;;;;;) ψυχίατροι εδώ. Η μήτρα όμως, στο επίκεντρο και των δύο ταινιών. Τα πολλαπλά είδωλα, το παιχνίδι με τα τζάμια και τους καθρέφτες, παραπέμπει τουλάχιστον στον Orson Welles και στην «Κυρία της Σαγκάης» (The Lady from Shanghai, 1947). Οι πρώτες συναντήσεις με τον Πολ, όπου το μοντάζ φέρνει τα δύο πρόσωπα κοντά ενώ βρίσκονται μακριά είναι ντάλε κουάλε Brian De Palma.

Ο Ozon παίζει, το είπαμε αυτό, έτσι; Και ασχολείται με τη γυναικεία υστερία. Με τη γυναικεία ψυχρότητα. Όταν η Κλοέ έρχεται για πρώτη φορά στη ζωή της σε οργασμό και πάλι ο θεούλης Γάλλος χρησιμοποιεί κάμερα μέσα στον κόλπο που τον δείχνει (τον κόλπο) να γεμίζει με κολλώδες υγρό και να ανοιγοκλείνει από χαρά – όπως έλεγε μια παλιά συνάδελφος στον «Αγγελιοφόρο»: «χειροκροτάει το παπάκι της» (παιδιά, σόρι, αν γράφω τα πράγματα όπως ακριβώς είναι θα χαρακτηριστώ χυδαίος – που είμαι, αλλά να, προσπαθώ να κρατάω τα προσχήματα)! Και βέβαια, έχει πολύ Hitchcock η ταινία. Πολύ! Και μια διεστραμμένη (;;;) οπτική πάνω στο σεξ, αλά Verhoeven.

Όλα όσα βλέπουμε στην ταινία τα βλέπουμε μέσω της Κλοέ, που είναι βέβαια αυτό που λέμε «μη αξιόπιστος αφηγητής». Α, ναι, τώρα θυμήθηκα: και Polanski παιδιά βάζει ο Ozon, και Polanski της «Αποστροφής»! Μετά το υπέροχο «Frantz», την πιο ήσυχη, διακριτική, τρυφερή θα τολμούσα να πω ταινία της φιλμογραφίας του, ο Ozon αποφασίζει να ξεσαλώσει! Το καταδιασκεδάζει κι αυτό περνάει και στην αίθουσα! Αυτή ήταν η πιο φαν δημοσιογραφική προβολή όλου του φεστιβάλ! Βάζει και μια επιστημονικότητα σε όλο αυτό, αλά Trier για το τι είναι κανιβαλιστικά δίδυμα ή παρασιτικά δίδυμα, για το πως προκύπτουν λόγω ιδιαίτερης βιολογίας οι γάτες, έχει και φροϊδικές και λακανικές αναφορές για το βλέμμα, μιλάμε, την κάναμε λαχείο στην προβολή! Εννοείται ότι χρησιμοποιεί και σκηνές ονείρου (όλα τα κλισέ, είναι τρομερός!) και σε μια από αυτές που... πονάει, θα ξανασκεφτείτε πολύ την έννοια του strap-on όπως τη γνωρίζατε. Βρε τι θυσίες κάνει ένας άνδρας όταν αγαπάει...

Η Marine Vacth είναι πανέμορφη (και η ομοιότητά της με την δική μας Δάφνη Πατακιά είναι συγκλονιστική – θα μπορούσαν άνετα να παίξουν τις αδελφές σε μια ταινία προσεχώς – είναι πιο όμορφη από τη δική μας, αλλά η Δάφνη μας είναι σαφώς πιο ταλαντούχα και εννοείται πιο ερωτική – η Vacht όντως βγάζει μια ψυχρότητα – τέλειο κάστινγκ by the way). Ο Jérémie Renier ανταποκρίνεται επαρκώς στις ανάγκες του διπλού του (!!!!) ρόλου κι έχουμε και μια εμφάνιση από τις σπάνιες τα τελευταία χρόνια της επίσης γυναικάρας στα νιάτα της, Jacqueline Bisset. Δεν ξέρω πόσο άλλαξε τα φώτα στο βιβλίο της Joyce Carol Oates «Lives of the Twins» πάνω στο οποίο βασίστηκε το σενάριο (η Joyce το έγραψε χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Rosamond Smith) αλλά ο Ozon μας... έφτιαξε, ποικιλοτρόπως με την ταινία του! Ήταν αυτό ακριβώς που χρειαζόμασταν. Εύγε, ζήτω και μπράβο!

Good Time Cannes 2017

Τελευταία ταινία από το διαγωνιστικό που είδαμε είναι μία που έχει ελληνικό ενδιαφέρον. Είναι το Good Time των αδελφών Safdie (του Ben και του Joshua). Γιατί έχει ελληνικό ενδιαφέρον; Μα γιατί πίσω από την ταινία βρίσκεται το Hercules Film Fund, ένα fund ειδικού σκοπού που διευθύνεται από τον Πάρι Κασιδόκωστα-Λάτση. Και για αυτό φαντάζομαι ο βασικός ήρωας της ταινίας, τον οποίο υποδύεται ο Robert Pattinson, είναι ελληνικής καταγωγής! Αυτή είναι η τρίτη μεγάλου μήκους ταινία των αδελφών Safdie, που στην Ελλάδα τους ανακαλύψαμε μέσω του Λευτέρη Αδαμίδη, όταν ηγούνταν του τμήματος «Ημέρες Ανεξαρτησίας» στο φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, και τους είχε καλέσει κιόλας στην πόλη μας. Για να δούμε τι έχουν να μας δώσουν τα δύο αυτά παράξενα αδέλφια προσεχώς...

Η υπόθεση: Ο Κόνι Νίκας είναι ένας ελληνικής καταγωγής νεαρός, που έτυχε να ανήκει στους φτωχούς αυτού του κόσμου. Είναι απίστευτα προστατευτικός απέναντι στον μικρότερο αδελφό του, τον Νικ Νίκας (σ.σ.: μουάχαχαχαχαχα), ο οποίος έχει πνευματική καθυστέρηση (μου διαφεύγει αυτήν τη στιγμή ο πολιτικά ορθός όρος). Θα τον αρπάξει από μια συνεδρία με έναν ψυχίατρο, ελευθερώνοντάς τον και μαζί θα προχωρήσουν σε μια ληστεία τράπεζας! Όλα βαίνουν καλώς, αλλά τελικά, όχι, όλα πάνε σκατά! Η αστυνομία τους στριμώχνει, τα χρήματα μαρκάρονται από κόκκινη μπογιά που σκάει και ο Νικ συλλαμβάνεται αφού τραυματίζεται άσχημα και τον πάνε στο νοσοκομείο όπου φυλάσσεται από την αστυνομία, τυλιγμένος με γάζες σε όλο του το κεφάλι. Ο Κόνι γλυτώνει. Προσπαθεί να μαζέψει χρήματα για να βγάλει τον αδελφό του με εγγύηση. Δεν τα καταφέρνει. Και μετά αποφασίζει να... απαγάγει τον αδελφό του από το νοσοκομείο. Το τι θα ακολουθήσει θα είναι μια από τις πιο παράξενες νύχτες που έχει ζήσει ποτέ κάποιος στη Νέα Υόρκη!

Η άποψή μας: Σαν να συνάντησε το «Μετά τα μεσάνυχτα» (After Hours, 1985) του Martin Scorsese το «Εκτός ορίων» (Crank, 2006) των Neveldine – Taylor είναι ετούτη η σπιντάτη κατάδυση στις φτωχογειτονιές της Νέας Υόρκης. Ναι, είναι μια περιπέτεια η ταινία, με μπόλικη βία κι ακόμα περισσότερο διεστραμμένο χιούμορ, αλλά δεν είναι περιπέτεια από αυτές που κυριαρχούν στα μούλτιπλεξ. Κι αυτό γιατί αν ξύσει κανείς λίγο την επιφάνεια θα βρει από κάτω μια εξαιρετική, πικρή, κριτική ματιά στο σύγχρονο αστικό τοπίο των άσχημων μεγαλουπόλεων, των γεμάτων αποξενωμένων ανθρώπων, όπου ο παραλογισμός είναι το κυρίαρχο στοιχείο.

O Robert Pattinson μπορεί να δίνει και την καλύτερη ερμηνεία της έως τώρα καριέρας του, όντας ένας άνθρωπος που μεγάλωσε χωρίς αγάπη και φροντίδα, έχει τις καλύτερες προθέσεις, αγαπά και προστατεύει τον αδελφό του, αλλά δεν μπορεί παρά να κάνει το ένα λάθος μετά το άλλο σε κρίσιμες καταστάσεις. Και να διαλέγει πάντα τον λάθος δρόμο, την λάθος κίνηση, τη λάθος έκφραση. Η σχέση του με τον απαχθέντα (δεν σας λέω περισσότερα γιατί θα σας χαλάσω μια από τις πιο διασκεδαστικές σκηνές της ταινίας) βγάζει πολύ γέλιο, η σχέση του με την πιτσιρίκα αφροαμερικάνα, που μπαίνει στην περιπέτεια από καθαρή βαρεμάρα, λέει πολλά για την αμερικάνικη κοινωνία (ακόμα και η επιλογή των αδελφών να κλέψουν την τράπεζα φορώντας μάσκες αφροαμερικάνων δηλώνει πολλά περισσότερα από οποιαδήποτε ταινία καταγγελίας), η ηχητική μπάντα είναι σπουδαία, τα δάνεια από την αισθητική των seventies είναι καλοδεχούμενα, γενικώς απορώ γιατί μερικοί συνάδελφοι ξίνισαν απέναντι σε τούτη την ταινία. Ωραιότατη ήταν και άφησε υποσχέσεις για ένα ακόμα καλύτερο μέλλον.

Αυτά παιδιά. Έμεινε να στείλω άλλη μια ανταπόκριση... μετά το πέρας του φεστιβάλ, στην οποία θα αναφερθώ σε μερικές ακόμα ταινίες και συγκεκριμένα στις ταινίες «The Florida Project» του Sean Baker, το «Nos années folles» του André Téchiné, το «La Novia del Desierto» των Cecilia Atán, Valeria Pivato και το «Makala» του Emmanuel Gras. Για να δούμε τι θα δούμε στην αποψινή απονομή...

Θοδωρής Γιαχουστίδης

Cannes Film Festival 2016 Live
Περισσότερα... »



Cannes Film Festival 2017 Live

του Θόδωρου Γιαχουστίδη

Καμία ταινία – βόμβα δεν έσκασε στην Κρουαζέτ

Και περιμένουμε που λέτε στην ουρά για να δούμε αν θα καταφέρουμε να μπούμε στην πρώτη δημοσιογραφική προβολή της νέας ταινίας του François Ozon και «σκάει» η είδηση: παγιδευμένος με εκρηκτικά φάκελος εξερράγη μέσα στο θωρακισμένο αυτοκίνητο του (πρώην πρωθυπουργού μεταξύ των άλλων – και κυρίως τραπεζίτη), Λουκά Παπαδήμου. Τρεις τραυματίες, μεταξύ των οποίων και ο ίδιος ο Παπαδήμος! Και αφού είδαμε την ταινία και μπήκαμε στα σόσιαλ μίντια για να δούμε πως αντέδρασε ο κόσμος απέναντι στην είδηση, δεν νιώσαμε καμία έκπληξη. Ο κλασικός διχασμός. Από τη μία «καλά του κάνανε», «θα σφίξουν λίγο οι κώλοι», «δεν θα ψηφίζουν πλέον όλοι ναι σε όλα», «κανείς δεν ασχολήθηκε με την έκρηξη – εργατικό ατύχημα στον Ασπρόπυργο» και από την άλλη «απειλή για την δημοκρατία», «ύποπτοι μπαχαλάκηδες», «η μόνη χώρα στην Ευρώπη με εσωτερική τρομοκρατία», «είμαστε όλοι Παπαδήμος» (αυτό το τελευταίο, εντάξει, μεγάλο σουξέ). Βγήκε κι έκανε δήλωσε και ο Σημίτης. Ο Σημίτης ρε παιδιά! Καταδικάζουμε τη βία απ' όπου κι αν προέρχεται – μουάχαχαχαχαχαχα, και άρχισαν και οι θεωρίες συνωμοσίας. Ευτυχώς, γυρνάω σύντομα και θα ξαναγίνουν όλα αυτά μέρος της καθημερινότητάς μου. Μου έλειψαν...

Ξέχασα να αναφερθώ στο θρίαμβο της Μάντσεστερ Γιουνάιτετ απέναντι στον Άγιαξ, ξέρετε, την ολλανδική ομάδα που μονίμως μας στερεί εμάς τους ΠΑΟΚτζήδες την είσοδο στο τιμημένο Τσάμπιονς Λιγκ. Φέτος τα πράγματα αλλάζουν. Τσιμπήσαμε το κυπελλάκι, πάμε να πάρουμε και την πρωτιά στα πλέι οφ, να ενισχυθούμε και λίγο και ποιος μας πιάνει!

Djam Cannes 2017

Σήμερα, σε ότι αφορά τις ταινίες, θα μιλήσω μόνο για μία. Θα είναι μια ανταπόκριση αφιερωμένη σε μία ταινία. Γιατί αυτή η ταινία έγινε η αγαπημένη μας του φεστιβάλ. Σίγουρα δεν είναι η καλύτερη που είδαμε. Είναι αυτή όμως που αγαπήσαμε βαθιά, με όλο μας το είναι. Μιλάω βεβαίως για το «Djam» του Tony Gatlif, που προβλήθηκε στο επίσημο πρόγραμμα, ως μοναδική νέα ταινία του προγράμματος «Cinéma de la plage». Ουσιαστικά, είναι ένα πρόγραμμα που δομείται από ταινίες οι οποίες προβάλλονται στην παραλία των Καννών, κάτι σαν θερινός κινηματογράφος με δωρεάν είσοδο. Και επιλέχτηκε τούτη η ταινία για προφανείς λόγους. Μπόλικη μουσική, χορός, ευθυμία παντού. Εμείς είδαμε την ταινία στη δημοσιογραφική προβολή της, μάθαμε όμως πως στην επίσημη προβολή, στην παραλία, έγινε πανικός, καθώς μετά την προβολή δόθηκε και συναυλία! Πανικός 100% δικαιολογημένος! Ο γεννημένος στην Αλγερία Michel Dahmani, γνωστός ως Tony Gatlif, έχει αράβικες και τσιγγάνικες ρίζες και είναι Γάλλος υπήκοος. Και όπως κάθε του ταινία, έτσι και τούτη, είναι γεμάτη μουσική και τραγούδια!

Η υπόθεση: Η Ντζαμ είναι μια νεαρή, 25χρονη Ελληνίδα, περιπετειώδης, ατίθαση και απελευθερωμένη από κάθε είδους σύμβαση. Ζει με τον θετό της πατέρα, τον Κακούργο, που τον αναφέρει ως «θείο» και τη νέα του γυναίκα (μιας που η δική της μητέρα, τρομερή τραγουδίστρια του ρεμπέτικου, έχει πεθάνει) στη Μυτιλήνη. Ο Κακούργος διατηρεί από τη μια ένα ταβερνάκι βουτηγμένο στα χρέη κι από την άλλη ένα καράβι, με το οποίο παλιότερα, όταν πήγαιναν ακόμα τουρίστες στο νησί, τους έκανε τον γύρο του ή κοντινές εξορμήσεις σε παραλίες. Πλέον, το καράβι είναι δεμένο στο λιμάνι της Μυτιλήνης μιας που ούτε τουρίστες υπάρχουν αλλά και δεν μπορεί να λειτουργήσει, καθώς έχει χαλάσει ένα βασικό εξάρτημα. Ο Κακούργος θα στείλει την Ντζαμ στην Κωνσταντινούπολη, όπου σίγουρα υπάρχουν τεχνίτες που μπορούν να αντιγράψουν το εξάρτημα και να φτιάξουν καινούργιο, έτσι όπως πρέπει. Εκεί, η Ντζαμ θα συναντήσει την Αβρίλ, μια νεαρή Γαλλίδα, χαμένη στο άπειρο, που πήγε στην Πόλη με στόχο να βοηθήσει πρόσφυγες από τη Συρία αλλά την εγκατέλειψε, μόνη και χωρίς χρήματα, ο φίλος της. Η Ντζαμ παίρνει την Αβρίλ υπό την προστασία της. Και μαζί θα περάσουν μια μεγάλη περιπέτεια. Μια περιπέτεια με πολλές στάσεις στη διαδρομή Κωνσταντινούπολη – Μυτιλήνη μέσω Καστανιών, Διδυμότειχου, Κομοτηνής και Καβάλας

Η άποψή μας: Χρειάστηκε ένας τσιγγάνος όπως ο Tony Gatlif για να γυρίσει την αγαπημένη μας ταινία για το εφετινό φεστιβάλ των Καννών λοιπόν! Το «Djam» είναι μια ταινία για το ρεμπέτικο και για την καλώς εννοούμενη έννοια της ελληνικότητας αλλά και για τους μετανάστες απανταχού του κόσμου. Δεν θα αρέσει στους νεοφιλελέδες, στους χίπστερ και στους φασίστες. Είναι μια ταινία όπου οι ήρωες πίνουν ούζο και μπύρα Βεργίνα κι όχι aperol spritz. Είναι μια ταινία όπου σε τοίχους είναι γραμμένο το PAOK Gate 4! Είναι μια ταινία στην οποία λάμπει - επαναλαμβάνω λάμπει - η Δάφνη Πατακιά! Όπου σκιζ' και πάει ο Μιχάλης Ιατρόπουλος ως ταξιτζής (και δείτε πως τον πληρώνει η Πατακιά!) και ο Γιάννης Μποσταντζὀγλου, που είναι απλά σπαραχτικός. Όπου εμφανίζεται αυτή η μορφάρα, ο Σόλων Λέκκας! Όπου καταγράφεται γνήσιο ελληνικό γλέντι στο «Ουζοθαραπεία», τον παραδοσιακό καφενέ του Γιάννη στον Αφάλωνα. Όπου η Ελλάδα της κρίσης αποτυπώνεται άλλοτε χαμηλότονα κι άλλοτε μαξιμαλιστικά, υπερβολικά, τραβηγμένα.

Και παντού, παντού, παντού, να υπάρχει έντονη η παρουσία των Σύριων μεταναστών, χωρίς να βλέπουμε ποτέ ούτε έναν από αυτούς. Υπάρχουν όμως στα αράβικα συνθήματα στους τοίχους, υπάρχουν στη διαδρομή των δύο κοριτσιών, υπάρχουν στα σωσίβια που είναι συσσωρευμένα, παρατημένα, instalattion του τρόμου, στις παραλίες της Λέσβου. Υπάρχουν στους στίχους των τραγουδιών των ρεμπέτικων τραγουδιών. Ο νόστος. Η χαμένη πατρίδα... Δεν φεύγει μακριά από το γνωστό του ύφος ο Gatlif. Τα μουσικά του νούμερα είναι υπέροχα και τα τραγούδια που ακούγονται είναι απίθανα. Εντάξει, τραγουδούσα και ταρακουνιόμουν μόνος μου στο κάθισμα μέσα στην αίθουσα Bazin – ευτυχώς δεν με πήραν χαμπάρι οι συνάδελφοι από παντού στον κόσμο – ή μήπως με πήραν; Τι «Aman doktor», τι «Γκελ γκελ καϊξή», τι «Αγαπώ μια παντρεμένη» κι εκείνο το «Istemem babacim» (ευχαριστώ δημόσια τον Τέλλο Φίλλη, που με βοήθησε να το ταυτοποιήσω), τι τραγουδάρες ρε παιδιά! Και επιστρέφω στη μορφάρα, την Πατακιά. Που τραγουδά όλα τα τραγούδια μόνη της. Κι έχει τρομερή πλάκα το γεγονός ότι τα τραγούδια «εμφανίζονται» από το πουθενά, με μια κίνηση του χεριού – θεϊκό!

Η Πατακιά ρε παιδιά. Που έμαθε πέρα από το να τραγουδάει (ό,τι ακούμε είναι από τη φωνή της!), να παίζει μπαγλαμαδάκι και να χορεύει χορό της κοιλιάς. Μια σαρωτική παρουσία, δεν μπορεί να ξεκολλήσει το μάτι σου από πάνω της. Κι εντάξει, όπως και ο Γιάνναρης στο ανεκδιήγητο «Το τέλος της άνοιξης» και ο Gatlif τη βάζει να εμφανίζεται γυμνή, χωρίς να είναι απαραίτητο από το σενάριο – προς τέρψιν πάντως ημών που θαυμάζουμε το ωραίο. Γενικώς, τη βάζει να κάνει πράγματα... παράξενα: πχ σε μια σκηνή ζητάει από την Αβρίλ να της κάνει... αποτρίχωση με αφρό ξυρίσματος και ξυραφάκι. Κι όχι brazilian παρακαλώ! Σε μια άλλη σκηνή κατουράει στον τάφο του φασίστα παππού της! Τέτοια πράγματα! Αλλά βγαίνει αγέρωχη από κάθε σκηνή – μια δύναμη της φύσης που κολλάς επάνω της! Το μέλλον είναι όλο δικό της, η παρουσία της είναι μαγνητική, είναι θεά! Έχουμε λοιπόν, από τη μια την παρουσία της Πατακιά, που συναρπάζει. Έχουμε τα ρεμπέτικα, που εντάξει, παθαίνεις ζημιά, γιατί ο Gatlif ξέρει πως να κινηματογραφεί σκηνές τραγουδιού και μουσικής. Έχουμε ένα road movie γυναικείο, στο δρόμο του... μεταξιού, αυτόν που ακολουθούν οι Σύριοι πρόσφυγες. Έχουμε την φατσάρα, τον Simon Abkarian, τον αρμένικης καταγωγής ηθοποίαρο, που μιλάει και ελληνικά στην ταινία και σηκώνει τραπέζι με τα δόντια του, όπως οι παλιοί ρεμπέτες. Έχουμε σκηνές που σε λυγίζουν. Όπως εκείνη με τον γιο του Μποσταντζόγλου, ο οποίος, αφού τα χάνει όλα λόγω κρίσης, σκάβει τάφο και ζητάει να τον θάψουν όρθιο! Και ζωντανό! Ο οποίος αργότερα βρίσκει τα κορίτσια, πίνουν, τραγουδάνε, χορεύουν και εξομολογείται αποφασισμένος πως θα φύγει μετανάστης στη Νορβηγία: «θα την ζεστάνουμε τη Νορβηγία». Ναι ρε μάγκα, να δούμε ποιος θα μείνει στην Ελλάδα την τύχη μου μέσα – μάλλον μόνον οι «μένουμε-ευρώπηδες». Η Αβρίλ ως παρουσία δεν λέει και πολλά, λειτουργεί για να φωτίσει ακόμα περισσότερο η Ντζαμ.

Και για να μην αποθεώνουμε μόνο την ταινία, να πούμε και τα φάουλ της. Αρχικά, τα ονόματα: Ντζαμ και Κακούργος; Χμ. Εντάξει, το Ντζαμ είναι συμβολικό. Είναι αυτός που φεύγει, αυτός που ξεφεύγει, αυτός που χάνεται. Αλλά στην Ελλάδα δεν μπορεί κάποιος να ονομάζεται Ντζαμ, σωστά; Και γιατί το επίθετο Κακούργος ρε φίλε; Καλά, αυτά είναι λεπτομέρειες. Το βασικό «πρόβλημα» είναι άλλο: όταν έρχονται από την Τράπεζα της Ελλάδας (να δείτε, θυμίστε μου σας παρακαλώ, ποιος ήταν διοικητής της για χρόνια, χμ...) να κατάσχουν την ταβέρνα του Κακούργου, η Ντζαμ αντιδρά... λαϊκίστικα. Τα «μας έχετε γαμήσει», «θα μου κατάσχετε και τα σκατά;», «μαλάκες, δεν ντρέπεστε», «τραπεζίτες κλέφτες» είναι κάπως πομπώδη και αφελή είναι η αλήθεια. Μπορεί να εκφράζουν εν πολλοίς το λαϊκό αίσθημα στην Ελλάδα, αλλά θα μπορούσε να το δουλέψει περισσότερο ο Gatlif αυτό, όχι τόσο μέσα στα μούτρα, φαίνεται ψεύτικο κι ας είναι τόσο αληθινό. Εντέλει, ο Gatlif, κλείνει αισιόδοξα την ταινία του. Ανοιχτά, με ορίζοντα την ανοιχτή θάλασσα. Την οποία έχουν διασχίσει εκατομμύρια μετανάστες μέσα στους αιώνες.

Γεια σου ρε «Djam», για όλους όσους ζήσαμε ως μετανάστες, που οι γονείς μας ήταν μετανάστες, και που πολύ πιθανόν θα μεταναστεύσουμε ξανά και πάλι. «Θα την ζεστάνουμε τη Νορβηγία». Αγάπησα γιατί είναι μια ταινία φτιαγμένη με πάθος και οτιδήποτε φτιαγμένο με πάθος, έχει και λάθη, και παραβλέψεις και υπερβολές. Ουφ, θα έρθει στην Ελλάδα και τα ξαναλέμε! Και δεν νομίζω πως θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερη ταινία για να είναι ταινία έναρξης του ερχόμενο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης του Νοεμβρίου. Εννοείται με συναυλία μετά στην Αποθήκη στο Λιμάνι κι όχι τα συνηθισμένα ξενέρωτα πάρτι. Αυτά.

Θοδωρής Γιαχουστίδης

Cannes Film Festival 2016 Live
Περισσότερα... »



Cannes Film Festival 2017 Live

του Θόδωρου Γιαχουστίδη

Βρε πως θα γλύφουν τον Σαββίδη στο MEGA!!!

Δεν έχω κάτι να σας γράψω σχετικά με κάποιο παρασκήνιο ή κάποιο σκάνδαλο εδώ στις Κάννες στην κλασική εισαγωγή πριν μιλήσουμε για ταινίες. Έτσι κι αλλιώς τη μισή μέρα μέσα στις αίθουσες είμαι, την άλλη μισή κοιμάμαι (συμβαίνει ΚΑΙ μέσα στις αίθουσες, γιατί να το κρύψομεν άλλωστε;) και την άλλη μισή γράφουμε τα κέρατά μας τα τράγια. Γι’ αυτό τα κείμενα συνήθως είναι... τραγικά – πέρα από ουσία – και από ορθογραφία και από συντακτικό και άστα να πάνε. Δεν τα προλαβαίνω όλα μάνα μου, τι να κάνω, μόνος είμαι, οι άλλοι έχουν επτά, οχτώ άτομα να γράφουν, κλαψ, λυγμ.

Μου φάνηκε ενδιαφέρον το γεγονός ότι ο Σαββίδης πήρε το 20% των μετοχών του MEGA! Θα ορμήσει και στον Πήγασο ή θα επιλέξει ΔΟΛ; Ώ, ρε μάνα, διαπλεκόμενος ο πρόεδρας; Πάντως, μαίνεται κόντρα συμφερόντων με τον Μαρινάκη και με τον Αλαφούζο. Ωραία πράγματα. Εγώ αν ποτέ έχω την ευκαιρία πάντως να βρεθώ δίπλα στον πρόεδρο, κι αφού του πω για την ΠΑΟΚΑΡΑ μας και τον Πόντο, θα του πω να δημιουργήσει μια εταιρία διανομής και να την κουμαντάρω – μεγάλο όνειρο λέμε – ξέρετε πόσες ταινίες μένουν απούλητες στα φεστιβάλ; Το κακό είναι πως οι... πουλημένες καταλήγουν να κόβουν εισιτήρια που μερικές φορές μετριούνται στα δάχτυλα χεριών και ποδιών. Λε καταστασιόν τρες απελπιστίκ...

Krotkaya Cannes 2017

Πάμε τώρα στην κλασική τριάδα των ταινιών μας σε τούτη την τιμημένη ανταπόκριση. Έχουμε μία ταινία από το διαγωνιστικό και δύο από το τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα». Κι ακόμα περιμένουμε τη μεγάλη ταινία, η οποία δεν έρχεται. Μεταξύ μας, ο Zvyagintsev είναι αυτός που έχει ξεχωρίσει ως τώρα στο διαγωνιστικό από τη μια και ο Östlund από την άλλη. Και πάμε σε έναν σκηνοθέτη που περιμέναμε τη νέα του ταινία πως και πως. Ο Sergey Loznitsa είναι ένας σκηνοθέτης από την Ουκρανία, που μας έχει δώσει τουλάχιστον ένα αριστούργημα, το πραγματικά εξαιρετικό «Το πρόσωπο της ομίχλης» (V tumane, 2012) με το οποίο έλαβε μέρος στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ των Καννών εκείνης της χρονιάς, κερδίζοντας το βραβείο της FIPRESCI. Συνεπής ντοκιμαντερίστας (έχει γυρίσει 16 ντοκιμαντέρ!), συμμετέχει για τρίτη φορά στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ με μόλις την τρίτη μεγάλου μήκους ταινία μυθοπλασίας του! Τίτλος της: «Krotkaya» (A Gentle Creature). Το αποτέλεσμα; Χμ, σηκώνει μεγάλη κουβέντα.

Η υπόθεση: Μια γυναίκα ζει σε ένα ρώσικο χωριό στη μέση του πουθενά. Μόνη. Εργάζεται φυλάσσοντας κάτι σαν σταθμό, από τον οποίο δεν περνάει σχεδόν κανείς, ποτέ. Μια μέρα, λαμβάνει ένα πακέτο, το οποίο αυτή είχε στείλει στον φυλακισμένο σύζυγό της, ένα πακέτο που πάνω γράφει «επιστροφή στον αποστολέα». Σοκαρισμένη και μπερδεμένη, η γυναίκα δεν έχει άλλη επιλογή παρά να ταξιδέψει ως τη φυλακή σε μια απόμακρη περιοχή της χώρας, αναζητώντας μία εξήγηση. Γιατί της επιστράφηκε το πακέτο; Γιατί δεν παραδόθηκε στον άντρα της; Έχει πάθει κάτι ο σύζυγός της; Έτσι, ξεκινάει η μάχη της ενάντια σε αυτό το αδιαπέραστο φρούριο, μια φυλακή όπου οι δυνάμεις του δαιμονικού δημοσίου βρίσκονται συνεχώς σε εργασία.

Η άποψή μας: Δανειζόμενος τον τίτλο της ταινίας του από το ομώνυμο διήγημα του Ντοστογιέφσκι, ο Loznitsa φτιάχνει μια παραβολή, μέσω της οποίας ζωγραφίζει με τα πιο μελανά χρώματα τη σύγχρονη όψη της (πρώην ενωμένης) πατρίδας του. Είναι Ουκρανός που έφυγε από τη Ρωσία το 2001. Και για να το θέσουμε κομψά, βγάζει πραγματικό μένος εναντίον της Ρωσίας. Ενάντια σε μια χώρα όπου σύμφωνα με το σύμπαν της ταινίας, εκτός από το «ευγενικό πλάσμα» του τίτλου, την κεντρική ηρωίδα δηλαδή, δεν υπάρχει ούτε μισός άλλος θετικός χαρακτήρας. Γραφειοκρατία, εγκατάλειψη, μαύρη μαυρίλα και τίποτε ανθρώπινο ρε παιδί μου, ούτε μια σταλιά συμπόνια, ούτε μισή χείρα βοηθείας. Ακόμα και η συνάδελφός της με την οποία δουλεύει μαζί, όταν ζητά να την καλύψει για όσο διάστημα θα κάνει το ταξίδι για να μάθει τι έχει συμβεί, για να δεχτεί, περιμένει να περάσει πολύς χρόνος! Η ηρωίδα μας έχει την ίδια έκφραση σε όλη τη διάρκεια της ταινίας. Εννοείται ότι δεν χαμογελά ποτέ, αλλά έχει συνεχώς το ίδιο κακόμοιρο ύφος. Βέβαια, δεν της συμβαίνουν και λίγα. Κάποιοι υπόσχονται να βοηθήσουν αλλά δεν το κάνουν, οι πιο πολλοί την αποθαρρύνουν, μέχρι και για να μάθει τη διεύθυνση της φυλακής όταν φτάνει επιτέλους στην πόλη όπου αυτή βρίσκεται δεν υπάρχει σχεδόν κανείς για να τις δώσει οδηγίες. Κι εδώ βεβαίως ο Loznitsa ειρωνεύεται με τα ονόματα των οδών: οδός Lenin, οδός Marx κτλ κτλ και να και η μπηχτή από τον τοπικό «χρυσαυγίτη»: «πώς κατάντησαν μια κάποτε σπουδαία χώρα». Ναι ρε μάγκα, το πιάσαμε το υπονοούμενο. Σκατά όλα στη Ρωσία. Στην Ουκρανία όλα καλά; Στον υπόλοιπο κόσμο; Πέρα από την πολιτική ατζέντα, όμως, ο σκηνοθέτης βγάζει απίστευτη μιζέρια. Όταν επιτέλους η γυναίκα φτάνει στη φυλακή τολμάει να διαμαρτυρηθεί! Αλλά το τοίχος που υψώνεται γύρω της είναι ασφυκτικό. Κανείς δεν της δίνει καμία εξήγηση στο πολύ απλό ερώτημά της: γιατί δεν παραδόθηκε το πακέτο μου στον άντρα μου; Εχθρικοί οι πάντες γύρω της. Απάνθρωποι. Και μετά έρχεται μια σκηνή τόσο γκροτέσκα, σαν να βγήκε από κακό σίριαλ του David Lynch (όχι το νέο Twin Peaks ρε παιδιά, δηλαδή, έλεος). Και ακολουθεί κάτι εξευτελιστικό, ακόμα πιο ποταπό και άσχημο, ένα ακόμα βασανιστήριο στο οποίο υποβάλλεται η γυναίκα. Εδώ ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί ένα τρικ. Αυτό που βίωσε δεν ήταν εφιάλτης. Ο εφιάλτης είναι ότι αυτό που βίωσε θα το βιώνει κάθε μέρα, κάθε μέρα, σαν ατέρμονος κύκλος, σαν σισύφειο βασανιστήριο. Κρίμα κύριε Loznitsa αλλά αυτό δεν ήταν ταινία ακριβώς. Ήταν προπαγάνδα.

Tesnota Cannes 2017

Γενικά πάντως τα πράγματα με τη Ρωσία έχουν πολύ ενδιαφέρον. Έχουν κι αυτοί τα μικρά και μεγάλα Βιετνάμ τους. Έχουν τον πόλεμο στο Αφγανιστάν. Έχουν τον πόλεμο με τους Τσετσένους. Στη διαμάχη τους με τους φασίστες Ουκρανούς, εννοείται ότι είμαστε με τους Ρώσους. Όχι ότι στη Ρωσία του Πούτιν η δημοκρατία ανθεί και ο κόσμος τρέχει στα λιβάδια με ξέπλεκες πλεξούδες. Τεςπα, μικρή εισαγωγή για την επόμενη ταινία στην οποία θα αναφερθούμε και μας έρχεται από τη Ρωσία. Τίτλος της: «Tesnota» (Closeness). Είναι η πρώτη σκηνοθετική δουλειά του Kantemir Balagov, που θεωρείται μεγάλο ταλέντο κι έχει αποφοιτήσει από τη σχολή του Aleksandr Sokurov (σας βλέπω εσάς που ξινίζετε τα μούτρα σας). Η ταινία συμμετέχει στο τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα». Και βασίζεται σε πραγματική ιστορία.

Η υπόθεση: 1998, Ναλτσίκ, Βόρειος Καύκασος, Ρωσία. Εδώ ζει μια μικρή κοινότητα Εβραίων αλλά και μια μεγαλύτερη κοινότητα Καρμπαντιανών, μία από τις 12 φυλές των Κιρκάσιων. Η 24χρονη Ιλιάνα είναι Εβραία. Εργάζεται στο γκαράζ του πατέρα της, βοηθώντας τον να μαζέψει το μικρό εισόδημα της οικογένειας, μιας που είναι φτωχοί και πρέπει να τα βγάλουν πέρα με κάθε τρόπο. Ένα απόγευμα, η πολυμελής ευρύτερη οικογένεια και οι φίλοι της μαζεύονται για να γιορτάσουν τον αρραβώνα του μικρότερου αδελφού της Ιλιάνα, Νταβίντ. Αργότερα, το νεαρό ζευγάρι απάγεται, και καταφτάνει απαίτηση για λύτρα. Το να κληθεί να βοηθήσει η αστυνομία δεν υπάρχει περίπτωση ούτε καν να προχωρήσει ως σκέψη. Πώς θα μαζέψει η οικογένεια τα χρήματα για να σώσουν τον Νταβίντ; Η Ιλιάνα αντιμετωπίζει την κατάσταση παράξενα. Πέρα όλων των άλλων έχει να αντιμετωπίσει και την αυστηρή μητέρα της, που θαρρείς και έχει εξαντλήσει όλη της την αγάπη στο γιο της, μην αφήνοντας χώρο για την Ιλιάνα. Και το γεγονός ότι η Ιλιάνα αγαπάει κάποιον Καρμπαντιανό, κι όχι Εβραίο, δυσκολεύει τα πράγματα...

Η άποψή μας: Δεν είναι κακή η πρώτη σκηνοθετική δουλειά του νεαρού δημιουργού. Σαφέστατα φεστιβαλική, δεν έχει κάτι εναντίον του μεγάλου κοινού, προφανώς όμως δεν κάνει και κάτι για να το δελεάσει. Ο Balagov στήνει έξοχα το υλικό του, μας μπάζει σε αυτήν την κλειστή κοινωνία, μας δείχνει ήθη και έθιμα που λίγο ξενίζουν το δυτικό κοινό. Όπου φτωχός κι η μοίρα του πάντως και αυτό ισχύει και για την εβραϊκή κοινότητα. Κι ας υποτίθεται ότι κάνει ότι μπορεί για να διατηρήσει τους ιδιαίτερους δεσμούς μεταξύ των μελών της. Στην περίπτωσή μας δείχνει την πλάτη στην οικογένεια της Ιλιάνα. Και όποιοι προσφέρονται να... βοηθήσουν, έχουν εννοείται ως στόχο το κέρδος και ανταλλάγματα. Το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας μας είναι η Ιλιάνα. Η Ιλιάνα που είναι καλόβολη, βαριέται τα της θρησκείας της, τα πηγαίνει καλά με τον πατέρα της αλλά βρίσκεται σε μόνιμη σύγκρουση με τη μητέρα της. Μια μητέρα, που ποτέ της δεν της έδειξε αγάπη: μόνο αποδοκιμασία και κριτική. Η σχέση των δύο γυναικών έχει πολύ ενδιαφέρον. Η Ιλιάνα ακόμα και μετά την απαγωγή του αδελφού της νιώθει σε δεύτερο πλάνο, παραμελημένη, χωρίς αγάπη. Αγάπη παίρνει από τον άνθρωπο που αγαπά, τον οποίο δεν εγκρίνει η μητέρα της, μιας που δεν είναι από τη φυλή της! Η Ιλιάνα επαναστατεί με όποιον τρόπο βρίσκει, χωρίς να το πολυσκεφτεί. Και εννοείται ότι θέλει να πληγώσει τη μητέρα της, που την πληγώνει καθημερινά. Όλα καλά και όλα ωραία ρε παιδιά και η βασική πρωταγωνίστρια στον κεντρικό ρόλο είναι πραγματική αποκάλυψη. Αλλά αυτό που δεν μου αρέσει πλέον σε καμία ταινία είναι ο εύκολος εντυπωσιασμός, ιδίως εκείνος που δεν δικαιολογείται, τα φτηνά σοκ. Σε μια σκηνή της ταινίας, λοιπόν, η Ιλιάνα πηγαίνει με τον γκόμενό της στο σπίτι του μαζί με φίλους του, στους οποίους ο γκόμενος αποκρύπτει ότι η Ιλιάνα είναι Εβραία. «Φτιάχνονται» με ναρκωτικά και μετά βάζουν μια βιντεοταινία να δουν. Τι δείχνει η βιντεοταινία; Τη σφαγή (κυριολεκτικά) Ρώσων από Τσετσένους. Το βίντεο φαίνεται αυθεντικό, είναι σαν τα βίντεο με τους αποκεφαλισμούς που λίγο καιρό πριν έβγαζε στη δημοσιότητα ο ISIS. Γιατί να μας βάλει αυτήν τη σκηνή ο σκηνοθέτης στην ταινία; Τι δικαιολογεί; Το εθνωτικό μίσος; Μετά την προβολή του χυδαίου και αποτρόπαιου βίντεο ένας από τους φίλους του γκόμενου σχολιάζει κάτι του στιλ, και ευτυχώς που οι Ναζί έκαναν τέτοια βασανιστήρια στους Εβραίους, σχόλιο που βγάζει την Ιλιάνα από τα ρούχα της και αντιδρά! Κι όμως, πέρα από την πρόκληση και το σοκ, η σκηνή δεν χρειαζόταν, δεν εξελίσσει την πλοκή, δεν χτίζει καλύτερα τους χαρακτήρες. Τέλος πάντων, ευτυχώς μένει μια τελική φράση που είναι όλη η ουσία της ταινίας. Αφού έχουν δοθεί τα λύτρα κι έχει επιστρέψει ο αδελφός αλλά δεν θέλει να φύγει από την πόλη (η μητέρα πιστεύει πως δεν μπορούν να μένουν πια εκεί, μιας που έχουν ντροπιαστεί, ιδίως από τη συμπεριφορά της κόρης) οι άλλοι τρεις, η Ιλιάνα, η μητέρα της και ο πατέρας της πακετάρουν και φεύγουν. Και σε μια πολύ δυνατή στιγμή, όπου η μάνα καταλαβαίνει τη λάθος συμπεριφορά της τόσων χρόνων, κάνει μια προσπάθεια να προσεγγίσει την κόρη της, η οποία πολύ πικρά της λέει: «βρε μάνα, δεν σου έχει μείνει πια κανείς για να αγαπήσεις». Ταινία με προβλήματα σαφώς, αλλά για τον πιτσιρικά θα ακούσουμε περισσότερα πράγματα στο μέλλον.

La cordillera Cannes 2017

Και η τελευταία μας ταινία γι' αυτήν την ανταπόκριση είναι η πιο εμπορική από τις τρεις. Με όρους μεγάλης παραγωγής λοιπόν έχει χτιστεί και κινείται το «La cordillera» (The Summit) του Αργεντίνου Santiago Mitre, ταινία που συμμετέχει στο τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα». Ο σκηνοθέτης του «Φοιτητή» (El estudiante, 2011), της ταινίας δηλαδή μέσω της οποίας τον γνωρίσαμε από το φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, υπογράφει τη πέμπτη μεγάλου μήκους ταινία του και πλέον φαίνεται να έχει στόχο το μεγάλο κοινό.

Η υπόθεση: Ο Ερνάν Μπλάνκο δεν έχει πολύ καιρό που κέρδισε την εξουσία στην Αργεντινή. Ο λαός τον ψήφισε και τον ανέδειξε πρόεδρο, καθώς τον θεώρησε έναν από αυτούς. Ο Μπλάνκο (δηλαδή λευκός, δηλαδή καθαρός) ανέβηκε γρήγορα τα σκαλιά της εξουσίας και πλέον βρίσκεται μπροστά στη μεγαλύτερη πρόκληση της σύντομης πολιτικής καριέρας του. Ενώ στην Αργεντινή τον κατηγορούν ότι είναι ο εξαφανισμένος Πρόεδρος καλείται να πάρει μέρος σε μια σύνοδο κορυφής στη Χιλή. Στόχος τη συνόδου είναι να δημιουργήσουν τα κράτη της Λατινικής Αμερικής έναν οργανισμό τύπου ΟΠΕΚ, που θα χειρίζεται σε κρατικό επίπεδο και από κοινού, τα πλούσια κοιτάσματα πετρελαίου της περιοχής. Ο Ερνάν υποστηρίζει τον στρατηγικό σύμμαχο της Αργεντινής, τη Βραζιλία και δεν θέλει επ' ουδενί να μπουν «στο κόλπο» οι «σατανάδες» των ΗΠΑ. Καθώς όμως καλείται να αντιμετωπίσει μια κρίση στην οικογενειακή του ζωή, που έχει να κάνει με τον πρώην σύζυγο της εύθραυστη κόρης του, ο οποίος απειλεί πως θα βγάλει τα άπλυτα του Μπλάνκο στη φόρα, οι συμμαχίες θα αλλάξουν, και οι εξαγορές κάτω από το τραπέζι δίνουν και παίρνουν...

Η άποψή μας: Στιβαρό πολιτικό θρίλερ είναι τούτο εδώ. Και πολύ ενδιαφέρουσα ταινία. Βεβαίως, δεν έχει δράση The American Way, αλλά διαθέτει ένταση, σασπένς και λέει και δύο, τρεις αλήθειες για το πως παίζεται η πολιτική τη σήμερον ημέρα – και μάλλον έτσι παιζόταν όλες τις ημέρες από απαρχής κόσμου! Οι ισχυροί πάντοτε θέλουν να ελέγχουν τα πράγματα κι όταν δεν μπορούν να τα καταφέρουν με ευθύ τρόπο, υπάρχει πάντα ο πλάγιος τρόπος. Και υπάρχει πιο προφανής τρόπος από την εξαγορά; Money makes the world go round, και ακόμα και οι πιο άσπιλοι (φαινομενικά) πολιτικοί, έχουν την... τιμή τους για να ενδώσουν και να υποκύψουν, πολλές φορές μάλιστα δίνοντας την εντύπωση ότι αγωνίζονται και ότι κινούνται από πατριωτικά και εθνικά κίνητρα. Δεν ξέρω αν αυτό που θα πω εδώ είναι λαϊκίστικο ή χοντράδα, αλλά κάπως έτσι φαντάζομαι και τις συνελεύσεις του Eurogroup. Βλέποντας την ταινία φανταζόμουν τον Αλέξη Τσίπρα να συμμετέχει στη σύνοδο. Να καλείται να παλέψει για τη χώρα του με αγνά κίνητρα αρχικά ενδεχομένως αλλά τελικά να ενδίδει, έστω και με έρπη! Η αποδόμηση του αγνού και άσπιλου πολιτικού, που κέρδισε την εξουσία ως «ένας από εμάς» γίνεται ούτε με υστερίες ούτε με κραυγές. Ο Mitre δείχνει σιγά σιγά την πραγματική εικόνα πίσω από τη δημόσια εικόνα. Και ευθέως όχι αφήνει να εννοηθεί αλλά το λέει ξεκάθαρα πως ο κύριος Μπλάνκο έχει πολλά βρώμικα ρούχα στην ντουλάπα του. Ακόμα και το «εμπόδιο» του γαμπρού του μάλλον το ξεπερνάει με έναν τρυφερό και συνηθισμένο τρόπο. Ακόμα και τη σχέση του με την κόρη του την διαχειρίζεται με τέτοιο τρόπο, ώστε να τη βγάλει... τρελή, φροντίζοντας να αλλάξει τις μνήμες της, μνήμες που τον φέρνουν σε δύσκολη θέση. Καλό κουμάσι ο δικός μας. Το πολύ ενδιαφέρον πέρα από τα ωραία (αν και προφανή η αλήθεια είναι) που μας λέει ο Mitre, είναι πως διαθέτει ένα εξαιρετικό καστ. Όποτε βλέπετε σε ταινία να πρωταγωνιστεί ο Ricardo Darín, να είστε σίγουροι ότι είναι καλή ταινία. Ο άνθρωπος είναι εγγύηση και είναι για άλλη μια φορά εξαιρετικός εδώ ως ο φιλόδοξος και εντέλει κυνικός πρόεδρος της Αργεντινής. Η Elena Anaya υποδύεται μια δημοσιογράφο, ο θεούλης Alfredo Castro (που επίσης αποτελεί εγγύηση η παρουσία του σε μια ταινία) υποδύεται έναν Χιλιανό ψυχολόγο – ψυχίατρο, που καλείται να κουράρει την κόρη του Μπλάνκο και ο Christian Slater δίνει ρέστα ως ο Γιάνκης που έρχεται στη σύνοδο κρυφίως για να κάνει μια πρόταση στον Μπλάνκο του στιλ «I'm gonna make him an offer he can't refuse» αλά «Νονός». Μια χαρά περάσαμε! Και το φεστιβάλ πλησιάζει σιγά σιγά στο τέλος του...

Θοδωρής Γιαχουστίδης

Cannes Film Festival 2016 Live
Περισσότερα... »

Aquarius PosterAquarius
του Kleber Mendonça Filho. Mε τους Sonia Braga, Maeve Jinkings, Irandhir Santos, Humberto Carrão, Zoraide Coleto, Fernando Teixeira, Buda Lira, Paula De Renor, Bárbara Colen, Daniel Porpino


«This is the dawning of the age of Aquarius…»
του Θόδωρου Γιαχουστίδη (@PAOK1969)

«Μπαίνουμε στον Υδροχόο και θ' ανάψουνε φωτιές…»

Η ταινία του Kleber Mendonça Filho, Aquarius, δημιούργησε μεγάλη αναταραχή στη Βραζιλία. Όταν προβλήθηκε στο περασμένο φεστιβάλ των Καννών στο πλαίσιο του διαγωνιστικού τμήματος όπου συμμετείχε, οι δημιουργοί της ταινίας διαμαρτυρήθηκαν έντονα για την πολιτική κατάσταση στη χώρα τους. Στρέφονταν εναντίον της τότε προέδρου Dilma Rousseff καταγγέλλοντάς την για δικτατορία! Η κυβέρνηση ως αντίποινα αρχικά έδωσε στην ταινία τον χαρακτηρισμό «ακατάλληλη μέχρι 18 ετών» μειώνοντας τις πιθανότητες εμπορικής επιτυχίας της και κατόπιν δεν την επέλεξε ως εκπρόσωπο της χώρας για το ξενόγλωσσο Όσκαρ, όπως περίμεναν όλοι! Συμβαίνουν λοιπόν και αλλού τέτοια όμορφα πράγματα. Στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης η ταινία προβλήθηκε στο πλαίσιο των «Ανοιχτών Οριζόντων».

Aquarius Quad Poster
Αυτή είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία μυθοπλασίας του ταλαντούχου Βραζιλιάνου σκηνοθέτη, μετά το «Ήχοι της γειτονιάς» (O Som ao Redor, 2012). Η επόμενη ταινία του θα ονομάζεται «Bacurau».

Η υπόθεση: Η Κλάρα είναι μια 65χρονη χήρα και συνταξιούχος μουσικοκριτικός. Τα χρήματα δεν την απασχόλησαν ποτέ. Γεννήθηκε μέσα σε μια πλούσια, παραδοσιακή οικογένεια στο Ρεσίφε της Βραζιλίας. Και είναι η τελευταία κάτοικος στο Ακουάριους, ένα πρωτότυπο διώροφο συγκρότημα κατοικιών που χτίστηκε κατά τη δεκαετία του '40 στην γεμάτη ακριβά κτίσματα παραλία της πόλης. Όλα τα υπόλοιπα διαμερίσματα του Ακουάριους τα έχει αγοράσει μια τεχνική εταιρία που θέλει να γκρεμίσει το κτίσμα και να χτίσει κάτι πιο σύγχρονο, με προφανέστατο στόχο το κέρδος. Η Κλάρα αντιστέκεται. Το μόνο που ζητά είναι να την αφήσουν να ζήσει εκεί μέχρι να πεθάνει και μετά εννοείται ότι μπορούν να κάνουν ότι θέλουν. Η κόντρα και οι παρενοχλήσεις, όμως, είναι συνεχείς. Με αυτόν τον τρόπο η Κλάρα είναι διαρκώς σε εγρήγορση αλλά της δίνεται το έναυσμα να θυμηθεί τους αγαπημένους της, το παρελθόν της και να σκεφτεί και το μέλλον.

Η άποψή μας: Αν κάτι ξεχωρίζει σε τούτη εδώ την ενδιαφέρουσα, αλλά ταυτόχρονα άνιση και φλύαρη ταινία του Filho είναι η Sonia Braga. Με ηλικία ίδια με αυτήν της ηρωίδας που υποδύεται, λάμπει επί της μεγάλης οθόνης. Ένα αιλουροειδές που όζει ερωτισμό, που ξεχειλίζει αυτοπεποίθηση, που είναι μια γυναίκα ζωντανή, με πάθος, με επιμονή κι όχι κάποια γυναικούλα, θύμα των ανθρώπων και της μοίρας. Είναι από τις λίγες φορές που ένας σκηνοθέτης συλλαμβάνει με τόσο άνεση και τόσο σαρκικά τον ερωτισμό μιας γυναίκας της τρίτης ηλικίας! Την θαυμάζει ο σκηνοθέτης αλλά όχι άνευ όρων. Η επιμονή της είναι ταυτόχρονα αξιοσημείωτη, ζηλευτή αλλά και ένδειξη ξεροκεφαλιάς και ελιτισμού! Οι γυναίκες της ηλικίας της, γενικώς οι συνομήλικοί της είχαν πολύ περισσότερες ευκαιρίες από τους σημερινούς νέους, τους οποίους δεν μπορεί να νιώσει – μόνο να τους απολαύσει σωματικά!

Η Κλάρα της Braga θέλει να κρατάει τη μοίρα στα χέρια της. Κι όσο περνάει από τα... χέρια της, αυτό κάνει! Σε ότι αφορά την ίδια την ταινία: χμ. Ο σκηνοθέτης, όντας άπειρος (είπαμε, αυτή είναι μόλις η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του) δομεί το πορτρέτο μιας πολύ ενδιαφέρουσας γυναίκας αλλά θέλει να χτίσει και μια αλληγορία για τη σύγχρονη Βραζιλία. Σε μια χώρα που γκρεμίζει το παλιό για να χτίσει το καινούργιο χωρίς κανέναν σεβασμό, χωρίς ήθος, χωρίς ηθική. Μόνο το άχρονο κέρδος έχει σημασία. Ταυτόχρονα, δικαιολογεί: στον άκρατο καπιταλισμό του σήμερα η εξειδίκευση έχει φτάσει σε σημείο παράνοιας και οι ευκαιρίες για τους έχοντες λιγότερα πτυχία από 10 (!!!) είναι ελάχιστες! Οπότε, κάθε ευκαιρία είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης και πλουτισμού. Είναι ο καπιταλισμός ηλίθιε, που λέει και μια ψυχή στα μέρη μας. Ο καπιταλισμός, που έχει φτάσει στα όριά του. Αδηφάγος και καταστροφικός. Και όπως είπε μια άλλη ψυχή «κρίση έχουμε όταν το παλιό πεθαίνει και το νέο δεν έχει ακόμα γεννηθεί».

Ο σκηνοθέτης όσο προχωράει η ταινία επενδύει ολοένα και περισσότερο στην αλληγορία. Η νεαρή επιβιώσασα από τον καρκίνο Κλάρα με τα κοντά μαλλιά έχει γίνει μια γυναίκα, με μαστεκτομή, αλλά με μακριά μαλλιά, γεμάτη σφρίγος, σιγουριά, αυτοπεποίθηση. Το «Ακουάριους» είναι η Βραζιλία, η Κλάρα είναι η παλιά, αριστερή, διανοούμενη, που προσπαθεί να αντισταθεί κι ας γνωρίζει πως το νέο την έχει ξεπεράσει. Ωραία όλα αυτά αγαπητέ σκηνοθέτη. Μόνο που ο Mendonça πέφτει στην παγίδα της επανάληψης. Και της φλυαρίας. Και να οι επενδυτές και να τα κόλπα τους και να, πάλι τους απορρίπτει η Κλάρα και ξανά πάει για μπάνιο και δες τι ωραία κάνει έρωτα με τον νεαρό, μα είναι γραία, φτάνει, την κρίνουν όλοι απ’ έξω και φτου κι από την αρχή. Σαν τους τερμίτες που κατατρώνε ένα σπίτι από μέσα, που το ρημάζουν πριν καν ο εξωτερικός εχθρός φτάσει στην πύλη, έτσι και ο σκηνοθέτης στην έντιμη προσπάθειά του έχει ως εχθρό τον εαυτό του. «Πέφτει» μαχόμενος, αλλά όπως ακούμε να τραγουδούν και οι Queen (μέσα από κασέτα παρακαλώ!) στην αρχή της ταινίας «Another One Bites the Dust»... ΥΓ: Αφίσα του «Barry Lindon» ρε μπαγάσα; Respect!

Aquarius Rating
Στις δικές μας αίθουσες? Στις 25 Μαΐου 2017 από την Seven Films
Περισσότερα... »

Σουβενίρ (Souvenir) PosterΣουβενίρ
του Bavo Defurne. Mε τους Isabelle Huppert, Kévin Azaïs, Johan Leysen, Jan Hammenecker, Sophie Mousel


Στην Eurovision αδελφές μου, στην Eurovision!
του Θόδωρου Γιαχουστίδη (@PAOK1969)

Και οι θεές κάνουνε λάθη

Ο Bavo Defurne γεννήθηκε το 1971 στη Γάνδη, στο Βέλγιο. Αυτή είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του μετά το «Noordzee, Texas» (2011). Έχει γυρίσει και οχτώ μικρού μήκους ταινίες και συμμετείχε και με άλλες τρεις μικρού μήκους σε φιλμ μαζί με άλλους συναδέλφους του. Αυτή είναι η πρώτη του ταινία όπου δεν έχει γκέι θεματολογία (;;;;).

Σουβενίρ (Souvenir) Quad Poster
Για τη μουσική της ταινίας Souvenir, που παίζει μεγάλο ρόλο έτσι κι αλλιώς, συμμετέχουν οι αγαπημένοι στην Ελλάδα Pink Martini μαζί με τον Valentin Hadjadj.

Η υπόθεση: Το 1974 ξεκίνησε να λάμπει το άστρο των ABBA ύστερα από τη νίκη τους στον διαγωνισμό της Eurovision με το «Waterloo». Την ίδια χρονιά η Γαλλία συμμετείχε στην εκδήλωση με το τραγούδι «Souvenir» της Laura, κατά κόσμον Λιλιάν Σεβερνί, η οποία έπειτα κι από ένα δύσκολο διαζύγιο με τον ατζέντη της πέρασε στην αφάνεια. Περνώντας πλέον τις μέρες της σε ένα εργοστάσιο που φτιάχνει πατέ κι έχοντας μόνη της συντροφιά στο σπίτι ένα μπουκάλι ουίσκι, οι δρόμοι της θα διασταυρωθούν με τον 21χρονο Ζαν, με τον οποίο εργάζονται στον ίδιο χώρο, ενώ εκείνος παράλληλα προσπαθεί να κάνει καριέρα ως πυγμάχος. Ο νεαρός την αναγνωρίζει και ξεσκεπάζει την πραγματική της ταυτότητα. Ο πατέρας του ήταν ερωτευμένος μαζί της. Εκείνη το αρνείται αλλά εντέλει αποκαλύπτει την αλήθεια. Ο Ζαν την ερωτεύεται και προσπαθεί να την πείσει ότι πρέπει να κάνει τη μεγάλη της επιστροφή στη μουσική σκηνή. Θα τα καταφέρει; Και θα μπορέσουν δυο άνθρωποι με τόσο μεγάλη διαφορά ηλικίας να είναι μαζί;

Η άποψή μας: Εντάξει, και σπουδαίοι ηθοποιοί επιτρέπεται να κάνουν λάθος επιλογές. Το καλό σερί για έναν ηθοποιό, πέρα από τις υποκριτικές του ικανότητες, έχει να κάνει τόσο με τα σενάρια που πέφτουν στα χέρια του όσο και με τις επιταγές των ατζέντηδων αλλά κάποιες φορές και από την πειθώ νεαρών σκηνοθετών. Λατρεύω την Isabelle Huppert και θεωρώ ότι αποτελεί περίπτωση ανάλογη της Meryl Streep, ότι έχει ενδιαφέρον ακόμα και το να τη βλέπει κανείς να διαβάζει έναν τηλεφωνικό κατάλογο. Εδώ όμως συμμετέχει σε μια ταινία που δεν μπορεί να φτάσει σε ποιότητα ούτε στο νυχάκι του ταλέντου της. Δεν θυμάμαι να την έχω δει σε άλλη ταινία να τραγουδάει κι αυτό είναι ίσως το μοναδικό στοιχείο του φιλμ πάνω στο οποίο μπορείς να βασιστείς για να το προμοτάρεις. Αλλά είναι ολοφάνερο ότι η γυναίκα δεν το έχει με το τραγούδι – δεν έχει την κατάλληλη φωνή – κι αυτό προσπαθεί να το καλύψει με τις αστείες αλλά πρακτικές κινήσεις των χεριών της στις διάφορες performance της.

Εννοείται ότι ο σκηνοθέτης προσπάθησε να καλύψει αυτό το μειονέκτημα με ανάλογη μίνιμουμ χορογραφία αλλά το αποτέλεσμα δεν είναι το πρέπον, το σωστό, το ευκταίο. Επίσης, οι σκηνές του σεξ δεν την κολακεύουν καθόλου, παρά το γεγονός ότι ο σκηνοθέτης προσπαθεί να την προστατέψει δείχνοντας όσο το δυνατόν λιγότερα. Η ταινία δεν πείθει σε καμία περίπτωση και παραπέμπει σε ταινίες της δεκαετίας του '80. Δεν είναι αστεία, δεν είναι θλιβερή, δεν πιστεύεις με την καμία το ρομάντζο, ο νεαρός με το μουστάκι είναι εντελώς αταίριαστος απέναντι στην ηθοποιάρα, δεν μου άρεσε σχεδόν τίποτα στην ταινία. Ίσως θα δοκίμαζα βέβαια λίγο από το πατέ, από αυτό στο οποίο συμμετέχει τόσο μηχανικά η ηρωίδα που υποδύεται η Huppert στο εργοστάσιο.

Η μόνη σκηνή που μου άρεσε πραγματικά και άφηνε υποσχέσεις για κάτι πολύ ενδιαφέρον ήταν εκείνη με τους τίτλους της αρχής, όπου και ελκυστικό ήταν όλο αυτό με τις παράξενες φυσαλίδες και σε κάτι από ανάλογες σεκάνς ταινιών από James Bond παρέπεμπε και μας έκλεινε το μάτι και η μουσική ήταν όμορφη βρε παιδί μου. Αλλά όπως αποδεικνύεται στη συνέχεια, η αρχή είναι μια πλάνη που συμπυκνώνει την πλάνη ολόκληρης της ταινίας: τελικά αποδεικνύεται πως όλο αυτό που βλέπαμε δεν ήταν τίποτε παραπάνω από ένα αναβράζον δισκίο κάποιου φαρμάκου. Πόσο ενδιαφέρον μπορεί να έχει ένα αναβράζον δισκίο φαρμάκου;

Σουβενίρ (Souvenir) Rating
Στις δικές μας αίθουσες? Στις 25 Μαΐου 2017 από την Spentzos Films
Περισσότερα... »

Alien: Covenant PosterAlien: Covenant
του Ridley Scott. Με τους Michael Fassbender, Katherine Waterston, Billy Crudup, Danny McBride, Demián Bichir, Carmen Ejogo, Amy Seimetz, Jussie Smollett, Callie Hernandez, Nathaniel Dean, Alexander England, Benjamin Rigby, Tess Haubrich, Uli Latukefu


Ανίκητο! 
του zerVo (@moviesltd)

Ακόμη την θυμάμαι εκείνη την πρώτη φορά, όταν σε α' προβολή βγήκα με τα μάτια ορθάνοιχτα από την αίθουσα, παλεύοντας ακόμη να συνέλθω από τον τρόμο που μόλις είχα βιώσει. In Space no one can hear you scream, σάμπως υπήρχε και κανείς να ακούσει τις κραυγές μου και στο επί της γης εδάφους. Η δεύτερη εμπειρία, κάποιο καιρό μετά, με πληθυντικό στην μαρκίζα και από τα χέρια εκείνου που έμελλε να αναδειχτεί ως ο εμπορικότερος ντιρέκτορας στην ιστορία του σινεμά, ακόμη πιο ανατριχιαστική, ακόμη καθηλωτικότερη, εδραίωσε στην ουσία τον μύθο των Alien, που στην ουσία χρησιμοποιούσαν το απόλυτο σκοτάδι του έξωθεν διαστήματος, για να ξεφυτρώσουν την πιο απεχθή και φονική φόρμα εξωγήινων μορφών ζωής. Αυτή είναι η έκτη φορά που με τον άμεσο του σίκουελ ή τον έμμεσο του πρίκουελ / σπιν οφ τρόπο, τα Ξενόμορφα επισκέπτονται τα εκράν, χωρίς να υπολογίζω καν την κόντρα ενάντια στους φουκαράδες Predators και ουσιαστικά, δίχως να έχει αλλάξει γρι από την συλλογιστική των τευχών 1 και 2 (που δεν αγγίζονται κατά διάνοια, ποιοτικά) επιβεβαιώνεται πως το να βολτάρεις στο outer space, είναι μια δουλειά δύσκολη, ρισκαδόρικη και τόσο επικίνδυνη, ώστε το πιθανότερο θα είναι αν βγεις ποτέ από την γήινη ατμόσφαιρα, να μην ματαδείς ποτέ ξανά τα μέρη σου. Ζωντανός...

Alien: Covenant Wallpaper
Μεταφέροντας ανθρώπινα αποικιακά έμβρυα από την Γη, με προορισμό πλανήτες με παρόμοιες συνθήκες ζωής, ταξιδεύει στους αστρικούς δρόμους το διαστημόπλοιο Covenant. Μια αναπάντεχη και απρόβλεπτη ηλιακή καταιγίδα, όχι μόνο θα παρεκκλίνει το σκάφος από την πορεία του, προκαλώντας του σημαντικές υλικές ζημιές, αλλά θα έχει σαν αποτέλεσμα και τον μακάβριο θάνατο του Κυβερνήτη του, ενόσω βρισκόταν σε κατάσταση νάρκης. Με την καινούργια του ηγεσία ακόμη να μην έχει καλά καλά αναλάβει τον έλεγχο, το πλήρωμα του σκάφους, θα βρεθεί μπροστά σε μια ακόμη έκπληξη, λαμβάνοντας οπτικοακουστικό σήμα από κοντινό πλανήτη, που κάνει αναφορά για μια παράξενη μορφή ζωής, που έχει εντοπιστεί από ερευνητές στην επιφάνεια του.

Εκτιμώντας πως υπάρχει άφθονο επιστημονικό ενδιαφέρον για περαιτέρω μελέτη, ο Κάπτεν Όραμ που μόλις έχει αναλάβει τα ηνία της αποστολής, θα δώσει εντολή σε ολιγομελές απόσπασμα να μεταβεί στον μυστηριώδη πλανήτη, ώστε να εξερευνήσει το πιθανό ενδεχόμενο παρουσίας εξωγήινης ύπαρξης. Σε ελάχιστες μόλις στιγμές από την στιγμή που οι όχι άρτια εκπαιδευμένοι, ούτε πανέτοιμοι για κάθε ενδεχόμενο, απεσταλμένοι καταφτάσουν στο κατ εικόνα και ομοίωση της Γης, αστέρι, θα αντιληφθούν πως εκεί κρύβεται ένα ιδιαίτερο και ξεχωριστό ον, που δεν θα αργήσει να κάνει με εμφατικό τρόπο την εμφάνιση του. Σκορπώντας τον τρόμο και τον θάνατο, στην ανέτοιμη να το κοντράρει διμοιρία και προκαλώντας τον προβληματισμό στους συντρόφους πίσω στην βάση, που δεν έχουν έλθει ποτέ τους αντιμέτωποι με κάτι παρόμοιο.

Σύμφωνοι, για να βάζουμε αποξαρχής τα πράγματα στην θέση τους, οι δέκα γραμμές της περίληψη, θα μπορούσαν πανεύκολα να προέρχονται από την σύνοψη όλων των προηγουμένων τευχών της Alien Saga, αλλά αυτό δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να ορίσει μομφή στο ολοκαίνουργο επεισόδιο μιας σειράς, που ουσιαστικά ακολουθεί πιστά τον δεδομένο τρομακτικό μπούσουλα για να μοιράσει ανατριχίλες στην πλατεία. Ταξίδι στο άγνωστο - άγνοια για το τι πρόκειται να εμφανιστεί - άφιξη του υπέρτατου δολοφονικού εχθρού - πλήρης αδυναμία αντιμετώπισης και εξόντωσης του. Στην ουσία και για σαράντα -- πως περάσαν αλήθεια? - χρόνια, ο Άλιεν παραμένει ανίκητος, από κάθε απόπειρα περιορισμού του, εξορισμού του, αφανισμού του και δεν μπορώ να προβλέψω τι ακόμη, από τα χέρια των γήινων που και μόνο στην Gigerική του θωριά νιώθουν τα ήπατα τους να κόβονται μονομιάς.

Ακριβώς λοιπόν κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στην νέα σελίδα του τόμου, που υπογράφει ο εμπνευστής και αρχικός εκτελεστής του πρότζεκτ, Ridley Scott, που εδώ και καιρό επιθυμεί το σχέδιο του να βαδίσει σε άλλους, κάπως πιο ψαγμένους διαδρόμους, ακολουθώντας την ελαφρώς άνιση πορεία που ξεκίνησε προ καιρού με τον κατά τα άλλα εξαιρετικά στημένο Prometheus. Συνεπώς το διάβα που ακολουθεί, εννοείται πως είναι πλημμυρισμένο από άφθονο χιουμανίσιο αίμα και ξενόμορφο οξύ, αποτέλεσμα των ευρηματικών για σπλάτερ θανάτων των μελών του κρου του Covenant, πάντοτε όμως στο πίσω μέρος του μυαλού όμως δημιουργεί και έναν συσχετισμό για το ποιος μπορεί να το έχει προκαλέσει όλο αυτό το μακελειό. Μια ανώτερη δύναμη - ο καθείς την μεταφράζει κατά το δοκούν, από την επίπεδη επεξήγηση του αρχηγού της Weyland, ίσαμε τον Έναν και Μοναδικό Πλάστη - που έχει αποφασίσει να θέσει σε δοκιμασία την ανθρώπινη ύπαρξη, στέλνοντας ένα πανίσχυρο τέρας να την εξολοθρεύσει.

Τέρας που πλέον δεν λειτουργεί μονάχο πάντως, μιας και έχει την πλήρη αρωγή του Αγγέλου του Δημιουργού, του ανθρωπόμορφου εντολοδόχου, που θα κάνει τα πάντα εκείνο να βγει νικητής είτε τώρα, είτε στο κοντινό μέλλον. Εικόνα που ενδεχόμενα να μπερδέψει τον θεατή, κατόπιν της κομφούζιας, αν και ήρεμης από εντάσεις, εισαγωγής, καθώς το εκτελεστικό ετούτο όργανο είναι παρόμοιο με το αντίστοιχο που ξάγρυπνο φροντίζει (από τον καιρό του Προμηθέα) τα πάντα να κινηθούν ρολόι και οι επανδρωμένες αποστολές να μην αντιμετωπίσουν το παραμικρό. Με την μόστρα του Fassbender σε διπλό ρόλο, του μπερδεμένου Χερουβείμ και του πανέτοιμου να κάνει τα πάντα για χάρη του Αφεντικού του, Εωσφόρου, μπορεί στην πορεία οι απορίες στο μυαλό όσων παρακολουθούν να ξεδιαλύνουν, δεν θα συμβεί το ίδιο όμως και στους συν αυτών συμμετέχοντες, που σε κάθε εμφάνιση των "Διδύμων" δεν θα καταφέρουν να λύσουν τον γρίφο του ποιος είναι ποιος. Να έχεις δηλαδή να τα βάλεις με το μοχθηρό θηρίο, να έχεις και τον Ντέβιοντ / Γουόλτερ να σε ανακατώνει.

Υπερβολικά πολυπληθές το πλήρωμα που αποξαρχής καταλαβαίνεις έχει σταλεί αύτανδρο στην σφαγή (σχεδόν το διπλάσιο από το επίσης πολύ των Aliens) με συνέπεια να μην προλαβαίνουν οι χαρακτήρες να αναπτυχθούν και να προκαλέσουν τα συναισθήματα που πρέπει με τον χαμό τους, με δυο κουβέντες δεν νοιάζει κάποιον ιδιαίτερα για το τι θα τους συμβεί στο επικείμενο ραντεβού τους με το Άλιεν. Παρομοίως η, ας πούμε, βασική ηρωίδα της πλοκής, αστροναύτης Ντάνιελς, που την υποδύεται η Katherine Waterston, δεν αποκτά ποτέ κάτι το ξεχωριστό ως περσόνα, ώστε να εκτοξεύσει στα ύψη την αγωνία για το αν στο φινάλε θα επιβιώσει, θα βγει ζωντανή από την αιματηρή duel. Δεν λέμε να γίνει Ρίπλει, αυτό δεν πρόκειται ξανά να συμβεί στους αιώνες των αιώνων, το σχέδιο Άλιεν έχει πάρει φθίνουσα πορεία, καθοδική και δεν προβλέπεται καμία επιστροφή, ποιοτικά, πίσω στις πρωτότυπες ρίζες του θέματος.

Αλλά... Το σενάριο είναι αρκετά μελετημένο και στην εξέλιξη του λύνει απορίες και τρύπες που μπορεί να γεννήσει στην αφετηρία του. Ειδικά η προσωπικότητα του Απεσταλμένου, ερευνάται διεξοδικά και δεν αφήνεται στην τύχη, δίνοντας του έτσι το τιμόνι να κινήσει το στόρι όπως το Αφεντικό του έχει προορίσει. Σε τελική ανάλυση, το Covenant, αν κάτι επιτυγχάνει είναι να γεφυρώσει και σαν πρίκουελ ιστορία και σαν μείκτης διαφορετικών φιλμικών ειδών, τον θρύλο των Alien, με την πνευματική αναζήτηση του Προμηθέα, βάζοντας εκ νέου βάσεις, για κάποιο πιθανό επόμενο τσάπτερ. Που δεν μπορώ να επιβεβαιώσω πως χρειάζεται ή να δηλώσω πως αν απουσιάσει θα μας λείψει. Ευτυχώς ο μίστερ Scott όπως κι ο Cameron, έχουν αφήσει κληρονομιά τέτοια, που μπορείς να την παρακολουθείς με άνεση σε πολλαπλή επανάληψη, σαν να την βλέπεις στην κυριολεξία για πρώτη φορά.

Alien: Covenant Rating

Στις δικές μας αίθουσες? Στις 18 Μαΐου 2017 από την Odeon
Περισσότερα... »



Cannes Film Festival 2017 Live

του Θόδωρου Γιαχουστίδη

Τράβα μου μία φωτογραφία!

Ο κακός χαμός σήμερα. Μαζεύτηκαν δεκάδες προσωπικότητες της 7ης Τέχνης, από βραβευμένους με Χρυσό Φοίνικα σκηνοθέτες, μέχρι αστέρες της σύγχρονης κινηματογραφικής βιομηχανίας, για να βγάλουν μια επετειακή φωτό για τα 70 χρόνια του φεστιβάλ των Καννών. Μεταξύ των φωτογραφηθέντων ο Κώστας Γαβράς (καθιστός στην πρώτη σειρά παρακαλώ), ο Γιώργος Λάνθιμος και δεν θα αναφέρω κανέναν άλλο παρά μόνον τον Ken Loach. Κι αυτό γιατί καθώς γυρνούσα στο διαμέρισμα όπου διαμένω για να ξεκουραστώ, εκείνος μέσω της Rue d'Antibes (του παράλληλου προς την Κρουαζέτ κεντρικού δρόμου των Καννών δηλαδή) πήγαινε να φωτογραφηθεί σε αυτήν την ιδιαίτερη και ιστορική στιγμή! Αυτές είναι συναντήσεις παιδιά, όχι αστεία!

Ο καιρός συνεχίζει να είναι καλός ενώ στην Ελλάδα μαθαίνουμε γίνεται πανικός από βροχές και τέτοια. Τα μαγαζιά είναι γεμάτα – σε ένα από αυτά που βγήκαμε να φάμε με καλή παρέα μας έφεραν δύο τεράστια (δεν αστειεύομαι) ψάθινα καλάθια γεμάτα λαχανικά (ντομάτες, αγγούρια, καρότα, κουνουπίδια, φινόκιο, σέλινο, πιπεριές, φρέσκο κρεμμυδάκι, ραπανάκια, κόκκινο λάχανο και άλλα) – μέσα στα καλάθια υπήρχαν και βραστά αυγά με το τσόφλι (!!!) και βεβαίως δύο βαθιά πιάτα, ένα με σάλτσα βινεγκρέτ κι ένα με σάλτσα αντζούγιας! Τη σαλάτα λοιπόν που ήθελες να φας, έπρεπε να τη φτιάξεις μόνος σου!!!!!!!!! Ευτυχώς, το κοτόπουλο το έφεραν ψημένο κι όχι ζωντανό, να το φονεύσουμε και να το μαγειρέψουμε επί τόπου! Ρε τι σου είναι αυτοί οι Γάλλοι.

Le redoutable Cannes 2017

Στις ταινίες μας τώρα. Πάλι τριάδα θα έχουμε. Δύο ταινίες από το διαγωνιστικό τμήμα και μία από το τμήμα «Εβδομάδα της Κριτικής». Και ξεκινάμε. Ιδιαίτερη περίπτωση αυτός ο Michel Hazanavicius. Είναι πολλοί αυτοί που τον χαρακτηρίζουν κάλπη, μιας που ξεκίνησε από κωμωδίες όχι ιδιαίτερης ποιότητας, για να αποθεωθεί με το «The Artist» (θυμίζω: συμμετοχή στο διαγωνιστικό των Καννών το 2011, όπου τιμήθηκε με το βραβείο ανδρικής ερμηνείας και πέντε Όσκαρ, ανάμεσα κι εκείνο καλύτερης ταινίας!), να δεχτεί μεγάλο ξεφωνητό για το επόμενό του, το «The Search» (2014), που δεν το είδαμε ποτέ στην Ελλάδα και να επιστρέψει σε φόρμα (;) με ένα παράδοξο και πάλι σχέδιο, με το οποίο επιστρέφει στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ των Καννών. Μιλάμε βεβαίως για το «Le redoutable»!

Η υπόθεση: Παρίσι, 1967. Ο Jean-Luc Godard γυρίζει την ταινία «Η Κινέζα» (La chinoise), πλάι στη γυναίκα που αγαπά, την Anne Wiazemsky, μούσα του Robert Bresson στο υπέροχο «Στην τύχη του ο Μπαλταζάρ» (Au hasard Balthazar) την οποία γύρισε ένα χρόνο νωρίτερα. Οι δυο τους είναι ευτυχισμένοι, όμορφοι, ερωτευμένοι και καθόλου δεν τους ενοχλεί το γεγονός ότι εκείνη είναι 20 χρόνια μικρότερη από εκείνον. Αλλά η υποδοχή της ταινίας, που δεν αρέσει σε κανέναν, ούτε στους Κινέζους, κι ας είναι γυρισμένη από έναν ορκισμένο Μαοϊκό, πυροδοτεί μια επεξεργασία αυτοαναζήτησης για τον Godard, ο οποίος πλέον αποκηρύσσει τον εαυτό του ως δημιουργό, αποκηρύσσει το έργο του και λέει πως το σινεμά έχει πεθάνει. Τα γεγονότα του Μάη του 1968 θα ενισχύσουν αυτή τη διαδικασία, και την κρίση που έχει ταρακουνήσει τον μεγάλο δημιουργό. Βαθιά ριζωμένες αντιπαραθέσεις και παρεξηγήσεις θα τον αλλάξουν αμετάκλητα. Νιώθει ολοένα και περισσότερο ενθουσιασμένος με το κίνημα των φοιτητών κι ολοένα και πιο απογοητευμένος από τον εαυτό του.

Η άποψή μας: Ας ξεκινήσουμε από τα θετικά: μια χαρά ταινία κάνει ο Hazanavicius. Πιάνει τον σκηνοθέτη – ταμπού του γαλλικού σινεμά και τον χρησιμοποιεί ως αφορμή για να μιλήσει και για το σινεμά. Επ' ουδενί αυτό που βλέπουμε δεν είναι βιογραφία – κι ας υπάρχουν πολλά βιογραφικά στοιχεία. Όχι, ο Hazanavicius αποδεικνύεται πιο έξυπνος από το να «εκμεταλλευτεί» το θέμα του σκανδαλοθηρικά. Όλη η ταινία, τη μεγάλη αντίθεση κάθε δημιουργού βγάζει στη φόρα. Αυτήν όπου ποτέ δεν είναι ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα της δουλειάς του και θέλει να σπρώξει τα όριά του πιο πέρα. Ιδίως όταν αυτός ο δημιουργός είναι στρατευμένος και θέλει να μιλήσει και για άλλα πράγματα πέρα από τα προφανή. Που βλέπει το σινεμά όχι ως μια διαδικασία μαζικής διασκέδασης αλλά ως έναν τρόπο να βρεθείς σε αρμονία με το σύμπαν, να μιλήσεις με την διαδικασία του κατεπείγοντος για αυτά που συμβαίνουν γύρω σου.

Είναι χαρακτηριστικός ο διάλογος που έχει με έναν συνομιλητή του. Εκείνος λέει πως πηγαίνει σινεμά για να ξεφύγει από τη μίζερη πραγματικότητα, αυτό δηλαδή που ο Spielberg ονομάζει escapism. Και του λέει ο Godard: γιατί να μην καταγράφει το σινεμά την πραγματικότητα; Γιατί να μην αναφέρεται σε πράγματα που καίνε; Είναι βιωματική τέχνη και οφείλει ηθικά και πολιτικά να το πράττει. Όλα αυτά ο Hazanavicius τα περνάει με τη φόρμα της κωμωδίας. Μπορεί να μην ξέρει να σκηνοθετεί σκηνές πλήθους (και αναφέρομαι στις σκηνές των διαδηλώσεων) και αφήνει ξεκρέμαστους κάποιους ηθοποιούς του (η Stacy Martin στο ρόλο της Anne δεν κάνει καμία υποκριτική προσπάθεια, απλά μας δείχνει το όμορφο πρόσωπό της και το ακόμα πιο όμορφο σώμα της, παίρνοντας από καιρού εις καιρόν το ύφος του πληγωμένου κουταβιού, μιας που ο «Godard» δεν χάνει την ευκαιρία να την προσβάλλει ευκαιρίας δοθείσης για τον μπουρζουάδικο εαυτό της).

Αλλά ο σκηνοθέτης τελικά κερδίζει το στοίχημα. Με έξυπνο τρόπο χρησιμοποιεί κάποια από τα τρικ για τα οποία έγινε διάσημος ο Godard, ένας από τους μεγαλύτερους επαναστάτες του σινεμά, ας μην κρυβόμαστε. Και να οι μεσότιτλοι, και να τα συνθήματα με τεράστια γράμματα που γίνονται μηνύματα μέσα στην ταινία, και να οι διάλογοι στους οποίους άλλα λένε οι ηθοποιοί και άλλα εννοούν, τα οποία (αυτά που εννούν) τα βλέπουμε στους επεξηγηματικούς υποτίτλους, και να το γύρισμα σε αρνητικό, και να η ειρωνεία του να λες πως δεν βλέπεις τη χρησιμότητα του να γυρίζεις σκηνές με γυμνούς ηθοποιούς και ο διάλογος να γίνεται με τους δύο ηθοποιούς εντελώς γυμνούς! Το γκαγκ του σπασίματος των γυαλιών του Godard, ένα από τα σήματα κατατεθέντα της προσωπικής του εμφάνισης, βγάζει γέλιο και σταματάει εκεί που πρέπει (χωρίς τα γιαλιά ο Godard δεν βλέπει τίποτε), ο Louis Garrel πιάνει εύστοχα τον χαρακτηριστικό τρόπο ομιλίας του Ελβετού σκηνοθέτη, όλα καλά. Και υπάρχει και μπόλικη κινηματογραφοφιλία. Ο Godard βλέπει με την Anne «Το πάθος της Ζαν Ντ' Αρκ» του Dreyer σε ένα μικρό σινεμαδάκι, όπου βέβαια μαλώνουν. Βλέπουμε τη συνάντηση του Godard με τον Bertolucci και τον Ferreri. Βλέπουμε πόσο πολύ ζήλευε. Βλέπουμε τη δήλωσή του πως το μόνο που αξίζει από το σινεμά είναι μερικές ταινίες με τον Jerry Lewis και κάποιες των Marx Brothers – όλα τα υπόλοιπα είναι σκουπίδια για πέταγμα! Και βλέπουμε και τα ιστορικά συμβάντα.

Το πως ο Godard πρωτοστάτησε στα γεγονότα του γαλλικού Μάη αλλά ένιωθε γέρος, άρα κατεστημένο, σε σύγκριση με τους παθιασμένους και ορμητικούς φοιτητές. Το πως εξαιτίας του κι άλλων συναδέλφων του δεν έγινε ποτέ το φεστιβάλ των Καννών το 1968 – με το εύλογο επιχείρημα πως όταν η χώρα βρίσκεται σε τέτοια μεγάλη αναταραχή δεν μπορεί να εξελίσσεται ένα έστω καλλιτεχνικό γεγονός που έχει όμως χαρακτήρα κοσμικό και ρόλο θεσμού. Και βλέπουμε και τον χαρακτήρα του Godard. Τον μισάνθρωπο. Τον είρωνα. Που δεν μπορούσε να διαχειριστεί τους ανθρώπους εκείνους οι οποίοι λάτρευαν τη δουλειά του και τους πρόσβαλε. Αστική ευγένεια εννοείται πως δεν την είχε καθόλου, μιας που ήταν... αστική! Που αγαπούσε βαθιά τη γυναίκα του αλλά την πρόσβαλε επίσης συνέχεια κατηγορώντας την για μικροαστή.

Η ταινία βασίζεται στην αυτοβιογραφία της Anne Wiazemsky με τίτλο «Un an après», γι' αυτό και η Anne είναι ουσιαστικά η αφηγήτρια της ταινίας. Ναι, μια χαρά ταινία είναι, που σέβεται την Ιερή Αγελάδα του παγκόσμιου σινεμά, χωρίς να έχει κανένα πρόβλημα να την μυθοποιεί ακόμα περισσότερο, απομυθοποιώντας την. Ωραιότατο!

Geu-hu Cannes 2017

Παράξενο για φεστιβάλ, αλλά έπρεπε να περάσει μια βδομάδα από την αρχή του για να πετύχω την πρώτη ασπρόμαυρη ταινία! Το «Geu-hu» (The Day After) του λατρεμένου των φεστιβάλ (προσωπικά δεν μπορώ να καταλάβω γιατί) Hong Sang-soo συμμετέχει στο διαγωνιστικό τμήμα. Είχε άλλη μια ταινία εδώ στις Κάννες που προβλήθηκε εκτός συναγωνισμού και πριν ελάχιστους μήνες είχε ταινία στο διαγωνιστικό τμήμα της Berlinale! Βέβαια, αν δει κανείς τις ταινίες του, καταλαβαίνει γιατί είναι τόσο δημιουργικός και πολυγραφότατος! Δεν θέλουν και τίποτε ιδιαίτερο κινηματογραφικά. Βάζει ανθρώπους να μιλάνε ακατάπαυστα αλά Rohmer! Καμία σχέση όμως με τον Γάλλο μετρ! Πιο πολύ από τις ταινίες του – και βάζω και τούτη μέσα – μου άρεσε το σκάνδαλο που δημιούργησε με την ερωτική του ζωή! Ο 57χρονος σκηνοθέτης χώρισε από τη γυναίκα του και ζει πλέον μαζί με την πρωταγωνίστριά του, τη θεά Kim Min-hee, 35 Μαΐων παρακαλώ, την οποία λατρέψαμε στην «Υπηρέτρια», το περσινό αριστούργημα του Park Chan-wook, που διαγωνίστηκε επίσης στις Κάννες. Κι αν και είναι νωρίς για απολογισμούς, κάτι μου λέει πως το περσινό διαγωνιστικό είχε καλύτερο επίπεδο από το φετινό...

Η υπόθεση: Είναι η πρώτη ημέρα της νεαρής και όμορφης Αρεούμ στη δουλειά, σε έναν μικρό εκδοτικό οίκο. Το αφεντικό της, ο μεσήλικας Μπονγκγουάν, είχε ερωτική σχέση με την προηγούμενη υπάλληλό του. Ήταν σφοδρά ερωτευμένος μαζί της, αλλά χώρισε μαζί της, καθώς εκείνη δεν άντεχε το γεγονός ότι ο Μπονγκγουάν δεν έπαιρνε διαζύγιο από τη γυναίκα του. Την ημέρα που πιάνει δουλειά η Αρεούμ, ο Μπονγκγουάν αφήνει το σπίτι στα μαύρα χαράματα και οδεύει επίσης για τον εκδοτικό οίκο. Οι μνήμες της γυναίκας που έφυγε είναι βαριές πάνω του. Εκείνη την ημέρα, η σύζυγός του βρίσκει μια ερωτική επιστολή. Και χωρίς να την πολυψάξει, χάνοντας την ψυχραιμία της, ορμάει στο γραφείο και πλακώνει στα χαστούκια την Αρεούμ θεωρώντας πως εκείνη είναι η ερωμένη του άντρα της...

Η άποψή μας: Και μιλάνε και μιλάνε και μιλάνε και σταματημό δεν έχουν οι πρωταγωνιστές τούτης της ταινίας. Είτε για μπανάλ πράγματα όπως «βρε παιδί μου, αφού δουλεύουμε μαζί, ας μην είμαστε τυπικοί, ας μιλάμε στον ενικό, εγώ θα σε λέω Αρεούμ και εσύ μπορείς να με λες ‘’αφεντικό’’» είτε για πιο σημαντικά όπως τι είναι η πραγματικότητα; Είναι πραγματική η πραγματικότητα; Ή μήπως η πραγματικότητα είναι η οπτική του εγκεφάλου του καθενός από εμάς στην... πραγματικότητα; Ωραία πράγματα. Υπάρχει και λίγο μπερδεμένο χρονικό πέρα δώθε, η ταινία είναι γυρισμένη σε ασπρόμαυρο και όπως έλεγε και ο Βασίλης Κεχαγιάς όλοι οι ηθοποιοί μοιάζουν μεταξύ τους – δεν βγάζεις άκρη ποιος είναι ποιος! Και μέχρι να καταλάβεις παύει να σε ενδιαφέρει. Χαρακτηριστική φεστιβαλική ταινία, που αν τη γύριζε Έλληνας σκηνοθέτης θα λέγαμε «πω πω τι μαλατσία γύρισε ο τύπος». Και καλά κωμωδία και καλά η ανθρώπινη κατάσταση, ο χαμένος χρόνος, οι χαμένες αγάπες, άσε που κατά βάση ο σκηνοθέτης τη δική του εντέλει προσωπική εμπειρία με τον χωρισμό του ήθελε να κάνει ταινία εν είδη ψυχοθεραπείας. Όμορφη η Kim Min-hee αλλά ρε παιδιά, ρε παιδιά. Νουβέλ βαγκ στο 2017; Και να το θεωρούμε αυτό πρωτοπορία; Δεν θα πάρω, no, τζιζ.

Oh Lucy! Cannes 2017

Με την πρώτη της μεγάλου μήκους ταινία «Oh Lucy!» έρχεται να μας συστηθεί η Atsuko Hirayanagi στο τμήμα «Εβδομάδα της Κριτικής». Και η αλήθεια είναι πως... χαρήκαμε πολύ για τη γνωριμία! Πριν από αυτήν είχε γυρίσει τέσσερις μικρού μήκους ταινίες και την μία από αυτές αποφάσισε να την κάνει... μεγάλη, διατηρώντας τον ίδιο τίτλο. Και κερασάκι στην τούρτα; Βασικό ρόλο παίζει ο κάποτε μορφονιός και με πολλά ένσημα στο Χόλιγουντ Josh Hartnett, που τελευταία εμφανίζεται ολοένα και λιγότερο στο σινεμά. Ελπίζουμε να αλλάξει σύντομα αυτό, γιατί το αγόρι... το 'χει!

Η υπόθεση: Η Σέτσουκο είναι μια μοναχική μεσήλικη. Η δουλειά της είναι βαρετή και γεμάτη συναδέλφους με προσποιητή ευγένεια, δεν έχει φίλους, δεν έχει εραστή και η μόνη της ευχαρίστηση είναι να καπνίζει το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, ζώντας σε ένα εντελώς ακατάστατο διαμέρισμα σε μια μη τουριστική περιοχή του Τόκιο. Έχει μια αδελφή, την Άγιακο, με την οποία όμως δεν τα πάνε καλά, καθώς την κατηγορεί για το ότι της έκλεψε τον άνδρα που αγαπούσε όταν ήταν νέες! Μια μέρα, που ξεκινάει με την Σέτσουκο να βλέπει κάποιον δίπλα της να αυτοκτονεί στο μετρό, η κόρη της Άγιακο και αγαπημένη ανιψιά της Σέτσουκο, η χαρούμενη, όμορφη και γεμάτη ζωή 20χρονη Μίκα, θα προτείνει στη θεία της να της δώσει χρήματα και να κάνει εκείνη τα μαθήματα αγγλικών για τα οποία είχε γραφτεί, μιας που της προέκυψε κάτι επείγον και δεν θα μπορεί να τα παρακολουθήσει. Η Σέτσουκο δέχεται χωρίς πολύ κέφι. Πηγαίνει στο πρώτο μάθημα, όπου συναντά τον καθηγητή των αγγλικών της, τον Τζον, ο οποίος κάνει πολύ ιδιαίτερα μαθήματα! Δίνει στην Σέτσουκο μια ξανθιά περούκα και τη μετονομάζει σε Λούσι! Και την αγκαλιάζει όλη την ώρα! Η όλη κατάσταση ενθουσιάζει την Σέτσουκο. Αδημονεί να πάει στο δεύτερο μάθημα. Ο Τζον όμως εξαφανίζεται...

Η άποψή μας: Πολύ ευχάριστη έκπληξη αποτέλεσε για εμάς τούτη η όμορφη ταινία. Μια ταινία που σε κάνει να γελάς, αλλά κρύβει μέσα τη πολύ πίκρα, πολύ μοναξιά, πολύ εγκατάλειψη. Η Σέτσουκο είναι ένας ιδιαίτερος χαρακτήρας. Κάποτε είχε όνειρα, πλέον έχουν όλα ξεραθεί. Η περίπτωση να αυτοκτονήσει δεν της φαίνεται και τόσο αποκρουστική. Και η περίπτωση να μετατραπεί στην υπάλληλο εκείνη στη δουλειά της, που όλοι οι συνάδελφοί της υποτίθεται την αγαπάνε αλλά πίσω από την πλάτη της, της σούρνουν διάφορα, της φαίνεται μια πολύ πιθανή προοπτική. Μεγαλόπολη. Σκατά. Σκλάβα σε μια δουλειά χωρίς προοπτική και μια ζωή που δεν τη ζει, απλά περνάει τις μέρες της, έτσι, χωρίς πρόγραμμα. Το εντελώς αντίθετο είναι η ανιψιά της. Έχει μια ζέση, μια αισιοδοξία, μια μεταδοτικότητα χαράς που δεν περνά απαρατήρητη από την Σέτσουκο.

Το μεγάλο όμως σημείο που την κάνει να αλλάξει εντελώς, η κρίσιμη στιγμή στη ζωή της είναι η γνωριμία της με τον Τζον. Και με έναν άλλο συμμαθητή της, Ιάπωνα εννοείται, στον οποίο ο Τζον επίσης δίνει περούκα και τον βαφτίζει «Τομ». Η Σέτσουκο διστακτικά αρχικά αλλά ολοένα και πιο απελευθερωμένη αργότερα, δέχεται την εμπειρία με μεγάλη χαρά. Εξάλλου, πόσο καιρό έχει να την αγκαλιάσει ένας άντρας, έστω και στο πλαίσιο ενός ιδιαίτερου μαθήματος; Το πρώτο μέρος της ταινίας είναι κι εκείνο που βγάζει το πιο πολύ γέλιο. Και από τη στιγμή που οι δύο αδελφές αποφασίζουν να πάνε στο Λος Άντζελες για να βρουν τον Τζον, το γέλιο μεγαλώνει. Η σχέση τους έχει πολύ πλάκα. Είναι ανταγωνιστικές, η Σέτσουκο δεν μπορεί να συγχωρέσει την Άγιακο και η Άγιακο δεν μπορεί να πάψει να το παίζει μεγάλη αδελφή, που όλο (επι)κρίνει την Σέτσουκο. Αλλά είπαμε, το γέλιο είναι πικρό. Αυτά που θα μάθει η Σέτσουκο για τον Τζον την κάνουν να δει σε όλο το μέγεθος την πλάνη τη. Βρίσκει όμως την δύναμη, την σχεδόν αυθάδεια να διεκδικήσει τον έρωτα! Από έναν άνθρωπο που δεν είναι για εκείνην ολοφάνερα.

Η Shinobu Terajima στο ρόλο της Σέτσουκο/ Λούσι είναι εξαιρετική. Και η σκηνοθέτιδα την αγαπάει την ηρωίδα της. Μια γυναίκα που θέλει να αγαπηθεί. Μια γυναίκα που μπορεί να κάνει θυσίες. Μια γυναίκα που μπορεί να γίνει πολύ σκληρή. Μια γυναίκα που θα έχει τελικά την ευκαιρία της; Μια αγκαλιά ρε παιδιά. Μια αγκαλιά. Στα χέρια άλλου σκηνοθέτη η ταινία θα μπορούσε να γίνει μια πολύ πιο ανάλαφρη και ψυχαγωγική κωμωδία. Εδώ το γέλιο κρύβει και λίγο μαυρίλα. Έτσι όπως μας αρέσει...

Θοδωρής Γιαχουστίδης

Cannes Film Festival 2016 Live
Περισσότερα... »



Cannes Film Festival 2017 Live

του Θόδωρου Γιαχουστίδη

«Happy» end?

Ενός λεπτού σιγή ζητήθηκε με επίσημο δελτίο τύπου από το φεστιβάλ να τηρηθεί από όλους στις 15.00 τοπική ώρα εδώ στις Κάννες ως φόρος τιμής για τα θύματα της τρομοκρατικής επίθεσης στο Μάντσεστερ, σε συναυλία της Ariana Grande αν έχετε το θεό σας! Κι άλλοι νεκροί, αθώοι άνθρωποι που πήγαν να διασκεδάσουν, σε μια ποπ συναυλία. Τυφλά (;) χτυπήματα με στόχο νέους ανθρώπους. Ωραία ριζοσπαστικοποίηση, έτσι; Πέθανε και ο Roger Moore, μ' έπιασε και η νοσταλγία για την Ελλάδα, τη Θεσσαλονίκη, τη γυναίκα μου, την κόρη μου, τους δικούς μου, άστα να πάνε.

Εντωμεταξύ, σε κάποια από τις προηγούμενες ανταποκρίσεις μου σας είχα γράψει πως στο σήμα του φεστιβάλ με τις σκάλες που ανεβαίνουν από τον βυθό της θάλασσας στα αστέρια του γαλαξία υπάρχουν ονόματα σπουδαίων σκηνοθετών και στο πρώτο από τα πανομοιότυπα κλιπάκια που είχα δει, υπήρχε το όνομα του Ζιλ Ντασέν. Ε, βγήκαν κι άλλα όπως καταλαβαίνετε. Και σε κάθε ένα από αυτά προς μεγάλη μου έκπληξη, υπάρχει όνομα Έλληνα! Κώστας Γαβράς, Μιχάλης Κακογιάννης, Θόδωρος Αγγελόπουλος. Καλή φάση...

Happy End Cannes 2017

Μας μαύρισε την ψυχή και ο Haneke με τη νέα του ταινία «Happy End» και ήρθε και έδεσε το γλυκό! Ο 75χρονος γεννημένος στο Μόναχο Αυστριακός σκηνοθέτης γυρίζει την 12η μεγάλου μήκους ταινία του, έχοντας το... προνόμιο να έχει γυρίσει το «Funny Games» ο ίδιος και στην πρωτότυπη εκδοχή του αλλά και στο αμερικάνικο ριμέικ του (το συγκεκριμένο ριμέικ είναι μάλλον η χειρότερη στιγμή στην καριέρα του – απλά, δεν χρειαζόταν). Υπερ-αγαπημένος στο φεστιβάλ των Καννών, έχει ήδη κερδίσει δύο φορές τον Χρυσό Φοίνικα και μάλιστα είναι μόνο ο ένας από τους δύο σκηνοθέτες που το έχουν καταφέρει με δύο συνεχόμενες ταινίες τους! Την πρώτη φορά κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα για τη «Λευκή κορδέλα» (2009) και τη δεύτερη για το «Αγάπη» (2012). Πέντε χρόνια μετά (ποτέ δεν έχει περάσει τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα ανάμεσα σε δύο ταινίες του) συμμετέχει ξανά στο διαγωνιστικό τμήμα του αγαπημένου του φεστιβάλ. Αυτήν τη φορά ο Χρυσός Φοίνικας θα πάει κατά πάσα πιθανότητα αλλού. Λέμε τώρα: ποτέ δεν ξέρεις με τις Κάννες...

Η υπόθεση: Ο Ζορζ Λοράν είναι ένας 84χρονος μεγαλοαστός, που ζει στο έξοχο σπίτι του στο Καλέ, ένα σημαντικό λιμάνι στο στενό της Μάγχης, πόλη όπου πολλοί μετανάστες ζουν έτσι κι αλλιώς κι άλλοι βρίσκονται παγιδευμένοι σε σύγχρονα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ο Ζορζ είναι μοναχικός και θέλει να αυτοκτονήσει. Όταν δεν τα καταφέρνει ρίχνοντας το αυτοκίνητό του σε κολόνα, ψάχνει απεγνωσμένα κάποιον να τον βοηθήσει να τα καταφέρει, ενώ πλέον είναι καθηλωμένος και σε αναπηρικό καροτσάκι. Μαζί του στο σπίτι του μένουν η κόρη του, Αν, που έχει αναλάβει την οικογενειακή επιχείρηση εργολαβιών (που δεν πάει και πολύ καλά) και ο γιος του, Τομά, ο οποίος είναι γιατρός. Επίσης μαζί τους μένουν ο γιος της Αν, ο αψύς και οξύθυμος Πιέρ, στον οποίο η Αν θέλει να μεταβιβάσει τα ηνία της εταιρίας, η δεύτερη γυναίκα του Τομά, η Αναϊς και ο νεογέννητος γιος τους. Το παζλ συμπληρώνεται όταν στο σπίτι έρχεται να ζήσει και η 12χρονη κόρη του Τομά, από τον πρώτο του γάμο, η Ιβ, όταν η μητέρα της μυστηριωδώς (;) παθαίνει overdose από φάρμακα που παίρνει για την κατάθλιψη. Κάτω από την επιφανειακή ηρεμία βρίσκονται καλά κρυμμένα μυστικά και ντοκουμέντα...

Η άποψή μας: Ο Haneke βάζει σε ταινία του να ακουστεί το «Chandelier» της Sia σε μια σκηνή καραόκε!!! Ο Haneke καταγράφει μέσω ενός smartphone μια γυναίκα να κάνει διάφορα πριν κοιμηθεί και ένα 13χρονο κορίτσι (όπως καταλαβαίνουμε αργότερα) να τα σχολιάζει live καθώς λαμβάνουν χώρα, στο instagram! Ο Haneke δείχνει έναν πιτσιρικά στο youtube να κοροϊδεύει έναν άλλο πιτσιρικά με... κινηματογραφικό τρόπο! Ο Haneke δείχνει ερωτικό τσατ ανάμεσα σε έναν άνδρα και μια γυναίκα, που θυμίζει κάπως το ανάλογο (ψεύτικο όμως) στο «Εξ επαφής», το θεατρικό του Patrick Marber που έκανε ταινία ο Mike Nichols. Αυτά είναι πρωτόγνωρα πράγματα για ταινία του Haneke! Υπάρχουν όμως και τα γνωστά και αγαπημένα: σκηνές από κάμερες cctv που πιάνουν την κατάρρευση ενός χώρου κατασκευής μεγάλου έργου (εξαιρετική σκηνή), σκηνές κινηματογραφημένες από μακριά, όπου δεν ακούς τι διαμείβεται ανάμεσα στους συμμετέχοντες, ξαφνικές εκρήξεις βίας, ένα παζλ στο οποίο ο σκηνοθέτης όχι μόνο δεν σε βοηθάει να το ολοκληρώσεις, αλλά σου... κρύβει κομμάτια.

Είναι σαν ένα best of τούτη η ταινία του, με πιο κοντινό σημείο αναφοράς τον «Κρυμμένο». Η (μεγαλο)αστική τάξη βρίσκεται για άλλη μια φορά στο στόχαστρο του σκηνοθέτη. Η υποκρισία, η δήθεν καλοσύνη, η βαρεμάρα, η αδιαφορία για αυτό που συμβαίνει στον κόσμο, η ανάγκη για συνεχή και ολοένα και πιο έντονα ερεθίσματα για να νιώσει ζωντανή. Κι ένα παιδί... εξολοθρευτής άγγελος! Σαν να συμπυκνώνει το αθώο (;;;) αυτό πλάσμα, η 12χρονη Ιβ, ήτοι, η Εύα, όλη την κακία των προγόνων της. Σκοτώνει το χάμστερ της, κοροϊδεύει τη μητέρα της (ίσως της κάνει και κάτι παραπάνω), καταγράφει ωσάν ζόμπι την «πραγματικότητα» μέσα από την οθόνη του κινητού της. Ναι, θα μπορούσε κανείς να πει πως τούτη η ταινία του Haneke έχει πολλά κοινά στοιχεία με την ταινία του Zvyagintsev, με την οποία συνδιαγωνίζεται εδώ. Μόνο που, περιέργως, ο Haneke δείχνει πιο... πράος με τον μισανθρωπισμό του, που είναι το σήμα κατατεθέν του. Κάνει και μια αδιόρατη ένωση με το «Αγάπη», εδώ, σε μια ταινία που μόνο αγάπη δεν υπάρχει! Και το φινάλε της ταινίας είναι ταυτόχρονα ένα από τα πιο τρομακτικά και πιο αστεία (;;;;;) της φιλμογραφίας του – και ναι, εδώ μπορείς να το δεχτείς ως αστείο, όχι όπως στην περίπτωση του Λάνθιμου (εκεί εγώ, επιμένω). Η νέα γενιά έρχεται να ξεφορτωθεί το παλιό αλλά δεν πράττει: απλά καταγράφει. Υπάρχει κάτι περισσότερο απέλπιδο;

Δεν θα αρέσει στο πολύ κοινό η νέα ταινία του Haneke γιατί είναι πιο κρυπτική απ' ότι συνήθως και θέτει πολλά ερωτήματα δίχως να δίνει σχεδόν καμία απάντηση. Το αν παραβιάζει ανοιχτές θύρες είναι ένα ζήτημα επίσης που σηκώνει μεγάλη κουβέντα. Πάντως, σίγουρα, αδιάφορη ταινία δεν έκανε...

Sanpo suru shinryakusha Cannes 2017

Εκείνος που με εξέπληξε θετικά ήταν ο Kiyoshi Kurosawa. Ο πολυγραφότατος Ιάπωνας σκηνοθέτης έχει λάβει μέρος μία φορά στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Καννών με το «Κεφάλι της μέδουσας» (Akarui mirai / Bright Future, 2002). Στο «Ένα κάποιο βλέμμα», όμως, συμμετέχει συχνά πυκνά. Αυτή είναι η τέταρτη μεγάλου μήκους ταινία του λοιπόν, που συμμετέχει στο συγκεκριμένο τμήμα. Τίτλος της: «Sanpo suru shinryakusha» ή αγγλιστί «Before We Vanish». Και το σενάριό της βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Tomohiro Maekawa.

Η υπόθεση: Η Ναρούμι δεν τα πάει καλά με τον σύζυγό της, τον Σίνζι. Βρίσκονται στα πρόθυρα διαζυγίου. Μια ημέρα, ο Σίνζι εξαφανίζεται. Όταν επιστρέφει λίγο καιρό αργότερα, μοιάζει με κάποιον τελείως διαφορετικό άνθρωπο. Πλέον είναι ευγενικός και τρυφερός. Κάθε ημέρα, δε, βγαίνει για βόλτα, αν και φαίνεται να μην μπορεί να περπατήσει καλά. Την ίδια ώρα, μια οικογένεια δολοφονείται βάναυσα, και από το μακελειό βγαίνει ζωντανή μία κοπέλα μόνο. Ο δημοσιογράφος Σακουράι καλύπτει την ιστορία της δολοφονίας. Και θα γνωρίσει έναν παράξενο νεαρό. Που θα του εξομολογηθεί πως είναι... εξωγήινος. Μαζί με άλλους δύο εξωγήινους βρέθηκαν στην Ιαπωνία, δανείστηκαν ανθρώπινες μορφές, παίρνουν από τους ανθρώπους την αντίληψη που έχουμε για έννοιες άγνωστες για αυτούς, όπως ιδιοκτησία, δουλειά, χρήματα και προετοιμάζουν το έδαφος για μια εξωγήινη εισβολή που κοντοζυγώνει, στην οποία όλο το ανθρώπινο είδος θα εξαφανιστεί, εκτός από ελάχιστους που θα επιβιώσουν λειτουργώντας ως «δείγμα». Τι μπορεί να σταματήσει την επερχόμενη καταστροφή;

Η άποψή μας: Επιτέλους, μια ταινία του Kurosawa με χιούμορ! Και με ζεστασιά. Μακριά (εντάξει, όχι και τόσο) από τον εαυτό του, εκείνον που παρατηρεί από απόσταση και σχολιάζει το... alienation της ανθρωπότητας! Κι εδώ εννοείται ότι έχουμε αίμα αρκετό κι εδώ υπάρχει μια απειλητική ατμόσφαιρα, αλλά το βασικότερο είναι ότι υπάρχει χιούμορ, ότι ο σκηνοθέτης αντιμετωπίζει την επερχόμενη καταστροφή με διάθεση χαλαρού σχολιασμού. Το αποτέλεσμα είναι ότι πιο κοντινό σε «εμπορικό» σινεμά έχει ποτέ του γυρίσει! Είπαμε, υπάρχει το αίμα, δομικό στοιχείο των ταινιών του: η αρχική σκηνή με το χρυσόψαρο και το αιματοκύλισμα έχει τη σφραγίδα του. Υπάρχουν και σκηνές εντυπωσιακές: εκείνη όπου η αεροπορία της Ιαπωνίας ρίχνει βόμβες προκειμένου να σταματήσει τον δημοσιογράφο, που είναι με το μέρος των εξωγήινων (οποία κατάντια για το λειτούργημα, όπως το λέγαμε παλιά!!!) είναι πάρα πολύ δυνατές.

Μα η ταινία έχει καρδιά! Καμία σχέση με το «Creepy», που είδαμε τελευταία εμπορικά στις αίθουσες της χώρας μας (είδαμε, τρόπος του λέγειν – ελάχιστοι τίμησαν την ταινία με την παρουσία τους). Εδώ, οι τρεις εξωγήινοι και ιδίως εκείνος που μπήκε στο σώμα του Σίνζι, θέλουν να μάθουν. Είναι σαν μικρά παιδιά, που ξέρουν τα βασικά, αλλά θέλουν να μάθουν κι άλλα. Κι όταν, ακουμπώντας με το δάχτυλό τους το κεφάλι ενός ανθρώπου, αφού πρώτα του ζητήσουν να κάνει «εικόνα» την αντίληψη που έχει για κάποιο συγκεκριμένο θέμα, για το οποίο προφανώς δεν έχουν ιδέα οι ίδιοι ως κοινωνία, γίνονται ολοένα και πιο άνθρωποι, την ίδια ώρα που οι άνθρωποι φαίνονται ολοένα και πιο εξωγήινοι! Σκηνές όπως ο σκύλος που δαγκώνει τον εξωγήινο ή εκείνη όπου το καταπιεστικό αφεντικό της Ναρούμι γίνεται ξανά παιδί μετά την «παραχώρηση» της ιδέας για την εργασία στον Σίνζι βγάζουν πολύ γέλιο. Και το φινάλε είναι όλα τα λεφτά: Τι μπορεί να σταματήσει μια παγκόσμια εισβολή εξωγήινων, που μαθαίνουν να γίνονται άνθρωποι; Δεν σας το φανερώνω γιατί την απάντηση την νιώθετε ήδη, έτσι δεν είναι; Κι αυτό που λέει ο Σίνζι στην Ναρούμι, η οποία έχει «αδειάσει» μετά την τελευταία «αντίληψη» που έχει δώσει στον εξωγήινο (;) σύντροφό της είναι ότι πιο ελπιδοφόρο και όμορφο έχουμε δει τελευταία. Εύγε ρε μάγκα, σε βγάζω από τη μαύρη λίστα!

Ôtez-moi d'un doute Cannes 2017

Για το τέλος αφήσαμε κάτι πολύ πιο ανάλαφρο, που ενδεχομένως να μην είχε θέσει σε ένα φεστιβάλ τόσο μεγάλο και σοβαρό (ή σοβαροφανές, οι απόψεις διίστανται) όπως αυτό των Καννών. Μιλώ για την Γαλλοβελγική παραγωγή «Ôtez-moi d'un doute» (Just to be Sure) της 44χρονης Carine Tardieu. Αυτή είναι η τρίτη της μεγάλου μήκους ταινία και η πρώτη της με την οποία εμφανίζεται στις Κάννες, στο τμήμα «Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών».

Η υπόθεση: Ο Εργουάν εργάζεται ως πυροτεχνουργός, μια δουλειά πολύ επικίνδυνη, η οποία απαιτεί μεγάλη προσοχή και ακρίβεια. Είναι πολύ τυπικός, ακολουθεί τους νόμους και οι άλλοι μπορούν να βασίζονται επάνω του. Είναι χήρος, καθώς η γυναίκα του πέθανε και έχει αναθρέψει σχεδόν μόνος του την κόρη του, τη Ζουλιέτ, η οποία δουλεύει σε γραφείο ευρέσεως εργασίας και είναι έγκυος χωρίς να ξέρει (;) ποιος είναι ο πατέρας του παιδιού της. Κι επειδή η αδελφή του Μπαστιέν, πατέρα του Εργουάν, πέθανε από μια κληρονομική πάθηση, ο Εργουάν και η κόρη του προβαίνουν σε μια σειρά από αιματολογικές εξετάσεις. Τα αποτελέσματα σοκάρουν τον Εργουάν: ο Μπαστιέν δεν είναι πατέρας του! Ψάχνοντας να βρει τον βιολογικό του πατέρα, βάζει μια ντετέκτιβ να κάνει τη δουλειά. Και τον βρίσκει: είναι ο Ζοζέφ, ένας συναρπαστικός γεράκος, με τον οποίο ο Εργουάν περνάει καλά. Το θέμα είναι πως ο Ζοζέφ έχει μια κόρη, την γιατρό Άννα, την οποία ο Εργουάν ερωτεύεται! Ποιος είναι ο πατέρας του παιδιού της κόρης του; Πώς θα αποκαλύψει την αλήθεια στον Μπαστιέν; Και πώς θα ξεπεράσει τον κίνδυνο να μην κάνει... αιμομιξία;

Η άποψή μας: Έτσι ακριβώς όπως τα διαβάσατε παραπάνω. Αυτά ισχύουν στην – κι όμως ενδιαφέρουσα – κωμωδία. Βοηθάει το γεγονός ότι πρωταγωνιστούν δύο από τους μεγαλύτερους σταρ του Βελγίου αυτήν τη στιγμή: ο πάντα αξιόπιστος François Damiens και η πολύ γοητευτική (χωρίς να είναι όμορφη) και πολύ ταλαντούχα Cécile De France! Το ότι επίσης στους ρόλους των γηραιών πατεράδων εμφανίζονται οι André Wilms και Guy Marchand δεν είναι κακό! Το θέμα της πατρότητας και της ενδεχόμενης αιμομιξίας θα μπορούσε να δώσει ένα πρώτης τάξεως υλικό για κάτι σαν αρχαία τραγωδία – και η πλάκα είναι πως φέτος στις Κάννες είχαμε πολλές αναφορές σε αρχαίες τραγωδίες. Ευτυχώς, η σκηνοθέτιδα αντιμετωπίζει το θέμα της με χιούμορ και όμορφο τρόπο, τέτοιο ώστε να μην το γελοιοποιεί αλλά μέσω του γέλιου να θέτει ενδιαφέροντα ερωτήματα. Ποιος είναι ο πραγματικός πατέρας (κατ' επέκταση, γονέας): εκείνος που έδωσε το σπέρμα του και μετά την έκανε για αλλού ή εκείνος που μεγαλώνει το παιδί γνωρίζοντας ή μη ότι το παιδί δεν είναι δικό του; Οι διάλογοι είναι ιδιαίτερα δουλεμένοι και οι σχέσεις αποδίδονται όμορφα. Από τη μία έχουμε: τη σχέση του Εργουάν με την κόρη του, τη σχέση του με αυτόν που γνώριζε ως πατέρα του και τη νέα σχέση του με τον βιολογικό (;) πατέρα του, με τον οποίο περνάει πολύ καλά, καθώς εκείνος έζησε τον γαλλικό Μάη στους δρόμους, αγωνιζόμενος.

Από την άλλη έχουμε τη σχέση της Άννας με τον δικό της πατέρα αλλά και με τον Εργουάν, ο οποίος δεν της αποκαλύπτει από την αρχή την πιθανή αλήθεια, κάτι που την μπερδεύει. Αρχικά, όταν ο Εργουάν γνωρίζει την Άννα, δεν γνωρίζει ότι είναι κόρη του Ζοζέφ, του κατά πάσα πιθανότητα δικού του βιολογικού πατέρα. Οπότε την φλερτάρει έντονα. Μετά, είναι λογικό να «συγκρατείται» κάθε φορά που είναι κοντά της. Η σκηνή που εκείνη τον φλερτάρει κι εκείνος κάνει πίσω βγάζει πολύ γέλιο και είναι πολύ ανθρώπινη. Το μεγάλο comic relief όμως έρχεται από τον ηθοποιό που λέγεται Esteban, τον άνθρωπο που άφησε έγκυο την κόρη του Εργουάν. Εμφανιζόμενος ωσάν μαστούρης και όχι πολύ έξυπνος, δίνει ακόμα περισσότερο ανάλαφρο τόνο σε μια πολύ διασκεδαστική ταινία, που δεν ξεπουλιέται για φτηνά γέλια και βάζει στο επίκεντρο κάτι που αξίζει τον κόπο να δει κανείς.

Ευτυχώς, δεν μοιάζει με τις φτηνές γαλλικές κωμωδιούλες, που ανταγωνίζονται πλέον σε χαζομάρα τις αντίστοιχες αμερικάνικες.

Θοδωρής Γιαχουστίδης

Cannes Film Festival 2016 Live
Περισσότερα... »