Deadpool PosterDeadpool
του Tim Miller. Με τους Ryan Reynolds, Morena Baccarin, Ed Skrein, T. J. Miller, Gina Carano, Brianna Hildebrand, Stefan Kapičić, Leslie Uggams, Jed Rees


You're The Inspiration!
του zerVo (@moviesltd)

Από όποια σκοπιά και αν τους κοιτάξεις, είτε της πανίσχυρης ομήγυρης των μεταλλαγμένων, είτε της ανίκητης φράξιας των εκδικητών, στο σύνολο τους οι τύποι που έχουν ξεπηδήσει από τα πολύχρωμα σκίτσα των κόμικ της Marvel είναι βλοσυροί, αγριεμένοι, απόλυτοι, άτεγκτοι, δίχως το παραμικρό ίχνος για αστείο που ενδέχεται να κοστίσει ακριβά στην δύσκολη αποστολή που έχουν αναλάβει. Επειδή όμως είναι κανόνας απαράβατος, καμία παρέα, κομπανία, συγκέντρωση ή ομάδα εν πάση περιπτώσει να μην υπάρχει δίχως τον δικό της κλόουν, εκείνον που σπάει την ένταση στα δύο, που κατεβάζει το θερμόμετρο λίγο πριν ο υδράργυρος εκραγεί, που θα πετάξει και το χωρατό του κι ας καίγεται ο κόσμος όλος, έτσι κι εδώ ήρθε η στιγμή η όποια σοβαρότητα να πάει περίπατο. Κυρίες και κύριοι, υποδεχθείτε, κρατώντας στομάχια, τον ένα και μοναδικό Deadpool!

Deadpool Wallpaper
Μαθημένος να αποδίδει δικαιοσύνη, ακόμη κι όταν κανείς δεν του ζητά, ο μπρατσωμένος αλλά και μονίμως σε κεφάτη διάθεση Ουέιντ Ουίλσον, πρώην στέλεχος των ειδικών δυνάμεων, χαίρει την πλήρους εκτίμησης των περιθωριακών συναναστροφών του. Εκεί στα κακόφημα και ημιφωτισμένα μπαράκια, που θα συναντήσει την κουκλίνα και πρώην κακό κορίτσι, Βανέσα και μονομιάς η ζωή του θα αποκτήσει καινούργιο νόημα, αφού μαζί της θα περάσει έναν ολάκερο χρόνο πάθους και παιχνιδιάρικου έρωτα. Όπως συμβαίνει συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις, όμως, η μοίρα θα σταθεί σκληρή και άπονη μπροστά στην ευτυχία τους. Ο Ουέιντ θα διαγνωστεί με την παλιοαρρώστια σε τελικό στάδιο και οι μέρες του σε ετούτον τον μάταιο κόσμο είναι μετρημένες. Εκτός...

Εκτός κι αν εμφανιστεί από το πουθενά - πρόσεχε τις λακκούβες θεατή - ο από μηχανής Θεός και προσφέρει την γιατρειά στον φουκαρά ερωτοχτυπημένο, που πιότερο δεν νοιάζεται να σωθεί ο ίδιος, αλλά να επιβιώσει της επαράτου, μόνο και μόνο για να έχει για πάντα υπό την σκέπη του την καλή του. Έλα όμως που το πείραμα του υποτιθέμενου σωτήρα Αίαντα έχει άλλους σκοπούς, να αναδείξει τον τρελοεπιστήμονα σε μεγάλο και τρανό και ας πάνε στην ευχή, τα λογικά (?) ζώα που πάνω τους θα κάμει τις δοκιμές του. Μεγάλη μπουκιά να φας τοπ μόντελ γενετιστή μου, Άγιαξ με το όνομα, μεγάλη κουβέντα μην πεις στον Ουέιντ, που μπορεί να τον μετέτρεψες σε αναίσθητο και δίχως το παραμικρό νοιάξιμο πόνου, υγιές και πανίσχυρο, μα πανάσχημο και τερατώδες, ον, εκείνος όμως στην φυλάει και ωσότου εκστομίσεις κύμινο θα σου την ανάψει, τυφλωμένος από το πάθος για εκδίκηση.

Δέκα, δεκαπέντε γραμμές περίληψης διάβασες. Κι η εντύπωση που σου δόθηκε είναι πως εδώ έχουμε μια από τα - εξαιρετικά, για να μην το τραβάμε στην μεριά του βαριεστημένου - ίδια. Οι ειδικές ανάγκες, μεταβλήθηκαν μονομιάς σε ειδικές ικανότητες και ο super hero καλά τον δρόμο του τραβά. Όχι, δεν είναι έτσι ακριβώς, αφού στην αφήγηση, τουλάχιστον του πρώτου μέρους του Deadpool (το ψευδώνυμο δράσης που αποκτά ο Σπάιντερμαν, Άιρονμαν και Κάπτεν Αμέρικα μαζί, δηλαδή, ούτε μπορείς να φανταστείς για ποιον λόγο) δεν υφίσταται η παραμικρή γραμμικότητα. Το απόλυτο χρονικό πέρα δώθε, μετά από ένα ίντρο αποθεωτικό και άριστα χορογραφημένο υπό τους ήχους του μυθικού Angel Of The Morning, που με έναν απίθανο σε συλλογιστική αλλά και σε εκτέλεση τρόπο, θα μας συστήσει τον καινούργιο ετούτο, υπέρ του δικαίου, μαχητή.

Που μπορεί να σου μοιάζει τσαμπουκαλεμένος και αγριωπός, είναι όμως ψυχούλα έτοιμη να την πατήσεις χάμω, μπορεί να σου δίνει την εντύπωση του στην εντέλεια οργανωμένου πολεμιστή, σίγουρα θα λησμονήσει πάντως όπλα και σπαθιά στο ταξί (!!!) που θα τον μεταφέρει στο πεδίο του αγώνα, μπορεί να δείχνει πιο αιμοσταγής κι από τον Χαλκ, στο ρινγκ όμως είναι χορευτικότερος κι από τον Τζιν Κέλι. Είναι πραγματικά απίθανος ο τρόπος που σκέφτηκε να πλασάρει την διασκεδαστική και τραγουδιάρα - ίσαμε Careless Whispers - μουτσούνα του Deadpool σε αυτό το τελευταίο κύμα αστέρων της η Marvel, σε ένα πολύ ευχάριστο διάλειμμα από τα κοινότυπα, που ένεκα της δυναμικής τους συχνότητας εσχάτως, είχαν αρχίσει να βαραίνουν κομματάκι τους φανς. Το σαρωτικό πέρασμα από τα Box Office, δεδομένα υπόσχεται συνέχεια και ίσως άμεση με τον αθυρόστομο και χαζοβιόλη μεταλλαγμένο στο επίκεντρο, αν και εξ ορισμού θα αποτελέσει την επόμενη προσθήκη στην μεριά των καλών X-Men, όταν ολοκληρώσουν την στρατολόγηση του, οι απεσταλμένοι του Καθηγητή Ξ, ο Κολοσσός και η Νεγκασόνικ. Σαν να τον βλέπω να τρίβει χέρια από ικανοποίηση ο υπέργηρος Stan Lee - DJ σε στριπτιζάδικο, εδώ, για να πάρουμε μια ιδέα του τι τρέχει στο ενήλικο φρενήρες γαϊτανάκι, υπογραφής animation μαέστρου, ονόματι Tim Miller...

Στο πρώτο, πανταχόθεν αποτυχημένο, πέρασμα του πίσω από αποκριάτικη στολή, θυμάμαι είχα βάλει ρίξει γερό κράξιμο στον Reynolds, που είχε έμοιαζε σαν ξυλάγγουρο μέσα στην πράσινη ολόσωμη φόρμα με το φανάρι στο στήθος. Καθένας έχει ανάγκη μια δεύτερη ευκαιρία κι εδώ σε κόντρα ρόλο, ο πάλαι ποτέ ρομαντζαδούρας Καναδός, την πιάνει από τα μαλλιά, ανοίγοντας καινούργιο κεφάλαιο στην καριέρα του, θέτοντας εαυτόν στον ήδη all star στρατό του στούντιο. Δεν γνωρίζω, αν και κατά πόσο, στο πλάι του θα συνυπάρξει η χάρμα ιδέσθαι Morena Baccarin, μια μελαχρινή μπουκιά και συχώριο από τα μέρη της σάμπας, που ήδη τσεκαρίστηκε το όνομα της στην λίστα των πιο ερωτικών βομβών της εποχής μας.

Μια λέξη, ένα ρήμα μονάχα, μου περνάει από το μυαλό, για το πως θα πάρει το κοινό το ραντεβού του με τον εναλλακτικό mutant Ντέντπουλ: Θα γουστάρει! Κι όταν λέμε θα κάνει κέφι, αυτό δεν θα είναι επιφανειακό και της πλάκας, αλλά ίσαμε που θα γονατίσει στο κάθισμα από τα γέλια, αν το σηκώνει και η υπόλοιπη πλατεία κι αβαντάρει τον πανζουρλισμό. Δεν αποφεύγει τις χοντράδες, σύμφωνοι, ο ήρωας μας, οι στιγμές πηγαίου, έστω και ακραίου χιούμορ, είναι πολύ περισσότερες όμως από τις άστοχες. Και η κορύφωση τους θα σκάσει μόλις από τα ηχεία ακουστεί η χαρακτηριστική φωνή του Peter Cetera. Σημείο που εγώ, δάκρυσα και πνίγηκα ταυτόχρονα...

Deadpool Rating




Στις δικές μας αίθουσες? Στις 18 Φεβρουαρίου 2016 από την Odeon
Περισσότερα... »

Χαίρε, Καίσαρ! - (Hail, Caesar!) PosterΧαίρε, Καίσαρ!
των Joel Coen, Ethan Coen. Με τους Josh Brolin, George Clooney, Alden Ehrenreich, Ralph Fiennes, Jonah Hill, Scarlett Johansson, Frances McDormand, Tilda Swinton, Channing Tatum


Το Κεφάλαιο δια Ηλιθίους
του gaRis (@takisgaris)

Καταμεσής της προ-οσκαρικής περιόδου οι Coenηδες ξαναχτυπούσι με τον γνωστό, τετριμμένο αστεϊσμό, φιλοδοξώντας να παραδώσουν τη δικιά τους ρετρό εκδοχή που υπηρετήθηκε προσφάτως από το, λίαν επιτυχημένο σε κάθε επίπεδο, The Grand Budapest Hotel (χέι Tilda Swinton και Ralph Fiennes – κι εσείς εδώ;). Στα φιλμικά απόνερα του Κουτσοφλέβαρου, ανοίγοντας όμως μια ακόμη Μπερλινάλε (βλ. Inside Llewyn Davis). Και ξανά, είναι μια γενιά χιπστερικές ηλεκτρογραφίδες που θα κροάξουν ωσαννά - οι άλλοι ομήλικοι (γκουχ) που θα προτάξουν το δόγμα “Coens Can Do No Wrong”. Ξεύρεις, ακόμη κι ο Θρύλος θα χάσει το αήττητο μια φορά απλώς και μόνο επειδή ο διαιτητής θα σφυρίξει δυο αποβολές κι ένα πενάλντι. Γιατί έτσι τόδε. Προσωπίκαλι βέβαια, έχω κατέβει προ πολλού από το τρένο της χαράς, μειονότητα στην κριτική αποδοχή του πρωθύστερου Davis, ίσως γιατί με τα χρόνια τα αδέρφια Joel και Ethan έχουν καβαλήσει την προνόμα να κοροδεύουν, κουρταλώντας τους καρκατούρ-ήρωες τους στο πανί, φάτσα φόρα τον θεατάκο, ναι δαύτον τον ημιμαθή, θεοσεβούμενο, παθιασμένο με ιδεολογίες και αυτό το ίδιο το σινεμά νομοταγή πολίτη.

Χαίρε, Καίσαρ! - (Hail, Caesar!) Wallpaper
Το έπραξαν πιότερο ορθοτομημένα στο A Serious Man, το μεταφέρουν εδώ με ένα μάτσο αναφορές στα έρλι 50ς του εγκληματικά ανέμελου Hollywood: H γοργόνα – Scarlett Johansson / Έσθερ Ουίλλιαμς, τα γυρίσματα του Hail Caesar / Ben Hur, o Channing Tatum / Gene Kelly, o πολλά φέρελπις Alden Ehrenreich / Τέξας Ρέηντζερ, ο George Clooney / ο γνωστός μπούφος του Coenικού σύμπαντος και βέβαια η Capitol Pictures / Barton Fink του υπαρκτού καλοκάγαθου φίξερ Έντι Μάνιξ / Josh Brolin (ο οποίος εξόφθαλμα θα ταίριαζε να αντικασταριστεί με τον Clooney ως ρόλος) και πολλά γκαγκς που προτρέπουν τους φανς σε πολλαπλές θεάσεις. Όμως το κουλουβάχατο της αφελέστατης πλοκής και η μασημένη τροφή – τσιτάτα περί κομμουνισμού - θρησκείας και της καταπίεσης που ασκεί ο θεσμός της κινηματογραφικής μπίζνας στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ είναι φορεμένο, μισοψημένο και περίπου γραφικό για να πείσει. Σαφέστατα ο αντίλογος υποστηρίζει πως ακριβώς τέτοια είναι η όλη συλλογιστική των Coen, όμως το μπότομ λάιν κάθε φορά στο τέλος μιας ταινίας είναι το τι σου αφήνει. Εμένα με εγκατέλειψε με το που σηκώθηκα από το κάθισμα.

Αναντίρρητα ο Roger Deakins (πλέον αδικημένος DP του πλανήτη βραβευτικά) ποστάρει αναλογική φαντασμαγορία στο φακό του και το Hail, Caesar! κατορθώνει να επιβληθεί κατασκευαστικά (κοστούμια-σκηνικά) με εμφατική άνεση παρά τα πενιχρά $22Μ του μπάτζετ. Το ανσάμπλ παίζει κεφάτα ακόμη κι όταν υπάρχουν ευρήματα που δε λειτουργούν (όπως ο διπλός ρόλος διδύμων γκόσιπ κόλουμνιστς της Swinton). Ποιος θα τολμήσει να πει ότι οι Coen Bros δεν έχουν πλήρη γνώση των κινηματογραφικών μέσων. Παρότι όμως το να περιμένεις ξανα ένα αριστούργημα όπως το Barton Fink μοιάζει αλυσιτελές, τουλάχιστον είναι αυτονόητη μια αντίσταση στην ευκολία και το ιντάλτζ που κάνει την ταινία να ψάχνει λόγο ύπαρξης.

Χαίρε, Καίσαρ! - (Hail, Caesar!) Rating




Στις δικές μας αίθουσες? Στις 18 Φεβρουαρίου 2016 από την UIP
Περισσότερα... »

Anomalisa PosterAnomalisa
των Charlie Kaufman, Duke Johnson. Με τις φωνές των David Thewlis, Jennifer Jason Leigh, Tom Noonan


“I don’t know what the hell a third act is” – Charlie Kaufman
του gaRis (@takisgaris)

"Είμαι το μυαλό του Charlie Kaufman. Έκλεισα τα 57 μου την εβδομάδα που πέρασε. Μεγαλώνω και η φήμη μου καταπνίγει την ψυχή. Με λένε αυθεντικότερο (κάνει περίπου σαν «σπουδαιότερο» αλλά και δεν είναι) κινηματογραφικό γραφιά του 21ου αιώνα. Being John Malkovich - Human Nature - Adaptation - Confessions of α Dangerous Mind - The Eternal Sunshine of the Spotless Mind (πήρα Oscar, η ζωή μου δεν άλλαξε, εξακολουθώ να ζω στη Πασαντίνα με τη Ντενίζ και την κόρη μας Άννα). Έκανα μια ταινία πριν 7 χρόνια με τον απλό τίτλο Synecdoche, New York που όπως είθισται, άλλαξε τη ζωή μερικών και άφησε από αμήχανους ως περίπου ενοχλημένους τους υπόλοιπους. Τι έκανα; Πως ξόδεψα το χρόνο μου; Έγραψα ένα θεατρικό, την Anomalisa, με το παρόνομα Francis Fregoli. Ξέρεις από τη νόσο που όλοι γύρω σου φαίνονται ύποπτα ίδιοι, σα να πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο με ελαφρά αλλοιωμένη φωνή."

Anomalisa Wallpaper
Χρειάστηκα 8 εκατομμύρια για να το γυρίσω σε stop-motion. Ειδικά η σκηνή σεξ στο ξενοδοχείο Fregoli μεταξύ του Michael / David Thewlis και της Anomalisa / Jennifer Jason Leigh χρειάστηκε 6 μήνες να γυριστεί στην πλήρη πλαστικότητά της από τον μάγο-συνσκηνοθέτη μου Duke Johnson. Όλοι οι χαρακτήρες του μονότονου σύμπαντος του μοτιβέισοναλ σπήκερ-συγγραφέα Michael Stone παίρνουν φωνή από τον Tom Noonan. H Λίσα είναι η μόνη γλυκειά, σωτήρια ανωμαλία στο κούκικάτερ σύμπαν του Μάικλ. Θα ερωτευτούν παράφορα παρότι φευγαλέα στο ξενοδοχείο Fregoli. Πρέπει να ευχαριστήσω τους 1.070 που συνέδραμαν χρηματικά στο Kickstarter. Βραβευμένος με όσκαρ, τεράστιας φήμης. Καλά. Το βιβλίο του Michael λέγεται «Πως μπορώ να σας βοηθήσω να τους βοηθήσετε» και είναι κοινότυπα λατρευτικό στο customer service όπως αυτό που κάνω εξαρχής και κάποιοι θεωρούν πως είμαι χαρτογράφος της ανθρώπινης ψυχής.

Είναι η Τέχνη μια ανακούφιση από τη Ζωή; Είναι βαρετή η Ύπαρξη και ο Έρωτας μια πόλαρόιντ περιπετειούλα της οκάς, που το υποτιθέμενο Εγώ εκτονώνεται μέσα από την με ημερομηνία λήξης αποδοχή από τον Άλλο; H γνώση σκοτώνει τον Έρωτα; Μισώ το να ανακαλύπτω την ετερότητα έναντι του γούστου μου; Υπάρχουν φαγητά-κουμπιά που πατώ απλά από υποχρέωση επιβίωσης; Είναι πάντοτε αργά να αλλάξω; Να είμαι ευτυχισμένος παρότι τα όνειρά μου σπάσανε κατάρτι καταμεσίς του πελάγους; Είναι σχεδία η επιστροφή; Αξίζω άλλη μια ευκαιρία; Αυτή η οικογένεια που με περιμένει στο σπίτι στο τέρμα του ταξιδιού είναι ότι μου έχει απομείνει; Υπήρξα στα αλήθεια ποτέ σημαντικός εξόν για μένα τον ίδιο; Τι μένει πίσω φεύγοντας; Τι σημαίνει μοναδικός; Αντικειμενικά, έστω ανεκτά, όμορφος; Είναι η ζωή μου το προσχέδιο ή μήπως μια αλληγορία κάποιας αυθεντικής ύπαρξης;

Η Anomalisa μου είναι μια τρωτή, ατελής, με εμφανή κατασκευαστικά ελαττώματα stop motion παρεκτροπή. Όπως Εγώ. Εσύ. Εμείς. Προβλέψιμοι και γεμάτοι απορίες. Στον αγώνα της επιβεβαίωσης μέσα από τις συμπληγάδες της ακύρωσης. Γιατί ο κόσμος προχωρά εμπρός αναπαλαιώνοντας τα προαιώνια άγχη του. Μεγαλώνω και αποφάσισα να μην αφήσω άλλο τη φήμη να μου καταπνίγει την ψυχή. Είμαι εδώ ξανά λοιπόν. Έλειψα καθόλου;"

Πολύ, Charlie Kaufman. Πάρα.

Anomalisa Rating




Στις δικές μας αίθουσες? Στις 18 Φεβρουαρίου 2016 από την Odeon
Περισσότερα... »

Οι Σουφραζέτες (Suffragette) PosterΟι Σουφραζέτες
της Sarah Gavron. Με τους Carey Mulligan, Helena Bonham Carter, Meryl Streep, Natalie Press, Anne-Marie Duff, Romola Garai, Ben Whishaw, Brendan Gleeson, Samuel West, Adrian Schiller


Αντράκια!
του zerVo (@moviesltd)

Πήραν το όνομα τους από τον ειδικό όρο suffragist, που ουσιαστικά καταδεικνύει εκείνον που μάχεται μέσω του συνασπισμού του για την απόκτηση του δικαιώματος ψήφου. Στην πραγματικότητα την μαρκίζα κόλλησε πάνω τους, η πιο γνωστή των κιτρινοφυλλάδων της Γηραιάς Αλβιόνας, με τρόπο υποτιμητικό, απαξιώνοντας το πόση μαχητικότητα θα μπορούσε να κρύβει ο μέσα της η γυναικεία - αδύναμη ίσαμε τότε - ψυχή. Στο πέρασμα των ετών, που οι δεδηλωμένες αγωνίστριες με τα ριζοσπαστικά ιδεώδη, που έφτασαν μέχρι και σε εξτρεμιστικές ακρότητες για να τα υπερασπιστούν, υιοθέτησαν από μόνες τους την ταμπέλα, που πλέον δεν είχε πάνω την παραμικρή διάθεση λοιδορίας και εξέφραζε περήφανα το κίνημα διεκδίκησης των δικαιωμάτων τους.

Οι Σουφραζέτες (Suffragette) Wallpaper
Από τα επτά της χρόνια, μελανιάζει τα χέρια της, στα νερά του οργανωμένου πλυσταριού του σιχαμερού Κυρίου Τέιλορ, αναγκασμένη να αποδέχεται τους εξευτελισμούς του στο πρόσωπο της για λίγα σελίνια μεροκάματο, η 24χρονη πλέον, Μοντ Γουότς. Εκεί γνώρισε τον χαμηλών τόνων και συνήθως φοβισμένο σύζυγό της, Σόνι και μαζί του απέκτησε ένα αγοράκι, μια φαμίλια που στεγάζεται κάτω από την στέγη του φτωχικού τους ελάχιστων μέτρων, διαμερίσματος του Λονδίνου. Πικραμένη από την συμπεριφορά του αφεντικού της, αγανακτισμένη που οι γυναίκες συνάδελφοι της δεν αντιδρούν στην εκμετάλλευση και την άνισότητα και παρακινούμενη από τις φανατικές διαδηλώσεις μιας χούφτας ομοίων της, καταπιεσμένων εργατριών, ενάντια στις τάσεις της συντηρητικής Κυβέρνησης Τζορτζ να μην τους παράσχει το δικαίωμα να ψηφίσουν, η Μοντ θα πάρει την δύσκολη, όσο και θαρραλέα απόφαση να ενταχθεί στο ριζοσπαστικό κίνημα. Ρισκάροντας να λερώσει το μέχρι τα χθες πεντακάθαρο κούτελο της, να χάσει άντρα και παιδί, να απολέσει την εργασία που της παρέχει τα προς το ζην, να διατηρήσει όμως ακέραιη την όποια αξιοπρέπεια έχει απομείνει μέσα της...

Η κλιμάκωση στην αντίδραση έχει γνωστή πορεία, εν αρχή ο άτακτος πετροβολισμός βιτρινών, ακολούθως οι τύποις οργανωμένες και αγριεμένες μαζώξεις των ποδόγυρων σε κεντρικά σημεία της πόλης, μετέπειτα οι τετ α τετ συναντήσεις των απεσταλμένων με τους ηγέτες και στο ενδεχόμενο απόρριψης των αιτημάτων, σειρά θα πάρει ο πόλεμος! Σε όλη αυτή την διαδρομή, πολύ πολύ λίγο κατόπιν του μηδενός, ίσαμε το ζενίθ της αντίστασης, η Μοντ θα αποτελέσει την κρυφή κάμερα, την ματιά του ιστορικού, που θα επιθυμήσει να ρίξει φως στην δράση των Βρετανίδων Σουφραζετών. Που κάτω από την Ιερά Σκέπη της Μίσιζ Πάνκχερστ, έφτασαν μέχρι και την Βουλή των αντιπροσώπων 110 χρόνια πριν από την εποχή μας, για να απαιτήσουν - απλώς - τα αυτονόητα.

Παρλιαμέντο που για πρώτη φορά άνοιξε τις πόρτες του για να εισέλθει μέσα του κινηματογραφικό συνεργείο, προκειμένου να απαθανατίσει τα περιστατικά, ρεαλιστικότερα κατά το δοκούν, σε μια ταινία που πραγματικά εστίασε υπερβολικά στην ακρίβεια του στησίματος κλίματος εποχής. Υπάρχουν στιγμές, στο έξοχα ετούτο φυσικό σκηνικό της Λόνδρας, που το περπατούν αμέτρητοι (όχι cgi) διαβάτες, που θαρρείς πως η πρωτεύουσα του Μεγάλου Νησιού, έχει παραμείνει η ίδια και απαράλλαχτη εδώ και έναν αιώνα. Point που ασφαλώς κατευθύνεται προς εκείνους που διατήρησαν μεγάλο μέρος της μεγαλούπολης αναλλοίωτο στο διάβα του χρόνου, point επί της παρούσης που πιστώνεται η έξοχη διεύθυνση παραγωγής του Suffragette.

Που στην ουσία μοιάζει σαν μια συρραφή πραγματικών περιστατικών (τα μίτινγκ με τον Λόυδ, οι αιματηρές διώξεις, οι απεργίες πείνας, το κυνηγητό της νούμερο ένα καταζητούμενης Εμαλίν και βεβαίως η τραγωδία του βασιλικού ιπποδρομιακού ντέρμπι) στα οποία η φανταστική (ως πρόσωπο) βασική μας ηρωίδα, δηλώνει παρούσα, με βασικό της στόχο να τα γνωστοποιήσει σε ακόμη περισσοτέρους που τα αγνοούν. Ίσως αυτός να είναι και ο κύριος σκοπός της καλοσχηματισμένης δημιουργίας της Sarah Gavron, που σκηνοθετεί πιο άτολμα από ότι θα περίμενε κανείς από μια τέτοια μανιφεστική θεματική βάση, φροντίζοντας διαρκώς να μην διαφύγει η παραμικρή λεπτομέρεια, στην ενδυματολογία, τα φόντα, τις ατάκες.

Ότι πρόκειται περί εξαιρετικής ηθοποιού, μοιάζει εκ των ουκ άνευ για την Carey Mulligan, που στήνει με άνεση ακόμη μια σπουδαία ερμηνεία εδώ, ως μητέρα, σύζυγος, εργαζόμενη, επαναστάτρια. Ιδιαίτερα προσεγμένος ο υποκριτικός της περίγυρος, περιλαμβάνει πρώτης τάξης επιλογής, τόσο στους πιο σημαντικούς χαρακτήρες, με την Anne Marie Duff να ξεχωρίζει ως η κολλητή πασιονάρια και την δεδομένα καλή Helena Bonham Carter να αποδίδει την σκληροπυρηνικότερη (λογικό) του αγώνα, όσο και στους συμβολικότερους, με την εντέχνως μακιγιαρισμένη La Streep να δίνει άλλη βαρύτητα στο πρότζεκτ ως ηγέτιδα της αντίστασης. Οι αρσενικοί, λογικό και δικαιολογημένο το φάουλ, περνούν απαρατήρητοι, όπως δεν θα τους έπρεπε πάντως, σε ένα έτσι κι αλλιώς περισσότερο θηλυκού ενδιαφέροντος χρονικό.

Που ως τέτοιο μια χαρά φαντάζει και πολλές πληροφορίες σκορπά, σε όσους δηλώνουν άγνοια περί του Κινήματος των Σουφραζετών. Δίχως να έχω γνώση πάντως για την ισχύουσα κοινωνική κατάσταση στην Βρετανία και αναζητώντας έτερο σοσιολογικό σκοπό ύπαρξης του φιλμ, ενίσταμαι ελαφρώς για την πραγματική του ουσία, όταν σε αυτή ακριβώς την χώρα, το σπουδαιότερο πολιτικό πρόσωπο μεταπολεμικά, ανήκει στο φύλο των καλοντυμένων κυριών, με την κονκάρτα στο στήθος και την γόπα ανάμεσα στα δάκτυλα. Δεν τολμώ να φανταστώ, δηλαδή, πως το ποτάμι γύρισε πίσω, ακόμη και στην φημισμένη για τα κονσερβαρισμένα μυαλά, κοινωνία του Ηνωμένου Βασιλείου. Εξόν και ο στόχος, έχει πιο ανατολίτικη χροιά, εκεί που δεν νομίζω όμως να αλλάξει το παραμικρό, ακόμη κι όταν θα γιορτάσουμε την χιλιετία από την δημιουργία του Suffragette Movement...

Οι Σουφραζέτες (Suffragette) Rating




Στις δικές μας αίθουσες? Στις 18 Φεβρουαρίου 2016 από την Seven / Spentzosn
Περισσότερα... »



Berlin International Film Festival 2016 Live

του Θόδωρου Γιαχουστίδη

66η Berlinale: Τρίτη 16 Φεβρουαρίου
Η φτώχεια τρώει τον παρά

Σήμερα είχα λίγο χρόνο παραπάνω κι έκανα μια βόλτα πέρα από το κέντρο του φεστιβάλ που περιλαμβάνει την πλατεία Ποτσντάμερ και το Sony Center ουσιαστικά. Περπάτησα μέχρι την Πύλη του Βραδεμβούργου, έφτασα στο γερμανικό κοινοβούλιο ενώ επισκέφτηκα και το τουλάχιστον αμφιλεγόμενο μνημείο που έχει χτιστεί δίπλα στην οδό Χάνα Αρέντ (και απέναντι από την αμερικάνικη πρεσβεία). Κατά τα άλλα, μια διαπίστωση που έκανα σε σχέση με εννέα χρόνια πριν που είχα έρθει τελευταία φορά στο Βερολίνο: τα πάντα έχουν ακριβύνει! Φτηνά είναι τα πράγματα μόνο στα σούπερ μάρκετ. Το φαγητό το πληρώνεις ακριβά, όπως και τους καφέδες και τα αναψυκτικά. Εδώ χρεώνουν 60 ολόκληρα ευρώ για να βγάλεις τη διαπίστευσή σου ως δημοσιογράφος στο φεστιβάλ! Και φέτος δεν είχαν χρήματα να τυπώσουν καταλόγους, για πρώτη φορά στην ιστορία! Τι σου είναι ο καπιταλισμός ρε παιδί μου...

Σε ότι αφορά τις ταινίες, πιο διασκεδαστική όλων από όσες είδαμε συνεχίζει να είναι το «War on Everyone» και πιο αγαπησιάρικη όλων το «Les premiers les derniers». Τι είδαμε όμως Τρίτη και 16;

Aloys Berlinale 2016

Η μέρα δεν άρχισε άσχημα, καθόλου άσχημα, ίσα ίσα. Το «Aloys» του Ελβετού Tobias Nölle (Panorama Special) αποτέλεσε για τον δημιουργό του ένα πολλά υποσχόμενο ντεμπούτο στις μεγάλου μήκους ταινίες. Κλασικά, δάνεια και αναφορές υπάρχουν μπόλικες, το όλον όμως είναι και πολύ προσωπικό και πολύ ιδιαίτερο.

Η υπόθεση: Ο Αλόις Άντορν είναι ένας ιδιωτικός ντετέκτιβ. Οι παρακολουθήσεις είναι το φόρτε του. Τακτοποιεί όλα τα dvd από τις παρακολουθήσεις του και τις βλέπει από καιρό εις καιρό ως χόμπι, ως κάτι που τον ευχαριστεί. Όταν πεθαίνει ο γηραιός πατέρας του, ο Αλόις κινηματογραφεί μέχρι και την κηδεία του. Στεναχωρημένος, γίνεται στουπί και αποκοιμιέται μέσα σε ένα λεωφορείο. Όταν ξυπνάει διαπιστώνει πως τόσο η κάμερά του όσο και οι ταινίες του έχουν κλαπεί! Απελπισμένος και τσαντισμένος, δέχεται ένα τηλεφώνημα από μια νεαρή κοπέλα. Η οποία είναι «υπεύθυνη» για την κλοπή. Γιατί προέβη όμως, σε αυτήν την ενέργεια; Ποια η σχέση της με τον Αλόις; Θα καταφέρει να τον βγάλει από το μοναχικό και μονόχνωτο καβούκι του;

Η άποψή μας: Δεν παλεύεται με τίποτε η μοναξιά. Κι όταν δεν έχεις κάποιον να μοιραστείς τη ζωή σου βρίσκεις άμυνες για να αντέξεις. Αυτό κάνει και ο Αλόις της ταινίας μας. Είναι ένας μοναχικός λύκος. Παραγγέλνει από το κινέζικο για ένα άτομο. Μοναδική του παρέα είναι μία γάτα. Όταν τον αναγνωρίζουν παλιοί συμμαθητές φέρεται απότομα και λέει πως είναι κάποιος άλλος γιατί θεωρεί αυτές τις γνωριμίες ενοχλητικές. Και τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση την παίρνει παρακολουθώντας τις ζωές των άλλων και βλέποντας και ξαναβλέποντας τις ταινίες στις οποίες έχει κάθε υπόθεσή του καταχωρημένη. Εύκολα κανείς στις αρχικές σκηνές βρίσκει συγγένειες με την αριστουργηματική «Συνομιλία» του Κόπολα. Βέβαια, εδώ λείπει εντελώς το οποιοδήποτε πολιτικό σχόλιο. Έχουμε όμως μια υπέροχη σπουδή στη μοναξιά. Γρήγορα λοιπόν η ταινία λες και αλλάζει κατεύθυνση και από δραματικό θρίλερ με μικρές δόσεις χιούμορ, δίνει τη θέση της σε ένα ρομάντζο μαγικού ρεαλισμού. Η κοπέλα στο τηλέφωνο «αναγκάζει» τον Αλόις να βρει ποια είναι. Είναι κάποια που γνωρίζει. Και του δίνει στοιχεία για να την ανακαλύψει. Τα βρύα και οι λειχήνες στον κορμό ενός δέντρου αποτελούν βασικό στοιχείο αναφοράς. Άραγε, θα καταφέρει ο Αλόις να σπάσει τις αλυσίδες με τις οποίες ο ίδιος έχει δέσει τον εαυτό του για να μοιραστεί τη ζωή του με κάποιον άλλο; Ο σκηνοθέτης (και ταυτόχρονα σεναριογράφος) ελέγχει με στιβαρότητα τα εκφραστικά του μέσα και πετυχαίνει να στήσει υπέροχες εικόνες αλλά και να εκμαιεύσει σπουδαίες ερμηνείες τόσο από τον καταξιωμένο Georg Friedrich στο ρόλο του Αλόις όσο και από την πρωτοεμφανιζόμενη Tilde von Overbeck στο ρόλο της κοπέλας που θα αλλάξει τη ζωή του Αλόις. Είναι πολύ δύσκολα να βγει κάποιος από το καβούκι του. Με λίγη θέληση, όμως, και επιμονή αλλά και προσπάθεια από μέρος του άλλου, υπάρχει η δυνατότητα να τα καταφέρει...

Hee Berlinale 2016

Η Kaori Momoi είναι μία από τις καλύτερες ηθοποιούς της Ιαπωνίας. Το απέδειξε για άλλη μια φορά όντας η μία από τις δύο βασικές πρωταγωνίστριες του «Fukushime mon amour» για το οποίο σας μιλήσαμε σε προηγούμενη ανταπόκρισή μας. Στην ταινία «Hee» (Forum), η Momoi εκτός από πρωταγωνίστρια είναι και η σκηνοθέτιδα. Αυτή είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία που σκηνοθετεί. Μάλλον όμως δεν πρέπει να παρατήσει την υποκριτική, γιατί ως σκηνοθέτιδα δεν την βλέπουμε να μακροημερεύει...

Η υπόθεση: Η Αζούσα είναι μια γυναίκα που μένει στο Λος Άντζελες. Επισκέπτεται τακτικά τον ψυχίατρο, δρ. Σανάκα, που τυγχάνει να είναι συμπατριώτης της. Σε μια από τις συνεδρίες, του εξομολογείται πως ευθύνεται ουσιαστικά για το θάνατο των γονέων της, καθώς ένα παιδικό παιχνίδι οδήγεισαι σε πυρκαγιά. Λέει αλήθεια ή μήπως παραλογίζεται; Εκείνη του λέει πως πιστεύει για εκείνον ότι δεν του ταιριάζει η δουλειά κι εκείνος της λέει πως εκείνη δεν είναι τρελή. Μερικά χρόνια αργότερα οι δρόμοι τους συναντιούνται ξανά. Αυτήν τη φορά η πόρνη Αζούσα κατηγορείται για δολοφονία – και πάλι μια πυρκαγιά έχει βασικό ρόλο στην υπόθεση. Είναι εντέλει όντως ψυχικά άρρωστη η Αζούσα; Ήταν παλιότερα; Έχει κάνει όλα αυτά που λέει και για τα οποία την κατηγορούν;

Η άποψή μας: Μερικές φορές είναι καλύτερο οι ηθοποιοί να μένουν σε αυτό που γνωρίζουν καλύτερα. Την υποκριτική. Συμβαίνει εδώ ότι και στους ποδοσφαιριστές. Μεγάλοι ποδοσφαιριστές συνήθως δεν γίνονται καλοί προπονητές, δες πχ τι συμβαίνει με τον Τούντορ. Αντιθέτως, μέτριοι ποδοσφαιριστές, που δεν έκαναν ποτέ καριέρα κλωτσώντας το τόπι κατορθώνουν πολλές φορές θαύματα με την προπονητική. Το ίδιο και οι ηθοποιοί λοιπόν. Η Momoi είναι σπουδαία ηθοποιός. Όμως, η ίδια σκηνοθετεί τον εαυτό της χειρότερα από ότι τη σκηνοθετούν άλλοι. Η ερμηνεία της εδώ αντί να τονίσει το δισυπόστατο του χαρακτήρα που υποδύεται, την αμφιβολία για το αν είναι τρελή, αν το παίζει τρελή, αν δεν ξέρει και η ίδια τι γίνεται, αντί λοιπόν να το περάσει όλο αυτό στον θεατή, εντέλει περνάει μια περσόνα αντιπαθητική, μεταξύ κατατονίας και βαρεμάρας, ντεμέκ τολμηρότητας στο λόγο και το όλον καταρρέει. Γιατί η συγκεκριμένη ταινία βασίζεται στο κατά πόσο γίνεται αποδεκτή η βασική πρωταγωνίστρια. Από τη στιγμή που δεν κάνει το γκελ όλο το υπόλοιπο είναι ανώφελο. Παρά τα μόλις 76 λεπτά της ταινίας κουράζει με τον πολύ της λόγο, την επανάληψη και την κακή ερμηνεία της πρωταγωνίστριας. Κρίμα – btw, πολύ ωραία τα heavy metal ακούσματα που πέφτουν μαζί με τους τίτλους του φινάλε.

Le Fils de Joseph Berlinale 2016

Το «Le Fils de Joseph» (Forum) είναι η 6η μεγάλου μήκους ταινία του Eugène Green. Υπάρχουν άνθρωποι που πίνουν νερό στ' όνομά του. Για μας τούτη η ταινία ήταν η πρώτη μας επαφή με το έργο του. Να πούμε ότι μας άφησε και τις καλύτερες εντυπώσεις, θα ήταν ψέματα. Όχι ότι περάσαμε άσχημα παρακολουθώντας την αλλά, να, το θέλαμε το όλο κάπως καλύτερο.

Η υπόθεση: Παρίσι, καλοκαίρι. Ο Βενσάν είναι ένας 15χρονος έφηβος που δεν βρίσκει ησυχία μέσα του. Δεν του αρέσει να βασανίζει ποντίκια, όπως κάνουν κάποιοι συμμαθητές του. Ούτε θέλει να βγάλει χρήματα πουλώντας το σπέρμα του, όπως του προτείνει ένας φίλος του. Αυτό που θέλει περισσότερο απ' όλα είναι να μάθει ποιος είναι ο πατέρας του, κάτι που η μητέρα του, η Μαρία, αρνείται πεισματικά να του αποκαλύψει, για να μην τον πληγώσει. Αποφασισμένος περισσότερο από ποτέ, ο Βενσάν διεξάγει έρευνα, η οποία τον οδηγεί σε έναν διάσημο εκδότη βιβλίων, που έχει όμως πολύ αντιπαθητικό χαρακτήρα. Ο εκδότης, όμως, έχει έναν αδελφό, τον Ιωσήφ, που είναι το ακριβώς αντίθετό του: καλοσυνάτος και συμπαθέστατος. Ο Βενσάν γίνεται φίλος με τον Ιωσήφ και προσπαθεί να τον κάνει να συναντηθεί με τη μητέρα του.

Η άποψή μας: Χριστιανική παραβολή σε εντελώς σύγχρονο πλαίσιο: αυτή με μια γραμμή είναι όλη η ουσία τούτης της ταινίας. Που άλλοτε κατορθώνει και γίνεται αρκούντως αστεία (όπως με το φίλο του Βενσάν που τον προτρέπει να πουλήσει το σπέρμα του, να γίνουν συνέταιροι, γιατί δεν προλαβαίνει) και άλλοτε απλά παγιδεύεται μέσα στην έξυπνη ιδέα πάνω στην οποία στηρίζεται, η οποία όμως ποτέ δεν γίνεται ολοκληρωμένη ταινία αξιώσεων. Ο τρόπος εκφοράς του λόγου είναι ιδιαίτερος και υποτίθεται ότι προσφέρει κάτι παραπάνω στο όλο fun της κατάστασης αλλά δεν... Κρίμα στο πραγματικά αξιόλογο καστ, με την Natacha Régnier στο ρόλο της Μαρίας, τον Mathieu Amalric στο ρόλο του αντιπαθητικού εκδότη και την Maria de Medeiros στο ρόλο μιας χαμένης στο διάστημα δημοσιογράφου, που ντεμέκ είναι ειδική στη λογοτεχνία, η οποία πιστεύει πως ο Προυστ ζει ακόμα και πως θα του κάνει συνέντευξη. Ιλαρότης, ναι, αλλά το όλο φαντάζει ως μια χαμένη ευκαιρία για κάτι πραγματικά αστείο και γιατί όχι, μπόλικα βλάσφημο.

The End Berlinale 2016

Τελευταία προβολή για την Τρίτη και ξεκάθαρα η πιο ενδιαφέρουσα ταινία της ημέρας ήταν το «The End» του Guillaume Nicloux. Ενός σκηνοθέτη που η τελευταία του ταινία την οποία παρακολουθήσαμε στις αίθουσες στη χώρα μας ήταν 9 χρόνια πίσω, το «Κλειδί» (Le clef) με τον Guillaume Canet. Ενός σκηνοθέτη που οι ταινίες του είναι αν μη τι άλλο, ξεχωριστές. Και κάθε άλλο παρά αδιάφορες.

Η υπόθεση: Γαβγίσματα. Ένας υπέρβαρος, μεσήλικας, μοναχικός άνθρωπος ξυπνάει φορώντας μόνο το μποξεράκι. Η υπερμεγέθης κοιλιά του ξεχωρίζει. Τρώει πρωινό, ταΐζει τον σκύλο του και μαζί ξεκινάνε για το κοντινό δάσος. Πηγαίνουν για κυνήγι λαγού. Αρχικά, όλα βαίνουν καλώς. Κάποια στιγμή, όμως, το σκυλί εξαφανίζεται. Το κινητό του κυνηγού δεν έχει σήμα. Αποπροσανατολισμένος, δεν ξέρει πως να βγει από το δάσος. Αποκαμωμένος, αγκομαχώντας, πεινασμένος, βρίζει και μεμψιμοιρεί, καθώς νιώθει ότι ζει έναν εφιάλτη. Κοιμάται και την επόμενη μέρα αντιλαμβάνεται πως κάποιος του έχει κλέψει το όπλο του. Συναντά μαύρους σκορπιούς! Βλέπει έναν νεαρό ως σανίδα σωτηρίας αλλά κάθε άλλο παρά τον βοηθά εκείνος. Το δεύτερο βράδυ εμφανίζεται μπροστά του μια ολόγυμνη γυναίκα! Δεν του μιλάει. Μαζί πλέον, οι δυο τους, περπατούν εις το δάσος αναζητώντας διέξοδο. Θα τη βρουν; Και ποιο θα είναι το τέλος;

Η άποψή μας: Έχουν περάσει 40 χρόνια από τότε που βγήκε στις αίθουσες το αριστούργημα του Bernardo Bertolucci «1900», στο οποίο πρωταγωνιστές ήταν ο Roberd De Niro και ο Gérard Depardieu. 40 χρόνια μετά, ο De Niro είναι ένας αξιοσέβαστος ηθοποιός, που δεν δικαιώματα για κουτσομπολιά στην προσωπική του ζωή αλλά γυρίζει τη μία μαλακία μετά την άλλη! Από την άλλη, ο Depardieu πρέπει να έχει σκατά στο κεφάλι του! Παλιοχαρακτήρας, φιλοχρήματος, μέθυσος, ρατσιστής, κι όμως, οι κινηματογραφικές του επιλογές είναι ως επί το πλείστον άριστες! Παίρνοντας και πολύ μεγάλα ρίσκα, έτσι; Με τίποτε ο De Niro δεν θα έπαιζε το συγκεκριμένο ρόλο σε αυτήν την ταινία. Κι αν τον έπαιζε δεν θα τον έπαιζε με τον μαγικό τρόπο που τον παίζει ο Depardieu. Αυτό το τέρας της υποκριτικής που χρησιμοποιεί ακόμα και το παραμορφωμένο από τα πολλά κιλά σώμα του για να βγάλει συναίσθημα. Έχοντας τη μορφή ταινίας μυστηρίου τούτο εδώ το καλλιτέχνημα δεν είναι παρά μία σπουδή για τον σύγχρονο άνθρωπο. Όπως θα έλεγε και ο κόκκορας του Αρκά «Θέλω να βγω από το ψυχολογικό μου αδιέξοδο αλλά δεν θυμάμαι από που μπήκα»!

Εντελώς υπαρξιακό θρίλερ με όλες τις αναζητήσεις που συνακόλουθα κουμπώνουν επάνω του. Η ζωή είναι ένα παράξενο, μπερδεμένο δάσος. Χωρίς σκύλο, χωρίς κινητό, χωρίς όπλο, χωρίς «πολιτισμό» μένουμε γυμνοί, αντιμέτωποι με τα αρχέγονα ένστικτά μας. Η νέα γενιά δεν βοηθάει, ούτε καν με αντίτιμο. Και το μέλλον είναι μια γυμνή, τρομαγμένη, βιασμένη (;) γυναίκα, που δεν ξέρεις πως θα αντιδράσει. Ή μήπως το μέλλον έχει ήδη τελειώσει και το τέλος είναι ήδη εδώ; Σπουδαία ταινία όχι για όλους, με ένα φινάλε εκρηκτικό και εντέλει αυτοκτονικό. Ναι, τα καλά πράγματα προκύπτουν εκεί απ' όπου δεν τα περιμένεις. Άντε να δούμε τι μας επιφυλάσσει η αυριανή, τελευταία για μας ημέρα ενός αγαπημένου φεστιβάλ, που από ταινίες πάντως δεν τα πάει και τόοοοσο καλά.

Θοδωρής Γιαχουστίδης

Berlin International Film Festival 2016 Live
Περισσότερα... »



Ελληνικό Box Office 11 - 14 Φεβρουαρίου 2016 by OPTOMA


Φιλμ
Διανομή
Wks Αίθουσες
4ήμερο Ελλάδας
Σύνολο Ελλάδας
1
The Revenant
Odeon
4
53
16.597
290.075
2
How To Be Single
Tanweer
1
38
10.774
10.774
3
The Boy
Odeon
3
40
10.582
66.613
4
Les Nouvelles Aventures D'Aladin
Feelgood Ent.
1
81
10.047
10.047
5
The Danish Girl
UIP
3
46
8.979
58.054
6
Room
Seven / Spentzos
2
30
8.486
30.463
7
Ένας Άλλος Κόσμος
Village
9
35
7.480
648.515
8
Fifty Shades Of Black
Odeon
2
24
7.210
23.562
9
Ο Μαγικός Καθρέφτης
Feelgood Ent.
2
42
6.516
28.978
10
Creed
Tanweer
3
28
6.120
61.312

Ένα σημαντικό ρεκόρ έφτασε στην τέταρτη εβδομάδα κυκλοφορίας του το The Revenant, αφού κατάφερε να παραμείνει στην κορυφαία θέση του τοπ και πάλι, πετυχαίνοντας ένα σερί πρωτιάς που ελάχιστοι έχουν καταφέρει στο εγχώριο τσαρτ κατά το παρελθόν. Πολύ κοντά στις 300 χιλιάδες εισιτήρια η περιπετειώδης ταινία, που αναμένεται να χαρίσει στον Leo Dicaprio το πρώτο Όσκαρ στην μεγάλη του καριέρα. Σε ότι αφορά στις νέες κυκλοφορίες της εβδομάδας, εκεί είχαμε μια σχετική πανωλεθρία, αφού από τις επτά μόλις οι δύο μπόρεσαν να γίνουν New entry στην δεκάδα, με το How To Be Single να κερδίζει τον άτυπο τίτλο της νικήτριας των ρούκις, όχι πάντως με κανένα σπουδαίο ρεκόρ, μόλις λίγο πάνω από το δεκαχίλιαρο. Εκεί που πολύ κοντά κινήθηκε και η δεύτερη από τις νέες εκδόσεις, με τις γαλλόφωνες περιπέτειες του Aladin, που πάντως προβλήθηκε πανελλαδικά σε 81 αίθουσες! Trumbo, Jane Got A Gub ούτε καν πλησίασαν, ενώ ο Γερμανικός Λαβύρινθος με μπορεί να έμεινε εκτός, κατόρθωσε να προκαλέσει το ενδιαφέρον περίπου πέντε χιλιάδων θεατών, σε 7 μόλις αίθουσες που προβλήθηκε.

Σχετικά καλή η συμπεριφορά του The Boy, που πατάει γερά για το 70άρι, το Danish Girl δεν έχει πάει σύμφωνα με την Οσκαρική του εμβέλεια, ενώ και το Room, στο δεκαήμερο της κυκλοφορίας του, δεν έχει αποδώσει κατά πως θα έπρεπε μένοντας στις 30 χιλιάδες χαρτάκια. Αξιοσημείωτη η κατρακύλα για εγχώρια κωμωδία του Μαγικού Καθρέφτη, που ασθμαίνοντας πιάνει το τριαντάρι, εκεί που άλλοτε θα έπαιζε στα δάκτυλα το τραικοσάρι. Δεν είναι όλοι Παπακαλιάτηδες, βλέπεις να βαδίζουν για πλάκα στις 700 χιλιάδες εισιτήρια και μάλιστα με μια ταινία εξαιρετική κι ανθρώπινη...

Οι καινούργιες εκδόσεις της ερχόμενης Πέμπτης συμπεριλαμβάνουν τον Deadpool ένα μίλις επταήμερο μετά τον θρίαμβο της Αμερικής, ενώ στα εκρά θα δούμε ακόμη τους νέους Coen με το Hail, Caesar! αλλά και το καλοφτιαγμένο εποχής Sufraggette.

Περισσότερα... »



Berlin International Film Festival 2016 Live

του Θόδωρου Γιαχουστίδη

66η Berlinale: Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου
Το τέλος του φιλμ νουάρ

Για το περιοδικό μιλάω. Που σε χαλεπούς καιρούς προσπάθησε να υποστηρίξει τον πολιτισμό στη ριμάδα τη Θεσσαλονίκη. Τα πράγματα θα ήταν σίγουρα διαφορετικά αν ζούσε ο Τάσος Μιχαηλίδης. Θα μπορούσε τώρα ο δικός του «εξώστης» να μεγαλουργεί. Πάντα έβρισκε ο Τάσος τρόπους να τα βάζει με τα θηρία, να αντιμετωπίζει προβλήματα, να παλεύει με τα κύματα και να βγαίνει σώος και αβλαβής. Οι συνεχιστές του μετρηθήκαμε και βρεθήκαμε ελλείπείς. Τουλάχιστον, υπάρχει αυτός ο δίαυλος επικοινωνίας από το facebook. Δεν ξέρω για πόσο ακόμα. Έως ότου βελτιωθούν τα πράγματα; Αν γνωρίζαμε το μέλλον θα ήμασταν μάντεις κι όχι καθημερινοί, τρωτοί άνθρωποι με χαρίσματα και ελαττώματα.

Baden Baden Berlinale 2016

Τέτοια είναι η πρωταγωνίστρια του «Baden Baden» της Rachel Lang (Forum). Στην πρώτη της μεγάλου μήκους ταινία η Βελγίδα σκηνοθέτιδα προσφέρει αυτό το γλυκόπικρο συναίσθημα που πλειστάκις σερβίρουν οι Ευρωπαϊκές ταινίες με γυναίκες πρωταγωνίστριες.

Η υπόθεση: Η Άνα είναι μια 26χρονη κοπέλα. Τελευταία της δουλειά: να μεταφέρει τους πρωταγωνιστές μιας μεγάλης ταινίας που γυρίζεται στο Βέλγιο από τα ξενοδοχεία τους στο πλατό και όπου αλλού επιθυμούν. Δεν τη γουστάρει τη δουλειά της. Κάνει όμως υπομονή. Όταν τα γυρίσματα ολοκληρώνονται η Άνα υποχρεούται να επιστρέψει την πανάκριβη Porsche στο γραφείο ενοικίασης αυτοκινήτων και να επιστρέψει στο Λονδίνο όπου προσπαθεί να επιβιώσει. Αντ' αυτού αποφασίζει να πάει στο Στρασβούργο και να επισκεφτεί τη γιαγιά της. Καθώς εκείνη είναι πλέον πολύ δυσκίνητη η Άνα βάζει μπρος το γκρέμισμα του μπάνιου της γιαγιάς προκειμένου να της φτιάξει μια πιο εύκολα προσβάσιμη ντουζιέρα. Καθώς συμβαίνουν αυτά η γιαγιά σπάει το γοφό της, ένας υπάλληλος πολυκαταστήματος τύπου Praktiker τη βοηθάει ενώ η Άνα επανασυνδέεται με δύο εραστές της, ο ένας εκ των οποίων την πλήγωσε πολύ στο παρελθόν.

Η άποψή μας: Χωρίς πολύ καταγγελία, χωρίς φιοριτούρες, χωρίς περιττούς μελοδραματισμούς, η σκηνοθέτιδα μέσω της Άνας μας παρουσιάζει το πορτρέτο της σύγχρονης Ευρώπης. Μιας Ευρώπης όπου νέοι άνθρωποι δυσκολεύονται να βρουν δουλειά και κάνουν τα πιο απίθανα πράγματα για λίγα χρήματα. Νέοι άνθρωποι που γρήγορα ενηλικιώνονται, έχουν μια ολοκληρωμένη προσωπικότητα αλλά μέσα τους παλεύουν ακόμα και στα 30 τους (μην σας πω και στα 40 τους) να δουν τι θα γίνουν όταν... μεγαλώσουν ή τι θα ήθελαν να γίνουν. Και να έρχεται η αδυσώπητη πραγματικότητα και να τους περιορίζει. Η Άνα αγαπάει τη γιαγιά της. Η Άνα δέχεται τη βοήθεια του αξιαγάπητου εργάτη του do it yourself καταστήματος (μαζί έχουν τις πιο αστείες σκηνές της ταινίας). Η Άνα μένει έγκυος. Και αποφασίζει να διαχειριστεί όπως αυτή θεωρεί σωστότερο το σώμα της (και πάλι η σκηνή μετά, είναι από τις πιο αστείες της ταινίας). Με τα κοντά της, απεριποίητα μαλλιά, με τα σορτς της και τα σνίκερς της η Άννα δείχνει πως δεν την ενδιαφέρει η εικόνα της αλλά την ενδιαφέρει η πραγματικότητα. Και αυτό που κάνει η σκηνοθέτιδα στο φινάλε έχει πολύ ενδιαφέρον. Γιατί η Άνα (πολύ γλυκιά στο ρόλο η Salomé Richard) δεν «καταλήγει» κάπου. Συνεχίζει να είναι μπερδεμένη. Συνεχίζει να ψάχνει τη δύναμη που χρειάζεται για να αντιμετωπίσει την απώλεια, τη θλίψη, την ίδια τη ζωή. Οπότε, μην ξαφνιαστείτε από το φαινομενικά παράταιρο φινάλε. Ταιριαστό είναι.

Trivisa Berlinale 2016

Υπήρχε μια εποχή, εκεί γύρω στην έξοδο του «Τίγρης και δράκος» ή ακόμα ακόμα του «Infernal Affairs» που βλέπαμε πολλές ταινίες δράσης από το Χονγκ Κονγκ. Ένας από τους πρωτοπόρους του ιδιαίτερου αυτού ανατολίτικου γκανγκστερικού είδους είναι ο Johnny To, ο οποίος είναι ένας από τους παραγωγούς της ταινίας «Trivisa» (Forum) η οποία διαθέτει όχι έναν, ούτε δύο αλλά τρεις σκηνοθέτες παρακαλώ: Vicky Wong, Jevons Au, Frank Hui.

Η υπόθεση: Χονγκ Κονγκ, καλοκαίρι του 1997. Οι προετοιμασίες είναι πυρετώδεις προκειμένου η βρετανική κτίση να περάσει στα χέρια των Κινέζων. Ο κόσμος αλλάζει: οι άνθρωποι παρατάνε τους βομβητές και ξεκινούν ολοένα και περισσότερο τα κινητά τηλέφωνα. Και ο χώρος της παρανομίας αλλάζει. Τρεις διάσημοι κακοποιοί ετοιμάζονται να περάσουν από την Κίνα στο Χονγκ Κονγκ. Η τυχαία παρουσία τους ταυτόχρονα σε ένα κινέζικο εστιατόριο ανάβει κουτσομπολιά πως ετοιμάζονται να ενώσουν τις δυνάμεις τους και να πετύχουν κάτι μεγάλο. Οι άνθρωποι δεν γνωρίζονται καν μεταξύ τους, αλλά όντως, θα κινητοποιηθούν ώστε να πραγματοποιήσουν τη συνάντησή τους. Θα τα καταφέρουν;

Η άποψή μας: Ως ταινία είδους η συγκεκριμένη ταινία κρίνεται με τους κανόνες του είδους. Οπότε, ναι, περιέχει όλα όσα έχουμε μάθει από το σινεμά του Χονγκ Κονγκ: γρήγορη δράση, χορογραφημένες σκηνές βίας, χιουμοριστικές ανάσες κι έναν αμοραλισμό σύμφωνα με τον οποίο όλα γίνονται για τα λεφτά (έλα!). Παρακολουθούμε την πορεία των τριών διαφορετικών γκάνγκστερ, τις περιπέτειές τους, το τι συναντούν στο δρόμο τους και πώς το αντιμετωπίζουν. Κλασικά, το πολυπρόσωπο καστ προκαλεί μια σύγχυση στο μη εξοικειωμένο δυτικό κοινό: συχνά δεν καταλαβαίνεις ποιος είναι ποιος. Πιο ενδιαφέρουσα είναι η ιστορία με τον κακοποιό που πηγαίνει «για επίσκεψη» στο σπίτι παλιού του συνεργάτη που πλέον έχει αποσυρθεί, ζει μέσα στη φτώχεια αλλά είναι ευτυχισμένος, παντρεμένος και με μια αξιολάτρευτη κόρη. Πιο αστεία είναι η ιστορία του φαντεζί κακοποιού, που έχει ως σπεσιαλιτέ του τις απαγωγές. Όλοι λαδώνονται, όλοι πουλάνε και τα νεφρά τους για λίγα δολάρια, όλοι είναι έτοιμοι να κυλήσουν στο βούρκο της αμαρτίας. Εντάξει, όχι όλοι. Λίγοι, πολύ λίγοι, είναι εκείνοι που έχουν αντοχές, που τραβάνε κουπί με φιλότιμο, που είναι με την από εδώ μεριά του νόμου. Διασκεδαστική ταινία που μεταξύ όλων των άλλων αποτελεί και ένα σχόλιο για το πως από τη στιγμή που το Χονγκ Κονγκ «παραδόθηκε» στην Κίνα, έπαψε να είναι κραταιά και η ανθούσα παλιότερα κινηματογραφική του βιομηχανία. Να σημειώσουμε εδώ πως η ταινία βασίζεται σε πραγματικά πρόσωπα, όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά στους τίτλους αρχής.

Fantastic Berlinale 2016

Το έγραψα και σε μια ανταπόκριση από το φεστιβάλ Θεσσαλονίκης θαρρώ, αλλά θα το ξαναγράψω γιατί, πρώτον, δεν είμαι σίγουρος και δεύτερον επειδή σιγά μην θυμάστε! Λοιπόν, κάποιες ταινίες κάνουν «κρα» ότι είναι προς αποφυγήν. Όπως το «Fantastic» του (εντάξει, δεν είμαι σίγουρος για το φύλο, μπορεί να είναι και της) Offer Egozy (Forum). Στο press kit που μας έδωσαν πριν την προβολή η ταινία διαφημιζόταν ως παστέλ νουάρ!!! Τα σύννεφα φουντώνανε και μαυρίζανε αλλά έλα που δεν είχε άλλη προβολή εκείνη την ώρα, οπότε τον... ήπιαμε!

Η υπόθεση: Ένας ζωγράφος από τη Νέα Υόρκη ονόματι Χίλαρι τηλεφωνεί στην πρώην κοπέλα του, την Τζέιν, και της λέει ότι δεν είναι και πολύ στα καλά του κι ότι βρίσκεται στο Μπέικερσφιλντ της Καλιφόρνιας. Εντωμεταξύ, μια σειρά από γνωστούς και φίλους του λαμβάνουν τηλεγραφήματα από τον Χίλαρι, όπως η Ρόντα και ο Στεν, που είναι ζευγάρι. Εντέλει, ο Χίλαρι βρίσκεται νεκρός στο διαμέρισμα που νοίκιαζε. Ή μήπως είναι ο Ντάνκαν Ρος; Ή μήπως ο Χίλαρι έκανε ότι είναι ο Ντάνκαν Ρος; Και ποια η αλλοτινή σχέση της Ρόντα με την Τζέιν; Ο σερίφης Σο προσπαθεί να ξεσκεπάσει την πιθανή συνωμοσία.

Η άποψή μας: Πρώτης τάξεως υλικό για φιλμ νουάρ, έτσι; Ε, λοιπόν, φανταστείτε το (είμαι σίγουρος, δεν μπορείτε) όλο αυτό εντελώς αποδραματοποιημένο. Με σκηνικά του χειρίστου είδους. Με κοστούμια ωσάν όλοι (σχεδόν όλοι) να μοιάζουν με κλόουν. Όλοι φοράνε άρβυλα που έχουν ένα χρώμα σκούρο μπλε, σχεδόν μωβ (όχι μαύρο). Οι ερμηνείες είναι φλατ επιτούτου. Κι όλο αυτό να θυμίζει συνολικά παιδική παράσταση νηπιαγωγείου. Με εμβόλιμες φλασιές από σκηνικό φύσης (πουρνάρια, λίγα λουλούδια, πασχαλίτσες – μάλιστα, μια σκηνή με πασχαλίτσες που περπατάνε πάνω σε χέρια είναι από τις πιο καλές της ταινίας, μετά από εξονυχιστικό έλεγχο) και με έναν καταληκτικό μονόλογο από την Ελληνίδα ηθοποιό που υποδύεται την Ρόντα, την Περσεφόνη Αποστόλου, που κάτι λέει, όλο το υπόλοιπο ήταν τα πιο βασανιστικά 76 λεπτά της ζωής μου στην Berlinale. Ταινία κατά τη διάρκεια της οποία επιβάλλεται να ρίξεις κι έναν υπνάκο, γιατί αλλιώς δεν την βγάζεις καθαρή.

Remainder Berlinale 2016

Ένα mindfuck ήταν κάτι που έλειπε και τελικά μας προέκυψε με τη μορφή του «Remainder», πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Omer Fast (Panorama). Το σενάριο της ταινίας βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Tom K. McCarthy – τον οποίο δεν πρέπει να συγχέουμε με τον Cormac McCarthy, του «Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους». Βρετανική παραγωγή με τον Tom Sturridge στον πρωταγωνιστικό ρόλο, μάλλον θα αποτελέσει το διαβατήριο για τη μετάβαση του σκηνοθέτη της στο θαυμαστό κόσμο του Χόλιγουντ.

Η υπόθεση: Ένας άντρας με μια βαλίτσα περπατάει σε έναν πολυσύχναστο δρόμο στο Λονδίνο. Ξαφνικά, ένα τεράστιο αντικείμενο πέφτει από τον ουρανό (ή τον ουρανοξύστη κάτω από τον οποίο βρίσκεται) τον χτυπάει κατακούτελα και τον οδηγεί σε κώμα. Κάποια στιγμή θα ξυπνήσει. Ο δικηγόρος του θα τον ενημερώσει πως του δίνουν 8,5 (όχι 8 ούτε 9) εκατομμύρια λίρες αποζημίωση, αρκεί να μην μιλήσει ποτέ ξανά για το περιστατικό ή να πάει στα δικαστήρια. Μόνο που ο άνδρας χωρίς όνομα δεν θυμάται τίποτε πριν από το ατύχημα. Καθώς βγαίνει από το νοσοκομείο, φλασιές από την πρότερη ζωή του αρχίζουν να βγαίνουν στην επιφάνεια. Έχοντας πλέον έναν σκασμό λεφτά προσλαμβάνει έναν άριστο συνεργάτη, τον Ναζ, του οποίου δουλειά είναι να οργανώνει ηθοποιούς και να «στήνει» τις σπάνιες αλλά πολύ εξειδικευμένες «φλασιές» του αφεντικού του. Μέχρι και ληστεία τραπέζης στήνει, αρχικά με σκηνικά. Μετά όμως προχωράει στο αληθινό πράγμα...

Η άποψή μας: Αυτή είναι μία από τις ταινίες εκείνες που θέτουν ένα σωρό ερωτήματα και αφήνουν τους θεατές να δώσουν τις (όποιες) απαντήσεις θεωρούν ότι ταιριάζουν. Σε έχει στην τσίτα επί μονίμου βάσεως. Και παρά το γεγονός ότι ο τρόπος κινηματογράφισης δεν είναι και ότι πιο φιλικό προς τον θεατη (ίσα – ίσα σε εκνευρίζει κιόλας) ο μπαγάσας ο σκηνοθέτης βρίσκει έναν εξαιρετικό τρόπο να κλείσει την ταινία, κάνοντας όλο το εγχείρημά του να αξίζει τον κόπο. Στο νου του παιδεμένου θεατή περνάνε επίσης φλασιές για το με ποιες ταινίες θα μπορούσε να μοιάζει, θέλει να μοιάσει ή έχει ίδια ατμόσφαιρα τούτο το φιλμ. Ου, είναι πολλές. Είναι βασικά το «Η συνεκδοχή της Νέας Υόρκης» (Synecdoche, New York, 2008), αλλά είναι και οι «12 πίθηκοι» κατά μία έννοια, και το «Memento» και όλη η φιλμογραφία του Πολάνσκι (ποτέ δεν λείπει ως αναφορά ο ζουμπάς αλλά τιτανοτεράστιος Πολωνοεβραίος σκηνοθέτης). Μην σας πω και για το «Μετά τα μεσάνυχτα» κι έχουμε άλλα. Τι είναι λοιπόν η ζωή; Ένα όνειρο μέσα σε όνειρο; Τι είναι η μνήμη; Θυμόμαστε το παρελθόν ή το μέλλον μας στέλνει μηνύματα κωδικοποιημένα, όπως στην περίπτωση του «Ο πρίγκιπας του σκότους», αυτού του παραγνωρισμένου αριστουργήματος του Κάρπεντερ; Εντάξει, το έχω ξεχέσει με τις αναφορές αλλά σε τόσο ιδιαίτερες ταινίες όπως η συγκεκριμένη, εύκολα εντοπίζεις τις συγκεκριμένες αναφορές. Σε αισθηματικές κομεντί ξέρεις ότι θα δεις ότι σε όλες τις αισθηματικές κομεντί: αγόρι αγαπάει κορίτσι, κορίτσι δεν τον θέλει, δεν τον προσέχει, αγόρι προσπαθεί να γίνει αντιληπτό, συναντά εμπόδια και δυσκολίες αλλά τελικά το παίρνει το κορίτσι. Πολύ generic με ελάχιστες διαφοροποιήσεις για να μην είναι και αντιπατάρα η μία ταινία της άλλης. Εδώ έχουμε κάτι ιδιαίτερο, κάτι σκοτεινό, κάτι ενδιαφέρον. Όσοι από τους ηθοποιούς που δεν έχουν ρόλο όταν προσλαμβάνονται από τον «αμνησιακό» απλά φοράνε μάσκα που κρύβει το πρόσωπό τους - «θα βρεθεί τι θα κάνουν αργότερα – προς το παρόν απλώς υπάρχουν». Τα λεφτά λοιπόν δεν φέρνουν την ευτυχία. Μπορούν όμως να χειραγωγήσουν δεκάδες ανθρώπους και να τους κάνεις ότι θέλεις (ιδού και η μπετονόπροκα για τον καπιταλισμό, έτσι;). Τα λεφτά μπορούν να σε βοηθήσουν να βρεις τη μνήμη σου. Ή να τη δημιουργήσεις...

Θοδωρής Γιαχουστίδης

Berlin International Film Festival 2016 Live
Περισσότερα... »



Berlin International Film Festival 2016 Live

του Θόδωρου Γιαχουστίδη

66η Berlinale: Κυριακή 14 Φεβρουαρίου
Εδώ υπήρχε ένας έρωτας μεγάλος...

Εντάξει, είμαι προκλητικός. Γράφω σε site, portal, γουατέβα που ανήκει σε Γάβρο μέχρι τα μπούνια, και βάζω τίτλο σε κείμενα όπως «Η μέρα που έσπασε το αήττητο του Θρύλου»! Και ο μπαγάσας το αφήνει, παρά το ολοφάνερο πικάρισμα. Ε, 24 ώρες μετά, έρχεται ένα ξεγυρισμένο διπλό του Ηρακλή μέσα στην Τούμπα και άνω κάτω ο ΠΑΟΚ, για άλλη μια φορά! Λαϊκά δικαστήρια, να φύγει ο Τούντορ, αν φταίω να φύγω να λέει ο Σαββίδης, ωραία πράγματα. Μάλιστα, την ώρα που θα διαβάζετε αυτές τις γραμμές πολλά πράγματα πιθανότατα να έχουν ήδη αλλάξει και παγιωθεί... Αλλά εδώ θέλετε να διαβάσετε για ταινίες, έτσι; Εντάξει, θα σας γράψω και για ταινίες, αμάν πια, όλο απαιτήσεις μου είστε...

Cartas da guerra Berlinale 2016

Η πρώτη ταινία από το διαγωνιστικό τμήμα που έμελλε να δω στη φετινή Berlinale ήταν το πορτογαλέζικο «Cartas da guerra» (Letters from War) του Ivo M. Ferreira. Φαίνεται πως ο Miguel Gomes με το «Tabu» του άνοιξε δρόμο για μιμητές, έτοιμους να αποθεωθούν από τα φεστιβάλ ανά τον κόσμο με ταινίες, όμως, που δεν υπάρχει περίπτωση να κάνουν γκελ σε αυτό που λέμε «μεγάλο» κοινό.

Η υπόθεση: Ο Αντόνιο είναι στρατιωτικός γιατρός. Όταν η πατρίδα τον καλεί το 1971 να συμμετάσχει με τα αποικιοκρατικά στρατεύματα στην αντιμετώπιση των επαναστατών που μάχονταν για την ανεξαρτησία της Αγκόλας στην Αφρική, εκείνος αφήνει την έγκυο γυναίκα του στην Πορτογαλία. Ο έρωτάς του για εκείνην είναι χωρίς σύνορα. Κι αρχίζει να της γράφει επιστολές. Γράμματα που κατά βάση εκφράζουν τον ερωτικό του πόθο για εκείνη, την αγάπη του, την ελπίδα του για το παιδί του που έρχεται, αλλά και για την καθημερινότητά του στην Αφρική, τις σκέψεις του, τις μάχες με τον εξωτερικό αλλά και το εσωτερικό εχθρό...

Η άποψή μας: Το σενάριο τούτης της ταινίας είναι βασισμένο στο βιβλίο του António Lobo Antunes στο οποίο περιλαμβάνονται οι επιστολές που έστειλε στη σύζυγό του όσο υπηρετούσε τη θητεία του στην Αφρική μεταξύ 1971 και 1973. Είναι λοιπόν βασισμένη η ταινία σε πραγματικά γεγονότα. Ο σκηνοθέτης της χρησιμοποιεί ασπρόμαυρες, εντυπωσιακές εικόνες πάνω στις οποίες μια γυναικεία φωνή (εκείνη της συζύγου του Αντόνιο λοιπόν) διαβάζει τα γράμματά του. Τα διαλογικά μέρη είναι ελάχιστα κι αυτό που αρχικά φαίνεται καινοτόμο γρήγορα γίνεται κουραστικό και μέχρι και ενοχλητικό για το κοινό. Το σινεμά είναι εικόνες. Όταν λόγος εκφέρεται σε τόσο μεγάλη «ποσότητα» με φωνή off, ε, το αποτέλεσμα δεν είναι και ότι καλύτερο. Προφανώς, ο σκηνοθέτης έμεινε προσηλωμένος στο καλλιτεχνικό του όραμα και δεν παρέκκλινε από αυτό ούτε κατά μία ίντσα. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει πως το τελικό αποτέλεσμα είναι, πως να το πω, ευκολοχώνευτο. Φανταστείτε να πάτε στο θέατρο, σε ένα πανί να προβάλλονται εικόνες και μπροστά στη σκηνή ένας τύπος, μία τύπισσα, να διαβάζει με ελάχιστα διαλείμματα συνεχώς διάφορα. Όσο ωραίες κι αν είναι εικόνες, όσο υπέροχα, ποιητικά είναι αυτά που διαβάζονται – ακούγονται, ο συνδυασμός δεν είναι και ο πλέον πετυχημένος. Βέβαια, στο Βερολίνο βρισκόμαστε, οπότε δεν θα μου φανεί καθόλου μα καθόλου παράξενο τελικά η συγκεκριμένη ταινία να τιμηθεί με την Χρυσή Άρκτο! Έχουν γίνει και μεγαλύτερα εγκλήματα εδώ...

While the Women Are Sleeping Berlinale 2016

O Wayne Wang γύρισε το 1995 την ταινία «Καπνός» (Smoke) με σενάριο γραμμένο και βασισμένο σε βιβλία του Paul Auster. Όσοι δεν έχετε δει την ταινία, σπεύσατε! Θαρρείς πως μετά από αυτήν την ταινία αποφάσισε να εξαργυρώσει την indie επιτυχία της με παπαριές τύπου «Η καμαριέρα» (Maid in Manhattan, 2002) ή «Last Holiday» (2006). Κι εκεί που πάψαμε να ασχολούμαστε με την περίπτωσή του, έρχεται με τη νέα του ταινία «While the Women Are Sleeping» (Panorama Special) να μας θυμίσει πως κάποτε ήταν καλός σκηνοθέτης. Και πως μπορεί στο μέλλον να δούμε και πάλι πολύ καλά πράγματα από αυτόν.

Η υπόθεση: Ο Κένζι είναι ένας συγγραφέας που έχει καιρό να γράψει βιβλίο μετά την μεγάλη επιτυχία του πρώτου και τη σχετική αποτυχία του δεύτερου. Η σύζυγός του, η Άγια, εργάζεται ως διορθώτρια σε εκδοτικό οίκο, με καλές οικονομικές απολαβές. Είναι ένα ζευγάρι πλούσιο, νεαρό, όμορφο, πετυχημένο. Μαζί περνάνε μερικές μέρες ξεκούρασης σε ένα παραθαλάσσιο ξενοδοχείο. Ο Κένζι κατά βάση... βαριέται. Κάτι τον τρώει μέσα του. Τα πράγματα θα αλλάξουν όταν την προσοχή τόσο τη δική του όσο και της συζύγου, τραβήξει ένα παράξενο ζευγάρι. Εκείνος είναι ο δόκτωρ Σαχάρα κι εκείνη είναι η κατά πολύ νεώτερή του, Μίκι. Μήπως είναι πατέρας και κόρη; Δύσκολα. Όσο οι γυναίκες τους κοιμούνται ο Κένζι και ο Σαχάρα συζητούν στις ξαπλώστρες της πισίνας. Αυτά που εξομολογείται ο Σαχάρα στον Κένζι του εξάπτουν τη φαντασία. Τι όμως είναι αληθινό και τι αποκύημα της φαντασίας του Κένζι;

Η άποψή μας: Μου αρέσει πάντοτε να σημειώνω την προέλευση των σεναρίων. Το σενάριο τούτης της ταινίας, λοιπόν, βασίζεται σε ένα διήγημα του Ισπανού συγγραφέα Javier Marías και αυτά που εμπεριέχει κατά μία έννοια θυμίζουν κάτι από «Μαύρα φεγγάρια του έρωτα» του Πολάνσκι, από την «Πισίνα» του Οζόν, από μια σειρά από ψυχολογικά θρίλερ που στοχάζονται πάνω στο νόημα της αγάπης, στην ηδονοβλεψία ως κινητήριου μοχλού για τη δημιουργία, στην καταπιεσμένη σεξουαλικότητα και το «φιξάρισμα», το κόλλημα που τρώνε διάφοροι καθηλωμένοι σε οποιοδήποτε φροϋδικό στάδιο επιθυμείτε – δεν έχετε παρά να διαλέξετε! Ο Wang χειρίζεται το υλικό του με μαεστρία. Από το πρώτο τράβελινγκ που μας οδηγεί από μια γεμάτη κόσμο παραλία στην περιφραγμένη χλιδή ενός ξενοδοχείου, καταλαβαίνεις ότι κάτι ενδιαφέρον θα παρακολουθήσεις. Στις αρχικές σκηνές υπάρχει και χιούμορ. Ιδίως η σκηνή με τον ιδιοκτήτη άλλου ξενοδοχείου στο οποίο πηγαίνει ο Κένζι (παρ)ακολουθώντας το ζευγάρι Σαχάρα – Μίκι είναι απολαυστική. Αυτό, πάντως, που δεν διαλανθάνει της προσοχής κανενός είναι ένας διάχυτος ερωτισμός αρκούντως ερεθιστικός. Τόσο η σύζυγος του συγγραφέα όσο και το πουλέν του δόκτορα κινηματογραφούνται ως σκοτεινά αντικείμενα του πόθου. Να το τονίσουμε αυτό: τούτη είναι μια ανδρική ταινία και το βλέμμα της είναι ηδονοβλεπτικό από εντελώς ανδρική σκοπιά. Κάποια στιγμή τα πράγματα σκοτεινιάζουν. Κι από εκεί που είχαμε τον αισθαντικό τρόπο κινηματογράφησης ενός Patrice Leconte πάνω στο γυναικείο σώμα, φτάνουμε σε σημείο... «Peeping Tom» του Michael Powell.

Ο Σαχάρα τη βρίσκει κινηματογραφώντας κάθε νύχτα τη Μίκι ενώ εκείνη κοιμάται. Τόσο απλά! Η σχέση των δύο ανδρών γίνεται πολύπλοκη, ο Κένζι βρίσκει υλικό για το νέο του μυθιστόρημα και το ερώτημα που γεννάται είναι: πόσο υπαρκτά πρόσωπα είναι ο Σαχάρα και η Μίκι; Μήπως είναι απλά και μόνο αποκυήματα της φαντασίας του Κένζι; Στο φινάλε λοιπόν ο Wang δεν συμμαζεύει το υλικό του κι αντί της αφηγηματικής λιτότητας που θα σήμαινε και καλώς εννοούμενο αίνιγμα επιλέγει μαξιμαλισμό, και μπουρδούκλωμα για το μπουρδούκλωμα. Ο Πολάνσκι, λοιπόν, που αναφέραμε πιο πάνω, σαφώς θα χειριζόταν το υλικό του με πιο εύστοχο τρόπο. Είπαμε, ο παλιός είναι αλλιώς. Και ο Takeshi Kitano, να το πούμε αυτό, ερμηνεύει ρόλο σε ταινία που δεν σκηνοθετεί ο ίδιος μετά από 12 ολόκληρα χρόνια. Κρατήστε το κι αυτό. Εν κατακλείδι, μια ενδιαφέρουσα ταινία που στο τέλος περνάει μια τρικυμία εν κρανίω...

Quand on a 17 ans Berlinale 2016

Η επόμενη ταινία στην οποία θα αναφερθούμε με μπέρδεψε περισσότερο από όλες έως τώρα. Όχι λόγω βαθιών νοημάτων και «κούκου» σεναριακών πλεγμάτων, αλλά λόγω της κατεύθυνσης που δίνει ο σκηνοθέτης στη σχέση των δύο πρωταγωνιστών. Μιλάμε για την ταινία «Quand on a 17 ans» (Being 17) του 73χρονου André Téchiné, που συμμετέχει στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ.

Η υπόθεση: Σε μια μικρή, ορεινή πόλη της νοτιοδυτικής Γαλλίας ο Νταμιέν και ο Τομά είναι δύο έφηβοι που πηγαίνουν στο ίδιο σχολείο και μισιούνται θανάσιμα, χωρίς προφανή λόγο. Πάντα βρίσκουν αφορμή να την πουν ο ένας στον άλλο ή να ασκήσουν βία και να παλέψουν. Ο Νταμιέν είναι το μοναχοπαίδι ενός στρατιωτικού (που βρίσκεται σε μια αδιευκρίνιστη εμπόλεμη ζώνη) και της τοπικής γιατρού. Ο Τομά από την άλλη είναι υιοθετημένος, αραβικής καταγωγής, φτωχός, που το όνειρό του είναι να γίνει μια μέρα κτηνίατρος για να βοηθήσει στη μικρή, οικογενειακή φάρμα. Όταν η θετή μητέρα του Τομά μείνει έγκυος και η εγκυμοσύνη της δείχνει δύσκολη, η γιατρός προτείνει να μετακομίσει ο Τομά σπίτι τους για να διευκολύνει την κατάσταση. Οι δύο νέοι θα πρέπει πλέον να ζήσουν μαζί κάτω από την ίδια στέγη...

Η άποψή μας: Και να πως ο André Téchiné γύρισε την αγορίστικη εκδοχή της «Ζωής της Αντέλ»! Όσο υπάρχει η ανεξήγητη αντιπαλότητα μεταξύ των δύο αγοριών, η ταινία παρουσιάζει τρομερό ενδιαφέρον. Με σωστό ρυθμό, έξυπνη χρήση των χώρων και με χαρισματικούς ηθοποιούς (τόσο οι δύο πιτσιρικάδες όσο κυρίως η Sandrine Kiberlain είναι εξαιρετικοί στους ρόλους τους – την Kiberlain μάλιστα τη βλέπω για βραβείο ερμηνείας) ο σκηνοθέτης παρουσιάζει μια ιστορία ενηλικίωσης ουσιαστικά, με στοιχεία και κωμωδίας αλλά και θρίλερ. Δεν είναι τέρα ιγκόγνιτα αυτά για τον συγκεκριμένο δημιουργό. Το έχει αποδείξει, κυρίως με την ταινία του «Άγρια βλαστάρια» ότι μπορεί, παρά την ηλικία του, να δείξει την εφηβεία ζωντανά, όπως είναι, όχι εξιδανικευμένη ούτε και δαιμονοποιημένη. Το ίδιο πετυχαίνει κι εδώ. Απλά η τελική εξήγηση που δίνεται από το σενάριο σχετικά με την αντιπαλότητα των δύο εφήβων είναι εντελώς απλουστευτική και ίσως, κατά μία έννοια, ταιριαστή με τη λογική των καιρών. Εξ επιτούτου, για ευνόητους λόγους. Μένουν τα υπέροχα χιονισμένα τοπία, η... αρκούδα (προφητεία για την Χρυσή Άρκτο; - πάντως, είναι ένα εύρημα το οποίο δεν αξιοποιείται) και μια σκηνή σεξ σχεδόν σοφτ πορνό. Αφήστε που η τελευταία τελευταία σκηνή θαρρείς και βγήκε από κάποιο φτηνό Άρλεκιν.

La helada negra Berlinale 2016

Για την επόμενη ταινία τραβήχτηκα στο παλιό Ανατολικό Βερολίνο. Ο κινηματογράφος International βρίσκεται στην Karl Marx Alee, λίγο πέρα από τη διάσημη Alexanderplatz και απέναντι στο επίσης διάσημο καφέ – εστιατόριο Moschva! Μεγαλοπρεπής κινηματογράφος κομουνιστικής αρχιτεκτονικής. Ωραία πράγματα. Πόσο μάλλον όταν και η ταινία που είδαμε εδώ ήταν μία από τις καλύτερες που έχουμε δει έως τώρα στη Berlinale. Μιλάμε για το «Les premiers, les derniers» (The First, the Last) του Βέλγου ιδιοσυγκρασιακού σκηνοθέτη Bouli Lanners, που συμμετείχε στο τμήμα Panorama. Όπως μας εξομολογήθηκε ο ίδιος προλογίζοντας την ταινία, στην ίδια αίθουσα και με την ίδια ακριβώς μεταφράστρια (!) 11 χρόνια πριν, είχε παρουσιάσει την πρώτη του ταινία, το «Ultranova». Αισίως, έφτασε στην τέταρτη...

Η υπόθεση: Ο Ζιλού και ο Κολίς είναι δύο φίλοι, αυτό που λένε κολλητοί. Αναλαμβάνουν παράξενες δουλειές. Τελευταία, τους ανατίθεται από έναν μεγαλόσχημο «επιχειρηματία» να βρουν το χαμένο κινητό του. Το κινητό από καθαρή σύμπτωση έχει πέσει στα χέρια του Γουιλί και της Εστέρ. Οι δυο τους είναι πνευματικά ανάπηροι, πιστεύουν ότι ο κόσμος τελειώνει και πριν να συμβεί αυτό, θέλουν να δουν για τελευταία φορά την κόρη της Εστέρ. Στο δρόμο τους θα συναντήσουν έναν τύπο που συστήνεται ως Ιησούς. Αλλά και μια ομάδα από καθόλου καλά παιδιά με δική τους ατζέντα. Και τι γυρεύει μια μούμια στη μέση του πουθενά; Αλλά και ο πιο γηραιός ιδιοκτήτης μικρού ξενοδοχείου σε όλο τον κόσμο;

Η άποψή μας: Δεν ξέρω για εσάς αλλά εμένα αυτές είναι οι ταινίες που μου αρέσουν. Μοναχικοί άντρες, παράξενοι χαρακτήρες, περίεργες καταστάσεις. Το σινεμά του Lanners θυμίζει Aki Kaurismäki. Αλλά είναι και κατά μία έννοια ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό γουέστερν. Αχανείς, άδειες εκτάσεις, τεράστιοι δρόμοι, ηλεκτρικοί πυλώνες διάσπαρτοι, εγκαταλελειμμένα κτίρια και κάτι μπαρ όγδοης διαλογής. Παρακμή. Σε αυτό το πεδίο η μάχη του καλού με το κακό δεν έχει τη συνήθη λογική. Και μάλιστα ο σκηνοθέτης, πανέξυπνα, αφήνει τους... κακούς να αλληλοεξοντωθούν ενώ οι καλοί (όχι με την μανιχαϊστική αλλά ίσως ελαφρώς με τη χριστιανική έννοια) εντέλει ακολουθούν μια αποστολή από τον... Θεό (ναι, και «Blues Brothers» στο τέλος ο μάγκας). Χωρίς βιαστικούς εντυπωσιασμούς αλλά με εξαιρετική αίσθηση ρυθμού ο Lanners αφηγείται την ιστορία του με στιβαρότητα, αμεσότητα, γλυκύτητα. Αποκλείεται να μην σε κερδίσει ο φιλμικός κόσμος που χτίζει. Αποκλείεται να μην γελάσετε δυνατά σε στιγμές ή να μην συγκινηθείτε σε άλλες. Αποκλείεται να μην ανατριχιάσετε με την μικρή σε διάρκεια αλλά σπουδαίας σημασίας εμφάνιση των γηραιών Michael Lonsdale και Max von Sydow. Ένα υπέροχο, ανθρώπινο οδοιπορικό στην πίστη, την αφοσίωση, την ανδρική φιλία. Και το ακόμα πιο σπουδαίο σε ότι αφορά την ταινία: δεν ξέρεις πως θα προχωρήσει, τι θα γίνει παρακάτω, σε αιφνιδιάζει σε κάθε στιγμή. Δεν πα' να τελειώνει ο κόσμος. Υπάρχουν ακόμα δημιουργοί που φτιάχνουν υπέροχες ταινίες. Και αυτός είναι ένας ακόμα λόγος για να μην τελειώσει ο κόσμος. Αλλά για να αλλάξει.

Θοδωρής Γιαχουστίδης

Berlin International Film Festival 2016 Live
Περισσότερα... »