> To να επεκταθώ στο story θα αδικήσει την έκπληξη της πρώτης θέασης. H Μartha το σκάει (ως Marcy May ή Marlene) από ένα κοινόβιο που θυμίζει έντονα το φαινόμενο Charles Manson των 60s, μετά από δύο χρόνια γεμάτα ένα σωρό τραυματικές, πλέον εφιαλτικές για την ίδια εμπειρίες. Στο σπίτι της αδελφής (η κρυστάλλινη ερμηνεία της Sarah
Paulson) και του γαμπρού (Ηugh
Dancy, στη μοναδική ερμηνευτική παραφωνία του cast) της, θα έρθει αντιμέτωπη με τους εφιάλτες του παρελθόντος, καθώς αδυνατεί να ισορροπήσει σε μια πραγματικότητα, που φαντάζει εξίσου τρομακτική για την ελευθερία της: Αυτή του υπερκαταναλωτικού, mainstream αμερικάνικου τρόπου ζωής. Ποια φυλακή είναι αγριότερη; Θα μπορέσει ποτέ να αποδράσει από την ειρκτή της σαγήνης που εκ-βιαστικά κηλίδωσε μέσα της ο «χαρισματικός» πνευματικός ηγέτης του κοινοβίου; (O διακριθείς στο
Winter’s Bone, John
Hawkes σε μια μετρημένα διεστραμμένη εμφάνιση, από αυτές που χρήζουν επιβράβευσης).
> Το ευρηματικό ψαλίδι, αυτό που κόβει χωρίς να αφήνει σημάδι, κλέβει την παράσταση εδώ. Επιτυχημένο, όσο απέτυχε στο
J.Edgar, όπου τη θέση του είχε πάρει το κακόγουστο makeup. Στο ίδιο κάδρο, το παρελθόν και το παρόν συναλλάσσονται αδιόρατα, με μόνο διακριτικό την απειλητική ηχητική μπάντα που περιγράφει τις, σαν σε κακό όνειρο, μέρες (αλλά ιδίως τις νύχτες) του κοινοβίου. Όλα τόσο καλοζυγισμένα από τον
Durkin, τολμηρά όπου χρειάζεται, διακριτικά εκεί που η φαντασία μας κάνει καλύτερα τη δουλειά (του). Ενστάσεις υπάρχουν, αφενός για την εμμονή στο λεπτομερές ψυχογράφημα της ηρωίδας του, χωρίς να πάρει ξεκάθαρη θέση στο ζήτημα Cults Vs American Dream, αφετέρου ολοκληρώνοντας το story χωρίς καθαρτήριο τέλος, αφήνοντας τα ίδια αναπάντητα ερωτηματικά στην
Martha Marcy May Marlene του.
> Παρόλα αυτά, η ταινία θα μπορούσε να περιγραφεί με δύο λέξεις: Elizabeth
Olsen. Αιθέρια, περίπλοκη, τραυματισμένη, αποπροσανατολισμένη, εγκαταλειμμένη, οργισμένη, διψασμένη για Αγάπη. Αυτή ειδικά, όπως κι ο θαυμασμός για ένα ξεκάθαρο achievement in acting, της αξίζουν στον ύψιστο βαθμό.
>
Carnage (***1/2): Καθώς πλησιάζει πλέον τα 80 του χρόνια, ο Roman
Polanski, στην πρώτη του σκηνοθετική απόπειρα μετά τον κατ’ οίκον περιορισμό του στην Ελβετία, βαδίζει στα χνάρια του
Ghost Writer: Ακαδημαϊκή γραφή, έμφαση στον εσωτερικό ρυθμό της πλοκής, αποφυγή εύκολων εντυπωσιασμών, μινιμαλισμός στα κάδρα και νατουραλισμός στην ανάπτυξη των χαρακτήρων. Αυτή τη φορά, παρά την εμφανή προσπάθειά του να θέσει σε πρώτο πλάνο την βιτριολική θεατρική γραφίδα, σε ένα μονόπρακτο μόλις 75 λεπτών καθαρής διάρκειας, η μάχη είναι άνιση. Οι συνεχείς λεκτικοί πυροβολισμοί δεν αφήνουν πολλά περιθώρια αντίδρασης στον θεατή, περιορίζοντάς τον στην γλυκιά απάθεια της παρακολούθησης δύο νεοϋορκέζικων ζευγαριών σε πλήρη ιδεολογική αντιπαράθεση όσο και αποσταθεροποίηση.
> Το
Carnage αποτελεί προσαρμογή του θεατρικού έργου της Yasmina Reza “God of Carnage” με τους James Gandolfini (εδώ παίζει ο J.C.
Reilly), Jeff Daniels (εδώ βρίσκουμε τον Christoph
Waltz), Marcia Gay Harden (εδώ πρωταγωνιστεί η Jodie
Foster) και Hope Davis (στον ρόλο της εδώ η Kate
Winslet). Εύκολα γίνεται αντιληπτό ότι ο μόνος τρόπος για να λειτουργήσει αυτή η αναίμακτη σφαγή, είναι να υποστηριχτεί από πρωτοκλασάτες ερμηνείες. H κεντρική ιδέα απλή αλλά ιδιαίτερα ιντριγκαδόρικη: Τα μπουμπούκια των δύο οικογενειών, αγοράκια στην τσαμπουκαλεμένη εφηβεία τους, πλακώνονται δι’ ασήμαντον αφορμήν, με αποτέλεσμα, ο ένας να φάει μια μπαστουνιά στο πρόσωπο, χάνοντας δυο δόντια. Το επεισόδιο, καταγράφει βωβά, αποστασιοποιημένα ο Polanski, με τον ίδιο τρόπο που κλείνει την ταινία, για την ιστορική αλήθεια του πράγματος. Όμως, το πραγματικό ζόρι εκτυλίσσεται εντός των τεσσάρων τοίχων του διαμερίσματος του «θύματος», όπου μάταια οι δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις προσπαθούν να δείξουν πολιτισμό, απόντων των αγοριών, με τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα.
> Όλοι εναντίον όλων, με αιχμηρά, επιπόλαια, απαξιωτικά πλην εγωκεντρικά σχόλια. Οι αδυναμίες στη σχέση των ζευγαριών θα έλθουν βίαια στην επιφάνεια, καθώς οι άντρες στην αρχή, μετά οι γυναίκες και τανάπαλιν θα ταμπουρωθούν πίσω από τα οικεία οχυρά του σεξισμού τους. Έμετος, με την μεταφορική όσο και την κυριολεκτική έννοια, με τον καφέ και τα ουισκάκια να σερβίρονται ως ηδύποτα στο τέλος του κάθε παλαιστικού γύρου, μέχρι το καμπανάκι να σημάνει την επανέναρξη μιας συνεννόησης που δε θα επέλθει ποτέ. Ο
Polanski είναι πεπεισμένος ότι όλοι κρύβουμε επιμελώς έναν μικρό θεούλη της σφαγής, έτοιμο να κατακρεουργήσει ότι σταθεί εμπόδιο στην επίπλαστη πολιτική μας ορθότητα, ή απλώς εγωπαθή μας αδιαφορία.