Ο Νόμος της Αγοράς (La Loi Du Marche) PosterΟ Νόμος της Αγοράς

του Stéphane Brizé. Με τους Vincent Lindon, Yves Ory, Karine De Mirbeck, Matthieu Schaller, Xavier Mathieu, Noël Mairot, Catherine Saint- Bonnet


Ανοχή ή Ανέχεια?
του zerVo (@moviesltd)

Είναι και η ηλικία που έχει κτυπηθεί περισσότερο από κάθε άλλη, την σχεδόν δεκαετία της παγκόσμια οικονομικής ύφεσης που διανύουμε. Με κάθε τρόπο και για κάθε λόγο, εκείνοι που διανύουν την μέση προς τα πάνω περίοδο της ζωής τους, όχι μόνο έχουν αποτελέσει τα μεγαλύτερα θύματα της αμείλικτης ανεργίας, όχι μόνο έχασαν κάτω από τα πόδια τους το σταθερό έδαφος που έχτιζαν μεροκάματο το μεροκάματο για δεκαετίες, όχι απλώς ένιωσαν παραπεταμένοι και ανήμποροι από τον μηδενιστικό περίγυρο, μα θεωρήθηκαν και οι βασικοί υπαίτιοι για το αδιέξοδο που έχουν οδηγηθεί οι κοινωνίες τους, ελέω των διαχρονικά κάκιστων επιλογών τους στις διοικητικές καρέκλες. Αν προσθέσουμε σε όλα αυτά και το παντελές σβήσιμο του οποιουδήποτε ονείρου τους, τότε δεδομένα πρέπει να μιλάμε για μια γενιά ολοκληρωτικά κατακερματισμένη.

Ο Νόμος της Αγοράς (La Loi Du Marche) Wallpaper
Για 25 χρόνια υπήρξε υπάλληλος υπόδειγμα στην φάμπρικα που εργαζόταν, η απόφαση των διοικούντων το εργοστάσιο για περικοπές, τον οδήγησαν μαζί με άλλους 70 συναδέλφους του, στον συννεφιασμένο δρόμο του ταμείου ανεργίας. Κοντά είκοσι μήνες τώρα, ο πενηντάρης οικογενειάρχης Τιερύ Τογκουρντό, γυρίζει από εταιρία σε εταιρία μοιράζοντας βιογραφικά, περνώντας συνεντεύξεις, συνομιλώντας με ασεβείς προς την ύπαρξη του προσωπάρχες, βιώνοντας την μία και συνήθη κατάληξη κάθε φορά: Την απόρριψη. Απογοητευμένος από το συνεχές και αποτυχημένο κυνήγι της καινούργιας του εργασίας, με τα χρέη και τς υποχρεώσεις να τρέχουν κι ένα παιδί στην εφηβεία με έντονα κινητικά νευρολογικά προβλήματα να εκλιπαρεί για την στήριξη του, ο Τιερύ θα βρεθεί μπροστά στο φάσμα της απόγνωσης και της κατάθλιψης.

Μια ευκαιρία για να εργαστεί και πάλι θα του δώσει το γιγαντιαίο υπερμάρκετ της περιοχής του, προσλαμβάνοντας τον ως υπεύθυνο ασφαλείας, για να παρακολουθεί - και μέσω κλειστού κυκλώματος καμερών - τις κινήσεις ύποπτων πελατών και σε ενδεχόμενη παρανομία, να τους συλλαμβάνει και να τους τιμωρεί παραδειγματικά. Όταν τα καχύποπτα αφεντικά του, δώσουν οδηγία για ακόμη εντονότερο έλεγχο των συναδέλφων του, στην νευραλγική θέση των ταμείων, ο γαλουχημένος με ηθικές συνεργατικές αρχές άντρας, θα νιώσει κάτι να ραγίζει μέσα του. Κι αυτή θα είναι μόνον η αρχή.

Οπότε το δίλημμα που θα πέσει στο τραπέζι μπροστά στον μαραζωμένο μεσήλικα, θα είναι αν θα ακολουθήσει τον δρόμο των αξιών του, μη επιδεικνύοντας ανοχή στα διαρκή και επαναλαμβανόμενα θέλω των τομαριών προϊσταμένων ή θα σκύψει το κεφάλι και θα συνεχίσει το μεροδούλι μεροφάι, λειτουργώντας σαν τύποις μπάτσος τόσο εξωτερικών, όσο και εσωτερικών υποθέσεων. Το δεύτερο διάβα, αν και θα του κάψει τα σωθικά, όντας μια ζωή συντροφικός και αλληλέγγυος σε κάθε εργατική μάχη, θα του διατηρήσει την θεσούλα στο μπακάλικο και συνεπώς τις μηνιαίες αποδοχές που έχει ανάγκη. Το πρώτο όμως, ενδεχόμενα θα σημάνει την αποτίναξη από πάνω του της επαγγελματικής ιδιότητας του ρουφιάνου, που τόσο τον ζορίζει, αυτομάτως θα τον θέσει ξανά στην τραγική θέση του ψαξίματος νέας και τρομακτικά δυσεύρετης επιστασίας.

Ένα είναι το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας που αφηγείται ε ρεαλισμό το La Loi Du Marche, στην ουσία όμως στην μελαγχολία του, απεικονίζεται το σύνολο εκείνων που η κρίση έθεσε στο περιθώριο, άλλοτε σαν αποτυχημένους επαγγελματίες, άλλοτε σαν ανίκανους, που δεν βαστούν τα πόδια τους, για να αποτελέσουν υπαρκτό εργατικό δυναμικό. Ανάκατα και σαν φωτογραφημένα σε σκόρπιες ώρες της καθημερινότητας ενός τέτοιου ανέργου τα σλάιντς που ορίζουν το άλμπουμ της συγκινησιακά φορτισμένης δημιουργίας του Stephane Brize. Πρώτος μάστορας ο arthouse συλλογιστικής Γάλλος στην οικονομία της πόζας των υποκειμένων του, βγάζει από κάθε ιδιαίτερο πλάνο τέτοιο αληθινό συναίσθημα που δεν θα έφταναν να μιλήσουν ούτε μια μυριάδα λέξεις. Φροντίζοντας πέρα από κάθε ένα γύρισμα της πλάτης σε έναν ταπεινό μεροκαματιάρη, που έδωσε και το αίμα τους για τους παλιούς του εργοδότες, να τονίσει δύο βασικότατα στοιχεία. Την συντριβή της οποιασδήποτε ελπίδας και αισιόδοξου πλάνου για το πολύ κοντινό αύριο, αλλά και την Ιώβειο υπομονή που επιδεικνύει ο λαουτζίκος, υποχωρώντας μόνιμα μπροστά στο χρειαζούμενο κι απαραίτητο ξεροκόμματο που πρέπει να γυρίσει στο σπίτι, αφού πρώτα κτυπήσει τέλος η κάρτα της βάρδιας.

Τραβηγμένες με κάμερα στο χέρι οι εικόνες του Brize, είναι σπαρακτικές μα διόλου μελοδραματικές, άλλωστε τις περισσότερες εξ αυτών γνωρίζουν από πρώτο χέρι οι βουτηγμένοι ολοσχερώς στον βάλτο της απελπισίας συμπολίτες μας, που πανεύκολα μπορούν να εξάρουν αντικειμενικά την αληθινότητα τους. Εκεί που δεδομένα θα κομπιάσουν, θα λυγίσουν, ίσως θα δακρύσουν, είναι στην μέθοδο που ακολουθεί ένας από ρους σημαντικότερους Ευρωπαίους πρωταγωνιστές της γενιάς του, ο Vincent Lindon, για να αποδώσει τον ανθρώπινο Τιερύ του. Τον βασανισμένο πρώην υπάλληλο, τον κατατρεγμένο άνεργο, τον τρομαγμένο υποψήφιο για μια θέση, τον φουκαριάρκη φαμιλιάρη που αδυνατεί να προσφέρει το κάτι παραπάνω στους δικούς του, τον μονίμως εντολοδόχο κακομοίρη, που για πέντε δεκαετίες πορείας στον μάταιο τούτο κόσμο, έχει μάθει μόνο ένα πράγμα, να δέχεται υποδείξεις, κατευθύνσεις, οδηγίες, κανονισμούς από τους ανωτέρους, Καταπληκτικός ο Φραντσέζος, δεν χρειαζόταν άλλωστε Ο Νόμος της Αγοράς για να πειστεί το σινεφίλ κοινό, για την μοναδικότητα της έκφρασης του.

Για πες: Τυλίγοντας τον με κατά βάση ερασιτέχνες συμπρωταγωνιστές, που ο καθείς βάζει κι ένα λιθαράκι στο κτίσιμο του τείχους της απόγνωσης, ο Brize προσφέρει ένα δραματικό, βγαλμένο από την αλήθεια κοινωνικό σχόλιο, που απαντάται πλέον σε κάθε γωνιά των συντετριμμένων δυτικών πολιτισμένων σοσιετέ. Κι αν κάθε περίπτωση, ίσως έχοντας την νιώσει κι εσύ ενδέχεται να την ξεπεράσεις, σου είναι αδύνατον να το πράξεις και να μην γονατίσεις, την ώρα που ο ήρωας πιάνει αγκαλιά την καλή του για να την οδηγήσει στον χορό. Χορό μουντό, τηλεκατευθυνόμενο, απαθή, ρομποτικό, αγέλαστο και άκυρο. Πως μας κατάντησαν έτσι ρε φίλε?

Ο Νόμος της Αγοράς (La Loi Du Marche) Rating




Στις δικές μας αίθουσες? Στις 15 Οκτωβρίου 2015 από την Ama Films

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η δική σου κριτική