Luton PosterΛούτον

του Μιχάλη Κωνσταντάτου. Με τους Νικόλα Βλαχάκη, Ελευθερία Κόμη, Χρήστο Σαπουντζή


Έσπασε ο Κροκός...
του zerVo (@moviesltd)

Νιώθω πολύ χαρούμενος που το κόλπο μου πιάνει. Εδώ και κάποια χρόνια - λίγο πριν, λίγο μετά το Attenberg - πήρα την απόφαση να απέχω οποιασδήποτε ενημέρωσης, γύρω από την θεματική των εγχώριων κινηματογραφικών παραγωγών, πριν τις παρακολουθήσω, ένα μικρό ρίσκο που μέχρι στιγμή μόνο σε καλό μου έχει βγει. Αγνοώ παντελώς τι πρόκειται να δω, ούτε καν ξέρω περί ποιου ζητήματος περιστρέφεται το πόνημα που εντός ολίγου θα ξεδιπλωθεί στο εκράν και ούτε με νοιάζει κιόλας. Μέχρι ώρας την σπουδαιότερη διάνα, το τρικ μου, πέτυχε εδώ, στο Luton και πίστεψε με, αν επιθυμείς κι εσύ να το ευχαριστηθείς με την ψυχή σου το φιλμάκι, άκουσε την συμβουλή μου και μην διαβάσεις ούτε μισή αράδα παρακάτω. Ακόμη κι αν μείνεις με την αρχική εντύπωση πως η ταινία κάνει λόγο για το λονδρέζικο προάστιο της μαρκίζας, που οι μισοί γνωρίζουν ως το πάρκιν των αεροσκαφών της Easy Jet κι οι άλλοι μισοί από τους Καπελαδούρες, την ποδοσφαιρική ομάδα με τα ασπρόμαυρα, που μέχρι πριν κάποιες δεκαετίες διέπρεπε στην σκληροτράχηλη Α΄Εθνική της Αγγλίας, δεν αποπροσανατολίζεσαι διόλου από το πλοτ. Stay Focused, όμως και κάνε υπομονή. Το καλό, σύγχρονο ελληνικό σινεμά, έχει μάθει να μην απογοητεύει στο φινάλε του...

Luton Wallpaper
Γόνος καλοβαλμένης και νεόπλουτης ΒΠ φαμίλιας, είναι ο έφηβος Τζίμης. Ούτε ο πιο δημοφιλής είναι στον μικρόκοσμο του λυκείου του, ούτε ο πιο ελκυστικός για παρέα, ούτε στον αθλητισμό διαπρέπει, όπως οι περισσότεροι συνομήλικοι του, επιτυχία που πιθανόν να του ανοίξει το δρόμο της κοινωνικοποίησης. Αόρατος, περνά, ακόμη κι από τους δικούς του ανθρώπους, που σε συντριπτικό ποσοστό, αγνοούν τις απαιτήσεις και τα νεανικά θέλω του. Ένα σκαλοπάτι παραπάνω στην ηλικιακή, αλλά και στην επαγγελματική βαθμίδα βρίσκεται η Μαίρη, δικηγοράκι που μόλις αποφοίτησε από την Σχολή και παλεύει με νύχια και με δόντια να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, που επιτάσσουν οι αυστηροί κανόνες των κτιρίων της Ευελπίδων.

Μεγαλοκοπέλα που ακόμη δεν έχει κατασταλάξει συναισθηματικά, ξοδεύοντας την ερωτική της ενέργεια σε μια αόριστη σχέση με τσαρλατάνο συνάδελφο της, αναζητά διέξοδο από τα καθημερινά της ζόρια, έχοντας να γηροκομήσει και την κατάκοιτη στην νοσοκομειακή κλίνη μάνα. Από την μεριά του, γονιός τριών παιδιών και εγκλωβισμένος σε έναν μίζερο γάμο που δεν του προσφέρει την παραμικρή συγκίνηση είναι ο μικροαστός Μάκης, ιδιοκτήτης καταστήματος ψιλικών, που περισσότερο εμπόρευμα καταναλώνει ο ίδιος, παρά οι άφαντοι πελάτες του. Ρουτίνα επαναλαμβανόμενη, κανένα μπάνιο στην πολύβουη Αρτέμιδα, μισός ώριμος γιαρμάς και η φασαριόζα πεθερά πάνω από το σβέρκο του...

Πως στην ευχή να συνδέονται οι ιστορίες αυτών των τριών εντελώς διαφορετικών προσωπικοτήτων, που μοναδικό τους κοινό σημείο είναι ότι ζουν, αναπνέουν και αναπτύσσονται (?) κάτω από τον ίδιο, Αττικό, ουρανό? Έλα όμως που υπάρχει συνδετήρας και μάλιστα τόσο ατσάλινος και άκαμπτος, ώστε να έχει δημιουργηθεί μεταξύ τους ένα πρωτόγνωρο δέσιμο, που καλύπτει τις ανάγκες διεξόδου τους από το στείρο μεροδούλι - μεροφάι. Αλυσίδα, πασαλειμμένη εθισμό και ναρκωτική ουσία, που τους μαγνητίζει ανοίγοντας τους ριψοκίνδυνα μα και ελκυστικά μονοπάτια που αυτόνομα, σαν μονάδες ο καθένας δύσκολα θα διάβαινε. Δεμένοι χειροπόδαρα στην ροπή της εκτόνωσης, μοιάζουν όλοι τους να μην νοιάζονται που το πρωινό τους είναι βουτηγμένο στην ανία. Η νύχτα έρχεται, μαζί της και οι καινούργιες μουτσούνες που θα φορέσουν. Με ποιο όριο όμως και με ποιον ανεξέλεγκτο προγραμματισμό. Κι εδώ ξεκινά ο τρόμος...

Πέντε λεπτά επιλόγου - φυσικά και δεν στα αποκαλύπτω - που κυριολεκτικά καθήλωσαν το δεξί πόδι μου, που έπαιζε για μιάμιση ώρα νευρικά στο αντίκρυ εικόνων που ζω, που βιώνω σαν πολίτης και που δεδομένα θα με ωθούσαν να απαντήσω στο προτεινόμενο μικρόφωνο του ρεπόρτερ ο οποίος καλύπτει το συμβάν: "Πέφτω από τα σύννεφα, αυτός ο φιλήσυχος νοικοκύρης, που ποτέ του δεν είχε δώσει δικαίωμα? Δεν το χωρά ο νους!" Αν όχι στην καλύτερη, μα τουλάχιστον την πιο συζητήσιμη εγχώρια φιλμική στιγμή της σεζόν, ο Μιχάλης Κωνσταντάτος, για πρώτη φορά σε μεγάλο μήκος, εκθέτει αληθινές εικόνες και δρώμενα, για να αποδώσει την πραγματική διάσταση που κρύβεται πίσω από ακραίες παραβατικές πράξεις, με πρωταγωνιστές άτομα της διπλανής πόρτας. Κινούμενος σε τρεις παράλληλες τροχιές, όσοι και οι ήρωες της ιστορίας του, ο σκηνοθέτης κτίζει ένα πανέμορφο σενάριο, που δεν σου περνά από τον νου (είδες για να μην ξέρεις το παραμικρό?) το πως θα τις οδηγήσει να καταλήξουν στο ίδιο σημείο στο φινάλε. Ρεαλιστική αισθητική στην κινηματογράφηση, ερμηνείες δεμένες μέχρι πόντου από τον (θα τον περάσεις για τον Έντουαρντ και μην μου πεις ποιον Έντουαρντ) εκφραστικό νεανία Νικόλα Βλαχάκη, από την (όμορφη δεν την λες, ούτε ηθοποιάρα, την λες όμως ελκυστική και χορογραφικά αεράτη) Ελευθερία Κόμη και τον (τυποποιημένο διαφημιστικά ως φουκαριάρη, τόσο έμπειρο θεατρικό καρατερίστα) Χρήστο Σαπουντζή στην ποιοτικότερη υποστηρικτική στιγμή της σεζόν και σενάριο που σιγοβράζει ώσπου το κόχλασμα θα σπάσει τον κροκό, ορίζουν τα στοιχεία του επεξηγηματικού φλιπ σάιντ του Elephant, του Funny Games, του We Need To Talk About Kevin. Διαλέγεις και παίρνεις...

Για πες: Αν συμφωνώ με τον Κωνσταντάτο τώρα? Στην σοσιολογική του έκθεση, απόλυτα. Οι σύγχρονοι Χάνιμπαλ Λέκτερ και Νόρμαν Μπέιτς δεν είναι παρανοϊκοί τύποι που δεν τους χωρά το Δαφνί. Ούτε κρύβουν στην φαιά τους μια εκ γενετής καταστροφική τάση, να τα κάνουν όλα λαμπόγυαλο. Δεν αρκούμαι όμως στην πασαρέλα. Θέλω και πρόταση επίλυσης του "σκοτώνω και δεν πληρώνω". Εξόν κι αν παίζει κάτι στο μακρινό και βροχερό Λούτον, εκεί σιμά στα αερόπλανα του Χατζηιωάννου, που λίγοι γνωρίζουν και δεν το λένε και σε μας.

Luton Rating




Στις δικές μας αίθουσες? Στις 10 Οκτωβρίου 2013 από την Feelgood

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η δική σου κριτική