Ζητείται Ψεύτης

του Ιεροκλή Μιχαηλίδη. Με τους Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο, Ιεροκλή Μιχαηλίδη, Ζέτα Μακρυπούλια, Πυγμαλίωνα Δαδακαρίδη, Μιχάλη Ιατρόπουλο


Από τα παραμύθια, στην αλήθεια...
του zerVo
Τον υποτίμησα τον Ψεύτη αφού στην προβολή του πήγα με πολύ μικρό καλάθι. Το λάθος μου στον υπολογισμό ήταν τριπλό, αφού ούτε σωστά ζύγισα το ειδικό βάρος του πρωτότυπου, που ανήκει στο - πέραν Αριστοφάνη - πιο οξύ χιουμοριστικά μυαλό που ανέδειξε ο τόπος, ούτε φαντάστηκα πως οι Δαλιανιδικές βάσεις της πρώτης φοράς, θα μπορούσαν να γίνουν πραγματικές κολώνες στην σύγχρονη μεταφορά του, αλλά ούτε και σκέφτηκα πως το πρότζεκτ πήρε υπ ευθύνη του ο Μιχαηλίδης, ένας καλλιτέχνης που με οτιδήποτε κι αν καταπιάστηκε, πάντοτε εμφάνισε έργο επιπέδου. Με αυτή την τριπλέτα εργασίας σε πλήρη λειτουργία, πρέπει να ομολογήσω πως έσφαλα που δεν περίμενα πολλά από την πρώτη κοινή συνύπαρξη της Odeon με την Village. Το Ζητείται Ψεύτης είναι η καλύτερη εγχώρια κωμική στιγμή της χρονιάς. Και για να στο βαρύνω περισσότερο το ζήτημα, διαθέτει πολύ πιο ολοκληρωμένη άποψη από το πόνημα του 1962, πάνω στο οποίο στηρίχτηκε.

Ο βουλευτής Φερέκης, μόλις ανέλαβε την διοίκηση του Υπουργείου Υγείας και από την πρώτη στιγμή τα πάντα του μοιάζουν μπαστούνια. Ευχής έργον, θα ήταν να βρεθεί ένας ικανός γραμματέας, που θα μπορέσει να αναλάβει κάποια από τα ζητήματα που τον βαρύνουν, ώστε εκείνος να αφιερωθεί απερίσπαστος στο πολιτικό έργο του! Η εμφάνιση του Θόδωρου Πάρλα, ενός νέου με έφεση στην κατασκευή ψευδών δικαιολογιών και καλύψεων, μοιάζει με θεόσταλτο δώρο, αφού χάρη στην καπατσοσύνη του, η δημοτικότητα του υπουργού από το ναδίρ, θα εκτοξευτεί στα ύψη. Όλη αυτή η εμπιστοσύνη που δείχνει ο πολιτικός στο δεξί του χέρι, κάπου θα αρχίσει να ξενίζει την σύζυγο του, που δεν έχει πάρει με καλό μάτι τον αεράτο - πλην παραμυθά - βοηθό. Και θα κάνει ότι περνά από το γυναικείο μυαλό της, για να αποδείξει πως ο χαρισματικός Ψευτοθόδωρος, δεν είναι παρά ένας κοινός κανάγιας...

Ξεκινώντας από την διαχρονική αξία της γραφίδας του Ψαθά, εκείνο που αντιλαμβάνεται κανείς εύκολα πως όσα συνέγραψε ο κορυφαίος ευθυμογράφος μισό αιώνα πριν, ανταποκρίνονται σε απίστευτο βαθμό στην κοινωνική αλήθεια του σήμερα. Με την μοναδική διαφορά πως ο κεντρικός ήρωας του τότε, απλώς έψαχνε για ποιοτικότερες συνθήκες εργασίας, χάρη στο γερό του δόντι, η τυπική δηλαδή αντίληψη του νεοέλληνα από τα 50s και ένθεν, σε αντίθεση με τον ίδιο τύπο του τώρα, που όντας άνεργος, απλώς αναζητά μια δουλειά που να του ταιριάζει. Η εναρκτήρια σεκάνς, αλλάζει μονομιάς την διάθεση ευθυμίας που μπορεί να έχει ο θεατής στο άκουσμα του τίτλου Ζητείται Ψεύτης. Διαδηλώσεις, μαύρες σημαίες, συνθήματα κατά του ΔΝΤ και της κρίσης, πτυχιούχοι λατζέρηδες και σερβιτόροι, που φάγανε τα νιάτα τους στο θρανίο για να καταλήξουν με την ντουντούκα στο χέρι, να διεκδικούν δικαιώματα. Που κάποιος - εκλεγμένος, δυστυχώς - Ψεύτης τους τα στέρησε εν μια νυκτί, καταστρέφοντας συνάμα και τα όνειρα τους για ένα δημιουργικό μέλλον. Από αυτό το πηγάδι των απογοητευμένων πετάγεται ο Θοδωρής της ιστορίας μας, που έχοντας μελετήσει καλά την αρχή λειτουργίας του ελληνικού κράτους, αντιλαμβάνεται πως δίχως την απαιτούμενη γαλιφιά και λαμογιά, δεν πρόκειται να πάει ποτέ του μπροστά. Στοιχείο που δεν διέπει όμως τον εκπρόσωπο του λαού, που με τις χαμηλότονες συνεσταλμένες και ηθικές λογικές του, προβλέπεται να αποχαιρετήσει συντομότατα το Κοινοβούλιο, ως αποτυχημένος. Δεν σου λέει κάτι καινούργιο το ριμέικ, αλλά στο ξεδιπλώνει ευκολοχώνευτα, με σαφήνεια κι ένα χιούμορ που πιθανότατα θα σε διασκεδάσει, αλλά θα σε πικράνει κιόλας.

Για πες: Έχοντας ήδη εμπειρία από το σανίδι και το πάλκο ο Ιεροκλής, περνά για πρώτη φορά πίσω από την κάμερα, πέφτοντας μάλιστα αμέσως στα βαθιά, φιλοδοξώντας να δώσει την δική του μοντέρνα πνοή σε μια από τις δημοφιλέστερες κομεντί του παλιού ελληνικού σινεμά. Εν γένει τα καταφέρνει και μάλιστα καλά, στον εκσυγχρονισμό του γνώριμου θέματος, χρησιμοποιώντας ατάκες που ταιριάζουν στην τωρινή δύσκολη εποχή, δίνοντας βάση στο κτίσιμο των τριών - τουλάχιστον - βασικών χαρακτήρων της υπόθεσης. Στοιχείο που δίνει παλμό στην γεμάτη χαριτωμένες αφέλειες ίντριγκα, ώστε να κυλάει τόσο ευχάριστα, που δεν κουράζει στιγμή τον θεατή. Αυτό που θα μπορούσε να αποφύγει ίσως το σενάριο - που είναι σαφές πως έχει ψειριστεί από έναν γνώστη όπως ο Φραντζής - είναι κάποιοι δευτερεύοντες χαρακτήρες που παρουσιάζονται λίγο παραπάνω από το ορίτζιναλ και από ότι τους πρέπει, αλλά και μια υπερβολή στο φινάλε, που και ξεκάρφωτη είναι αλλά και αχρείαστη επί του συνόλου.

Για να αποδίδουμε τα εύσημα σωστά όμως, τα περισσότερα ανήκουν στον νεαρό ταλαντούχο ηθοποιό - εύχομαι μονάχα κωμικό, αφού οτιδήποτε άλοο δεν του πάει - Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο, που δίχως την τεράστια πρωταγωνιστική πείρα, παίρνει ολάκερη την ταινία στους ώμους του και με την εκφραστικότητα του, δικαίως μπορεί να αποκληθεί άξιος διάδοχος του μέγιστου προκατόχου του Ντίνου Ηλιόπουλου. Ορίζοντας έτσι την κορωνίδα ενός άριστα στημένου καστ, με μοναδική παραφωνία, την θεϊκή, ουράνια, παραδείσια, πλην ελαφρού τάλαντου Ζέτα Μακρυπούλια, που ναι μεν ανεβάζει το σταρικό επίπεδο της παραγωγής ένα σκαλοπάτι παραπάνω, είναι παντελώς αταίριαστη όμως στον ρόλο της κυρίας βουλευτού, που καλείται να φέρεις εις πέρας.






Στις δικές μας αίθουσες, 23 Δεκεμβρίου 2010 από τις Odeon / Village


0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η δική σου κριτική