Cannes Film Festival 2016 Live

του Θόδωρου Γιαχουστίδη

Ναι, αλλά για το φεστιβάλ Θεσσαλονίκης δεν λέτε λέξη!

Το ξέρετε – το ξέρουμε από την ημέρα που ξεκίνησε το φεστιβάλ των Καννών. Νέος καλλιτεχνικός διευθυντής στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης είναι πλέον ο Ορέστης Ανδρεαδάκης, στη θέση του Δημήτρη Εϊπίδη. Αναλαμβάνει σε μια κρίσιμη καμπή τόσο σε ότι αφορά την ελληνική κοινωνία όσο και το ίδιο το φεστιβάλ, που όπως και να το κάνουμε, έδειχνε ότι είχε βαλτώσει. Πέρα από προσωπικές συμπάθειες και αντιπάθειες όλοι κρίνονται – κρινόμαστε εκ του αποτελέσματος. Λεφτά κατά πως φαίνεται πολλά δεν θα υπάρχουν αν σταματήσει το ΕΣΠΑ. Αλλαγές χρειάζονται αλλά πώς θα γίνουν; Και πολύ, πάρα πολύ μεγάλη σημασία θα έχει ο χειρισμός του νέου διευθυντή σε ότι αφορά το ελληνικό σινεμά. Περιμένουμε κάποια συνέντευξη τύπου για να μπορέσουμε να τοποθετηθούμε επί πιο συγκεκριμένων ζητημάτων, μιας που τώρα μόνο φήμες υπάρχουν. Χηρεύει και η θέση του διευθυντή του φεστιβάλ του περιοδικού ΣΙΝΕΜΑ – ξέρουμε ποιος θα την πάρει αλλά άντε, να μην το κάψουμε το παιδί, ας ανακοινωθεί με το καλό και του λέμε μετά τα συγχαρητήριά μας καθώς τουλάχιστον από σινεμά ξέρει, και μάλιστα μπόλικο.

Τώρα, θα με ρωτήσετε, μύγα σε τσίμπησε και γράφεις για το φεστιβάλ Θεσσαλονίκης; Ποτέ αγαπητοί μου. Τίποτε δεν είναι τυχαίο. Απλά είδα δύο ταινίες (από 10 λεπτά άντεξα από την καθεμία για να ακριβολογώ) που δεν θα μπορούσαν ούτε ξώφαλτσα να εμφανιστούν στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Φεστιβάλ Καννών και μ@λ@κίες. Είναι δυνατόν να προβάλλεται στο επίσημο πρόγραμμα, έστω και εκτός συναγωνισμού, μια ταινία – εξάμβλωμα ονόματι «La cancre»; Του 86χρονου παρακαλώ Paul Vecchiali, με τον ίδιο πρωταγωνιστή, σε μια ταινία απ' όπου παρελάυνουν από την Catherine Deneuve και τον Mathieu Amalric μέχρι την Edith Scob και την Françoise Arnoul; The horror! Επίσης, στο Μάρκετ, είδαμε το εντελώς πρωτόλειο «Sac la mort» του Emmanuel Paraud (σε αυτήν άντεξα ένα τέταρτο) που τουλάχιστον είναι ανεξάρτητη παραγωγή, με λίγα χρήματα και κερδίζει λίγο σεβασμό.

Juste la fin du monde Cannes 2016


Σήμερα η, για άλλη μια φορά, επική μας ανταπόκρισή, θα περιλαμβάνει τρεις ταινίες. Δύο από το διαγωνιστικό και μία από το τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα». Και ξεκινάμε με το «Juste la fin du monde» του Xavier Dolan. Για άλλη μια φορά το κωλοπαίδι από το γαλλόφωνο Καναδά δίχασε κοινό και κριτικούς στην κινηματογραφική μεταφορά του ομώνυμου θεατρικού του Jean-Luc Lagarce, ο οποίος πέθανε το 1995, σε ηλικία 38 ετών από Aids. Πλάκα πλάκα ο 27χρονος δημιουργός με την 6η μεγάλου μήκους ταινία βρίσκεται στο φεστιβάλ Καννών για πέμπτη φορά (το «Tom à la ferme» πήρε μέρος στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Βενετίας το 2013) και για δεύτερη φορά συμμετέχει στο διαγωνιστικό διεκδικώντας τον Χρυσό Φοίνικα. Όχι και μικρό πράγμα για ένα 27χρονο παιδαρέλι, έτσι;

Η υπόθεση: Ο Λουί είναι ένας διάσημος συγγραφέας. Στα 38 του χρόνια είναι πολύ άρρωστος και ο θάνατος είναι ζήτημα εβδομάδων ή μηνών. Αυτό αποτελεί αρκετό κίνητρο για να επιστρέψει στην πατρίδα του και την οικογένειά του μετά από απουσία 12 ετών προκειμένου να τους δει για τελευταία φορά και να τους ανακοινώσει ότι θα πεθάνει. Είναι όλοι τους εκεί: η μητέρα του η Μαρτίν, ο μεγάλος του αδελφός, ο Αντουάν, η σύζυγός του, η Κατρίν, την οποία ο Λουί δεν είχε συναντήσει ποτέ στη ζωή του και η μικρή του αδελφή, η Σουζάν, που ήταν πιτσιρίκα όταν την είδε πριν φύγει. Η οικογενειακή συνάντηση βγάζει πίκρες, θυμό, οργή και απογοητεύσεις. Όλοι έχουν παράπονα για τον Λουί, για τον εαυτό τους, για τις μεταξύ τους σχέσεις. Ο Λουί, παθητικά, παρακολουθεί ότι γίνεται. Θα φύγει το ίδιο απόγευμα. Θα τους πει αυτό για το οποίο τους επισκέφτηκε;

Η άποψή μας: Αδιάφορη ταινία ο Dolan δεν έχει ακόμα καταφέρει να γυρίσει. Εκνευριστική, σπαστική, αλαζονική, υπερβολική, ναι, όλα αυτά είναι επίθετα που ταιριάζουν γάντι στις ταινίες του. Τούτη εδώ θα μπορούσε να χαρακτηριστεί με τη χρήση ενός άλλου επιθέτου: υστερική. Προκειμένου να κατορθώσει να κρύψει τη θεατρική προέλευση της ταινίας του ο Dolan κάνει ότι μπορεί σε επίπεδο εικόνας, με διάφορα τρικ, εκμαιεύει πολύ καλές ερμηνείες, γεμίζει για άλλη μια φορά το σάουντρακ με λατρεμένα ποπ τραγούδια αλλά το τελικό αποτέλεσμα δεν τον δικαιώνει πλήρως. Εντέλει, βλέπουμε μια δυσλειτουργική οικογένεια με πολλά μυστικά και απογοητεύσεις και ακυρώσεις που μπορεί να «επικοινωνεί» μόνο φωνάζοντας! Εντέλει βλέπουμε μια ταινία που το 90% της δράσης της λαμβάνει χώρα μέσα σε ένα σπίτι όπου ο Λουί συναντά ένα προς ένα τα μέλη της οικογένειάς του και συζητά μαζί τους αλλά κι όλα τα μέλη της οικογένειας μαζί.

Δεν υπάρχουν δεύτερα επίπεδα ανάγνωσης εδώ. Μόνο αυτό που βλέπουμε. Ανθρώπους πικραμένους που μιλάνε πολύ, μιλάνε δυνατά, μιλάνε με οργή, λένε αυτό που θέλουν αλλά δεν ακούνε. Δεν τους ενδιαφέρει να ακούσουν. Οι ερμηνείες είναι όλες πολύ καλές – εξάλλου κατά μία έννοια έχουμε εδώ την εθνική Γαλλίας σε υποκριτικό επίπεδο. Να πω την αμαρτία μου, για πρώτη φορά βρίσκω συμπαθή τον Gaspard Ulliel στον πρωταγωνιστικό ρόλο: η χαμηλότονη προσέγγισή του, του ταιριάζει και ο Dolan τον κινηματογραφεί γλυκά. Σε κάποιες γωνίες λήψης, βεβαίως, μοιάζει λίγο με τον, Iwan Rheon, τον σιχαμερό κακό Ramsay Bolton από το Game of Thrones!

Ο Vincent Cassel στο ρόλο του μεγάλου αδελφού είναι είρωνας, λεκτικά βίαιος αλλά βγάζει και μια αδικία που νιώθει εις βάρος του, η Léa Seydoux ως η μικρή αδελφή είναι πολύ καλή, γεμάτη τατουάζ και έτσι, η Nathalie Baye στο ρόλο της μητέρας βάφεται και ντύνεται σαν λατέρνα αλλά υποστηρίζει αυτό που κάνει ερμηνευτικά κι εκείνη που ξεχωρίζει για άλλη μια φορά είναι η Marion Cotillard, στο ρόλο της συνεσταλμένης, κοινωνικά άβγαλτης συζύγου του Cassel που δέχεται συχνά λεκτικό bullying από εκείνον. Είναι υπέροχη, πανέμορφη και χάρμα να τη βλέπεις ως γυναίκα και ως ηθοποιό. Δεν είναι κακή ταινία αυτή, αριστούργημα πάντως δεν την λες.

La fille inconnue Cannes 2016

Οι αδελφοί Dardenne θα μπορούσαν να είναι επίτιμοι δημότες των Καννών. Σχεδόν κάθε τους ταινία συμμετέχει στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ, έχουν ήδη τιμηθεί με δύο Χρυσούς Φοίνικες, έχουν πάρει κι άλλα μεγάλα βραβεία εδώ. Ετούτη εδώ, η 10η ταινία τους μάλλον δεν θα κερδίσει κάτι, πέρα από την εκτίμηση του κόσμου. Το «La fille inconnue» είναι μια πάρα πολύ καλή ταινία αλλά για τα υψηλά στάνταρ στα οποία μας έχουν συνηθίσει τα αδέλφια από το Βέλγιο, μία από τις πιο μέτριές τους.

Η υπόθεση: Η Τζενί Νταβίν είναι γιατρός. Εδώ και τρεις μήνες έχει αναλάβει το κοινωνικό ιατρείο ενός ηλικιωμένου συναδέλφου της στη Λιέγη ενώ θα μπορούσε να βγάζει περισσότερα χρήματα ως μέλος του stuff μιας γυαλισμένης πολυκλινικής. Είναι πολύ καλή στη δουλειά της. Μαζί της είναι κι ένας εκπαιδευόμενος στον οποίο συνεχώς τονίζει πως δεν πρέπει να δένεται συναισθηματικά με τους ασθενείς, καθώς κάτι τέτοιο επηρεάζει την κρίση και μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένη διάγνωση. Ένα βράδυ, αργά, πολύ κοντά στο κλείσιμο του ιατρείου, το κουδούνι χτυπάει μια φορά. Η Τζενί, κουρασμένη, δεν ανοίγει την πόρτα. «Αν ήταν κάτι σοβαρό, θα χτυπούσαν και δεύτερη φορά» λέει στον εκπαιδευόμενό της. Την άλλη μέρα την επισκέπτεται η αστυνομία. Το πτώμα μιας νεαρής αφρικανικής καταγωγής γυναίκας αγνώστων στοιχείων ταυτότητας, βρέθηκε στις όχθες του ποταμού, πολύ κοντά στο ιατρείο. Η Τζενί γεμίζει ενοχές: είναι η γυναίκα στην οποία αρνήθηκε να ανοίξει την πόρτα. Αν την άνοιγε ίσως να ήταν ζωντανή. Για να ημερέψει τη συνείδησή της αρχίζει μια έρευνα προκειμένου να μάθει πώς και γιατί σκοτώθηκε η κοπέλα (η αστυνομία της εξηγεί πως πρόκειται για δολοφονία) αλλά κυρίως να βρει την ταυτότητα της νεαρής έτσι ώστε ο τάφος της να μην μείνει χωρίς όνομα...

Η άποψή μας: Πάντα κοινωνικά ευαίσθητοι οι αδελφοί Νταρντέν, πάντα με την κάμερά τους στοχευμένη στον άνθρωπο και τα βάσανά του, πάντα με πολύ δυνατές γυναικείες ερμηνείες στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Αυτή τη φορά είναι η σειρά της Adèle Haenel (τη γνωρίσαμε από το πολύ καλό «Έρωτας με την πρώτη μπουνιά») να λάμψει στον κεντρικό ρόλο. Και αυτήν τη φορά τα αδέλφια δίνουν στον εαυτό τους τη δυνατότητα να ασχοληθούν κατά μία έννοια με σινεμά είδους. Αυτή η ταινία λοιπόν είναι ένα φιλμ νουάρ αλά Dardenne! Ο τίτλος παραπέμπει στο είδος, οι έρευνες που διεξάγει η γιατρός παραπέμπουν στο είδος, η επαφή με τον υπόκοσμο της Λιέγης παραπέμπουν στο είδος, τα πως και τα γιατί παραπέμπουν στο είδος.

Αλλά είπαμε, όλα αυτά με την οπτική των αδελφών Dardenne. Με το ξεκάθαρο σενάριο, με την έλλειψη μουσικής, με τη μη χρήση femme fatale, και με το βλέμμα στην κοινωνία. Ο κάθε άνθρωπος ανά πάσα στιγμή της ζωής του μπορεί να κάνει κάτι ηθικά μεμπτό. Αυτό που ξεχωρίζει τους «καλούς» από τους «κακούς» είναι ότι οι «κακοί» μπορεί να εντοπίσουν το σφάλμα τους αλλά θα προχωρήσουν στο παρασύνθημα χωρίς να επηρεαστεί η ζωή τους ενώ οι «καλοί» δεν θα ησυχάσουν καθώς σαν αγκάθι το φάουλ τους θα τους πληγώνει τη συνείδηση έως ότου φτάσουν με κάποιον τρόπο στην απαραίτητη και τόσο λυτρωτική κάθαρση. Δυστυχώς, μας λένε εμμέσως πλην σαφώς οι Dardenne οι κοινωνίες έχουν φτάσει σε σημείο απάθειας. Κοιτάμε τον εαυτό μας και δεν παρατηρούμε τι συμβαίνει γύρω μας παρά μόνον αν το αγγούρι φτάσει στον κώλο μας (συγχωρέστε μου την μαλλιαρή αυτή έκφραση). Κάθε μέρα η δυστυχία πλημμυρίζει τους δρόμους. Κι εμείς ως άνθρωποι αδιαφορούμε. Εκεί μας καταντήσανε. Πόσα άραγε κορίτσια αγνώστου ταυτότητας βρίσκονται νεκρά σε όλες τις πολιτισμένες κοινωνίες του δυτικού κόσμου; Πόσοι ενδιαφέρονται για το πως ζουν, ποια είναι, ποια είναι τα όνειρά τους, πως βρέθηκαν εκεί που βρέθηκαν;

Οι Dardenne προσπαθούν μέσω της γιατρού να μας αφυπνίσουν, να μας τσιγκλίσουν, να βγάλουμε τις παρωπίδες και να κοιτάξουμε λίγο παραέξω από τον εαυτούλη μας. Το... κακό είναι πως το κάνουν με το πιο μέτριο σενάριο της φιλμογραφίας τους. Ας είναι. Και πάλι αυτό που κάνουν είναι πολύ πιο σημαντικό από ένα παραφουσκωμένο χολιγουντιανό τίποτα.

After the Storm Cannes 2016

Ένας από τους μόνιμους... θαμώνες του φεστιβάλ των Καννών είναι και ο Ιάπωνας Hirokazu Kore-Eda. Αν μετρήσαμε καλά από τις 13 μεγάλου μήκους ταινίες μυθοπλασίας που έχει σκηνοθετήσει οι έξι έχουν λάβει μέρος στο φεστιβάλ είτε στο διαγωνιστικό τμήμα είτε στο «Ένα κάποιο βλέμμα». Η τελευταία του ταινία «Umi yorimo mada fukaku» ή αγγλιστί «After the Storm» προβλήθηκε στο τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα» λοιπόν.

Η υπόθεση: Ο Ριότα φαίνεται να είναι αυτό που λέμε «καμένο χαρτί». Στο παρελθόν είχε κάνει καριέρα ως συγγραφέας και μάλιστα είχε τιμηθεί με βραβεία. Έχει να γράψει οτιδήποτε όμως εδώ και 15 χρόνια. Πλέον δουλεύει ως ιδιωτικός ντετέκτιβ και ξοδεύει όσα χρήματα βγάζει στον τζόγο μη μπορώντας καν να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του σε ότι αφορά τη διατροφή του 12χρονου παιδιού του, μιας που έχει χωρίσει με τη σύζυγό του. Μετά το θάνατο του πατέρα του, όλοι οι άνθρωποι γύρω του, η μητέρα του, η πρώην γυναίκα του, η αδελφή του, φαίνεται να έχουν προχωρήσει στη ζωή τους. Ο ίδιος έχει μείνει στο παρελθόν. Θα προσπαθήσει να τα ξαναβρεί με όλους έτσι ώστε να αποκτήσει ξανά τον έλεγχο της ζωής του και κυρίως να μην αποξενωθεί τελείως από τον γιο του. Έως ότου μια γερή καλοκαιρινή μπόρα του δώσει την ευκαιρία που τόσο πολύ επιζητούσε να διορθώσει τα κακώς κείμενα.

Η άποψή μας: Η αλήθεια είναι πως τούτο το φιλμ θα μπορούσε να είναι μια πολύ φροντισμένη τηλεταινία. Δεν τον λέω με κακό τρόπο. Απλά, κινηματογραφικά δεν λέει και πολλά. Με σενάριο πολυλογάδικο, που λαμβάνει χώρα κατά κύριο λόγο στο διαμέρισμα της μητέρας του βασικού ήρωα δεν αφήνει και μεγάλα περιθώρια στον σκηνοθέτη να «παίξει» με την κάμερα. Κάνει τα απολύτως απαραίτητα: την τοποθετεί απέναντι από τους ήρωές του και τους καταγράφει καθώς συνδιαλέγονται μεταξύ τους. Ευτυχώς, αυτά που λέγονται έχουν το ενδιαφέρον τους. Ο Kore-Eda δεν έχει υψηλές φιλοδοξίες εδώ. Ένα οικογενειακό δράμα φτιάχνει με μπόλικες δόσεις καλοδεχούμενου χιούμορ. Όλοι οι ήρωές του φαίνεται να μην μπορούν να ξεφύγουν από αυτό που είναι. Προσπαθούν όμως να τα βγάλουν πέρα με την καθημερινότητά τους, προσπαθούν να βρουν κοινό τρόπο, προσπαθούν να συνεννοηθούν.

Άλλοτε τα καταφέρνουν άλλοτε όχι άλλοτε ελπίζουν άλλοτε απογοητεύονται. Αυτή είναι η ζωή. Και με έναν τρόπο που φαίνεται γλυκός αλλά κρύβει πίκρα ο σκηνοθέτης μας παρουσιάζει μια φέτα ζωής. Δεν υπάρχουν κακοί στην ταινία. Μόνο ματαιώσεις, απογοητεύσεις, καθυστερήσεις. «Πήραμε τη ζωή μας λάθος», που λέει και ο Έλλην μεγάλος ποιητής. Μόνο που στην περίπτωση της ταινίας και του συγκεκριμένου πρωταγωνιστή, το «κι αλλάξαμε ζωή» δεν ισχύει. Προσπαθεί, ναι, αλλά δεν τα καταφέρνει. Τουλάχιστον βρίσκει σημεία επαφής. Κι όταν ο γιος του ρωτάει τον πατέρα του «Ήθελες να είσαι ο άνθρωπος που είσαι;» γνωρίζουμε την απάντηση από πριν. Μικρή σε φιλοδοξίες αλλά πολύ γλυκιά ταινία λοιπόν.

Θοδωρής Γιαχουστίδης

Cannes Film Festival 2016 Live